Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Η κρίση ΝΑΤΟ - Ρωσίας

Επιμέλεια: Χρήστος Ιακώβου

Η διπλωματική κρίση που ξέσπασε μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας θύμιζε τη ρητορική του Ψυχρού Πολέμου. Το μεγάλο, όμως, ερωτηματικό που προκαλεί αυτή η κρίση είναι: μπορεί το ΝΑΤΟ να δημιουργήσει ένα νέο σύστημα συλλογικής ασφαλείας, που θα περιλαμβάνει μέρος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αγνοώντας τη ρωσική απειλή σύγκρουσης;  

H αδυσώπητη αλήθεια της ισχύος

Του Rajan Menon* 
THE GLOBAL EDITION OF «THE NEW YORK TIMES»

Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και την ώρα που η Αθήνα ετοιμαζόταν να κατακτήσει το ανεξάρτητο νησί της Μήλου, οι Μήλιοι επικαλέσθηκαν τις αρχές του δικαίου και της τιμής, σε μία προσπάθεια να σωθούν. Οι Αθηναίοι απέρριψαν το αίτημα, λέγοντας: «οι ισχυροί πράττουν όπως νομίζουν και οι αδύναμοι υποφέρουν». Αυτό έκαναν οι Μήλιοι, μόνοι και αβοήθητοι. Η Γεωργία είναι μία σύγχρονη Μήλος, που υπέφερε από την υπερβολική αντίδραση των Ρώσων, σε ένα μικρό συνοριακό επεισόδιο, που εξελίχθηκε τελικά σε σύγκρουση μεταξύ στρατών. Ακόμη και εάν κάποιος συμφωνήσει απόλυτα με τη ρωσική εκδοχή, το εύρος της ρωσικής αντίδρασης ήταν άκοπο και αδικαιολόγητο. Αν και οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της εκδήλωσαν την οργή τους για τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου, δεν πρόκειται να κάνουν κάτι, το οποίο θα έβλαπτε πραγματικά τη Ρωσία.



Ανεφάρμοστα μέτρα
Υπάρχουν πολλές δικαιολογίες, που συνηγορούν υπέρ μιας εφεκτικής στάσης: Η ρωσική συνεργασία είναι κρίσιμη σε πολλά καίρια ζητήματα, η ρωσική επιθετικότητα θα ενισχυθεί από τον διεθνή αποκλεισμό και η υπομονετική διπλωματία είναι η καλύτερη λύση. Οι προτάσεις που ακούγονται σήμερα, όπως ο εξοπλισμός της Γεωργίας από τη Δύση, το μποϊκοτάζ των Χειμερινών Ολυμπιακών του 2014 στο ρωσικό Σότσι της Μαύρης Θάλασσας και η εκδίωξη της Ρωσίας από την ομάδα των G8, δεν θα βρουν ευήκοα ώτα. Τέτοια μέτρα είναι ανεφάρμοστα σήμερα. Αυτό μπορεί να ακούγεται άδικο για τη Γεωργία, αλλά είναι η αλήθεια.

Μία άλλη πικρή αλήθεια έχει να κάνει με την τακτική της Ρωσίας σε αυτή την κρίση, που αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση: οι Μεγάλες Δυνάμεις επιβάλλουν πάντα τη θέλησή τους στους ασθενέστερους γείτονές τους, περιορίζοντας την ελευθερία κινήσεών τους. Αερολογίες γύρω από τη δυναμική της παγκοσμιοποίησης και τους νέους κανόνες των διεθνών σχέσεων δεν πρόκειται να νικήσουν τη ρεαλπολιτίκ. Όπως έκαναν και άλλα ισχυρά κράτη στο παρελθόν, η Ρωσία θα συνεχίσει να αποτρέπει δυναμικά κάθε ασθενή της γείτονα –τον οποίο θεωρεί ότι ανήκει στη σφαίρα επιρροής της– από το να συνάπτει σχέσεις με τους αντιπάλους της. Στη σύγχρονη Ρωσία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν προσωποποιεί τη στάση αυτή, παρότι η πολιτική αυτή αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη πραγματικότητα των παγκόσμιων πολιτικών ισορροπιών.

Στην παρούσα κρίση, Αμερική και Ευρώπη ακολούθησαν και αυτές αναμενόμενη τακτική: Αρνούνται να προσφέρουν άνδρες και κεφάλαια όταν οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι και τα άμεσα συμφέροντά τους δεν απειλούνται. Στην περίπτωση αυτή, κανένα κράτος σύμμαχος του ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε πολεμική διένεξη με τη Ρωσία, ενώ ουδείς σκοπεύει να προσφέρει εγγυήσεις εδαφικής ακεραιότητας στη Γεωργία.

Η επικρατούσα αντίληψη θέλει τη ρωσική επίθεση εναντίον της Γεωργίας να ενισχύει τις πιθανότητες της Τιφλίδας να εισέλθει στο ΝΑΤΟ. Το αντίθετο είναι, όμως, πιο πιθανό. Το ΝΑΤΟ, όπως φάνηκε στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στις αρχές του χρόνου, είναι ήδη διχασμένο σε ό,τι αφορά την είσοδο της Γεωργίας στη Συμμαχία, ενώ οι διαφωνίες αυτές αναμένεται να ενταθούν, καθώς ξεκαθαρίζουν οι επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης εισόδου της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Η ρωσική επίθεση εναντίον της Γεωργίας δείχνει επίσης πόσο μικρή σημασία έχει η ευγνωμοσύνη στις πολιτικές σχέσεις μεταξύ κρατών και πόσο εύκολα αυτή ακυρώνεται από τις επιταγές της γεωπολιτικής ισχύος. Όταν ο πρόεδρος Σαακασβίλι της Γεωργίας απέστειλε στρατό στο Ιράκ, δεχόμενος επαίνους από τον πρόεδρο Μπους, που τον χαρακτήριζε άξιο δημοκράτη σύμμαχο, ο Γεωργιανός ηγέτης περίμενε έστω λίγη καλή θέληση από τις ΗΠΑ, τη στιγμή της ανάγκης του. Ίσως πάλι να πίστεψε ότι οι ΗΠΑ θα κινητοποιούσαν τους συμμάχους τους για την αντιμετώπιση της ρωσικής εισβολής, προσφέροντας ίσως και υλική βοήθεια.
Εάν αυτό αληθεύει, ο κ. Σαακασβίλι υπολόγισε λάθος και οι ΗΠΑ είναι υπεύθυνες για την ψευδαίσθηση αυτή του Γεωργιανού προέδρου, που πίστεψε ότι οι ευχαριστίες της Ουάσιγκτον θα συνοδεύονταν από τεθωρακισμένα.


Η αδυναμία του ΟΗΕ
Η κρίση αποκαλύπτει επίσης την ανησυχητική αδυναμία των διεθνών οργανισμών, όταν αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με την ωμή βία. Όσοι περίμεναν ότι ο ΟΗΕ θα βοηθούσε τη Γεωργία, καλά θα έκαναν να θυμηθούν τη στάση του Οργανισμού στον πόλεμο στο Ιράκ. Ο ΟΗΕ δεν μπορεί να σταματήσει τα ρωσικά άρματα μάχης, όπως και δεν μπόρεσε να σταματήσει τον προληπτικό πόλεμο του προέδρου Μπους εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν.
Η απουσία εντολής του ΟΗΕ και η διεθνής κατακραυγή ουδόλως απασχόλησε την Ουάσιγκτον το 2003. Το ίδιο ισχύει και για το Κρεμλίνο σήμερα, που θα συνεχίσει να συζητά την κρίση στο Συμβούλιο Ασφαλείας, προτού ασκήσει βέτο –μαζί με τους Κινέζους συμμάχους του– σε κάθε αρνητική προς τη Ρωσία απόφαση. Εν ολίγοις, ας ετοιμαστούμε για μία ακόμη θεατρική παράσταση στον ΟΗΕ: Θα υπάρξουν υψιπετείς δηλώσεις και οργισμένες καταγγελίες. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν θα βοηθήσει τη Γεωργία να εδραιώσει τη θέση της δίπλα στη Ρωσία, ούτε και θα μειώσει την αποφασιστικότητα των Ρώσων να ορίζουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να πράττει η Τιφλίδα.

Εντελώς απαλλαγμένος από συναισθηματισμούς και με παγερό κυνισμό, ο πρωθυπουργός Πούτιν αντιλαμβάνεται καλά την «αριθμητική της εξουσίας». Επιτιθέμενος εναντίον ενός μικρού και αδύναμου, όμορου στη Ρωσία κράτους, ο Πούτιν δεν ρισκάρισε, ενώ ποντάρισε ορθά ότι και η Δύση θα απέφευγε το ρίσκο. Ο Μπους δεν κοίταξε βαθιά στην ψυχή του Ρώσου πρωθυπουργού, ενώ όπως φαίνεται, έχει καιρό να διαβάσει Θουκυδίδη.


* Ο Rajan Menon είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh των ΗΠΑ. 

Τι θα πρέπει να αναμένουν οι ΗΠΑ από τη Ρωσία

Του Thomas Friedman*

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οι οπαδοί της θεωρίας της «ανάσχεσης», την οποία πρωτοδιατύπωσε ο Τζορτζ Κέναν, διαφωνούσαν με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ.
Θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο πρόβλημα στον κόσμο, που θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά χωρίς τη Ρωσία - ειδικά το Ιράν ή το Ιράκ. Η Ρωσία δεν επρόκειτο να επέμβει ξανά στην Ευρώπη. Και οι ανατολικοευρωπαίοι θα εντάσσονταν στη Δύση μέσω της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η ομάδα εξωτερικής πολιτικής του Κλίντον είπε τότε όχι. Υποστήριξε ότι θα οι ΗΠΑ θα διεύρυναν το ΝΑΤΟ μέχρι το λαιμό των Ρώσων, επειδή η Μόσχα είναι αδύναμη και επιπλέον θα το συνηθίσει. Το μήνυμα προς τους Ρώσους ήταν: «Περιμένουμε να συμπεριφερθείτε σαν Δυτικοί δημοκράτες, αλλά θα σας φερθούμε σαν να είστε Σοβιετική Ένωση.»

Η ταπείνωση, που η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προκάλεσε στη Ρωσία, αποδείχθηκε κρίσιμης σημασίας με την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία. Και η εξάρτηση της Αμερικής από το πετρέλαιο συνέβαλε στην άνοδο των τιμών των καυσίμων σε επίπεδα, που επέτρεψαν στον Πούτιν να αντιδράσει σ’ αυτή την ταπείνωση. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να υποστηρίξει κάθε διπλωματική προσπάθεια για την αποχώρηση των Ρώσων από τη Γεωργία. Ωστόσο, δεν μπορεί και να μην επισημάνει ότι η απόφαση Σαακασβίλι να οδηγήσει τα στρατεύματά του στο Τσχινβάλι, έδωσε στον Πούτιν μια εύκολη δικαιολογία να επιδείξει τη σιδερένια γροθιά του.

Ωστόσο, αν επιμείνει θα οδηγήσει όλους τους γείτονες της Ρωσίας να αναζητήσουν προστασία από τη Μόσχα και τους Ευρωπαίους να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους για εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων στο ρωσικό πετρέλαιο και αέριο. Αυτό δεν θα συμβεί εν μια νυκτί, αλλά με τον καιρό, η Ρωσία θα καταστεί πιο απομονωμένη, πιο 
ανασφαλής και λιγότερο πλούσια.

Γι’ αυτό και η Ρωσία θα έπρεπε να επανεξετάσει τη στρατηγική Πούτιν έναντι της Γεωργίας. Αν το κάνει, θα έπρεπε και η Ουάσιγκτον να επανεξετάσει, την πολιτική της έναντι του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας - και αν πράγματι θέλει να περάσει τον 21ο αιώνα, αναχαιτίζοντας τη Ρωσία με τον ίδιο τρόπο που αναχαίτισε τη Σοβιετική Ένωση, στο μεγαλύτερο κομμάτι του 20ού αιώνα.


* Ο Thomas Friedman είναι αναλυτής διεθνούς πολιτικής στην «New York Times»







Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Ron Suskind, The Way of the World. Harper, 2008


Το βιβλίο του βραβευμένου με Πούλιτζερ, δημοσιογράφου, Ρον Σάσκιντ, «The Way of the World», έρχεται να πραγματευτεί το ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η κυβέρνηση Μπους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διαμόρφωση των σχέσεων τις με εχθρικά και φιλικά προς τις ΗΠΑ κράτη. Ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδείξει ότι η Αμερική απώλεσε τις αξίες της ως έθνος σε ένα δρόμο λανθασμένων επιλογών.  


Σύμφωνα με τον Σάσκιντ, ο Λευκός Οίκος διέταξε τη CIA να πλαστογραφήσει χειρόγραφη επιστολή του αρχηγού των ιρακινών μυστικών υπηρεσιών Ταχίρ Χαμπούς προς τον Σαντάμ Χουσεϊν, για να «αποδείξει» στον αμερικανικό λαό τους (ανύπαρκτους στην πραγματικότητα) δεσμούς του πρώην ιρακινού δικτάτορα με την Αλ Κάιντα!.

Το βιβλίο «The Way of the World», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις ΗΠΑ, υπονοεί πως ο αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε ακόμη και να διωχθεί ποινικά αν αποδειχτεί ότι διέταξε τη CIA να κατασκευάσει «ψευδή επιχειρήματα» για να παραπλανήσει τον λαό ότι είναι αναγκαίος ο πόλεμος. Ο δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα ο Λευκός Οίκος αγνόησε την ειλικρινή αποκάλυψη αξιωματούχου των ιρακινών μυστικών υπηρεσιών πως η χώρα του δεν διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Η σχετική πληροφορία περιήλθε έγκαιρα σε γνώση της αμερικανικής κυβέρνησης ώστε να ματαιώσει την εισβολή στο Ιράκ. Η περίφημη πλαστογραφημένη επιστολή με αποδέκτη τον Σαντάμ Χουσεϊν είχε παρουσιαστεί ως γνήσια από τη βρετανική «Sunday Telegraph» το Δεκέμβριο του 2003, «αποδεικνύοντας» μεταξύ άλλων πως οι τρομοκράτες της 11ης Σεπτεμβρίου είχαν εκπαιδευτεί στο Ιράκ.

O Ron Suskind ήταν δημοσιογράφος της Wall Street Journal. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Mats Berdal, Spyros Economides (Eds), United Nations Interventionism, 1991–2004. Cambridge University Press, 2007


Μετά από χρόνια παραλυσίας, κατά τη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε μία έκρηξη στον αριθμό επιχειρήσεων των Ηνωμένων Εθνών σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε ό,τι αφορά τον σκοπό και το επίπεδο των φιλοδοξιών, οι παρεμβάσεις αυτές υπερέβησαν τις εφαρμοσμένες αρχές του κλασσικού τρόπου διατήρησης της ειρήνης από τον ΟΗΕ. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις – όπως είναι η Καμποτία, το Κόσοβο και το Ανατολικό Τιμόρ – η παρουσία των Ηνωμένων Εθνών πήρε τη μορφή οιονεί προτεκτοράτων, τα οποία ήταν σχεδιασμένα να κατευθύνουν βαθύτατα διχασμένες κοινωνίες και ταλαιπωρημένες για χρόνια, από τον πόλεμο, προς συνθήκες διαρκούς ειρήνης. Το βιβλίο αυτό εξετάζει τη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Εθνών και αξιολογεί τις επιπτώσεις και τις ευρύτερες επιπτώσεις του «νέου παρεμβατισμού» για τη διεθνή τάξη και τη μελέτη των διεθνών σχέσεων. Παραθέτει οκτώ μελέτες περιπτώσεων των μεγάλων παρεμβάσεων του ΟΗΕ και ένα εισαγωγικό κεφάλαιο που περιγράφει τα πιο σημαντικά θεωρητικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι πρακτικές των επεμβάσεων του ΟΗΕ. Αυτό το βιβλίο απευθύνεται στους ερευνητές των διεθνών σχέσεων και διεθνών οργανισμών και αποτελεί μία σημαντική συμβολή στην ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία για τη μελέτη των επεμβάσεων στις διεθνείς σχέσεις. 

Διαβάστε περισσότερα...

Η Ευρώπη της άμυνας και της ασφάλειας


Ανδρέας Πενταράς*

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας Ευρώπης με αμυντική αυτάρκεια έγινε το 1952 με τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ). Η ΕΑΚ βασίσθηκε σ ε σχέδιο που εκπόνησε ο Γάλλος πρωθυπουργός Rene Pleven το 1950, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον επανεξοπλισμό και τη στρατιωτική εξάρτηση της Δυτικής Γερμανίας από τους Αμερικανούς. Οι χώρες που υπέγραψαν την ίδρυση της ΕΑΚ ήταν οι ίδιες που ένα χρόνο πριν, το 1951, ίδρυσαν την Ένωση Χάλυβα και Άνθρακα, το προπάππο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την Ιταλία, Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Το τέλος της ΕΑΚ ήταν άδοξο, αφού η Γαλλική Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε να επικυρώσει την ιδρυτική της συνθήκη το 1955. Ο κυριότερος λόγος ήταν οι φόβοι της Γκωλλικής παράταξης για αναβίωση του Γερμανικού μιλιταρισμού, κάτι που θα μπορούσε να απειλήσει και πάλι τη Γαλλική ανεξαρτησία.
 
Ωστόσο οι προσδοκίες της Ευρώπης για μια αυτόνομη άμυνα δεν σταμάτησαν με το τέλος της ΕΑΚ. Το 1955, συγκροτείται η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) στη βάση της συνθήκης των Βρυξελλών η οποία υπογράφτηκε το 1948 από τη Γαλλία, τη Βρετανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Με το πρωτόκολλο των Παρισίων (1954), η συνθήκη τροποποιήθηκε και έγιναν μέλη η Δυτική Γερμανία και η Ιταλία. Σήμερα η ΔΕΕ έχει 10 κανονικά μέλη και άλλα 18 με το καθεστώς του συνδεδεμένου μέλους ή του παρατηρητή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στη συνθήκη των Βρυξελλών υπάρχει πρόνοια στο άρθρο V, η οποία προβλέπει αυτόματη βοήθεια με όλα τα μέσα από όλους τους συμβαλλομένους προς το κράτος –μέλος που θα δεχθεί ένοπλη επίθεση στην Ευρώπη. Το άρθρο IV της συνθήκης προβλέπει στενή συνεργασία και αποφυγή επικαλύψεων με το ΝΑΤΟ γεγονός που οδήγησε στην εκχώρηση των στρατιωτικών αρμοδιοτήτων της ΔΕΕ στο ΝΑΤΟ. Το 1992 με την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ και την επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ρόλος της ΔΕΕ επαναπροσδιορίζεται και καθορίζεται ως ο φορέας υλοποίησης της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΕΠΑΑ). Ρόλος, ο οποίος θα έμελλε να μείνει και πάλι στα χαρτιά, λόγω κυρίως των Βρετανικών αντιρρήσεων στην υλοποίηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Τα γεγονότα της πρώην Γιουγκοσλαβίας αίρουν τις Βρετανικές αντιρρήσεις και οι 15 αποφασίζουν στο Ελσίνκι το 1999 τη δραστηριοποίηση της Ένωσης στο τομέα της ΚΕΠΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμοδιότητες της ΔΕΕ αναφορικά με θέματα ασφάλειας και άμυνας μεταφέρονται εξ ολοκλήρου στην ΕΕ. Σήμερα η ΔΕΕ εξακολουθεί τυπικά να υπάρχει ασκώντας κάποιες αρμοδιότητες πολιτικής φύσεως.  
 
Η τρίτη προσπάθεια για την Ευρώπη της άμυνας έγινε όπως αναφέρθηκε πιο πάνω με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και τη καθιέρωση του πυλώνα της ΚΕΠΠΑ ο οποίος, σύμφωνα με τη συνθήκη, περιλαμβάνει όλα τα θέματα που αφορούν την ασφάλεια της Ένωσης περιλαμβανομένης της χάραξης κοινής αμυντικής πολιτικής η οποία εν καιρώ να οδηγήσει στη κοινή άμυνα. Επί του παρόντος δηλαδή και με δεδομένο ότι η άμυνα της Ευρώπης έχει ανατεθεί στο ΝΑΤΟ, η ΕΕ ασχολείται με θέματα ασφάλειας της Ένωσης. (Άμυνα είναι η δυνατότητα απόκρουσης εξωτερικής επίθεσης, ενώ ασφάλεια είναι η δημιουργία συνθηκών ειρήνης και σταθερότητας στην εξωτερική περίμετρο της Ευρώπης). Παρά τα προβλήματα που υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν, εξ αιτίας κυρίως των εθνικών συμφερόντων των κρατών – μελών, η Ένωση προχώρησε ταχύτατα στην οργάνωση της ΚΕΠΑΑ με την επιτυχή εκπλήρωση μέχρι σήμερα 17 ειρηνευτικών αποστολών στα πλαίσια του ΟΗΕ, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Αξιοσημείωτη είναι η συνεργασία της ΕΕ με το ΝΑΤΟ που καθιερώθηκε στα πλαίσια του διαλόγου Berlin (+) στη βάση τριών αρχών. Όπου εμπλέκεται το ΝΑΤΟ δεν εμπλέκεται η ΕΕ, όχι επικάλυψη αρμοδιοτήτων και τα μέσα του ΝΑΤΟ στη διάθεση της Ένωσης. Η απουσία απειλών κατά της εδαφικής ακεραιότητας της ΕΕ, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να έχει τη πρωτοκαθεδρία στο τομέα της άμυνας, μεταθέτουν το στόχο της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας για το μέλλον. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη το Ευρωπαϊκό δορυφορικό πρόγραμμα ´´Γαλιλαίος´´ και η κατασκευή των αεροσκαφών στρατηγικών μεταφορών “Air Bus– 400” παράλληλα με τη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας που έχει σαν σκοπό τη συνεργασία των Ευρωπαϊκών χωρών στην ανάπτυξη κοινών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η αυτοδέσμευση της ΕΕ ότι όλες οι δραστηριότητες στο τομέα της άμυνας και ασφάλειας θα γίνονται στα πλαίσια του ΟΗΕ, έδωσε κύρος και αξιοπιστία στην Ένωση ως ενός σοβαρού παράγοντα που μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.
 
*Υποστράτηγος ε.α.

Ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας

Φοίβος Κλόκκαρης*

Η ΕΕ το Δεκέμβριο συνέταξε τη Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας αφού έλαβε υπόψη το νέο Περιβάλλον Ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Το νέο περιβάλλον παρουσίασε πολλά θετικά στοιχεία που συνέβαλαν στην ευμάρεια και την ελευθερία σε πολλούς ανθρώπους, όπως το άνοιγμα των συνόρων, ο εκδημοκρατισμός και η ανάπτυξη της τεχνολογίας, του εμπορίου και των επενδύσεων. Παρέμειναν, όμως, πολλά προβλήματα άλυτα και ορισμένα χειροτέρεψαν κατά πολύ. Οι νέες διεθνείς προκλήσεις και κύριες απειλές διαμόρφωσαν ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα. 

Στρατηγικοί στόχοι
Το νέο περιβάλλον δυνατόν να δημιουργήσει σοβαρές απειλές κατά της Ευρώπης στο μέλλον. Αυτό θα εξαρτηθεί μερικώς και από τις ενέργειες της Ευρώπης, η οποία χρειάζεται να σκέπτεται σφαιρικά και να δρα τοπικά. Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η παραδοσιακή στρατηγική των κρατών της Ευρώπης για αυτοάμυνα, βασιζόταν στην αντιμετώπιση εισβολής, από μεγάλης κλίμακος κρατική απειλή. Με τις νέες απειλές, η πρώτη γραμμή άμυνας συχνά θα είναι εκτός συνόρων. Οι νέες απειλές (τρομοκρατία, όπλα μαζικής καταστροφής) παρουσιάζουν τέτοια δυναμική που αν αφεθούν να αναπτυχθούν, και δεν κτυπηθούν στα αρχικά στάδια εμφάνισής τους (πριν τη δημιουργία κρίσης) θα καταστούν επικίνδυνες. Σε αντίθεση με τη μαζική ορατή απειλή κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, καμία από τις νέες απειλές δεν είναι καθαρά στρατιωτικές ούτε αντιμετωπίζονται μόνο με στρατιωτικά μέσα, αλλά με ποικιλία μέσων. 

Για την αντιμετώπιση του νέου περιβάλλοντος ασφαλείας η ΕΕ έθεσε τρεις στρατηγικούς στόχους: α) Αντιμετώπιση των νέων απειλών, β) δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας γύρω από την Ευρώπη και γ) Ενίσχυση της Διεθνούς Τάξης η οποία να βασίζεται σε ενεργό πολυμερή συμμετοχή. 

Αντιμετώπιση των νέων απειλών

Η διάδοση των Όπλων Μαζικής Καταστροφής δυνατόν να περιορισθεί με ελέγχους εξαγωγών και πολιτική και οικονομική πίεση κατά χωρών που αναπτύσσουν τέτοια όπλα. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας δυνατόν να απαιτήσει ένα μείγμα μέσων αστυνομικής, στρατιωτικής και δικαστικής φύσεως καθώς και πληροφοριών. Στην περίπτωση της διάβρωσης και κατάρρευσης κρατών δυνατόν να απαιτηθούν στρατιωτικές δυνάμεις για να αποκαταστήσουν την έννομο τάξη και ανθρωπιστικής φύσεως αποστολές για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στις περιφερειακές συγκρούσεις απαιτούνται πολιτικές λύσεις αλλά και στρατιωτικά και αστυνομικά μέσα για τη φάση αμέσως μετά την κρίση καθώς και οικονομική ενίσχυση και χειρισμός κρίσεως των πολιτών. 

Δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας

Η ΕΕ ενδιαφέρεται να έχει γειτονικές χώρες με καλή διακυβέρνηση. Γειτονικές χώρες που εμπλέκονται σε βίαιες συγκρούσεις, αδύνατα κράτη στα οποία ανθεί η εγκληματικότητα, δυσλειτουργικές κοινωνίες και υπέρμετρη αύξηση του πληθυσμού στα σύνορα με την Ευρώπη αποτελούν σοβαρά προβλήματα που απασχολούν την ΕΕ. 

Η διεύρυνση της ΕΕ την έφερε πιο κοντά σε περιοχές με αστάθεια και προβλήματα. Στόχος της ΕΕ είναι η δημιουργία ενός δακτυλίου χωρών με καλή διακυβέρνηση στο ανατολικό τμήμα της ΕΕ και τη Μεσόγειο, με τις όποιες να έχει στενές σχέσεις και συνεργασία. Να επεκτείνεται σ’ αυτές οικονομικά οφέλη και πολιτική συνεργασία και να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων τους. Περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την ΕΕ είναι: τα Βαλκάνια, η περιοχή νοτίως του Καυκάσου, η Μέση Ανατολή και περιοχή της νότιας Μεσογείου. Σε όλες αυτές τις περιοχές υπάρχουν σοβαρά προβλήματα που σχετίζονται με οικονομική ύφεση, κοινωνικές αναταραχές και άλυτες διενέξεις. 

Ενίσχυση της Διεθνούς Τάξης

Σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης σε ό,τι αφορά τις απειλές, τις αγορές και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η ασφάλεια και ευημερία της ΕΕ εξαρτάται αυξητικά από τη δημιουργία ενός συστήματος με πολυμερή συμμετοχή. Στόχος, η ενίσχυση της διεθνούς νομιμότητας με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, ως κύρια υποδομή για την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων. Η ΕΕ στοχεύει στην ενίσχυση και δραστηριοποίηση όλων των οργανισμών που συμβάλλουν στη διεθνή νομιμότητα και την αντιμετώπιση απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, όπως του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, κά.

Η ΕΕ θεωρεί ότι η ποιότητα της διεθνούς κοινότητας εξαρτάται από την ποιότητα των κυβερνήσεων των κρατών. Η καλύτερη προστασία για την ασφάλεια της Ευρώπης είναι ένας κόσμος δημοκρατικών κρατών με καλή διακυβέρνηση, ο οποίος προσφέρει δικαιοσύνη και ίσες ευκαιρίες. Τα καλύτερα μέσα για την ενίσχυση της διεθνούς τάξης και νομιμότητας είναι η προώθηση προγραμμάτων βοήθειας από την ΕΕ που θα συμβάλουν στην: α) προώθηση δημοκρατικών κυβερνήσεων και β) στην υποστήριξη κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών που θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της διάβρωσης και διαφθοράς, της κατάχρησης εξουσίας και την επιβολή της έννομης τάξης και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση νέων απειλών στο περιβάλλον ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά το Ψυχρό Πόλεμο και έθεσε νέους στρατηγικούς στόχους. Χρειάζεται μεγαλύτερη ενεργοποίηση, αύξηση των ικανοτήτων και της συνοχής της για αποτελεσματικότερη συμβολή στην προσπάθεια για ένα ειρηνικό και ασφαλή κόσμο.  

* Αντιστράτηγος ε.α.

Διαβάστε περισσότερα...

The Real World Order

August 18, 2008

By George Friedman

On Sept. 11, 1990, U.S. President George H. W. Bush addressed Congress. He spoke in the wake of the end of Communism in Eastern Europe, the weakening of the Soviet Union, and the invasion of Kuwait by Saddam Hussein. He argued that a New World Order was emerging: “A hundred generations have searched for this elusive path to peace, while a thousand wars raged across the span of human endeavor, and today that new world is struggling to be born. A world quite different from the one we’ve known. A world where the rule of law supplants the rule of the jungle. A world in which nations recognize the shared responsibility for freedom and justice. A world where the strong respect the rights of the weak.”

After every major, systemic war, there is the hope that this will be the war to end all wars. The idea driving it is simple. Wars are usually won by grand coalitions. The idea is that the coalition that won the war by working together will continue to work together to make the peace. Indeed, the idea is that the defeated will join the coalition and work with them to ensure the peace. This was the dream behind the Congress of Vienna, the League of Nations, the United Nations and, after the Cold War, NATO. The idea was that there would be no major issues that couldn’t be handled by the victors, now joined with the defeated. That was the idea that drove George H. W. Bush as the Cold War was coming to its end. 

Those with the dream are always disappointed. The victorious coalition breaks apart. The defeated refuse to play the role assigned to them. New powers emerge that were not part of the coalition. Anyone may have ideals and visions. The reality of the world order is that there are profound divergences of interest in a world where distrust is a natural and reasonable response to reality. In the end, ideals and visions vanish in a new round of geopolitical conflict.

The post-Cold War world, the New World Order, ended with authority on Aug. 8, 2008, when Russia and Georgia went to war. Certainly, this war was not in itself of major significance, and a very good case can be made that the New World Order actually started coming apart on Sept. 11, 2001. But it was on Aug. 8 that a nation-state, Russia, attacked another nation-state, Georgia, out of fear of the intentions of a third nation-state, the United States. This causes us to begin thinking about the Real World Order.

The global system is suffering from two imbalances. First, one nation-state, the United States, remains overwhelmingly powerful, and no combination of powers are in a position to control its behavior. We are aware of all the economic problems besetting the United States, but the reality is that the American economy is larger than the next three economies combined (Japan, Germany and China). The U.S. military controls all the world’s oceans and effectively dominates space. Because of these factors, the United States remains politically powerful — not liked and perhaps not admired, but enormously powerful. 

The second imbalance is within the United States itself. Its ground forces and the bulk of its logistical capability are committed to the Middle East, particularly Iraq and Afghanistan. The United States also is threatening on occasion to go to war with Iran, which would tie down most of its air power, and it is facing a destabilizing Pakistan. Therefore, there is this paradox: The United States is so powerful that, in the long run, it has created an imbalance in the global system. In the short run, however, it is so off balance that it has few, if any, military resources to deal with challenges elsewhere. That means that the United States remains the dominant power in the long run but it cannot exercise that power in the short run. This creates a window of opportunity for other countries to act.

The outcome of the Iraq war can be seen emerging. The United States has succeeded in creating the foundations for a political settlement among the main Iraqi factions that will create a relatively stable government. In that sense, U.S. policy has succeeded. But the problem the United States has is the length of time it took to achieve this success. Had it occurred in 2003, the United States would not suffer its current imbalance. But this is 2008, more than five years after the invasion. The United States never expected a war of this duration, nor did it plan for it. In order to fight the war, it had to inject a major portion of its ground fighting capability into it. The length of the war was the problem. U.S. ground forces are either in Iraq, recovering from a tour or preparing for a deployment. What strategic reserves are available are tasked into Afghanistan. Little is left over. 

As Iraq pulled in the bulk of available forces, the United States did not shift its foreign policy elsewhere. For example, it remained committed to the expansion of democracy in the former Soviet Union and the expansion of NATO, to include Ukraine and Georgia. From the fall of the former Soviet Union, the United States saw itself as having a dominant role in reshaping post-Soviet social and political orders, including influencing the emergence of democratic institutions and free markets. The United States saw this almost in the same light as it saw the democratization of Germany and Japan after World War II. Having defeated the Soviet Union, it now fell to the United States to reshape the societies of the successor states. 

Through the 1990s, the successor states, particularly Russia, were inert. Undergoing painful internal upheaval — which foreigners saw as reform but which many Russians viewed as a foreign-inspired national catastrophe — Russia could not resist American and European involvement in regional and internal affairs. From the American point of view, the reshaping of the region — from the Kosovo war to the expansion of NATO to the deployment of U.S. Air Force bases to Central Asia — was simply a logical expansion of the collapse of the Soviet Union. It was a benign attempt to stabilize the region, enhance its prosperity and security and integrate it into the global system. 

As Russia regained its balance from the chaos of the 1990s, it began to see the American and European presence in a less benign light. It was not clear to the Russians that the United States was trying to stabilize the region. Rather, it appeared to the Russians that the United States was trying to take advantage of Russian weakness to impose a new politico-military reality in which Russia was to be surrounded with nations controlled by the United States and its military system, NATO. In spite of the promise made by Bill Clinton that NATO would not expand into the former Soviet Union, the three Baltic states were admitted. The promise was not addressed. NATO was expanded because it could and Russia could do nothing about it.

From the Russian point of view, the strategic break point was Ukraine. When the Orange Revolution came to Ukraine, the American and European impression was that this was a spontaneous democratic rising. The Russian perception was that it was a well-financed CIA operation to foment an anti-Russian and pro-American uprising in Ukraine. When the United States quickly began discussing the inclusion of Ukraine in NATO, the Russians came to the conclusion that the United States intended to surround and crush the Russian Federation. In their view, if NATO expanded into Ukraine, the Western military alliance would place Russia in a strategically untenable position. Russia would be indefensible. The American response was that it had no intention of threatening Russia. The Russian question was returned: Then why are you trying to take control of Ukraine? What other purpose would you have? The United States dismissed these Russian concerns as absurd. The Russians, not regarding them as absurd at all, began planning on the assumption of a hostile United States. 

If the United States had intended to break the Russian Federation once and for all, the time for that was in the 1990s, before Yeltsin was replaced by Putin and before 9/11. There was, however, no clear policy on this, because the United States felt it had all the time in the world. Superficially this was true, but only superficially. First, the United States did not understand that the Yeltsin years were a temporary aberration and that a new government intending to stabilize Russia was inevitable. If not Putin, it would have been someone else. Second, the United States did not appreciate that it did not control the international agenda. Sept. 11, 2001, took away American options in the former Soviet Union. No only did it need Russian help in Afghanistan, but it was going to spend the next decade tied up in the Middle East. The United States had lost its room for maneuver and therefore had run out of time.

And now we come to the key point. In spite of diminishing military options outside of the Middle East, the United States did not modify its policy in the former Soviet Union. It continued to aggressively attempt to influence countries in the region, and it became particularly committed to integrating Ukraine and Georgia into NATO, in spite of the fact that both were of overwhelming strategic interest to the Russians. Ukraine dominated Russia’s southwestern flank, without any natural boundaries protecting them. Georgia was seen as a constant irritant in Chechnya as well as a barrier to Russian interests in the Caucasus. 

Moving rapidly to consolidate U.S. control over these and other countries in the former Soviet Union made strategic sense. Russia was weak, divided and poorly governed. It could make no response. Continuing this policy in the 2000s, when the Russians were getting stronger, more united and better governed and while U.S. forces were no longer available, made much less sense. The United States continued to irritate the Russians without having, in the short run, the forces needed to act decisively. 

The American calculation was that the Russian government would not confront American interests in the region. The Russian calculation was that it could not wait to confront these interests because the United States was concluding the Iraq war and would return to its pre-eminent position in a few short years. Therefore, it made no sense for Russia to wait and it made every sense for Russia to act as quickly as possible.

The Russians were partly influenced in their timing by the success of the American surge in Iraq. If the United States continued its policy and had force to back it up, the Russians would lose their window of opportunity. Moreover, the Russians had an additional lever for use on the Americans: Iran. 

The United States had been playing a complex game with Iran for years, threatening to attack while trying to negotiate. The Americans needed the Russians. Sanctions against Iran would have no meaning if the Russians did not participate, and the United States did not want Russia selling advance air defense systems to Iran. (Such systems, which American analysts had warned were quite capable, were not present in Syria on Sept. 6, 2007, when the Israelis struck a nuclear facility there.) As the United States re-evaluates the Russian military, it does not want to be surprised by Russian technology. Therefore, the more aggressive the United States becomes toward Russia, the greater the difficulties it will have in Iran. This further encouraged the Russians to act sooner rather than later. 

The Russians have now proven two things. First, contrary to the reality of the 1990s, they can execute a competent military operation. Second, contrary to regional perception, the United States cannot intervene. The Russian message was directed against Ukraine most of all, but the Baltics, Central Asia and Belarus are all listening. The Russians will not act precipitously. They expect all of these countries to adjust their foreign policies away from the United States and toward Russia. They are looking to see if the lesson is absorbed. At first, there will be mighty speeches and resistance. But the reality on the ground is the reality on the ground. 

We would expect the Russians to get traction. But if they don’t, the Russians are aware that they are, in the long run, much weaker than the Americans, and that they will retain their regional position of strength only while the United States is off balance in Iraq. If the lesson isn’t absorbed, the Russians are capable of more direct action, and they will not let this chance slip away. This is their chance to redefine their sphere of influence. They will not get another.

The other country that is watching and thinking is Iran. Iran had accepted the idea that it had lost the chance to dominate Iraq. It had also accepted the idea that it would have to bargain away its nuclear capability or lose it. The Iranians are now wondering if this is still true and are undoubtedly pinging the Russians about the situation. Meanwhile, the Russians are waiting for the Americans to calm down and get serious. If the Americans plan to take meaningful action against them, they will respond in Iran. But the Americans have no meaningful actions they can take; they need to get out of Iraq and they need help against Iran. The quid pro quo here is obvious. The United States acquiesces to Russian actions (which it can’t do anything about), while the Russians cooperate with the Unit ed States against Iran getting nuclear weapons (something Russia does not want to see).

One of the interesting concepts of the New World Order was that all serious countries would want to participate in it and that the only threat would come from rogue states and nonstate actors such as North Korea and al Qaeda. Serious analysts argued that conflict between nation-states would not be important in the 21st century. There will certainly be rogue states and nonstate actors, but the 21st century will be no different than any other century. On Aug. 8, the Russians invited us all to the Real World Order.

source: www.stratfor.com Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Ο πόλεμος Ρωσίας - Γεωργίας


Επιμέλεια: Χρήστος Ιακώβου 



Η στρατιωτική σύγκρουση Ρωσίας – Γεωργίας, που κλιμακώθηκε αυτήν την εβδομάδα, έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Ανιχνεύεται στην επέκταση της Ρωσικής αυτοκρατορίας στον Καύκασο τον 19ο αιώνα. Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι αποσχιστικές τάσεις ήλθαν στην επιφάνεια και έδωσαν την ευκαιρία σε εξωτερικούς παράγοντες να αυξήσουν την επιρροή τους στον πρώην σοβιετικό νότο, προκειμένου να περιορίσουν τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Η περιοχή του Καυκάσου σίγουρα παραμένει ένα κομβικό γεωπολιτικό σημείο για τον διεθνή ανταγωνισμό ισχύος.  


Το γεωπολιτικό κενό από τη διάλυση της ΕΣΣΔ

Χρήστος Ιακώβου


Αμερικανική γεωστρατηγική 
Κατά τους τελευταίους πέντε αιώνες ο χώρος από την Δυτική Ευρώπη μέχρι την Άπω Ανατολή, γνωστός ως Ευρασία, έγινε το κέντρο για τον ανταγωνισμό της παγκόσμιας ισχύος. Περίπου το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στην Ευρασία και το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού πλούτου του πλανήτη βρίσκεται επίσης εκεί. Η Ευρασία αντιπροσωπεύει το 60% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ καθώς επίσης και τα τρία τέταρτα περίπου των παγκοσμίων γνωστών ενεργειακών πόρων. Επιπλέον, στην Ευρασία βρίσκονται τα περισσότερα πολιτικά ισχυρά και δυναμικά κράτη. Μετά από τις ΗΠΑ, οι επόμενες έξι μεγαλύτερες οικονομίες και οι επόμενοι έξι μεγαλύτεροι καταναλωτές στρατιωτικών όπλων βρίσκονται στην Ευρασία. Όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, εκτός από τις ΗΠΑ, βρίσκονται στην Ευρασία. Οι δύο πιο πολυπληθείς διεκδικητές της περιφερειακής ηγεμονίας και της παγκόσμιας επιρροής είναι ευρασιατικές δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα). Όλες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν δυνητικά να αμφισβητήσουν την πολιτική και οικονομική πρωτοκαθεδρία της Αμερικής είναι ευρασιατικές. Αθροιστικά, η δύναμη της Ευρασίας υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη της Αμερικής. Το βασικό χαρακτηριστικό, όμως, της Ευρασίας είναι ότι ο χώρος αυτός είναι τεράστιος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποτελέσει μία ενιαία πολιτική οντότητα. Ο πολιτικός πολυκατατεμαχισμός της Ευρασίας καθώς επίσης και ύπαρξη διαφόρων θρησκειών και πολιτισμών αποτελεί και τον κύριο λόγο που ο χώρος αυτός είναι ιδιαίτερα επιρρεπής σε συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ αφού αποτρέπει την ανάδυση μίας υπερδύναμης μέσα από την Ευρασία που θα μονοπωλεί τον έλεγχο της περιοχής αυτής. 

Σε αυτό το ευμετάβλητο τοπίο εντεινομένων εθνικισμών, αυξανομένων πληθυσμών, εκρηγνυομένων προσδοκιών και αλληλοκαλυπτομένων βλέψεων ισχύος, άρχισαν να συντελούνται βασικές γεωπολιτικές μετατοπίσεις μετά την ασύντακτη διάλυση της ΕΣΣΔ. Έκτοτε, ο ρόλος της Ρωσίας μειώθηκε δραστικά, ενώ ο πρώην σοβιετικός νότος, δηλαδή η Κεντρική Ασία και ο Καύκασος, όπου κυριαρχούσε προηγουμένως η Μόσχα, έγινε αντικείμενο διεθνούς ανταγωνισμού, κυρίως λόγω των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το κενό του ισχυρού κέντρου που άφησε πίσω της η ΕΣΣΔ έδωσε την ευκαιρία σε νέες πολιτικές δυνάμεις να αναδύονται αποκεντρωτικά σε σχέση με το παρελθόν, αναζητώντας συμμαχίες που θα τους επιτρέψουν να αποδεσμευτούν από τον ρωσικό ηγεμονισμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκε η Γεωργία επιζητώντας να επεκτείνει το ρόλο του ΝΑΤΟ στον Καύκασο προκειμένου να δημιουργήσει μια Νατοϊκή ομπρέλα ασφαλείας έναντι της Ρωσίας. Επομένως, ο πόλεμος στη Γεωργία έχει καθοριστική στρατηγική σημασία αφού σήμερα η κυβέρνηση του Σαακασβίλι αποτελεί τον πιο σημαντικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον στον Καύκασο.

Η επιστροφή της Ρωσίας
Για τους σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής, η διάλυση της ΕΣΣΔ προσεφέρθη για την διατύπωση και εφαρμογή μίας ολοκληρωμένης και μακροπρόθεσμης γεωστρατηγικής για όλη την Ευρασία. Αυτή η ανάγκη προέκυψε από την αλληλεπίδραση δύο θεμελιακών πραγματικοτήτων: οι ΗΠΑ είναι τώρα η μόνη παγκόσμια υπερδύναμη και η Ευρασία είναι η κεντρική αρένα του διεθνούς ανταγωνισμού ισχύος. Επομένως, ό,τι συμβαίνει στην κατανομή ισχύος στον ευρασιατικό χώρο θα έχει αποφασιστική σημασία για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Από την άλλη, η άνοδος του Πούτιν, μετά το 1999, που σηματοδότησε την επιστροφή του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας στην εξουσία, δρομολόγησε αλλαγές στην ρωσική εξωτερική πολιτική, καθιστώντας κατηγορηματική τη επιρροή του Κρεμλίνου στον πρώην σοβιετικό γεωπολιτικό χώρο. Με άλλα λόγια, άλλη είναι η Ρωσία του Γέλτσιν και άλλη του Πούτιν. Αν λάβουμε υπόψη ότι η Ουάσιγκτον έδωσε ένα ισχυρό χαστούκι στον Πούτιν στο θέμα του Κοσόβου, η κρίση στη Γεωργία αποτελεί το πεδίο της ρωσικής αποζημίωσης. 

Πόλεμος και Πετρέλαιο
O πόλεμος στη Γεωργία αποτελεί τη μεγαλύτερη νεοταξική πρόκληση για τις δυτικές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις που αναζητούν τρόπους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Κασπία, μέσω του Καυκάσου, στις αγορές της Δύσης. Πέντε σημαντικοί αγωγοί περνούν από γεωργιανό έδαφος και βρίσκονται μερικά χιλιόμετρα από τις θέσεις που κατέχουν σήμερα οι Ρώσοι. Επομένως, δεν κινδυνεύουν μόνο οι αγωγοί που διέρχονται από τη Γεωργία κινδυνεύουν ταυτόχρονα και τα σχέδια κατασκευής νέων αγωγών καθώς και η επέκταση του υπάρχοντος συστήματος.

Περισσότερο κινδυνεύουν οι αγωγοί μεταφοράς φυσικού αερίου όπου το μεγαλύτερο μέρος μεταφέρεται προς τη Δύση από την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο παρακάμπτοντας τη Ρωσία. Επομένως, οι παραγωγοί αποκτούν άμεση πρόσβαση στις αγορές. Από την άλλη, η Ρωσία αγοράζει φυσικό αέριο στην κεντρική Ασία και το μεταπωλεί στους Ευρωπαίους πολύ ακριβότερα. Οι αγωγοί που περνούν σήμερα από τη Γεωργία ωφελούν τους δυτικούς καταναλωτές επειδή ο αυξημένος ανταγωνισμός για την αγορά εξαναγκάζει τη Ρωσία σε μείωση των τιμών. Η πρόσφατη επίδειξη της ρωσικής ισχύος στη Γεωργία λειτουργεί υδραυλικά ως πίεση προς τα κράτη της Κασπίας ώστε να χρησιμοποιούν τους ρωσικούς αγωγούς για τις εξαγωγές. Ταυτόχρονα, οι προσπάθειες των δυτικών επιχειρήσεων να συγκεντρώσουν κεφάλαια για μεγάλα έργα στον νότιο Καύκασο θα γίνουν πιο δυσχερείς. 

Το ερώτημα όμως που προκύπτει σε σχέση με τη στάση των ΗΠΑ σε αυτό τον πόλεμο είναι κατά πόσο ωφέλεσε ή έβλαψε τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή η ενθάρρυνση της Γεωργίας να προκαλέσει την κρίση. Αυτό θα απαντηθεί από το πιο σενάριο θα εξελιχθεί στην περιοχή τα επόμενα χρόνια. 


Η Ρωσία θυμίζει την επίθεση του Στάλιν στη Φιλανδία

Zbigniew Brzezinski
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Columbia 
και Πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ


Αυτό που ουσιαστικά διακυβεύεται από την κρίση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας είναι το είδος του ρόλου που θα διαδραματίσει η Ρωσία στο νέο διεθνές σύστημα. Δυστυχώς, ο Πούτιν θέτει τη Ρωσία σε μία πορεία η οποία ομοιάζει δυσοίωνα με αυτές του Στάλιν και του Χίτλερ στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ο υπουργός εξωτερικών της Σουηδίας Καρλ Μπιλντ έχει ορθώς διαπιστώσει αναλογίες μεταξύ της «δικαιολογίας» του Πούτιν για εδαφικό κατατεμαχισμό της Γεωργίας – λόγω της παρουσίας Ρώσων στη Ν. Οσετία – και της τακτικής του Χίτλερ έναντι της Τσεχοσλοβακίας , όταν το 1938 εισέβαλε για να απελευθερώσει τους γερμανόφωνους της Σουδητίας.  

Ακόμη πιο δυσοίωνη είναι η αναλογία των όσων έχει κάνει ο Πούτιν έναντι της Γεωργίας με ό,τι έκανε ο Στάλιν έναντι της Φιλανδίας: υπονόμευση της κυριαρχίας ενός μικρού δημοκρατικού γείτονα μέσω της χρήσης βίας. Στην πραγματικότητα, ηθικά και στρατηγικά, η Γεωργία είναι η Φιλανδία των ημερών μας. Το ερώτημα που η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει τώρα είναι πως εμείς, οι ΗΠΑ, θα αντιδράσουμε σε μια Ρωσία που ασχολείται με την κατάφωρη χρήση βίας με μεγαλύτερες αυτοκρατορικές τάσεις στο σχεδιασμό της: να επαναφέρει τον πρώην σοβιετικό χώρο υπό τον έλεγχο του Κρεμλίνου και να αποκόψει τη δυτική πρόσβαση στην Κασπία Θάλασσα και την Κεντρική Ασία, κερδίζοντας τον έλεγχο επί του αγωγού πετρελαίου Μπακού-Τσεϋχάν, ο οποίος περνά διά μέσου της Γεωργίας. 

Εν συντομία, το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό. Αυτό που διακυβεύεται είναι η πρόσβαση στο πετρέλαιο, καθώς ως ενεργειακός πόρος γίνεται ολοένα πιο σπάνιος και ακριβός και πως μια μεγάλη δύναμη συμπεριφέρεται στο νέο κόσμο της αλληλεξάρτησης, συμπεριφορά που θα πρέπει να βασίζεται σε κατανόηση και συναίνεση και όχι στη χρήση ωμής βίας. 

Αν η Γεωργία υποσκαφθεί, δεν θα αποκοπεί μόνο η Δύση από την Κασπία Θάλασσα και την Κεντρική Ασία. Μπορούμε λογικά να προβλέψουμε ότι ο Πούτιν, θα χρησιμοποιήσει την ίδια τακτική απέναντι στην Ουκρανία. Ο Πούτιν έχει ήδη προβεί σε δημόσιες απειλές κατά της Ουκρανίας. 

Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι: Τι θα μπορούσε να κάνει η Δύση προκειμένου να συγκρατήσει αυτή την ρωσική αυτοκρατορική συμπεριφορά που αναβιώνει; Όχι μόνο η Δύση, αλλά και η υπόλοιπη διεθνής κοινότητα, πρέπει να καταστήσει σαφές ότι τέτοιου είδους συμπεριφορά θα οδηγήσει σε εξοστρακισμό και σε οικονομικές κυρώσεις. Τελικά, εάν η Ρωσία συνεχίσει αυτή την πορεία, θα πρέπει να αντιμετωπίσει την απομόνωση στη διεθνή κοινότητα - ένα μεγαλύτερο φάσμα κινδύνων για την ευημερία της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα, έχουν στους ώμους τους τη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τη συλλογική κινητοποίηση της συλλογικής διεθνούς αντίδρασης. Αυτή η εισβολή της Ρωσίας στην Γεωργία αποτελεί ένα θλιβερό σχόλιο μιας οκταετούς αυταπάτης στο Λευκό Οίκο σχετικά με τον Πούτιν και το καθεστώς του. Δύο αξιομνημόνευτες παρατηρήσεις ξεχωρίζουν. Πρώτη, όταν για πρώτη φορά ο Μπους συναντήθηκε με τον Πούτιν είπε ότι προσβλέπει στην ψυχή του και ότι μπορείτε να τον εμπιστεύεστε. Δεύτερη, πριν από λίγο καιρό, η Κοντολίζα Ράις υπεστήριξε ότι οι αμερικανικές σχέσεις με τη Ρωσία δεν ήταν ποτέ καλύτερες στην ιστορία! 

Πηγή: The Huffington Post


 
Η Ρωσία ενοχοποιεί το θύμα
 

Svante Cornell*  
 
Η Ρωσία παρουσιάζει τον πόλεμο ως μία νόμιμη απάντηση στην επέμβαση της Γεωργίας στην περιοχή της Ν. Οσετίας. Πολλοί στην Δύση, αν και καταδικάζουν την ασύμμετρη απάντηση της Ρωσίας, είναι επίσης επικριτικοί απέναντι στο πρόσωπο του γεωργιανού Προέδρου Μιχαήλ Σαακασβίλι λόγω της απόφασης του να επαναφέρει τη Ν. Οσετία υπό την κυριαρχία της Γεωργίας. Για την δράση του τελευταίου επιρρίπτουν ευθύνες και στις ΗΠΑ λόγω της προώθησης που δίνει στην όλη ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, γεγονός που ενεθάρρυνε - όπως υποστηρίζουν – τις προθέσεις του Σαακασβίλι να αναλάβει αυτό το ρίσκο. 

Η αλήθεια, όμως, τα θέλει αλλιώς. Τους τελευταίους μήνες είναι η Ρωσία, και όχι η Γεωργία, που υποδαυλίζει την κρίση τόσο στη Ν. Οσετία όσο και σε μία άλλη αποσχισθείσα περιοχή της Γεωργίας, την Αμπχαζία. Κατά την τελευταία συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ρουμανία τον περασμένο Απρίλη – όπου η Γεωργία και η Ουκρανία ήταν δέκτες θετικών μηνυμάτων ως προς τις προσπάθειες τους για ένταξη στο ΝΑΤΟ - ο τέως Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλάντιμιρ Πούτιν, υπέγραψε διακήρυξη στην οποία η Αμπχαζία και η Γεωργία παρουσιάζονται ως ντε φάκτο μέλη της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτό ουσιαστικά αποτελεί παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Γεωργίας.

Αυτή η πράξη ήρθε ως επακόλουθο των όλων προσπαθειών της Ρωσίας να πάρει τον έλεγχο αυτών των περιοχών. Τόσο η έκδοση ρωσικών διαβατηρίων στους πολίτες των δύο περιοχών αυτών, όσο και οι διορισμοί Ρώσων στις κυβερνήσεις τους, δεν αποτελούν παρά αποδείξεις των ρωσικών προθέσεων. Η ανάπτυξη και ενίσχυση των ρωσικών «ειρηνευτικών» δυνάμεων στην Αμπχαζία – που δεν αποτελούσε παρά μία προσπάθεια πρόκλησης μίας στρατιωτικής απάντησης από μέρους της Γεωργίας – έγινε υπό την επίβλεψη του πρωθυπουργού της Ρωσίας, Πούτιν.

Πάραυτα, η Γεωργία έδειξε σύνεση – και αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην αντίληψη του γεωργιανού Προέδρου ότι στρατιωτικές περιπέτειες δεν μπορούν παρά να βλάψουν την υποψηφιότητα ένταξης της χώρας του στο ΝΑΤΟ. Έχοντας αυτό υπόψη, η Ρωσία έστρεψε το ενδιαφέρον της στη Ν. Οσετία, όπου ρωσόφιλοι αντάρτες πραγματοποίησαν επιθέσεις τόσο κατά γεωργιανών στρατιωτικών δυνάμεων όσο και κατά γεωργιανών χωριών. Οι επιθέσεις αυτές δεν μπορούσαν παρά να προκαλέσουν την Γεωργία, κάτι που επεδίωκε η Ρωσία για να το χρησιμοποιήσει ως αφορμή για την επέμβαση της.

Απειλούνται αμερικανικά συμφέροντα
Επί του παρόντος η Ρωσία έχει στείλει το στόλο της Μαύρης Θάλασσας στα παράλια της Γεωργίας και έχει επίσης επεκτείνει τον πόλεμο στο έδαφος της Αμπχαζίας και της Γεωργίας, επιδεικνύοντας ότι ο πόλεμος της Μόσχας δεν έχει να κάνει μόνο με την Ν. Οσετία. Εν πάση περιπτώσει, η συμπεριφορά της Μόσχας έναντι αποσχιστικών κινημάτων επί του εδάφους της – βλέπε σφαγές δεκάδων χιλιάδων Τσετσένων κατά την διάρκεια του δεκαετούς πολέμου εκεί – λέει πολλά για την επικαλούμενη πρόθεση της να βοηθήσει τη μειονότητα της Οσετίας.

Αυτός ο πόλεμος είναι ένα παράδειγμα – το οποίο η Ρωσία θέλει να χρησιμοποιήσει ως προηγούμενα– για όλες τις πρώην σοβιετικές περιοχές που σκεφτούν στο μέλλον να τολμήσουν να συνάψουν στενότερους δεσμούς με την Δύση, παρά την αντίθεση της Μόσχας. Καμία ευρασιατική χώρα δεν έχει καταφέρει δημοκρατικές και άλλες μεταρρυθμίσεις όπως η Γεωργία. Το γεωργιανό στρατιωτικό απόσπασμα στο Ιράκ αποτελεί το τρίτο μεγαλύτερο και έχει ήδη η γεωργιανή κυβέρνηση υποσχεθεί, πριν από την κρίση ότι θα στείλει στρατεύματα και στο Αφγανιστάν. Αν επιτραπεί η πτώση της Γεωργίας, τα υπόλοιπα κράτη της ευρασίας (βλ. Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν και Ουκρανία), που έχουν αναπτύξει σχέσεις με την Δύση και την ΕΕ, πιθανόν να αναθεωρήσουν την πολιτική τους αυτή, εν όψει του μένους της Μόσχας.

Αν επιτρέψουμε στην Ρωσία να καταλάβει την Γεωργία ή έστω να ανατρέψει την κυβέρνηση Σαακασβίλι, οι επιπτώσεις για την εικόνα των ΗΠΑ στην ευρασία θα ήταν μεγάλες. Θα ρισκάραμε να χάσουμε τόσο την υποστήριξη που απολαμβάνουμε από τις πρώην σοβιετικές χώρες της ευρασίας στις επιχειρήσεις μας στο Αφγανιστάν, όσο και τις ελπίδες για περαιτέρω ανάπτυξη των ποσοτήτων ενέργειας που εξάγονται από τις χώρες αυτές προς την Δύση.

Πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν με την πιο πάνω ανάλυση αλλά την ίδια ώρα ανασηκώνουν τους ώμους θέλοντας να εκφράσουν την απόγνωση τους ως προς τις όποιες λύσεις. Το ότι δεν έχουμε δυνατότητα στρατιωτικών επιλογών στην Ρωσία είναι όντως γεγονός. Αλλά αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να οργανώσουμε μία αποτελεσματική αντίδραση αποφέροντας πραγματικό κόστος εναντίον της Ρωσίας λόγω ακριβώς της πολιτικής που ακολουθεί.

* Διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο Κεντρικής Ασίας και Καυκάσου του Πανεπιστημίου Johns Hopkins


Τρία σενάρια εξέλιξης της κρίσης

The Guardian

Σενάριο 1: Αν η Ρωσία πιστεύει στον ειρηνευτικό της ρόλο, θα εκδιώξει τις δυνάμεις της Γεωργίας από τη Νότια Οσετία και θα επιδιώξει την επιστροφή στο status quo ante. Τα πολλά θύματα από την πλευρά των Οσέτιων, όμως, δεν θα διευκολύνουν την επάνοδο της επαρχίας στη Γεωργία.

Σενάριο 2: Η σύγκρουση διευρύνεται. Η αποσχισθείσα από τη Γεωργία, Αμπχαζία, έχει ήδη κηρύξει επιστράτευση και η Τιφλίδα μπορεί να βρεθεί να πολεμά σε δύο μέτωπα. Το Κρεμλίνο θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί την κρίση για να ανατρέψει τον Γεωργιανό πρόεδρο Σαακασβίλι, ενώ ορισμένοι Ρώσοι αξιωματούχοι κάνουν λόγο για διεθνές δικαστήριο -τύπου Χάγης- που θα δικάσει τον Σαακασβίλι για εγκλήματα πολέμου.

Σενάριο 3: Η διένεξη διευρύνεται ακόμη περισσότερο, με άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες να εμπλέκονται σε αυτή. Η Ουκρανία, όπως και η Γεωργία, φιλοδοξεί να εισέλθει στο ΝΑΤΟ. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία των αρχών της δεκαετίας του 1990 θα μοιάζει με σχολική εκδρομή, συγκρινόμενος με πιθανό πόλεμο μεταξύ πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η μόνη χειρότερη εξέλιξη, θα ήταν μία στρατιωτική εμπλοκή της Δύσης, πιθανότητα που μοιάζει πάντως πολύ μακρινή.



Διαβάστε περισσότερα...

Σκηνικό προαναγγελθέντος πολέμου

Ο Σαακασβίλι ενήργησε με αλαζονεία λόγω της στήριξης των ΗΠΑ

Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Η τραγωδία που λαμβάνει χώρα τούτες τις ημέρες στον Καύκασο, με επίκεντρο τη Γεωργία και τις αποσχισθείσες επαρχίες της, Νότιο Οσετία και Αμπχαζία, εντάσσεται σε ένα σκηνικό σύγκρουσης που επανειλημμένα, για τους ειδικούς τουλάχιστον, είχε προαναγγελθεί και κατά κάποιο τρόπο προβλεφθεί, υπό την έννοια ακριβώς ότι οι κύριοι δρώντες στην περιοχή και εκτός αυτής, οδηγούσαν τα πράγματα σε μια σχεδόν αναπόφευκτη εμπόλεμη σύγκρουση και ανθρώπινη τραγωδία. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα, δεν είναι το «ποίος ήρξατο χειρών αδίκων» όσο πολύ περισσότερο εάν η σημερινή εμπόλεμη αναμέτρηση, στην οποία η Ρωσία επέβαλλε τους στρατιωτικούς και επομένως τους πολιτικούς της όρους, θα οδηγηθεί σε κλιμάκωση και διεύρυνση με έμμεση ή άμεση του υπερατλαντικού συμμάχου του κ. Σαακασβίλι , ή όχι. Είναι γνωστό πως ο κ. Σαακασβίλι, πρόεδρος της Γεωργίας που διεδέχθη το 2003 κάτω από δραματικές συνθήκες τον γνωστό διεθνώς από την Περεστρόϊκα, πολιτικό Έντβαρντ Σεβαρντνάτζε,αποτελεί ένα από τα νέα πολιτικά «φιντάνια» της διεθνούς πολιτικής που εξέθρεψε η Ουάσιγκτον στη δεκαετία του '90 ώστε να συμβάλουν με τις «ροζ-πορτοκαλί» επαναστάσεις που οργάνωσαν από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '90 και εντεύθεν οι Αμερικανοί, σε ορισμένες από τις πρώην σοβιετικές χώρες, το λεγόμενο «εγγύς εξωτερικό»της Ρωσίας, και που αποσκοπούσαν στην πραγμάτωση της «προφητείας» Μπρζεζίνσκι να τεθεί η Μόσχα σε ένα αμερικανικό κλοιό στο μαλακό της υπογάστριο. Ο Σαακασβίλι, λοιπόν, λειτουργώντας με την αλαζονεία «εξ αντανακλάσεως» της υπερδύναμης που στεκόταν στο διεθνοπολιτικό του υπόβαθρο, θέλησε να «ξεκαθαρίσει» την υπόθεση της κυριαρχίας στη Γεωργία, να καταλάβει με μια στρατιωτική κίνηση-αστραπή την Νότιο Οσετία, και να εκδιώξει τους Ρώσους που πληθυσμιακά υπερέχουν σε αυτές τις περιοχές, δημιουργώντας έτσι ένα fait accompli κυριαρχίας σε ολόκληρη τη Γεωργία. Υπολόγισε όμως λάθος, τόσο σε σχέση με την πολιτική βούληση του Κρεμλίνου να αντιδράσει άμεσα, αποφασιστικά και αποτελεσματικά, όσο και με την αδυναμία της Ουάσιγκτον να στηρίξει στρατιωτικά το εγχείρημα του «πολιτικά υιοθετημένου» της προέδρου της Γεωργίας. Έτσι αυτή τη στιγμή καταγράφεται μια πολιτικο-στρατιωτική νίκη των Ρώσων και ιδιαιτέρως των Πούτιν-Μεντβέντεφ εις βάρος όχι τόσο του Γεωργιανού προέδρου, όσο της προστάτιδας δύναμής του. Οι Ρώσοι είναι σε θέση τώρα να επιβάλουν τους όρους τους, ενώ μεσοπρόθεσμα και σε μακρά διαδρομή δείχνουν προς τον υπόλοιπο κόσμο πως επιστρέφουν αποφασιστικά και σταθερά στη διεθνή πολιτική ως αξιόπιστος γεωστρατηγικός δρων και στέλνουν μήνυμα στο «εγγύς εξωτερικό» τους αλλά και στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, πως η Μόσχα αποφασίζει για την ευρύτερη περιοχή του πρώην σοβιετικού imperium και δεν θα δεχθεί ένταξη στο ΝΑΤΟ ούτε της Ουκρανίας, ούτε της Γεωργίας. Η άλλη συνέπεια αυτής της τραγωδίας θα είναι η συνέχεια, πλέον κατά τρόπο αποφασιστικότερο, ενός παράλληλου εκβιαστικού εγχειρήματος που παραπέμπει στο Κόσοβο, και που θα αφορά στη θέληση της Μόσχας να προχωρήσει σε ανεξαρτητοποίηση των περιοχών αυτών, πιέζοντας ταυτόχρονα για υποβάθμιση της πραγματοποιηθείσης ήδη ανακήρυξης της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου. Εκείνο που πρέπει να σημειώσει κανείς ως κατακλείδα, είναι δύο πράγματα: πρώτον, η εξέλιξη αυτή ενδυνάμωσε γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά τη Μόσχα, όχι μόνο στην περιοχή της αλλά και διεθνώς και, δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχθηκαν ένα «χαστούκι» αξιοπιστίας στο βαθμό που δεν μπόρεσαν ούτε μπορούν -όπως όλα δείχνουν- να στηρίξουν πιστούς τους συμμάχους. Από τούδε και στο εξής ουδείς θα τους θεωρεί ως τους μονοκράτορες και απόλυτους κυρίαρχους του διεθνούς παιχνιδιού, αλλά θα στρέφουν το ένα μάτι και προς την Μόσχα αρχίζοντας να κοιτάζουν το ενδεχόμενο στήριξης και συμμαχίας, ενώ σταδιακά θα αρχίσει να δημιουργείται ένα, θολό μεν αλλά ορατό, κλίμα ενός νέου είδους Ψυχρού Πολέμου. Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε την παρουσία της Ευρώπης στην κρίση, η οποία στηρίχθηκε στο μοναδικό πολιτικό φαινόμενο που ονομάζεται Σαρκοζί, και που είναι σε θέση να κάνει ευφυείς τακτικές κινήσεις και παρεμβάσεις που σε τελευταία ανάλυση σώζουν, έστω και via Παρισίων, τη χαμένη τιμή των Βρυξελών.

* Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Thomas Goltz, Georgia Diary : A Chronicle of War And Political Chaos in the Post-soviet Caucasus. M E Sharpe Inc, 2006


Ακόμη και για τους ειδικούς, οι πραγματικές λεπτομέρειες των όσων συνέβησαν στις αρχές της δεκαετίας 1990, όταν ξέσπασε η κόλαση με τις αποσχιστικές τάσεις στη Γεωργία παραμένουν μέχρι σήμερα ασαφείς και χαοτικές. Ο Thomas Goltz, εργάστηκε για χρόνια στον Καύκασο με τις αποστολές του ΟΗΕ, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, και έζησε από κοντά την οδυνηρή πραγματικότητα της υπέρμετρης χρήσης βίας, την καταστροφή, την αμοιβαία σκληρότητα και γενικά την κουλτούρα ισοπέδωσης της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Goltz θεωρεί ότι η οριοθέτηση των σχέσεων της Γεωργίας με τη Ρωσία θα είναι καθοριστικής σημασίας για τις εξελίξεις στον Καύκασο και ότι οι συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990, στην Αμπχαζία και το μόνιμο πρόβλημα της Νότιας Οσετίας ήταν στην ουσία το πρελούδιο ενός μελλοντικού πολέμου λόγω του ότι τα δυτικά και ρωσικά συμφέροντα σ’ εκείνη την περιοχή συγκρούονται έντονα. Εκεί, η αίσθηση του πολέμου κυριαρχεί μόνιμα. Τέλος, περιγράφει την εμπειρία του από την τελευταία αποστολή του στη Γεωργία λίγο μετά τη ροζ επανάσταση του Νοεμβρίου του 2003– μία κίνηση που ελάχιστα συνεισέφερε στο να εξεγείρει τα πνεύματα στην πρώην Σοβιετική Δημοκρατία του Καυκάσου.

Ο Thomas Goltz διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μοντάνα.


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

The Russo-Georgian War and the Balance of Power


August 12, 2008

By George Friedman

The Russian invasion of Georgia has not changed the balance of power in Eurasia. It simply announced that the balance of power had already shifted. The United States has been absorbed in its wars in Iraq and Afghanistan, as well as potential conflict with Iran and a destabilizing situation in Pakistan. It has no strategic ground forces in reserve and is in no position to intervene on the Russian periphery. This, as we have argued, has opened a window of opportunity for the Russians to reassert their influence in the former Soviet sphere. Moscow did not have to concern itself with the potential response of the United States or Europe; hence, the invasion did not shift the balance of power. The balance of power had already shifted, and it was up to the Russians when to make this public. They did that Aug. 8.

Let’s begin simply by reviewing the last few days.

On the night of Thursday, Aug. 7, forces of the Republic of Georgia drove across the border of South Ossetia, a secessionist region of Georgia that has functioned as an independent entity since the fall of the Soviet Union. The forces drove on to the capital, Tskhinvali, which is close to the border. Georgian forces got bogged down while trying to take the city. In spite of heavy fighting, they never fully secured the city, nor the rest of South Ossetia.

On the morning of Aug. 8, Russian forces entered South Ossetia, using armored and motorized infantry forces along with air power. South Ossetia was informally aligned with Russia, and Russia acted to prevent the region’s absorption by Georgia. Given the speed with which the Russians responded — within hours of the Georgian attack — the Russians were expecting the Georgian attack and were themselves at their jumping-off points. The counterattack was carefully planned and competently executed, and over the next 48 hours, the Russians succeeded in defeating the main Georgian force and forcing a retreat. By Sunday, Aug. 10, the Russians had consolidated their position in South Ossetia.


On Monday, the Russians extended their offensive into Georgia proper, attacking on two axes. One was south from South Ossetia to the Georgian city of Gori. The other drive was from Abkhazia, another secessionist region of Georgia aligned with the Russians. This drive was designed to cut the road between the Georgian capital of Tbilisi and its ports. By this point, the Russians had bombed the military airfields at Marneuli and Vaziani and appeared to have disabled radars at the international airport in Tbilisi. These moves brought Russian forces to within 40 miles of the Georgian capital, while making outside reinforcement and resupply of Georgian forces extremely difficult should anyone wish to undertake it.


The Mystery Behind the Georgian Invasion

In this simple chronicle, there is something quite mysterious: Why did the Georgians choose to invade South Ossetia on Thursday night? There had been a great deal of shelling by the South Ossetians of Georgian villages for the previous three nights, but while possibly more intense than usual, artillery exchanges were routine. The Georgians might not have fought well, but they committed fairly substantial forces that must have taken at the very least several days to deploy and supply. Georgia’s move was deliberate.

The United States is Georgia’s closest ally. It maintained about 130 military advisers in Georgia, along with civilian advisers, contractors involved in all aspects of the Georgian government and people doing business in Georgia. It is inconceivable that the Americans were unaware of Georgia’s mobilization and intentions. It is also inconceivable that the Americans were unaware that the Russians had deployed substantial forces on the South Ossetian frontier. U.S. technical intelligence, from satellite imagery and signals intelligence to unmanned aerial vehicles, could not miss the fact that thousands of Russian troops were moving to forward positions. The Russians clearly knew the Georgians were ready to move. How could the United States not be aware of the Russians? Indeed, given the posture of Russian troops, how could intelligence analysts have missed the possibility that t he Russians had laid a trap, hoping for a Georgian invasion to justify its own counterattack?

It is very difficult to imagine that the Georgians launched their attack against U.S. wishes. The Georgians rely on the United States, and they were in no position to defy it. This leaves two possibilities. The first is a massive breakdown in intelligence, in which the United States either was unaware of the existence of Russian forces, or knew of the Russian forces but — along with the Georgians — miscalculated Russia’s intentions. The United States, along with other countries, has viewed Russia through the prism of the 1990s, when the Russian military was in shambles and the Russian government was paralyzed. The United States has not seen Russia make a decisive military move beyond its borders since the Afghan war of the 1970s-1980s. The Russians had systematically avoided such moves for years. The United States had assumed that the Russians would not risk the consequences of an invasion.

If this was the case, then it points to the central reality of this situation: The Russians had changed dramatically, along with the balance of power in the region. They welcomed the opportunity to drive home the new reality, which was that they could invade Georgia and the United States and Europe could not respond. As for risk, they did not view the invasion as risky. Militarily, there was no counter. Economically, Russia is an energy exporter doing quite well — indeed, the Europeans need Russian energy even more than the Russians need to sell it to them. Politically, as we shall see, the Americans needed the Russians more than the Russians needed the Americans. Moscow’s calculus was that this was the moment to strike. The Russians had been building up to it for months, as we have discussed, and they struck.

The Western Encirclement of Russia

To understand Russian thinking, we need to look at two events. The first is the Orange Revolution in Ukraine. From the U.S. and European point of view, the Orange Revolution represented a triumph of democracy and Western influence. From the Russian point of view, as Moscow made clear, the Orange Revolution was a CIA-funded intrusion into the internal affairs of Ukraine, designed to draw Ukraine into NATO and add to the encirclement of Russia. U.S. Presidents George H.W. Bush and Bill Clinton had promised the Russians that NATO would not expand into the former Soviet Union empire. 

That promise had already been broken in 1998 by NATO’s expansion to Poland, Hungary and the Czech Republic — and again in the 2004 expansion, which absorbed not only the rest of the former Soviet satellites in what is now Central Europe, but also the three Baltic states, which had been components of the Soviet Union.


The Russians had tolerated all that, but the discussion of including Ukraine in NATO represented a fundamental threat to Russia’s national security. It would have rendered Russia indefensible and threatened to destabilize the Russian Federation itself. When the United States went so far as to suggest that Georgia be included as well, bringing NATO deeper into the Caucasus, the Russian conclusion — publicly stated — was that the United States in particular intended to encircle and break Russia.

The second and lesser event was the decision by Europe and the United States to back Kosovo’s separation from Serbia. The Russians were friendly with Serbia, but the deeper issue for Russia was this: The principle of Europe since World War II was that, to prevent conflict, national borders would not be changed. If that principle were violated in Kosovo, other border shifts — including demands by various regions for independence from Russia — might follow. The Russians publicly and privately asked that Kosovo not be given formal independence, but instead continue its informal autonomy, which was the same thing in practical terms. Russia’s requests were ignored.

From the Ukrainian experience, the Russians became convinced that the United States was engaged in a plan of strategic encirclement and strangulation of Russia. From the Kosovo experience, they concluded that the United States and Europe were not prepared to consider Russian wishes even in fairly minor affairs. That was the breaking point. If Russian desires could not be accommodated even in a minor matter like this, then clearly Russia and the West were in conflict. For the Russians, as we said, the question was how to respond. Having declined to respond in Kosovo, the Russians decided to respond where they had all the cards: in South Ossetia.

Moscow had two motives, the lesser of which was as a tit-for-tat over Kosovo. If Kosovo could be declared independent under Western sponsorship, then South Ossetia and Abkhazia, the two breakaway regions of Georgia, could be declared independent under Russian sponsorship. Any objections from the United States and Europe would simply confirm their hypocrisy. This was important for internal Russian political reasons, but the second motive was far more important.

Russian Prime Minister Vladimir Putin once said that the fall of the Soviet Union was a geopolitical disaster. This didn’t mean that he wanted to retain the Soviet state; rather, it meant that the disintegration of the Soviet Union had created a situation in which Russian national security was threatened by Western interests. As an example, consider that during the Cold War, St. Petersburg was about 1,200 miles away from a NATO country. Today it is about 60 miles away from Estonia, a NATO member. The disintegration of the Soviet Union had left Russia surrounded by a group of countries hostile to Russian interests in various degrees and heavily influenced by the United States, Europe and, in some cases, China.

Resurrecting the Russian Sphere

Putin did not want to re-establish the Soviet Union, but he did want to re-establish the Russian sphere of influence in the former Soviet Union region. To accomplish that, he had to do two things. First, he had to re-establish the credibility of the Russian army as a fighting force, at least in the context of its region. Second, he had to establish that Western guarantees, including NATO membership, meant nothing in the face of Russian power. He did not want to confront NATO directly, but he did want to confront and defeat a power that was closely aligned with the United States, had U.S. support, aid and advisers and was widely seen as being under American protection. Georgia was the perfect choice.

By invading Georgia as Russia did (competently if not brilliantly), Putin re-established the credibility of the Russian army. But far more importantly, by doing this Putin revealed an open secret: While the United States is tied down in the Middle East, American guarantees have no value. This lesson is not for American consumption. It is something that, from the Russian point of view, the Ukrainians, the Balts and the Central Asians need to digest. Indeed, it is a lesson Putin wants to transmit to Poland and the Czech Republic as well. The United States wants to place ballistic missile defense installations in those countries, and the Russians want them to understand that allowing this to happen increases their risk, not their security.

The Russians knew the United States would denounce their attack. This actually plays into Russian hands. The more vocal senior leaders are, the greater the contrast with their inaction, and the Russians wanted to drive home the idea that American guarantees are empty talk.

The Russians also know something else that is of vital importance: For the United States, the Middle East is far more important than the Caucasus, and Iran is particularly important. The United States wants the Russians to participate in sanctions against Iran. Even more importantly, they do not want the Russians to sell weapons to Iran, particularly the highly effective S-300 air defense system. Georgia is a marginal issue to the United States; Iran is a central issue. The Russians are in a position to pose serious problems for the United States not only in Iran, but also with weapons sales to other countries, like Syria. 

Therefore, the United States has a problem — it either must reorient its strategy away from the Middle East and toward the Caucasus, or it has to seriously limit its response to Georgia to avoid a Russian counter in Iran. Even if the United States had an appetite for another war in Georgia at this time, it would have to calculate the Russian response in Iran — and possibly in Afghanistan (even though Moscow’s interests there are currently aligned with those of Washington). 

In other words, the Russians have backed the Americans into a corner. The Europeans, who for the most part lack expeditionary militaries and are dependent upon Russian energy exports, have even fewer options. If nothing else happens, the Russians will have demonstrated that they have resumed their role as a regional power. Russia is not a global power by any means, but a significant regional power with lots of nuclear weapons and an economy that isn’t all too shabby at the moment. It has also compelled every state on the Russian periphery to re-evaluate its position relative to Moscow. As for Georgia, the Russians appear ready to demand the resignation of President Mikhail Saakashvili. Militarily, that is their option. That is all they wanted to demonstrate, and they have demonstrated it.

The war in Georgia, therefore, is Russia’s public return to great power status. This is not something that just happened — it has been unfolding ever since Putin took power, and with growing intensity in the past five years. Part of it has to do with the increase of Russian power, but a great deal of it has to do with the fact that the Middle Eastern wars have left the United States off-balance and short on resources. As we have written, this conflict created a window of opportunity. The Russian goal is to use that window to assert a new reality throughout the region while the Americans are tied down elsewhere and dependent on the Russians. The war was far from a surprise; it has been building for months. But the geopolitical foundations of the war have been building since 1992. Russia has been an empire for centuries. The last 15 years or so were not the new reality, but simply an aberration that would be rectified. And now it is being rectified.

source : www.stratfor.com

Διαβάστε περισσότερα...

Aποτροπή και πυρηνική στρατηγική


Tο βιβλίο φιλοδοξεί να εισαγάγει τον αναγνώστη στην έννοια και τη θεωρία της αποτροπής και γενικότερα στη στρατηγική σκέψη. Tούτο επιχειρείται µε την εξέταση µιας συγκεκριµένης έκφανσης της αποτροπής, αυτής που δηµιουργήθηκε αρχικά µέσω του ανταγωνισµού και εν συνεχεία µέσω της ισορροπίας των στρατηγικών συστηµάτων µεταξύ των δύο υπερδυνάµεων, των HΠA και της EΣΣΔ, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέµου. Tο βιβλίο προσφέρει µεγάλο αριθµό πληροφοριών για τον Ψυχρό Πόλεµο, εξετάζει τη στρατηγική σκέψη των HΠA και της EΣΣΔ, µελετά τη φιλοσοφία ή τη θεωρία της αποτροπής γενικότερα και, τέλος, εµµέσως φιλοδοξεί να ανοίξει τη συζήτηση για τη σχέση αντα-γωνισµού και αποτροπής µεταξύ Eλλάδας και Tουρκίας, τόσο στη συµβατική όσο και στην πυρηνική της διάσταση. Tρεις διαπι-στώσεις προκύπτουν από τη µελέτη. Πρώτον, τα οιαδήποτε στρατιωτικά δόγµατα πρέπει να στηρίζονται σε πραγµατική βάση ισχύος. Δεύτερον, οι αποτελεσµατικές συµφωνίες (ελέγχου των εξοπλισµών) στηρίζονται σε πραγµατικές ισορροπίες ισχύος. Tέλος, είναι δυνατόν, τουλάχιστον προσωρινά, ακόµη και ο ασθενέστερος να αποτρέπει αποτελεσµατικά τον ισχυρότερο.
Διαβάστε: Ηλία Κουσκουβέλη, "Aποτροπή και πυρηνική στρατηγική - Θεωρία διεθνών σχέσεων στον ψυχρό πόλεμο", εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 2002.
Διαβάστε περισσότερα...

The War for Georgia: Russia, the west, the future

August 12th, 2008
Global Geopolitics – Global News BlogTuesday, August 12, 2008

This article, was first published on OpenDemocracy.net under a Creative Commons license. Detailed copyright information is provided at the end of the article.

By Ghia Nodia
The intentions behind the Russian assault on Georgia constitute a political challenge to the west and an existential one to its southern neighbour, writes the minister of education and science in the Republic of Georgia, Ghia Nodia
12 - 08 - 2008
These words are being written when the Russian-Georgian war appeared to shift momentum from the escalation of 11 August 2008 to the announcement on 12 August of a halt to Russian military operations. It is too soon at the time of writing to say that this shift is genuine or definitive; nobody knows where things will stand even in a few hours’ time. The terms of the deal to end the war proposed by Moscow, and discussed between the Russian and French presidents (the latter representing also the European Union) on 12 August, suggest that this may only be the beginning of the end - if that.
It is even clearer that nobody can say at this stage what the long-term repercussions of the war will be. One thing is sure, however: after what has happened in these five days, the status quo ante cannot be fully restored - in Georgia itself, in Russian-American relations, or in Russian-European relations.

The forced choice

The war was unexpected and anticipated at the same time. No one foresaw exactly the way events were to unfold; but for months, diplomats and analysts had talked about the danger of a major Russian-Georgian conflict around one or both of Georgia’s so-called “frozen conflicts” (in Abkhazia and in South Ossetia). At the same time, the real role of the frozen conflicts in triggering the fateful events of 8-12 August 2008 should neither be underestimate nor overestimated. True, without the unresolved status of South Ossetia or Abkhazia, Russia and Georgia would not have gone to war. But, on the Russian side, the issue of South Ossetia in general - or of protection of the citizens of Russia residing there in particular, was just a pretext; and this became increasingly evident as the conflict unfolded.
As the international community moved towards stronger condemnation of the Russian aggression, the Georgian government was also under criticism for its alleged failure of judgment when the military attack to occupy Tskhinvali, South Ossetia’s provincial capital, was ordered in the early morning of 8 August 2008. Indeed, it looks like the Georgian government displayed political immaturity by falling into a Russian trap.
he context of that decision should be understood, however. For months, the Georgian forces inside the enclave within South Ossetia loyal to Tbilisi - as well as those forces across the de facto border - had been systematically attacked using artillery fire and other means. The obvious aim of this was to draw Georgia into an open military confrontation with Russia. Everybody on the Georgian side understood this very clearly, and all efforts were made to avoid such an outcome. However, by exerting this pressure, the Russians - through its puppet-regime in Tskhinvali - were putting the Georgian government into a lose-lose situation. Yes, engaging Russians in an open military confrontation was against Georgian interests. But, by helplessly watching how its citizens were systematically attacked and killed, the Georgian government was losing its credibility incrementally.
The escalation of violence in the days before 8 August demonstrated that what was on the Russians’ mind was to wipe out the pro-Georgian enclave within South Ossetia, thus causing a serious humanitarian catastrophe. The news that, around midnignt on 8 August, a large column of Russian tanks entered South Ossetia from the north (and the pro-Georgian enclave is exactly on the main road between the Russian border and Tskhinvali) was the last straw: the decision to take control of Tskhinvali was a desperate attempt to pre-empt the large-scale Russian strike.
From the international public-relations perspective, it would probably have been smarter to allow Russia do whatever she was planning to do and wait for the international indignation afterwards. It is also easy to judge in hindsight. In the event, the Georgian government also felt that it had an obligation to do something to protect its citizens against an open attack. The Georgian government hoped that the Russians would not dare to conduct an undisguised all-out military aggression against Georgia, thus jeopardising its international image and relations with the international community. That did prove a miscalculation.

The true target

Perhaps the most telling illustration of what the Russians are doing in Georgia was something found scrawled on the side of a Russian military jet downed by the Georgian air defence: an obscene verse. The verse mocks the enemy - which is normal in wars. However, neither Georgians nor Ossetians are mentioned: the theme of this piece of doggerel was Russian troops humiliating Nato soldiers.
Whatever the humanitarian rhetoric, what Russia is really doing is a preventive strike against Nato, which happens to take place on Georgian territory. Moscow wants to teach Georgia a lesson for Tbilisi’s open and defiant wish to become part of the west; it wants to send a message to the United States and Europe that it will not tolerate further encroachment on its zone of influence; and it wants to make clear to other countries in its neighbourhood (Ukraine first of all) that they are in Russia’s backyard and should behave accordingly.
In Georgia proper, the main objective is regime change. At the United Nations Security Council meetings on 8-9 August 2008 convened at short notice to discuss the crisis, the US ambassador Zalmay Khalilzad revealed that the Russian foreign minister Sergei Lavrov was telling Condoleezza Rice that “(Mikheil) Saakashvili should go”; an indiscretion that provoked rage in his Russian counterpart, on the grounds that it betrayed the confidentiality of diplomatic conversations.
In strategic terms, the Russians want finally to consolidate their control over the separatist territories, and, most importantly, to have a pro-Russian regime in Georgia that would never again dare look in a westerly direction and try to become a western-style democracy. In domestic terms, this will be sold as a major victory over Nato, thus showing that the trend of Russia’s humiliation after losing the cold war is broken.
Russia’s claims that its forces are defending the Ossetian people from Georgian “genocide” are, in their mimicry of western humanitarian rhetoric, another manifestation of its resentment against the west. Russia took the Nato military operation against Serbia in 1999 as a personal affront; the Russian political elite and a majority of its public considered western talk of “humanitarian intervention” to protect Kosovar Albanians as a particularly cynical way to justify aggression motivated by geopolitical interests. Now Russia is settling scores: we all understand this humanitarian talk is bullshit (it hints to the west), but if you could do this in former Yugoslavia, you do not have any moral right to stop us from doing the same in our backyard.

The other war

Thus, on the global scale, this war poses serious questions to the west and to Georgia: for the west, whether it will accept its strategic retreat vis-à-vis Russia, and concede that the former Soviet Union is a territory where Russia can effectively dominate without formally restoring its erstwhile empire; for Georgia, whether it retains de facto sovereignty and effective statehood. The Russian calculation appears to be that Georgia will descend into chaos as its people express anger at their government for starting a wrong war and wrongly relying on the west, leaving Georgians with but one option: to embrace a new government that will be formally independent but effectively a Russian satellite.
It is uncertain even after Russia’s announcement of a cessation of military action on 12 August 2008 that immediate hostilities have ended - to make possible what will come next, a messy political and diplomatic endgame involving Russia, Georgia, Europe, Nato and the west. Whenever that sequence of events happens, however, a moral war which is really at the core of things will continue in parallel. This is a war for the soul and identity of Georgia. Whatever the outcome in terms of territorial control or military-political arrangements, this war is one Georgia cannot afford to lose, and the west cannot afford to ignore.

About the Author:
Ghia Nodia is minister of education and science of the Republic of Georgia. He was appointed to this post on 31 January 2008

This article is published by Ghia Nodia, Global Geopolitics Net - Global News Blog, and openDemocracy.net under a Creative Commons licence. You may republish it free of charge with attribution for non-commercial purposes following these guidelines.

Link to the original article published on OpenDemocracy.net Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Brzezinski: Russia's Invasion of Georgia Is Reminiscent of Stalin's Attack on Finland

Brzezinski: Russia's Invasion of Georgia Is Reminiscent of Stalin's Attack on Finland Διαβάστε περισσότερα...

Laurence Rees, Auschwitz, The Nazis & The Final Solution. BBC Books, 2005


Το βιβλίο περιγράφει την εξέλιξη του στρατοπέδου συγκεντρώσεως στο Άουσβιτς, του πιο απάνθρωπου και απεχθούς θεσμού απ' όσους δημιούργησαν οι Ναζί. Ο αναγνώστης παρακολουθεί ένα έγκλημα που χτίστηκε σιγά σιγά, πώς το στρατόπεδο μετατράπηκε σταδιακά από στρατόπεδο για Πολωνούς πολιτικούς κρατούμενους στο χώρο όπου έλαβαν χώρα οι περισσότερες μαζικές δολοφονίες στην ιστορία. Με αφορμή το Άουσβιτς ο συγγραφέας εξετάζει το Ολοκαύτωμα στο ευρύτερό του πλαίσιο, την πολιτική και την ιδεολογία των Ναζί, τη στάση των κατεχόμενων από τους Γερμανούς κρατών, καθώς και των Συμμάχων. Το βιβλίο αξιοποιεί πολλά νέα στοιχεία που ήρθαν πρόσφατα στο φως, π.χ. σοβιετικό αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις με Γερμανούς πρώην αξιωματούχους. Από πολλούς ειδικούς στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χαρακτηρίστηκε ως το πιο αξιόλογο βιβλίο, που κυκλοφόρησε τα τελευταία χρόνια το οποίο ασχολείται με το φαινόμενο των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, δηλαδή με το φαινόμενο του βιομηχανικού θανάτου. 

Κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο, Άουσβιτς. Οι Ναζί Και Η "Τελική Λύση". (Εκδόσεις Πατάκης, 2006)



Διαβάστε περισσότερα...

Georgia Conflict Alert: Russia must withdraw its troops from Georgia


INTERNATIONAL CRISIS GROUP - NEW MEDIA RELEASE

Tbilisi/Brussels, 11 August 2008: Russia must cease its advances within Georgia, immediately withdraw its troops to its peacekeeping positions, and restore the status quo ante.

During the course of today, 11 August 2008, Russian troops, backed by its air force, advanced deep into Georgia, well beyond the boundaries of South Ossetia and Abkhazia, and apparently took control of the Georgian towns of Gori, Senaki and Zugdidi, among others. 

Russia has no legitimate security interests justifying its advance beyond the boundaries of South Ossetia and Abkhazia. It is not performing a peacekeeping function or defending the rights of Russian citizens. Today’s advances and attacks raise real doubts about Russia’s intentions with respect to Georgia. These steps appear aimed at undermining Georgia’s capacity to function as a state. 

Russia must immediately agree to the ceasefire proposal made by European Union and Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE) envoys, the French and Finnish Foreign Ministers Bernard Kouchner and Alexander Stubb, which Georgia has signed. 

The international community, and particularly the United States and the European Union, must make it unequivocally clear that Russia’s aggression is a flagrant violation of international law and undermines its legitimacy as a defender of that law. It must also declare that failure to withdraw its troops back to South Ossetia and Abkhazia, and then to Russia, will be strongly condemned and will significantly damage Russia’s relations with the U.S. and EU. Western heads of state should deliver this message forcefully to the Russian president and prime minister, including in person in Moscow. 

Once hostilities have ceased and withdrawal occurred, negotiations should take place between Russia, Georgia, South Ossetia and Abkhazia to sign a non-resumption of hostilities text and agree to a revised peacekeeping arrangement and new negotiations format. All parties must secure the return of displaced persons and provide humanitarian assistance. 

To find out more, visit ICG's “War in Georgia” page. 


The International Crisis Group (Crisis Group) is an independent, non-profit, non-governmental organisation covering some 60 crisis-affected countries and territories across four continents, working through field-based analysis and high-level advocacy to prevent and resolve deadly conflict. 



Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Έθνος – Κράτος και ασφάλεια στην ΕΕ

Των Χρήστου Ιακώβου και Φοίβου Κλόκκαρη

ΕΕ και Έθνος-Κράτος


Χρήστος Ιακώβου

Ένα από τα ερωτήματα που κυριαρχούν από την περασμένη δεκαετία είναι κατά πόσο μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και μετεξέλιξης υπερεθνικών θεσμών (ΕΕ) θα υπάρξει υπέρβαση των εθνικών κρατών και σταδιακή αντικατάστασή τους από πολυεθνικές και πολυπολιτισμικές κρατικές οντότητες. Το πρότυπο έθνους που προβάλλεται διεθνώς μέσα από τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης είναι το Αμερικανικό. Οι Αμερικανοί προσπαθούν να επιβάλουν διεθνώς το δικό τους πρότυπο παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η δημιουργία των ΗΠΑ στηρίχθηκε εκ γενετής σε πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, αφού δημιουργήθηκαν από μετανάστες. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει αρχίσει να προκαλεί μία διαφοροποίηση ακόμα και σε παραδοσιακά εθνικά κράτη. Το γεγονός, όμως, αυτό δε δικαιώνει τις ανωτέρω προβλέψεις. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας απέδειξε το αντίθετο, τη δυναμική επάνοδο του εθνικισμού και την επιβεβαίωση του έθνους κράτους. Μετά την κατάρρευση των παραδοσιακών αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας, η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία ήταν δύο κλασσικές απόπειρες για την υποχρεωτική ένταξη εθνών σε υπερεθνικές κρατικές οντότητες.  

Ο 20ος αιώνας σφραγίστηκε από την ίδρυση νέων εθνικών κρατών και όλα δείχνουν ότι αυτή η τάση θα παραμείνει κυρίαρχη. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία εξελίσσεται σε υπερεθνικό θεσμό. Η διαδικασία ενοποίησης της Γηραιάς Ηπείρου, όμως, είναι μία τελείως διαφορετική υπόθεση, η οποία επιβεβαιώνει ότι μόνον εάν τα έθνη αποκτήσουν το δικό τους κράτος μπορούν στη συνέχεια να συμμετάσχουν εθελοντικά στη διαμόρφωση μίας πολυεθνικής κοινότητας. 

Σχετικά με την Ευρώπη, το ζήτημα του έθνους-κράτους εμφανίζεται περίπλοκο επειδή τα σημαντικότερα έθνη της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης είναι, με πλανητικά μέτρα, μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή δυνάμεις οι οποίες ούτε μπορούν να μείνουν στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων ούτε να διατηρήσουν τη θέση τους αυτοδύναμα η καθεμιά (πολύ λιγότερο αν η καθεμιά στραφεί εναντίον των υπολοίπων). Οι δυνάμεις αυτές συνειδητοποιούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων βαθμιαία μόνον, επειδή παλιές νοοτροπίες τις εμποδίζουν να συλλάβουν τις πλανητικές πλέον διαστάσεις των προβλημάτων και επειδή εν μέρει ακόμα ζουν από τα τεράστια αποθέματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Όσο διαρκούσε αυτή η εποχή, ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών μεταξύ τους δεν εμπόδισε την οικουμενική επικράτηση της Ευρώπης – απεναντίας μάλιστα ο ανταγωνισμός ωθούσε προς την επέκταση προκειμένου ο καθένας να μην υστερήσει σε σχέση με την επέκταση των ανταγωνιστών του. 

Η κατάσταση αυτή, που κράτησε πάνω από τέσσερις αιώνες, άλλαξε τώρα διπλά: μειώνεται τόσο το ειδικό (οικονομικό, δημογραφικό, γεωπολιτικό) βάρος της Ευρώπης όσο και η κοσμοϊστορική σημασία των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Ο πλανήτης δεν συνομαδώνεται πλέον γύρω από τον άξονα των ανταγωνισμών αυτών, παρά τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται τώρα να συνομαδωθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Αυτό ερμηνεύει το γεγονός ότι οι μεγάλοι Ευρωπαϊκοί πόλεμοι ήταν δυνατοί επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο, σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαυσε να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας. 

Επιπλέον, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείται από εθνικά κράτη δεν μπορεί να μετατραπεί σε ένα χωνευτήρι εθνοτήτων και πολιτισμών, όπως οι ΗΠΑ. Όσοι ονειρεύονται ένα είδος υπερεθνικού ομοιογενοποιημένου Ευρωπαίου, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να υπονομεύουν το ιστορικό πείραμα που συντελείται στην Ευρώπη (το πρόσφατο Ιρλανδικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα αποτελεί κατηγορηματική επιβεβαίωση). Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε αυτό το πείραμα και σε όλα τα προηγούμενα είναι ότι τώρα τα εθνικά κράτη παραχωρούν τμήματα της κυριαρχίας τους εθελοντικά και στη βάση μίας δημοκρατικής διαδικασίας, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εθνική αλλοτρίωση. 

Για να καταστεί το έθνος-κράτος ξεπερασμένο, η συλλογική οντότητα θα πρέπει να διευρυνθεί και να επιλέξει μίαν άλλη μορφή οργάνωσης της πολιτικής μονάδας. Όμως, πάντοτε θα υπάρχουν και θα δρουν συλλογικές οντότητες με σκοπό να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους πλεονεκτική θέση στον αγώνα κατανομής ισχύος- εκτός και αν καταστεί περιττή κάθε πολιτική οργάνωση, κάτι που στο παρόν ιστορικό στάδιο φαίνεται ανέφικτο.


Το νέο περιβάλλον ασφάλειας της ΕΕ

Φοίβος Κλόκκαρης

Το περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο περιλαμβάνει νέες διεθνείς Προκλήσεις και Κύριες Απειλές που επέβαλαν τη διαμόρφωση νέας Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας.

Διεθνείς Προκλήσεις  

Χαρακτηρίζονται από περιφερειακές συγκρούσεις, πείνα, ασθένειες, ανταγωνισμό για φυσικούς πόρους, εξάρτηση από τις πηγές ενέργειας και μεγάλη ροή μεταναστών προς Ευρώπη.

- Περιφερειακές συγκρούσεις που υποθάλπουν την αστάθεια, προκαλούν καταστροφή της υποδομής των χωρών, περιορίζουν την οικονομική ανάπτυξη και τις επενδύσεις και ενθαρρύνουν την εγκληματικότητα. Από το 1990 περίπου 4 εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις εκ των οποίων το 90% πολίτες και 18 εκατομμύρια εγκατέλειψαν τις εστίες τους.

- Πείνα και ασθένειες που προκαλούν πόνο και ανασφάλεια σε εκατομμύρια ανθρώπους. Περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι, ο μισός περίπου πληθυσμός της γης, ζει με λιγότερα από 2 ευρώ την ημέρα και 45 εκατομμύρια πεθαίνουν κάθε χρόνο από πείνα και κακή διατροφή. To AIDS μια από τις φοβερότερες πανδημίες της ανθρωπότητας, θερίζει ολόκληρες κοινωνίες ενώ νέες ασθένειες διαδίδονται ταχέως στον πλανήτη. AIDS, φυματίωση και μαλάρια σκότωσαν 6 εκατομμύρια ανθρώπους το 2002. 

 - Ο ανταγωνισμός για φυσικούς πόρους και ιδιαίτερα του νερού σε συνδυασμό και με την υπερθέρμανση του πλανήτη, δημιουργεί αναστάτωση και προκαλεί μεταναστευτικά ρεύματα.

- Η εξάρτηση της Ευρώπης από την ενέργεια αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου και αερίου, ο όγκος των οποίων προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, τη Ρωσία και τη Βόρειο Αφρική. 

- Μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από Ασία και Αφρική προς Ευρώπη με επίδραση στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ζωή της Ευρώπης. 

Κύριες Απειλές

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει απειλές νέας μορφής που παρουσιάζουν πολυμορφία και είναι λιγότερο ορατές και προβλεπτές. Είναι οι καλούμενες ασύμμετρες απειλές. Είναι απειλές ασαφείς που δεν αντιμετωπίζονται μόνο με στρατιωτικά μέσα. Απαιτούν συλλογική προσπάθεια, μεγάλο κόστος και χρόνο καθώς και στενή συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών. Τέτοιες απειλές είναι η τρομοκρατία, η διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής, περιφερειακές συγκρούσεις, αποτυχημένα καθεστώτα και το οργανωμένο έγκλημα. 

Τρομοκρατία

Αποτελεί μία αναπτυσσόμενη στρατηγική απειλή κατά της Ευρώπης. Θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, επιβάλλει μεγάλα κόστη για την αντιμετώπιση της και στοχεύει στην υπόσκαψη της ανοχής και της ανοικτής μορφής των κοινωνιών της ΕΕ. Οι μορφές τις οποίες μπορεί να λάβει η τρομοκρατία είναι άπειρες γι’ αυτό και η αντιμετώπιση της είναι πολύ δύσκολη και απαιτεί συνεργασία πολλών φορέων υπηρεσιών και κρατών. Δεσπόζουσα θέση κατέχει η έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση. Το σύστημα πληροφοριών (συλλογή-επεξεργασία-εκμετάλλευση) απαιτεί ριζική αναδιάρθρωση για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της Τρομοκρατίας. Σταδιακά οι ενέργειες των τρομοκρατών γίνονται πιο οργανωμένες με καλή υποστήριξη και χρηματοδότηση και διασύνδεση με ηλεκτρονικά δίκτυα. Γίνονται ακόμα πιο βίαιες για πρόκληση μαζικών απωλειών. 

Οι στόχοι των τρομοκρατικών ενεργειών προσλαμβάνουν διεθνή χαρακτήρα και συνδέονται με το θρησκευτικό φανατισμό. Οι αιτίες των τρομοκρατικών ενεργειών είναι σύνθετες και περιλαμβάνουν κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές κρίσεις, την πίεση για εκσυγχρονισμό και την αποξένωση των νέων που ζουν σε κοινωνίες ξένων χωρών. Η Ευρώπη έχει γίνει και παραμένει ταυτόχρονα στόχος και βάση για εκδήλωση τρομοκρατικών ενεργειών. 

Διάδοση Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ)

Είναι δυνητικά η μεγαλύτερη απειλή κατά της ασφάλειας της Ευρώπης. Οι Διεθνείς Συνθήκες και οι έλεγχοι εξαγωγών, έχουν μειώσει τη διάδοση ΟΜΚ πλην όμως τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν νέοι κίνδυνοι ανάπτυξης ΟΜΚ και μέσων διανομής τους, ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Η πρόοδος στην επιστήμη της Βιολογίας αυξάνει τις δυνατότητες ανάπτυξης βιολογικών όπλων τα επόμενα χρόνια. Επίσης υπάρχει δυνατότητα επιθέσεων με χημικά και ραδιολογικά μέσα. Η διάδοση της τεχνολογίας των πυραύλων προσθέτει άλλο ένα στοιχείο που συμβάλλει στην αστάθεια και την αύξηση των κινδύνων για την Ευρώπη. Το δυσμενέστερο σενάριο είναι εκείνο κατά το οποίο τρομοκρατικές οργανώσεις αποκτούν ΟΜΚ. Στην περίπτωση αυτή μία μικρή ομάδα δυνατόν να προκαλέσει τέτοιας κλίμακας καταστροφές που στο παρελθόν μπορούσαν να προκαλέσουν μόνο κράτη και στρατοί. 

Περιφερειακές Συγκρούσεις
Οι περιφερειακές συγκρούσεις απειλούν τη σταθερότητα και έχουν άμεση ή έμμεση επίδραση στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα εκείνες που εκδηλώνονται στα σύνορα με την Ευρώπη όπως στη Μέση Ανατολή. Επιφέρουν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, καταστροφή στην κοινωνική και φυσική υποδομή, και απειλούν τις μειονότητες, τις βασικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι συγκρούσεις δυνατόν να οδηγήσουν σε ακρότητες, τρομοκρατικές πράξεις, οργανωμένο έγκλημα και κατάρρευση του κράτους. Η έλλειψη περιφερειακής ασφάλειας δυνατόν να τροφοδοτήσει την απαίτηση για απόκτηση όπλων μαζικής καταστροφής. 

Διάβρωση Κρατών
Η κακή διακυβέρνηση (διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, αδύνατα συντάγματα κά) και εμφύλιες συγκρούσεις διαβρώνουν εκ των ένδον τα κράτη. Η κατάρρευση ενός κράτους έχει ως συνεπακόλουθο την ανάπτυξη απειλών όπως το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία που συμβάλλουν στην περιφερειακή αστάθεια.

Οργανωμένο Έγκλημα
Η Ευρώπη είναι πρωταρχικός στόχος για το οργανωμένο έγκλημα. Αυτή η εσωτερική απειλή κατά της ασφάλειας της Ευρώπης έχει μία σημαντική εξωτερική διάσταση: Τη διακίνηση από τα σύνορα ναρκωτικών, σωματεμπορίου, παράνομων μεταναστών, λαθρεμπορίου όπλων που τροφοδοτούν δραστηριότητες εγκληματικών στοιχείων. Μπορεί να υπάρχει διασύνδεση και με την τρομοκρατία. Τέτοιες εγκληματικές δραστηριότητες συχνά εμφανίζονται σε αδύνατα καθεστώτα ή καθεστώτα υπό κατάρρευση. Τα έσοδα από τα ναρκωτικά συμβάλλουν στην εξασθένιση των κρατικών δομών σε χώρες παραγωγής τους. 

Η αξιολόγηση όλων αυτών των απειλών μαζί, σε συνδυασμό με τις νέες διεθνείς προκλήσεις (πείνα, ασθένειες, ανταγωνισμός για τους φυσικούς πόρους, μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ευρώπη) συνθέτουν ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας πολύ διαφορετικό εκείνου του παρελθόντος. Η ΕΕ, συνέταξε νέα Στρατηγική Ασφάλειας (European Security Strategy) το Δεκέμβριο του 2003 για την αντιμετώπιση του νέου περιβάλλοντος ασφάλειας. Στη νέα στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ θα αναφερθούμε σε άλλο άρθρο.   Διαβάστε περισσότερα...