Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Από την Κοινωνία των Εθνών στον ΟΗΕ


Της Εμμανουελας Δουση*

Ενενήντα χρόνια πέρασαν από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία λειτούργησε για ένα βραχύ διάστημα, μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Αντικαταστάθηκε, στη συνέχεια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών που αποτελεί, ώς ένα βαθμό, τη βελτιωμένη εκδοχή της.

Αναμφισβήτητα, η Κοινωνία των Εθνών υπήρξε για την εποχή της ένα πρωτοποριακό εγχείρημα. Οι ιδεολογικές βάσεις, όπως εκφράστηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, οξυδερκή διανοητή και εμπνευστή της ιδέας, ανευρίσκονται στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του δικαίου. Ενας οικουμενικός θεσμός που θα συγκέντρωνε δημοκρατικά κράτη, νικητές και ηττημένους του πολέμου, θα μπορούσε να διασφαλίσει τη διεθνή ειρήνη, παρέχοντας αμοιβαίες εγγυήσεις πολιτικής και εδαφικής ανεξαρτησίας στα μικρά και στα μεγάλα κράτη. Ο θεσμός αυτός θα έπρεπε να δώσει στην οργανωμένη διεθνή συνεργασία μια νέα υπόσταση, αντικαθιστώντας τη μυστική διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων με τη δημόσια, πολυμερή διπλωματία και την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό, η Κοινωνία των Εθνών θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Οι αρχικές προσδοκίες γρήγορα όμως διαψεύστηκαν. Οι αρχές που ενέπνευσαν την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών δεν είχαν ακόμη εμπεδωθεί. Δύο επιπλέον λόγοι συνέβαλαν στην αποτυχία του εγχειρήματος. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η Κοινωνία των Εθνών δεν απέκτησε ποτέ οικουμενικό χαρακτήρα. Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμπνεύστηκε τη δημιουργία της, οι ΗΠΑ δεν έγιναν τελικά μέλος της, καθώς η Γερουσία δεν έδωσε την αναγκαία συγκατάθεση. Η Σοβιετική Ενωση προσχώρησε αργοπορημένα, το 1934, για να αποβληθεί μερικά χρόνια αργότερα, μετά την εισβολή στη Φινλανδία. Η άνοδος ολοκληρωτικών καθεστώτων υπήρξε ένα άλλο μεγάλο πλήγμα, καθώς οι ηγέτες τους επέλεξαν την οδό της αποχώρησης από τον οργανισμό για να συνεχίσουν, χωρίς θεσμικούς περιορισμούς, την πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους. Αυτό έπραξαν η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Κοινωνία των Εθνών δεν εξελίχθηκε, όπως αναμενόταν, σ’ έναν πολιτικά ισχυρό θεσμό, ικανό να τιθασεύσει τα επιθετικά κράτη. Η επιλεκτική ενεργοποίηση του συστήματος συλλογικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την έλλειψη αποφασιστικότητας σε κρίσιμες στιγμές, υπονόμευσαν τη λειτουργία του συστήματος. Κατά την πρώτη δεκαετία του σύντομου βίου του, ο οργανισμός συνέβαλε στην επίλυση ορισμένων κρίσεων, οι οποίες αφορούσαν μεσαίας ή μικρής εμβέλειας κράτη. Η εμπλοκή και μόνο μιας μεγάλης δύναμης της εποχής σε διεθνή κρίση ήταν ικανή να αδρανοποιήσει το σύστημα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω με την κρίση που ταλάνισε την παγκόσμια οικονομία, καθ’ όλη τη διάρκεια της δύσκολης δεκαετίας του ’30.

Παρότι απέτυχε στον βασικό της σκοπό, τη διασφάλιση της ειρήνης, η Κοινωνία των Εθνών συνέβαλε καίρια στην οργάνωση και διευκόλυνση της τεχνικής συνεργασίας στον οικονομικό και τον κοινωνικό τομέα. Στις επιτυχίες του οργανισμού καταγράφεται, επίσης, η θεσμική οργάνωση της πολυμερούς διπλωματίας και της επίλυσης διαφορών. Πολλά από αυτά τα νεωτερικά στοιχεία διεθνούς οργάνωσης μεταλαμπαδεύτηκαν στον διάδοχο οργανισμό, τα Ηνωμένα Εθνη.

Σε αντίθεση με την Κοινωνία των Εθνών, τα Ηνωμένα Εθνη εμφανίζουν δύο κρίσιμα πλεονεκτήματα: αφενός έχουν οικουμενική εμβέλεια και, αφετέρου, ικανότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες. Ολα σχεδόν τα κράτη της γης είναι σήμερα μέλη τους, ενώ καμία αποχώρηση δεν έχει καταγραφεί (εξαιρουμένης της αποχής της Ινδονησίας από τις δραστηριότητες του Οργανισμού κατά την περίοδο 1965-1966). Ακόμη κι αν ένα κράτος έχει υποστεί έντονη κριτική, προτιμά να παραμείνει στον Οργανισμό, παρά να αποχωρήσει, όπως συχνά συνέβη στην Κοινωνία των Εθνών. Τα Ηνωμένα Εθνη είναι δε ιδιαίτερα δημοφιλή στα νεότευκτα κράτη.

Για τα μικρά και τα αδύναμα κράτη, τα Ηνωμένα Εθνη ενσαρκώνουν την ίδια τους την υπόσταση, τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στη διεθνή διπλωματία, να εκφράζουν τις θέσεις τους σ’ αυτό το παγκόσμιο forum. Μπορούν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στη διεθνή πολιτική, να ζητήσουν αρωγή για την ανάπτυξή τους, να στρέψουν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στα προβλήματα που τα απασχολούν. Τα Ηνωμένα Εθνη ενδιαφέρουν, όμως, και τις μεγάλες δυνάμεις. Είναι γι’ αυτές ένα πρόσφορο βήμα, ένας χώρος χρήσιμων διπλωματικών επαφών για να διαπραγματευθούν μεταξύ τους και να συγκεντρώσουν συμμάχους και φίλους. Με άλλα λόγια, τα Ηνωμένα Εθνη αποτελούν το σημείο επαφής όλων των κρατών του κόσμου, τον κατ’ εξοχήν μηχανισμό πολυμερούς διπλωματίας σε οικουμενική κλίμακα.

* Η κ. Εμμανουέλα Δούση είναι επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Η ΕΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΝΑΙ



Συντάχθηκε απο τον/την Γ. Ε. ΣΕΚΕΡΗ
Δευτέρα, 05 Οκτώβριος 2009 08:34
Διπλωματικό Περισκόπιο

Η έγκριση από το ιρλανδικό εκλογικό σώμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, γνωστής και ως Μεταρρυθμιστικής – εφόσον βέβαια, όπως όμως είναι πολύ πιθανό, ακολουθήσει η κύρωσή της από τους Τσέχους, τους Πολωνούς και, ιδίως, τους Βρετανούς – θα συμβάλει αποφασιστικά στον τερματισμό μιας εκκρεμότητας, η οποία, εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, έχει απορροφήσει την προσοχή των Κοινοτικών Ευρωπαίων σε βαθμό δυσανάλογο προς την πραγματική σημασία της και εις βάρος ουσιαστικότερων προβλημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς το επίμαχο κείμενο, μολονότι εισάγει χρήσιμα λειτουργικά στοιχεία, ουδόλως αλλοιώνει τη φύση της Ένωσης και ειδικότερα τον διακρατικό χαρακτήρα της. Άλλωστε, η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού από τους πολεμίους της ομοσπονδιακής Ευρώπης εξηγεί εν πολλοίς και τη συντελούμενη μεταστροφή έναντι της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης.

Η οποία, κατά τα λοιπά, αφ’ενός, διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, χάρις στην ευρύτερη εφαρμογή της ενισχυμένης πλειοψηφίας, και, αφ’ετέρου και κυρίως, συμβάλλει κατ’ αρχήν στην αναβάθμιση της εξωτερικής εικόνας της ΕΕ, με τη θεσμοθέτηση προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκλεγμένου για θητεία διόμισυ ετών άπαξ ανανεώσιμη και «Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας».[i] Ωστόσο, το κατά πόσον οι προσδοκίες, τις οποίες γεννούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, θα επαληθευθούν θα εξαρτηθεί κατά μέγα μέρος από το ανάστημα των προσώπων, που θα κληθούν να επανδρώσουν τους νέους θεσμούς και ιδίως την προεδρία.

Με τον πρώην Βρετανό πρωθυπουργό Μπλερ να φέρεται αυτή τη στιγμή ως ο ισχυρότερος μεταξύ των υποψηφίων για τη θέση του προέδρου – [ii] παρά τις ζωηρές αντιρρήσεις για το πρόσωπό του μέρους της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, λόγω της σύμπλευσής του με την ιρακινή πολιτική της Ουάσιγκτον και, κυρίως, του παραδοσιακού ευρωσκεπτικισμού της χώρας του. Μολονότι δε ο κ. Μπλερ συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευνοϊκά διατεθειμένων έναντι της ευρωπαϊκής συνεργασίας Βρετανών πολιτικών, τυχόν εκλογή του στην κοινοτική προεδρία φυσικό είναι να επιβεβαιώσει τον διακρατικό χαρακτήρα της ΕΕ – δυσχεραίνοντας και την αναβίωση της ιδέας της Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων, την οποία τελευταία ορισμένοι ευρωπαϊστές προβάλλουν εκ νέου ως αντίδοτο στη, συνεπεία και των αλλεπάλληλων διευρύνσεων, αποτελμάτωση της Ένωσης.

***

Ούτως ή άλλως, όμως, η ευρωπαϊκή ομοσπονδιοποίηση φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Έδρα της πραγματικής δύναμης παραμένουν, και υπό τη νέα συνθήκη, τα εθνικά κράτη. Ενώ οι ενδοκοινοτικές διαφωνίες για τα μεγάλα θέματα της οικονομίας, της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και της κοινοτικής διεύρυνσης συνεχίζονται. Και τα κράτη-μέλη – ιδίως τα μεγάλα, που σε τελευταία ανάλυση καθορίζουν τις τύχες της Ένωσης – επιδίδονται, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα και θέσεις τους, στη διαμόρφωση μεταβλητών συμμαχιών και αντιπαραθέσεων. Ειδικότερα:



Στον οικονομικό τομέα, ο γαλλικός κρατικισμός αντιπαρατίθεται στον γερμανικό φιλελευθερισμό – ενισχυμένο, κατά τεκμήριον, από τα αποτελέσματα των πρόσφατων γερμανικών εκλογών. Η αντίθεση δε μεταξύ των δύο αυτών σχολών οικονομικής πολιτικής, η οποία σημειώνεται και σε ευρύτερη κοινοτική κλίμακα, ενδέχεται να οξουνθεί, αν οι προσδοκίες για ανάκαμψη των κοινοτικών οικονομιών διαψευσθούν, είτε ως προς το σύνολο, είτε, όπερ πιθανότερο, ως προς μέρος των τελευταίων αυτών.



Σε ό,τι, εξ άλλου, αφορά στην εξωτερική και αμυντική της πολιτική, η ΕΕ, με τις πληγές από το Ιρακινό ουσιαστικά επουλωμένες, επιχειρεί πράγματι να προβάλει έναντι των μεγάλων θεμάτων της στιγμής την εικόνα ενιαίας στάσης. Κυρίως όμως σε θεωρητικό επίπεδο, με την υιοθέτηση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή. Διότι ουδείς αγνοεί, ότι, ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία, επί παραδείγματι, οι κοινοτικές πρωτεύουσες ήσαν και παραμένουν βαθύτατα διαιρεμένες. Ή ότι η ενεργός – σε αντιδιαστολή με τη φραστική – στήριξή τους προς το αμερικανο-νατοϊκό εγχείρημα στο Αφγανιστάν διαφέρει ριζικά από εταίρο σε εταίρο.



Η διαφοροποίηση δε αυτή – και ιδιαίτερα η σχετική με το Αφγανικό – αντανακλά και τις καίριες αδυναμίες της Κοινοτικής Ευρώπης ως ενιαίου φορέα ασφάλειας και στρατιωτικής ισχύος. Καθώς, η Βρετανία και η Γαλλία – ήτοι τα μόνα κοινοτικά κράτη των οποίων οι ένοπλες δυνάμεις είναι σε θέση να διεξαγάγουν αποτελεσματικά επιχειρήσεις σημαντικής κλίμακας εκτός συνόρων τους – λαμβάνουν κατά κανόνα τις σχετικές αποφάσεις τους, ιδίως για την ανάληψη εγχειρημάτων εκτός Ευρώπης, με στενά εθνικά κριτήρια. Και από την άλλη, η μεγαλύτερη υπό δημογραφικό και οικονομικό πρίσμα κοινοτική χώρα – η Γερμανία – εξακολουθεί να υποχρηματοδοτεί την άμυνα και, κυρίως, να κυριαρχείται από το ειρηνιστικό σύνδρομο.[iii] Και αντί να αυξάνει τις ανεπαρκείς στρατιωτικές της δυνατότητες, τείνει να τις περιορίσει περαιτέρω. Επιδεικνύοντας συγχρόνως αύξουσα απροθυμία εμπλοκής σε διεθνείς στρατιωτικές επιχειρήσεις – με χαρακτηριστική την περίπτωση του Αφγανιστάν. Ενώ αξιοσημείωτη συναφώς είναι και η διαπίστωση του βρετανικού Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, ότι η ΕΕ αποφεύγει συστηματικά να χρησιμοποιήσει ακόμη και τις στοιχειώδεις δυνάμεις ταχείας επέμβασης – συγκροτήματα μάχης [battle-groups] δύναμης 1,500 ανδρών [iv] – που αντικατέστησαν τους πολύ πιο φιλόδοξους στόχους του Ελσίνκι. Υπό τις συνθήκες δε αυτές, δεν εκπλήσσει ότι η Κοινοτική Ευρώπη εμφανίζεται ως ουραγός μάλλον, παρά ως μπροστάρης, στα παγκόσμια γεωπολιτικά δρώμενα.



Μείζονες τέλος διαφωνίες υφέρπουν – και συχνά εκδηλώνονται και δημοσία – στους κοινοτικούς κόλπους ως προς τη σκοπιμότητα και την έκταση της περαιτέρω διεύρυνσης της Ένωσης. Με την ένταξη ορισμένων τουλάχιστον χωρών των Δυτικών Βαλκανίων να προσκρούει σε μια διάχυτη διευρυντική κόπωση, απότοκο εν μέρει και της οικονομικής κρίσης. Και με τις μεγάλες κοινοτικές πρωτεύουσες να διαφωνούν πλήρως ως προς τη σκοπιμότητα ικανοποίησης της τουρκικής υποψηφιότητας – η οποία διατηρείται μεν τεχνητώς εν ζωή, πλην όμως χωρίς ουσιαστικές προοπτικές.



***



Συμπερασματικώς: Η φάση των υψηλών στόχων και προσδοκιών σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παρέλθει. Ζητούμενο πλέον είναι ο στοιχειώδης συντονισμός των πολιτικών του διακρατικού αυτού εικοσιεπταμελούς οργανισμού και η σοβαρή εκπροσώπησή του στον διεθνή χώρο. Υπό το πρίσμα δε αυτό, η υιοθέτηση και κατάλληλη αξιοποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό βήμα προς τα πρόσω.

[i] Κατ’ουσίαν αναπαράγει το καταψηφισθέν το 2005 σχέδιο συνθήκης, μείον ορισμένα ομοσπονδιάζοντα ψιμύθιά του, όπως ο καθ’ όλα παραπλανητικός χαρακτηρισμός της συνθήκης ως συνταγματικής, τα περί κοινής ευρωπαϊκής σημαίας και ύμνου, καθώς και ο βαρύγδουπος τίτλος του «Υπουργού Εξωτερικών», που το απορριφθέν εκείνο κείμενο απένεμε καταχρηστικώς στον αρμόδιο για την ΚΕΠΠΑ αξιωματούχο της Ένωσης.

[ii] Βλ. Philip Stephens, Europe loses its Lisbon hiding place, “Financial Times”, 2-10-2009.

[iii] Σύμφωνα με την έγκυρη έκδοση του βρετανικού Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών The Military Balance 2009, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες υπολείπονται των γαλλικών και βρετανικών κατά το ένα τρίτο περίπου. Την κατάσταση πνευμάτων στη Γερμανία περιγράφει παραστατικά, αν και ίσως με κάποια δόση υπερβολής, ο γνωστός αρθογράφος Roger Cohen ως ακολούθως: «Αυτή η Γερμανία [δηλαδή η επανενοποιηθείσα μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού] είναι περισσότερο εθνικιστική, πιο ισορροπημένη μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, ψυχρή σε σημείο αδιαφορίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορροφημένη και ικανοποιημένη από τον εαυτό της, συνεπής αλλά χωρίς ενθουσιασμό έναντι της Νατοϊκής Συμμαχίας.» Βλ. άρθρο του υπό τον τίτλο Germany Unbound, στο φύλλο της 1ης Οκτωβρίου 2009 της “International Herald Tribune”.



[iv] Βλ. Europe’s rapid-response forces. Use them or lose them? “Strategic Comments”, Volume 15, Issue 7, Σεπτέμβριος 2009. Διαβάστε περισσότερα...

Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις στην Εθνική Άμυνα


Χρήστος Γ. Κόλλιας, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση αποτελεί την μεγαλύτερη των τελευταίων ογδόντα ετών καθώς οκτώ δεκαετίες την χωρίζουν από την προηγούμενη και μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού, το 1929. Οι προβλέψεις και τα σενάρια για την εξέλιξη της κρίσης που πυροδότησε η χρηματοπιστωτική τήξη που προκλήθηκε από τα γνωστά πλέον προβλήματα στην στεγαστική αγορά των ΗΠΑ είναι δυσοίωνες, και το τελευταίο διάστημα συνεχώς επιδεινούμενες, αν και κάποιοι, οι πιο αισιόδοξοι, φαίνεται να διακρίνουν φως στην άκρη της σκοτεινής σήραγγας από την οποία θα διέλθει το 2009 και το 2010 η παγκόσμια οικονομία. Δεδομένου ότι ούτως ή άλλως το βάθος, η έκταση και η διάρκεια της κρίσης δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων γνωστά, οικονομικοί οργανισμοί εκτιμούν ότι για τα επόμενα δύο έτη οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι σχεδόν μηδενικοί ή και αρνητικοί για τις περισσότερες οικονομίες του κόσμου, της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης.
Μέσα σε αυτό το επί του παρόντος επιδεινούμενο οικονομικό περιβάλλον μπορούμε να προσεγγίσουμε τα ζητήματα που αφορούν στις ελληνικές και τουρκικές στρατιωτικές δαπάνες αναφέροντας το χαρακτηριστικό εδάφιο από τον Θουκυδίδη όπου παρατηρεί ότι “…και έστιν ο πόλεμος ούχ όπλων το πλέον αλλά δαπάνης, δι’ ήν τα όπλα ωφελεί…” (Α83). Εν ολίγοις, η διάθεση πόρων στην άμυνα εξαρτάται απόλυτα από την οικονομία μίας χώρας. Είναι εξάλλου γνωστό ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία αποτελούν εδώ και αρκετά χρόνια τις δύο χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στο ΝΑΤΟ σε σχετικούς φυσικά όρους, ήτοι στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Όπως φαίνεται στο Γράφημα 1, οι στρατιωτικές δαπάνες των δύο κρατών, εκφρασμένες ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ειδικότερα από το 1974 και εντεύθεν, μετά δηλαδή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, σταθερά υψηλότερες του μέσου όρου του συνόλου του ΝΑΤΟ.
Ειδικότερα, όσον αφορά στην Ελλάδα, πολλές είναι οι επιπτώσεις της επιβάρυνσης που υφίσταται η ελληνική οικονομία λόγω των αναγκαστικά υψηλών αμυντικών δαπανών. Δαπάνες που αντανακλούν σε χρηματικούς όρους το τίμημα που καταβάλλουν οι Έλληνες πολίτες για να διατηρεί η χώρα μας υψηλή αποτροπή και αμυντική επάρκεια έναντι της Τουρκίας και της αναθεωρητικής στρατηγικής της. Οι αμυντικές δαπάνες επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό και την δημοσιονομική κατάσταση ενώ δυσχεραίνουν ή επιβραδύνουν τις αναπτυξιακές προσπάθειες καθώς οι πόροι αυτοί θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, ευεργετικά για την οικονομία και τους Έλληνες πολίτες, σε μία πλειάδα εναλλακτικών χρήσεων: στην υγεία, στην παιδεία, στην κοινωνική πολιτική, στις υποδομές για να αναφερθούμε σε κάποια κλασικά παραδείγματα του διλήμματος «βούτυρο ή κανόνια». Ευλόγως μπορούμε να υποθέσουμε ότι, αν δεν υφίστατο η τουρκική απειλή, η Ελλάδα δεν θα είχε κανένα απολύτως λόγο να δαπανά στην άμυνά ποσοστό του εθνικού εισοδήματος της υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ όπως φαίνεται στο Γράφημα 2.
Αν οι ελληνικές δαπάνες άμυνας ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνονταν γύρω στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν αντίστοιχα χαμηλότερο αν κάνουμε μόνο έναν απλό αριθμητικό υπολογισμό. Αυτό είναι το τίμημα που καταβάλλει η χώρα μας για να διατηρεί αξιόπιστη αποτροπή έναντι ενός δύστροπου και επιθετικού γείτονα ο οποίος φιλοδοξεί να καταστεί κάποτε μέλος της Ένωσης. Αλλά και σε ημερησία βάση η αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας δημιουργεί σημαντικές ταμειακές εκροές στο ελληνικό δημόσιο στον ψυχρό πόλεμο που διεξάγεται ημερησίως στους ουρανούς και στη θάλασσα του Αιγαίου αν υπολογίσουμε το κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο κόστος κάθε αναχαίτισης. Και αυτό, χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος σε ανθρώπινες απώλειες – το βαρύ φόρο αίματος – πιλότων της ΠΑ αλλά και του ΠΝ στην κρίση των Ιμίων - που χάθηκαν στην εκτέλεση της αποστολής τους στο Αιγαίο. Και όλα αυτά λόγω της συμπεριφοράς μίας χώρας που φιλοδοξεί να καταστεί (κάποτε και άνποτε) πλήρες μέλος της ΕΕ και εταίρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Στο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από την κρίση αναμένεται να επηρεασθούν τόσο οι ελληνικές όσο και οι τουρκικές στρατιωτικές δαπάνες. Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και η είσοδος σε περίοδο βαθειάς ύφεσης – της μεγαλύτερης μεταπολεμικά για την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της - ούτως ή άλλως μειώνει τη δυνατότητα διάθεσης πόρων στην άμυνα όπως φυσικά και σε άλλους τομείς. Η δυσμενέστατη δημοσιονομική κατάσταση – το υψηλότατο δημόσιο χρέος και δημοσιονομικό έλλειμμα - στην περίπτωση της Ελλάδας αποτελούν τον επιπρόσθετο κρίσιμο ανασταλτικό παράγοντα στην επένδυση πόρων στην εθνική αμυντική θωράκιση. Δεδομένης τόσο της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης που αντανακλάται στο κόστος δανεισμού της Ελλάδας το τελευταίο διάστημα και υπό το πρίσμα των αυστηρών δεσμεύσεων και περιορισμών που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης τα αμέσως επόμενα έτη αναμένεται μία στασιμότητα ίσως δε και μείωση των αμυντικών δαπανών της Ελλάδας. Αντίστοιχες τάσεις αλλά για διαφορετικούς λόγους μάλλον θα καταγράψουν και οι τουρκικές στρατιωτικές δαπάνες. Αν και η δημοσιονομική θέση της γείτονος είναι σε γενικές γραμμές καλύτερη της αντίστοιχης (δημόσιο χρέος 38.8% του ΑΕΠ έναντι του 94.8% το 2007 για την Ελλάδα) η τρέχουσα κρίση έπληξε την τουρκική λίρα (Γράφημα 3) όπως ακριβώς συνέβη και το 2001 όταν η τουρκική οικονομία αντιμετώπισε μια βαθιά κρίση. Δεδομένου ότι, παρά την σημαντική ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια προϊόν μία συστηματικής και συνεπούς πολιτικής στον τομέα αυτό, η Τουρκία παραμένει σημαντικός εισαγωγέας οπλικών συστημάτων (ο πέμπτος μεγαλύτερος την περίοδο 1977-2006 όπως φαίνεται στο σχετικό Γράφημα 4), η πτώση της αξίας της τουρκικής λίρας θα επηρεάσει δυσμενώς την δυνατότητα προμηθειών οπλικών συστημάτων από το εξωτερικό καθώς αυτά θα καταστούν σαφώς ακριβότερα απαιτώντας μεγαλύτερες συναλλαγματικές εκροές.

Εδώ ίσως πρέπει να αναφερθεί ότι σε αντίθεση με την Τουρκία (αλλά και πολλές άλλες χώρες με σχετικά αδύναμα νομίσματα), το ευρώ προσέφερε σημαντική ομπρέλα προστασίας στην ελληνική οικονομία έναντι της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σε αυτό το σημείο ίσως θα πρέπει να αναφερθεί ότι πέραν των δυσμενών επιπτώσεων που η κρίση επιφέρει, δημιουργούνται και ευκαιρίες που θα μπορούσαν με κατάλληλους χειρισμούς να αξιοποιηθούν από την Ελλάδα. Η κρίση πλήττει την βαριά βιομηχανία της Ευρώπης και συνεπώς και την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες όπως οι THALES, EADS, Finmeccanica, DCN, Rheinmetall, Snecma, Dassault Aviation, Daimler Chrysler, GIAT Industries, Krauss-Maffei Wegman, Thyssen Krupp κ.α. αποτελούν βασικό τμήμα της βιομηχανικής ραχοκοκαλιάς της ΕΕ με εκατοντάδες χιλιάδες απασχολούμενους. Η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει από τους εταίρους της όχι μόνο προνομιακούς όρους δανειοδότησης για την αγορά οπλικών συστημάτων από αυτούς αλλά και τη εξαίρεση των δαπανών αυτών από τον υπολογισμό του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους λόγω των ιδιαίτερων και αυξημένων αμυντικών αναγκών που αντιμετωπίζει σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους εταίρους της στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη. Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η χώρα μας είναι από τους καλύτερους πελάτες της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Παραδείγματος χάρη, στην περίπτωση της Γαλλίας και της Γερμανίας, η Ελλάδα καταλαμβάνει την δεύτερη θέση ως μεγαλύτερος αγοραστής – πελάτης τους - με μερίδιο 12% και 14% αντίστοιχα επί των συνολικών εξαγωγών τους σε αμυντικό υλικό την περίοδο 2003-07. Αυτό αναμφίβολα αποτελεί ισχυρότατο διαπραγματευτικό χαρτί για την χώρα μας και ισχυρό κίνητρο για τους ανωτέρω εταίρους μας με δεδομένη την κρίση που πλήττει τις βιομηχανίες τους για να αντιμετωπίσουν ευνοϊκά ένα τέτοιο ελληνικό αίτημα.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η δημοσιονομική στενότητα των επόμενων ετών καθιστά άμεσα επιτακτική την ανάγκη για ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων που η Ελλάδα επενδύει στην εθνική άμυνα με στόχο την μεγιστοποίηση του οφέλους και την ελαχιστοποίηση του κόστους αυτής της επένδυσης.

Πηγή : ΣΕΕΘΑ 16 Οκτωβρίου 2009 Διαβάστε περισσότερα...

Η Αριστερά και η «γοητεία» του Ισλαμισμού


Σωτήρης Ρούσσος*

Η καταστροφική και τραγική επιχείρηση του ισραηλινού στρατού στη Γάζα ανέδειξε μια προϊούσα παράδοξη και ιδεολογικά αντιφατική όσμωση της Αριστεράς στην Ευρώπη και στη χώρα μας με τα ρεύματα του ακραίου πολιτικού Ισλάμ στη Μέση Ανατολή αλλά και αλλού. Οι εκδηλώσεις αυτής της όσμωσης μπορούν να αναζητηθούν σε πολλά σημεία και περιστάσεις.
Πρώτον, στη χωρίς κριτική και επιφυλάξεις συμμαχία οργανώσεων της άκρας Αριστεράς, κυρίως στην Αγγλία, με μουσουλμανικές οργανώσεις που έχουν κατά καιρούς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πρωτοστατήσει είτε στην καταδίωξη του συγγραφέα Σάλμαν Ράσντι για το βιβλίο του Σατανικοί Στίχοι, είτε σε εκδηλώσεις αντισημιτισμού είτε στο πολιτιστικό και κοινωνικό διωγμό εκφάνσεων κοινωνικής ισότητας που αφορούν τη θέση της γυναίκας, τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων κλπ. Χαρακτηριστική περίπτωση η Respect-the-Unity Coalition μεταξύ του ακροαριστερού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP) και της Μουσουλμανικής Ένωσης της Βρετανίας (Muslim Association of Britain) στις ευρωεκλογές του 2004.
Δεύτερο στοιχείο είναι η χωρίς καμία επιφύλαξη υποστήριξη του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης ως αξιόπιστου αντι-ιμπεριαλιστικού ακόμη και αντικαπιταλιστικού πρόμαχου αγνοώντας ή αποσιωπώντας την εξολόθρευση του Tudeh, ίσως του πιο μαζικού και πρωτοπόρου κομμουνιστικού αριστερού κόμματος στη Μέση Ανατολή. Όσοι αμφιβάλλουν ας ρίξουν μια ματιά στην ιστοσελίδα και την ηλεκτρονική εφημερίδα του κόμματος αυτού για να καταλάβουν ποια θα έπρεπε να είναι η συνεπής αριστερή ιδεολογική στάση απέναντι στους Αγιατολάχ της Τεχεράνης. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί η βίαιη διάλυση μαζικών κουρδικών κομμάτων και άλλων αριστερών οργανώσεων που αναγκάστηκαν να πέσουν στην παγίδα της αγκάλης του σανταμικού καθεστώτος για να σωθούν.
Τρίτη περίπτωση, ο εναγκαλισμός από την ευρωπαϊκή και κυρίως την ελληνική Αριστερά της ιρακινής αντίστασης εναντίον της αμερικανικής κατοχής χωρίς προϋποθέσεις και διαχωρισμούς. Με αυτό τον τρόπο παρέβλεψαν το γεγονός ότι ανάμεσα στην αντίσταση υπήρχαν σφαγείς του κουρδικού και του σιιτικού πληθυσμού της μπααθικής περιόδου αλλά και «φυσιογνωμίες» όπως ο Ζαρκάουϊ και η τζιχαντική, τύπου αλ-Κάιντα, οργάνωσή του με τους αποκεφαλισμούς ομήρων που οδήγησαν ακόμη και τις σφόδρα αντι-αμερικανικές σουνιτικές φυλές να πάρουν τα όπλα εναντίον τους. Κανένας λόγος για τις σιιτικές περιοχές και την ελευθερία που απολαμβάνουν για πρώτη φορά οι Κούρδοι –οι οποίοι εμμέσως παρουσιάζονταν σαν εγκάθετοι των Αμερικανών. Σχεδόν καμία δημοσιογραφική κάλυψη και ουσιαστική ανάλυση για τις πρόσφατες τοπικές εκλογές στο Ιράκ, μάλλον γιατί θαμπώνουν την εικόνα της ιρακινής αντίστασης και τη γοητεία ακόμη και των πιο ακραίων μορφών του πολιτικού Ισλάμ
Τέλος, στην περίπτωση της Χαμάς -είδαμε και ηγέτες της Αριστεράς κάτω από το θρησκευτικής έμπνευσης λάβαρό της- το κίνημα αυτό του πολιτικού Ισλάμ φαίνεται να ενσαρκώνει την αντίσταση κατά του ιμπεριαλισμού πιθανόν ακόμη και κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται μάλλον για μια λενινιστικού τύπου «συμμαχία με τον διάβολο» μιας και το προοίμιο του πολιτικού προγράμματος του εκλογικού μετώπου της Χαμάς στις εκλογές του 2005 καθιστά σαφές ότι το Ισλάμ και ο ισλαμικός νόμος αποτελούν τη βάση της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας. Τώρα πώς αυτό συνάδει, για αυτούς που γνωρίζουν έστω και ελάχιστα τη σχέση Ισλάμ και κράτους, με την πολιτική εναλλαγή και τον πλουραλισμό μένει να συζητηθεί.
Μήπως σε αυτή τη γοητεία της αντι-ιμπεριαλιστικής Χαμάς πρέπει να αναζητηθεί και η χαμηλή πτήση της είδησης ότι ο ΟΗΕ σταμάτησε την παροχή τροφίμων προς τη Γάζα γιατί αυτά κατασχέθηκαν, μάλλον «επαναστατικώ δικαίω», από ενόπλους της Χαμάς. Το επιχείρημα ότι αυτή είναι η μόνη δύναμη που αντιστέκεται στην ισραηλινή κατοχή είναι μάλλον αδύναμο αφού υπάρχουν εναλλακτικές μορφές δράσεις και αλληλεγγύης. Για παράδειγμα, μια παγκόσμια εκστρατεία για την απελευθέρωση των ηγετών της Φατάχ (συμπεριλαμβανόμενου του Μαρουάν Μπαργούτι) από τις ισραηλινές φυλακές θα είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη των πραγματικών λαοπρόβλητων δυνάμεων μέσα στο πλειοψηφικό ρεύμα της Φατάχ, θα ενδυνάμωνε την αντίσταση στην ισραηλινή κατοχή, θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για σοβαρές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και επιτέλους δεν θα παρέδιδε την παλαιστινιακή κοινωνία στην ισλαμιστική δεξιά. Γιατί σε αυτό το σημείο του πολιτικού φάσματος τοποθετούνται οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι πρώτες που υφίστανται την άγρια καταστολή των οργανώσεων αυτών, όπου κυριάρχησαν, είναι ακριβώς οι οργανώσεις της Αριστεράς.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να καταστήσουμε σαφή μια σημαντική διάκριση. Είναι άλλο πράγμα να θεωρούμε τις μαζικές οργανώσεις του πολιτικού Ισλάμ υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις, τις οποίες πρέπει να αναγνωρίσουμε και να εμπλακούμε σε ένα διάλογο μαζί τους για τους όρους και τις προϋποθέσεις της περιφερειακής σταθερότητας, και άλλο να τις εξιδανικεύουμε, να τις θεωρούμε γνήσιες δυνάμεις απελευθέρωσης από τον ιμπεριαλισμό και την εκμετάλλευση υποτάσσοντας τη στρατηγική της ευρωπαϊκής Αριστεράς στην κοινωνικά και πολιτικά συντηρητική ιδεολογία και στρατηγική τους.
Είναι επίσης διαφορετικό να αναγνωρίζει κανείς το Ιράν ως περιφερειακή ηγεμονική δύναμη, να απορρίπτει την περιθωριοποίησή του και να αποκαθιστά με όρους και προϋποθέσεις στρατηγικό διάλογο μαζί του, πάλι για χάρη της περιφερειακής ασφάλειας, και διαφορετικό να αποσιωπά τις αποτρόπαιες πλευρές των θανατικών ποινών σε ανήλικους, την σκληρή τιμωρία γυναικών επειδή τις βίασαν και την πολλαπλώς βαλλόμενη ελευθερία του λόγου και της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, ιδιαίτερα στη σκοτεινή περίοδο του Αχμαντινετζάντ.
Γράφοντας για την αντίδραση της ευρωπαϊκής Αριστεράς στην ισλαμική επανάσταση του 1979 ο Τάρεκ Άλι επιτέθηκε στον «ανόητο αντι-ιμπεριαλισμό» λέγοντας ότι εκφράστηκε από «χρήσιμους ανόητους της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς» που θεωρούσαν ότι κάτι το προοδευτικό θα έπρεπε να υπάρχει στους Αγιατολάχ, αφού ανέτρεψαν τον Σάχη που ήταν όργανο της Αμερικής. Από την άλλη ο κορυφαίος πολιτικός φιλόσοφος, Τζον Γκρέι, στο βιβλίο του Heresies, παρουσιάζει μια πτυχή της Αριστεράς που ίσως εξηγεί τη γοητεία που της ασκεί η ριζοσπαστική θεοκρατία. Σύμφωνα με τον Γκρέι «η παράλογη ιδέα του Μάρξ για το ‘τέλος της ιστορίας’, όπου ο κομμουνισμός θριαμβεύει και τότε εξαφανίζονται οι καταστροφικές συγκρούσεις στον κόσμο αποτελεί μια εκκοσμικευμένη μετάλλαξη της χριστιανικής αποκαλυπτικής πίστης». Πρόκειται, καταλήγει ο Γκρέι, για μύθο μεταμφιεσμένο σε επιστήμη. Μήπως και στην περίπτωση του ισλαμισμού πρόκειται για εξόφθαλμη κοινωνική δεξιά μεταμφιεσμένη σε αντι-ιμπεριαλιστικό προμαχώνα;

* Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι αναπληρωτής καθηγητής και επικεφαλής του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Πηγή : Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Διαβάστε περισσότερα...

Οικονομία της Άμυνας. Για μια έξυπνη Στρατηγική



Δρ. Ιωάννης Παρίσης Υποστράτηγος ε.α. – Πολιτικός Επιστήμονας Διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Η εθνική άμυνα εξασφαλίζεται με την απόκτηση και προβολή ισχύος. Η οικονομία αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες ισχύος που μάλιστα επηρεάζει όλους τους άλλους. Η ένοπλη δύναμη, δηλαδή οι στρατιωτικές δυνατότητες ενός κράτους, ως παράγων ισχύος, εξετάζεται τόσο από πλευράς μεγέθους και εξοπλισμού όσο και από πλευράς έρευνας και τεχνολογίας, αμυντικής βιομηχανίας, συμμαχιών αλλά και λοιπών στοιχείων που καθορίζουν τη μαχητική αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων.
Μπορούμε εξαρχής να επισημάνουμε κάποια στοιχεία:
Η οικονομία αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων των παραγόντων ισχύος, αποτελώντας κατ’ ουσία, το θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η ισχύς των κρατών, καθώς και την πηγή των πόρων που απαιτούνται για την απόκτηση στρατιωτικής ισχύος.
Η σχέση της στρατιωτικής και της οικονομικής ισχύος, εμφανίζεται αμφίδρομη δεδομένου ότι αφενός η ύπαρξη ισχυρής και ακμάζουσας οικονομίας είναι απαραίτητη προκειμένου να διατεθούν πόροι για την παραγωγή στρατιωτικής ισχύος, αφετέρου η τελευταία, συμβάλλει όχι μόνο στην προστασία της εθνικής οικονομίας, αλλά και στην περαιτέρω ενίσχυσή της, καθώς εξασφαλίζει την ειρήνη, προστατεύει τα εθνικά συμφέροντα και συντελεί στην προώθησή τους.
H οικονομική ισχύς αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος. Η κατοχή οικονομικής ισχύος μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση στρατιωτικής ισχύος, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί και το αντίστροφο.
Αναφορά στη διαδραστική σχέση οικονομίας και ένοπλης δύναμης βρίσκουμε και στον Θουκυδίδη, ο οποίος στην εξιστόρησή του «υποδηλώνει – όπως γράφει ο Βύρων Θεοδωρόπουλος - όχι μόνο την εξάρτηση της πολεμικής ισχύος από την οικονομική ακμή, αλλά και το αντίστροφο: ότι δηλαδή η πολεμική ισχύς δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη».
Η προβολή της εθνικής ισχύος, ανεξαρτήτως σε ποιους παράγοντες αυτή βασίζεται, υλοποιείται σε κάθε περίπτωση με τις ένοπλες δυνάμεις. Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, παρά την επίδειξη ισχύος με άλλα μέσα – π.χ. διπλωματικές και οικονομικές πιέσεις – το τελικό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται συνήθως με την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων ή κατ’ ελάχιστον, με προβολή της ισχύος τους.
Το βέλτιστο επίπεδο αποτρεπτικής και αμυντικής ισχύος ενός κράτους αποτελεί συνάρτηση της στρατιωτικής ισχύος και κατ’ επέκταση των παραγόντων που την καθορίζουν, με σημαντικότερο το κόστος απόκτησης, συντήρησης και διαχείρισης της στρατιωτικής ισχύος, δηλαδή το ύψος των αμυντικών δαπανών. Οι αμυντικές δαπάνες αναφέρονται στο κόστος διαχείρισης και συντήρησης του συνόλου του προσωπικού και του υλικού (πολεμικού και μη) που προορίζονται για την παραγωγή της εθνικής άμυνας και ασφάλειας, τόσο σε περιόδους ειρήνης όσο και σε περιόδους κρίσεων ή πολεμικών συρράξεων. Οι προσδιοριστικοί παράγοντες των αμυντικών δαπανών, όπως γράφει ο Χρ. Κόλλιας, μπορεί να είναι οικονομικοί, πολιτικοί, στρατηγικοί, ακόμα και ιστορικοί, αν και τελικά εκείνος που βαραίνει είναι ο οικονομικός παράγων.
Η ισχύς μιας μεγάλης δύναμης αντανακλάται, μεταξύ των άλλων, και στο ύψος των αμυντικών της δαπανών. Η διατήρηση του χαρακτηριστικού της υπερδύναμης εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά τα προβλήματα και την ανάδυση νέων ισχυρών παικτών στο παγκόσμιο γεωστρατηγικό παιχνίδι δεν είναι τυχαία, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν για τις ένοπλες δυνάμεις τους άνω των 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, τη στιγμή που η αμέσως ακολουθούσα σε μέγεθος στρατιωτικών δαπανών Κίνα δηλώνει αμυντικό προϋπολογισμό της τάξης των 60 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ο αντίστοιχος ρωσικός προϋπολογισμός ανέρχεται επισήμως σε περίπου 40 δις δολάρια.
Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα δαπανά ένα από τα μεγαλύτερα ποσά για αμυντικές δαπάνες μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ. Ως ποσοστό επί τοις εκατό οι αμυντικές δαπάνες της χώρας μας είναι οι υψηλότερες όλων (πίνακας). Είναι επίσης χρήσιμο να δούμε τις αμυντικές δαπάνες των πέντε κύριων, από στρατιωτικής πλευράς, ευρωπαϊκών χωρών της Μεσογείου (πίνακας).
Για να κατανοήσουμε καλύτερα το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων και των οπλικών συστημάτων που διατηρεί η χώρα μας σε σύγκριση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
Αν η Ισπανία, μια χώρα με 4πλάσια έκταση, πληθυσμό και ΑΕΠ σε σχέση με την Ελλάδα, διατηρούσε ανάλογες προς την Ελλάδα ΕΔ, θα έπρεπε να έχει: 600.000 προσωπικό, 6.000 άρματα μάχης, 70 πλοία επιφανείας, 35 υποβρύχια, 1.300 μαχητικά αεροσκάφη, 130 επιθετικά ελικόπτερα.
Αντίθετα αν η Ελλάδα διατηρούσε ΕΔ ανάλογες της Ισπανίας θα έπρεπε να έχει: προσωπικό κάτω των 40.000, 90 άρματα μάχης, 3 πλοία επιφανείας, 1 υποβρύχιο, 46 μαχητικά αεροσκάφη, κανένα ή έστω 6 επιθετικά ελικόπτερα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν οι αμυντικές δαπάνες κάθε χώρας μέλους της ΕΕ στο σύνολο των ευρωπαϊκών δαπανών (πίνακας)
Από τα όσα προαναφέρθηκαν γίνεται καθαρά αντιληπτό το βάρος που υφίσταται η ελληνική οικονομία προκειμένου να ανταποκριθεί στις αμυντικές ανάγκες της χώρας. Η οικονομική κρίση μπορεί να έχει επιπτώσεις στον αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας, όμως ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν περιθώρια περεταίρω αύξησης των αμυντικών δαπανών. Εκείνο που είναι εν προκειμένω ενδιαφέρον, και στο οποίο θα εστιάσω την εισήγησή μου, είναι το κατά πόσο είναι εφικτό, μέσω συγκεκριμένων στρατηγικών για τις αμυντικές δαπάνες να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα του εξοπλισμού των ΕΔ. Αυτό το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία και μπορεί να εξασφαλίσει οικονομίες κλίμακας αν τύχει της επιβαλλόμενης προσοχής. Ας δούμε αναλυτικότερα τι ακριβώς εννοούμε.
Οι αμυντικές δαπάνες κάθε χώρας κατανέμονται γενικά στους εξής τομείς:
Δαπάνες προσωπικού:
Πληρωμές, Επιδόματα, Συντάξεις,
Τροφοδοσία,
Υγειονομική περίθαλψη
Δαπάνες λειτουργικές:
Λειτουργία & συντήρηση (ανταλλακτικά και προμήθειες) κύριου υλικού
Άλλα υλικά και προμήθειες
Κόστη σχετιζόμενα με αναλώσιμα και συντήρηση υποδομών
Επενδύσεις:
Προμήθειες εξοπλισμών
Έρευνα & Ανάπτυξη
Πού και πώς μπορεί να προέλθει οικονομία στις αμυντικές δαπάνες; Οι λέξεις κλειδιά κατά τη γνώμη του ομιλούντος είναι: στρατηγική, οργάνωση, τυποποίηση, αμυντική βιομηχανία. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα τις περιπτώσεις αυτές:
Στην περίπτωση των δαπανών για το προσωπικό πράγματι δεν υπάρχουν περιθώρια μείωσης. Αντίθετα οι ελληνικές ΕΔ έχουν ανάγκη μεγαλύτερων δαπανών για το προσωπικό. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι πρόκειται για τις δαπάνες που κυρίως συνδέονται με το θέμα του ηθικού και του φρονήματος, το οποίο δεν αποτιμάται σε ευρώ. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μέριμνα για το προσωπικό κατά την ειρηνική περίοδο, αλλά πρωτίστως στον εξοπλισμό του μαχητή ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συνθήκες του πεδίου.
Οι λειτουργικές δαπάνες έχουν περιθώρια καλύτερης οργάνωσης και διαχείρισης. Πολύ σύντομα, αναφερόμαστε σε δύο κατά βάση τομείς: πρώτον, ανταλλακτικά και συντήρηση και δεύτερον, αναλώσιμα και υποδομές.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι δυνατόν να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, δηλαδή οι ανάγκες να εξασφαλίζονται με μικρότερες δαπάνες. Ωστόσο, υπάρχουν εγγενή προβλήματα που δυσχεραίνουν οποιαδήποτε προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Τέτοια είναι:
Η πανσπερμία υλικού, η οποία έχει ως συνέπεια να απαιτούνται πρόσθετες δαπάνες για αναλώσιμα, διαφορετικές κλίμακες ανταλλακτικών, διαφορετικές συλλογές εργαλείων, εκπαίδευση τεχνικού προσωπικού κλπ. Το πρόβλημα δημιουργείται κυρίως από την προχειρότητα και την έλλειψη στρατηγικής στους εξοπλισμούς. Είναι εύκολα αντιληπτή η σπατάλη πόρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.
Η διασπορά των σχηματισμών και μονάδων του στρατού και η διατήρηση μη αναγκαίων σχηματισμών, μονάδων και στρατοπέδων. Είναι αδιανόητο ο Ελληνικός Στρατός να έχει διάταξη ανταποκρινόμενη προς τα γεωπολιτικά δεδομένα της ψυχροπολεμικής εποχής, ή αυτή να καθορίζεται από τοπικιστικές εξαρτήσεις με παρεμβάσεις διαφόρων φορέων.
Φυσικά, για τη λύση του προβλήματος αυτού απαιτείται σαφής πολιτική απόφαση σε υψηλό επίπεδο, με δεδομένο ότι μιλάμε για αναδιοργάνωση που θα περιλάβει καταρχήν κατάργηση σχηματισμών και μονάδων, κλείσιμο στρατοπέδων και άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, γενικώς «συμμάζεμα» του Στρατού. Αναδιοργάνωση που θα δυσαρεστήσει πολλούς εκτός Στρατού που έχουν συμφέροντα – πολιτικά, οικονομικά, τοπικιστικά – από την ύπαρξη στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε κάθε πόλη και κωμόπολη. Δεν είναι όμως λογικό - οργανωτικά, λειτουργικά και κυρίως επιχειρησιακά - να διατηρεί ο Στρατός άχρηστους σχηματισμούς και μονάδες, τη στιγμή μάλιστα που εκ των πραγμάτων αδυνατεί να τις επανδρώσει στοιχειωδώς.
Αμφιβάλλει κανείς ότι ένα τέτοιο συμμάζεμα θα είχε ως συνέπεια σοβαρή οικονομία στα λειτουργικά έξοδα των μονάδων και τη συντήρηση των υποδομών;
Οι δαπάνες για αμυντικές επενδύσεις είναι ο σημαντικότερος τομέας στον οποίο είναι δυνατόν να εξασφαλιστούν οικονομίες κλίμακας. Ήδη από ετών κάποιες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν σχετικές στρατηγικές.
Στη Βρετανία εφαρμόζεται από το 2001 μια νέα στρατηγική επί των εξοπλισμών που αποκαλείται Smart Procurement και ενσωματώνει τις ανάγκες των τριών κλάδων των ΕΔ μέσα από μακροπρόθεσμους στόχους και κατάλληλες διαδικασίες που εξασφαλίζουν χαμηλό κόστος προμήθειας. Παρόμοιες στρατηγικές εφαρμόζουν και άλλες χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία.
Έχουμε λοιπόν ανάγκη από μία στρατηγική επί των προμηθειών αμυντικού υλικού, η οποία θα αξιολογεί τις ανάγκες και θα καθορίζει τις προμήθειες σε βάθος χρόνου. Κατ’ αυτό τον τρόπο τα οπλικά συστήματα θα είναι προσαρμοσμένα προς τις πραγματικές απαιτήσεις και προς τα ήδη χρησιμοποιούμενα συστήματα. Επιπλέον, χρειάζεται για κάθε περίπτωση ένα χρονοδιάγραμμα προμήθειας που θα καθορίζει τον χρόνο και την ποσότητα που θα παραλαμβάνεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η προμήθεια. Όμως εκείνο που είναι απαραίτητο, για να μην είναι δυνατή η καταστρατήγηση της στρατηγικής, είναι η κύρωση με νόμο από τη Βουλή ώστε κανείς υπουργός και καμία κυβέρνηση να μπορεί να μεταβάλλει τις αποφάσεις και τα χρονοδιαγράμματα.
Ένας κρίσιμος τομέας που συνδέεται άμεσα με τις αμυντικές επενδύσεις είναι η αμυντική βιομηχανία. Η βιομηχανική βάση της άμυνας αποτελεί σημαντική προϋπόθεση, δεδομένου ότι χωρίς βιομηχανία που ερευνά, αναπτύσσει και παράγει τα αμυντικά συστήματα, δεν υπάρχει ικανή άμυνα. Βεβαίως, ένα κράτος μπορεί να αποφασίσει να εξοπλίσει τις ένοπλες δυνάμεις του μέσω αγορών από το εξωτερικό. Ενεργώντας όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα καταρρεύσει οικονομικά και θα χάσει σε αυτονομία, αλλά επίσης θα παραμένει στο περιθώριο των καινοτομιών σε ζωτικούς τομείς για την γενική ανάπτυξη της χώρας.
Προκειμένου να αξιολογηθεί η αμυντική βιομηχανία μιας χώρας, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προμήθειες υλικού από το εξωτερικό σε σχέση με τις δαπάνες αμυντικού υλικού που φαίνονται στον προϋπολογισμό της χώρας. Η διαφορά αυτή συνιστά την καθοριστική μεταβλητή που πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν αναλύεται η αμυντική βιομηχανία. Μεταξύ των αντικειμενικών σκοπών μιας πολιτικής για την αμυντική βιομηχανία μπορούμε να αναφέρουμε:
τη μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών.
την εξασφάλιση παραγωγικής δραστηριότητας για την εγχώρια βιομηχανία.
την απόκτηση νέων τεχνολογιών και εκπαίδευση προσωπικού.

Αποτελεί δυστύχημα που δεκαετίες τώρα η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν έχει αξιοποιηθεί, ενώ έχει ανάλογες δυνατότητες. Έτσι, οι μεν κρατικές βιομηχανίες, οι οποίες χρησιμοποιούν τεράστιο αριθμό προσωπικού και διαθέτουν σημαντική τεχνογνωσία, χρησιμοποιούνται από ξένους κολοσσούς ως μέσο επίτευξης απευθείας αναθέσεων, οι δε ιδιωτικές επιβιώνουν κυρίως μέσω της υλοποίησης των αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Κλείνω την εισήγησή μου με μια επισήμανση. Ο Rassell αναφερόμενος στη σημασία της οικονομίας ως παράγοντος ισχύος, σημειώνει ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο να συμπεράνουμε ότι θα νικήσει οπωσδήποτε η πλευρά που υπερέχει στον τομέα της οικονομίας, επισημαίνοντας τη σημασία του φρονήματος που τονώνει το πατριωτικό αίσθημα, όπως γράφει, και είναι εξίσου σημαντικό με τον οικονομικό παράγοντα. Το φρόνημα λοιπόν ενός λαού και φυσικά των ενόπλων δυνάμεών του είναι καθοριστικός παράγων.

Πηγή: ΣΕΕΘΑ Ημερομηνία καταχώρησης: 16 Οκτωβρίου 2009 Διαβάστε περισσότερα...

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΚΕΡ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΓΟΥΣ

Οι (α)συμφωνίες του Γκντανσκ

ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Μόσχα: ανταπόκριση του Δημήτρη Λιάτσου



Τον Σεπτέμβριο του 2005, μετά τη συμφωνία Ρωσίας - Γερμανίας για την κατασκευή του θαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου στον πυθμένα της Βαλτικής, Nord Stream, ήταν οι αμφιλεγόμενοι αδερφοί Κατσίνσκι –πρόεδρος και πρωθυπουργός αντίστοιχα της Πολωνίας– οι οποίοι τότε κραύγαζαν σε όλους τους τόνους για ένα «Σύμφωνο Πούτιν - Σρέντερ».
Ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλάντιμιρ Πούτιν με τον Πολωνό ομόλογό του Ντόναλντ Τουσκ, στις εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλάντιμιρ Πούτιν με τον Πολωνό ομόλογό του Ντόναλντ Τουσκ, στις εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι φωνές αυτές έφεραν τότε στη μνήμη το σοβιετογερμανικό Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ του 1939, το οποίο τάχα άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση των χιτλερικών στην Πολωνία.
Πέρασαν μόλις τέσσερα χρόνια, το πολωνικό δίδυμο Κατσίνσκι ολοκληρώνει τον πολιτικό του κύκλο (ο πρωθυπουργός ήδη εδώ και δύο χρόνια «ιδιωτεύει», ο πρόεδρος περιμένει την λήξη της θητείας του, χωρίς καμία προοπτική επανεκλογής του). Ο νέος πρωθυπουργός της χώρας Ντόναλντ Τουσκ άκουσε μεν τον Ρώσο ομόλογό του Βλάντιμιρ Πούτιν, κατά τη διάρκεια της επετείου των 70 χρόνων από την έναρξη του καταστρεπτικότερου πολέμου στην ανθρωπότητα, να καταδικάζει το Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ, δέχθηκε ωστόσο τη λογική του τοποθέτηση ότι το ίδιο είχαν κάνει πριν από τη Μόσχα, το Λονδίνο (Συμφωνία του Μονάχου του 1938), η Βαρσοβία το 1936 και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που αντί να ενισχύσουν το αντιφασιστικό μέτωπο με τη Σοβιετική Ένωση, παζάρευαν με τον Χίτλερ, ωθώντας τις κατακτητικές ορέξεις του «προς Ανατολάς».
Ήταν λοιπόν σημαντικό που ο κ. Τουσκ δημοσίως παραδέχτηκε ότι ήταν «εγκληματικό λάθος» της Πολωνίας η συμφωνία του 1936 που άνοιξε τον δρόμο για τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας.
Στις εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Γκντανσκ, οι ηγέτες είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν κυρίως το ενεργειακό. Ο ίδιος ο Πολωνός πρωθυπουργός συμφώνησε ότι οι ρωσοπολωνικές σχέσεις θα πρέπει να τεθούν σε νέα βάση, να απαγκιστρωθούν από αγκυλώσεις του παρελθόντος, να κινηθούν με βάση το μελλοντικό συμφέρον των δύο χωρών, των ρωσοευρωπαϊκών συμφερόντων γενικότερα. Ο «κουρνιαχτός» που ξεσήκωσαν οι αδερφοί Κατσίνσκι, το βέτο που είχε θέσει πριν από δύο χρόνια η Βαρσοβία στην υπογραφή νέας πολυετούς ρωσοευρωπαϊκής συμφωνίας, ξεπερνιέται από την ίδια τη ζωή.
Ο «Nord Stream», χωρίς να έχει λύσει ακόμα σοβαρά τεχνικοοικολογικά προβλήματα, ωστόσο δεν αποτελεί «καρφί στο μάτι» της Βαρσοβίας…
Τον περασμένο Αύγουστο, την επομένη των σημαντικών συμφωνιών που υπογράφηκαν στην Άγκυρα ανάμεσα σε Ρωσία και Τουρκία, οι αγκυλώσεις και οι εμμονές σε τετριμμένα στερεότυπα εμφανίστηκαν ξανά, αν και σε χαμηλότερους τόνους. Είδαν τη δημοσιότητα παλιά/νέα πρωτοσέλιδα για Σύμφωνο αυτή τη φορά «Πούτιν - Ερντογάν». Στον δρόμο μελλοντικής διέλευσης των υδατανθράκων Μόσχα και Άγκυρα «συμφωνούν» στον επανακαθορισμό του γεωπολιτικού χάρτη στον Καύκασο, στη λεκάνη της Κασπίας κ.α.
Έργα στρατηγικής σημασίας όπως ο αγωγός φυσικού αερίου «South Stream» ή ο υπό διπλασιασμό «Blue Stream», όπως ο πετρελαιαγωγός «Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη» ή η τροφοδότηση του αγωγού «Σαμψούντα - Τζεϊχάν» με ρωσικό πετρέλαιο κ.ά. δεν μπορούν να μπουν σε πορεία απρόσκοπτης υλοποίησης αν δεν υπάρξει νέα προσέγγιση στις διενέξεις της περιοχής. «Η ύπαρξη διενέξεων στην Υπερκαυκασία βάζει τη βαριά σκιά της στις σχέσεις με τις χώρες της περιοχής», τόνιζε στην Άγκυρα ο κ. Πούτιν.
Εκείνοι που εξόπλισαν και στήριζαν το καθεστώς Σαακασβίλι, τον Αύγουστο του 2008, σε πόλεμο είχαν στόχο την αποδυνάμωση της Μόσχας στην περιοχή, τη δική τους ανάδειξη σε ρόλο επιδιαιτητή και ελεγκτή αυτής. Προς το παρόν απέτυχαν.
Το Κρεμλίνο πήρε το «μήνυμα» και ενώ πριν από λίγα χρόνια απομάκρυνε τη στρατιωτική βάση από το Βαζιάνι, λίγο έξω από την Τιφλίδα, όπου έδρευε από τα σοβιετικά χρόνια, τώρα βλέποντας ότι ο ίδιος ο χώρος έγινε εφαλτήριο των γεωργιανών δυνάμεων με πλειάδα Αμερικανών ινστρουχτόρων κατά της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας αρχικά, με διευρυμένες ορέξεις για την ίδια και την περιοχή στη συνέχεια, σταμάτησε την οδυνηρή εξέλιξη τσακίζοντας τον γεωργιανό στρατό. Αμέσως αποφάσισε την εγκατάσταση βάσεων στις δύο μικρές δημοκρατίες, τις οποίες αναγνώρισε ως ανεξάρτητες.
Στον ευρύτερο χώρο του Καυκάσου, η Μόσχα εξακολουθεί να έχει τον πρώτο διαμεσολαβητικό ρόλο στη διένεξη Αρμενίας - Αζερμπαϊτζάν, με φόντο το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Επί 15 και πλέον χρόνια το θέμα αυτό κρέμεται ως «βαρίδι» στον αυχένα της ρωσικής διπλωματίας, γράφει ο αναλυτής Κάρεν Μπεκαριάν.
Μάλιστα η ουδετερότητα της Ρωσίας δεν την έχει απαλλάξει από τις κατά καιρούς κατηγορίες ότι έχει «φιλοαρμενική» ή «φιλοαζερική» στάση. Έτσι λοιπόν ο κ. Πούτιν πήγε στην Άγκυρα τον Αύγουστο έχοντας υπ’ όψιν ότι και η Τουρκία έχει σοβαρά προβλήματα, όπως η εγκατάσταση στο Ιράκ αμερικανικών στρατευμάτων, η παρουσία των οποίων ενθαρρύνει το κουρδικό κίνημα ανεξαρτησίας στο προς το παρόν αυτόνομο Κουρδιστάν.
Όπως και στα χρόνια του Κεμάλ Ατατούρκ, έτσι και σήμερα ο κ. Ερντογάν δεν χρειάζεται «δεύτερο μέτωπο» όξυνσης στον Καύκασο. Και καταφεύγει στη σύσφιξη των σχέσεων με το Κρεμλίνο. Συμφωνεί με τον κ. Πούτιν ότι η υλοποίηση των σημαντικών έργων στην ενέργεια απαιτεί και σοβαρές ανατροπές σε χρόνιες διενέξεις. Η πρώτη από αυτές ήρθε πρόσφατα με την ανακοίνωση για άνοιγμα των συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας. Έπεται επίσκεψη του Αρμένιου προέδρου στην Άγκυρα, με αφορμή τον ποδοσφαιρικό αγώνα των εθνικών τους ομάδων. Κάποιοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τις εξελίξεις ως «τεκτονικές αναταράξεις» στον Καύκασο.
Παράλληλα, τα ανοίγματα Πούτιν στον κ. Ερντογάν φέρουν τη Ρωσία, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, πιο κοντά και πιο δυναμικά στην ευρύτερη περιοχή της λεγόμενης «Ευρείας Μέσης Ανατολής», βγαίνοντας, κατά τα λεγόμενα του Ρώσου πρωθυπουργού, από «τη σκιά των καυκασιανών διενέξεων».
Η Μόσχα ενδιαφέρεται όσο και η Ουάσινγκτον για την ειρηνική διευθέτηση των διενέξεων τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν. Γι’ αυτό άλλωστε συμφώνησε να συμβάλει στις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν με εδαφικές διευκολύνσεις. Το αν οι ΗΠΑ πετύχουν ή όχι τον στόχο τους εκεί, είναι ένα θέμα που αφορά τη Μόσχα.
Η σύσφιξη των σχέσεων Μόσχας - Άγκυρας στο φόντο των εξελίξεων που σκιαγραφήσαμε συμβάλλει στο άνοιγμα προς το Ιράν, με δεδομένες τις ανοικτές θύρες διαλόγου και των δύο με την Τεχεράνη. Το Κρεμλίνο δεν κρύβει τις προθέσεις του, δεν επιδιώκει σε αντιπαράθεση με άλλους για να πετύχει τους στόχους του, αλλά και ξεκαθαρίζει ότι στην πολυτάραχη ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει τον Καύκασο, την Κασπία και την Εγγύς Ανατολή, ο ρόλος του εκτιμά ότι πρέπει να είναι σημαντικός και σε μερικά θέματα, όπως π.χ. ενέργειας, καθοριστικός.
Σε δυτικές πρωτεύουσες –κυρίως στις Βρυξέλλες και στην Ουάσινγκτον– επιδιώκεται να μειωθεί ο ρόλος της Μόσχας στα ενεργειακά πράγματα στον ευρύτερο χώρο που αναφερόμαστε. Η εκάστοτε εκδήλωση π.χ. αναφορικά με το σχέδιο του αγωγού «NABUCCO», συνοδεύεται στον υπερθετικό βαθμό από αντιρωσικές κορόνες, ενώ στην πράξη ουσιαστικά γίνονται βήματα σημειωτόν. Από την άλλη πλευρά οι Ρώσοι αποφεύγουν επιμελώς να μιλούν για ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στο «δικό τους» σχέδιο «South Stream» και στο «NABUCCO», επιδιώκουν να πιστοποιούν στην πράξη ότι ο αγωγός από τη Ρωσία έχει όλες τις προϋποθέσεις να κατασκευαστεί, να βγει στην Ευρώπη και να συμβάλει σημαντικά στην ενεργειακή ασφάλεια. Η συμφωνία της Άγκυρας, με την οποία η Τουρκία επιτρέπει να περνά ο αγωγός μέσα από τη θαλάσσια οικονομική της ζώνη, δίνει ισχυρή ώθηση στο έργο και αν όλα πάνε όπως συμφωνήθηκαν τότε οι εργασίες του θα αρχίσουν στα τέλη του 2010 και όχι το 2012 όπως ήταν ο κατ’ αρχήν σχεδιασμός.
Ταυτόχρονα ο κ. Πούτιν πήρε τη σύμφωνη θέση του κ. Ερντογάν για υπερδιπλασιασμό του ήδη υπάρχοντος υποθαλάσσιου αγωγού «Blue Stream» που τροφοδοτεί τα τελευταία χρόνια τις εσωτερικές ανάγκες της Τουρκίας. Το επιπλέον αέριο που θα έρχεται με το «Blue Stream» θα διοχετεύεται στο Ισραήλ. Και βέβαια ο Τούρκος πρωθυπουργός πήρε ως «δώρο» την υπόσχεση τροφοδοσίας του αγωγού «Σαμψούντα - Τζεϊχάν» με ρωσικό πετρέλαιο. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί και μια έμμεση πλην σαφή μαρτυρία ότι ο αγωγός μεταφοράς πετρελαίου Μπακού - Τιφλίδα - Σαμψούντα - Τζεϊχάν που κατασκεύασαν δυτικές εταιρείες με αμερικανική πρωτοβουλία τη δεκαετία του 1990 και μοναδικό στόχο είχε τον αποκλεισμό της Ρωσίας από αυτόν, υπολειτουργεί και οικονομικά δεν επαληθεύει τον ρόλο του. Έτσι τώρα ο κ. Ερντογάν πείθει τον κ. Πούτιν να συμβάλει η Ρωσία με τροφοδοσία σε πετρέλαιο, έστω «στα μισά του δρόμου», στο τουρκικό τμήμα του αγωγού! Υπό μία έννοια το ίδιο επιδιώκουν και οι εμπνευστές του «NABUCCO» για το φυσικό αέριο, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει γι’ αυτό τις αναγκαίες ποσότητες πρώτης ύλης για τη μεταφορά.
Η κωλυσιεργία ορισμένων «παικτών» στο πολυσύνθετο τεχνολογικά και κυρίως γεωπολιτικά «παιχνίδι» των δρόμων διέλευσης των αγωγών –στη συγκεκριμένη περίπτωση του «South Stream»– και του «Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη» της γείτονος χώρας περικλείει τον κίνδυνο επιπλοκής και της Ελλάδας σε έναν άσχημο ρόλο με επιπτώσεις τόσο στις ελληνορωσικές σχέσεις, που είχαν πράγματι εντυπωσιακή άνοδο, τα τελευταία χρόνια, όσο κυρίως με απώλειες σε οικονομικό και εθνικό επίπεδο. Στους Βούλγαρους τα προηγούμενα 15 χρόνια η Ελλάδα έδωσε ό,τι μπορούσε, οι ελληνικές επιχειρήσεις πήγαν εκεί όταν η οικονομία της χώρας ήταν υπό διάλυση, εν τέλει η Αθήνα πρωτοστάτησε στην είσοδό της στην Ε.Ε. αν και όλοι γνωρίζουν ότι τα οικονομικά κριτήρια κάθε άλλο παρά τηρήθηκαν. Θα έπρεπε λοιπόν η Αθήνα στα τριμερή έργα, στα οποία υπήρξε κατ’ αρχήν συμφωνία να γίνουν, να έχει πιο «μεστό» λόγο έναντι της Σόφιας. Είναι ζωτικής σημασίας για τη χώρα μας η κατασκευή των έργων αυτών και ας μην τα αφήνουμε μόνο στους Ρώσους.
Η Μόσχα εκτιμά την κατ’ αρχή θέληση της Αθήνας να έχει άμεση συμμετοχή στα έργα, αλλά έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, αν η ηγεσία της Βουλγαρίας επιμένει να βάζει εμπόδια, τότε «υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια», όπως λέει και η λαϊκή ρήση.
Αυτό δείχνει η σύμφωνη γνώμη του κ. Πούτιν για συμπλήρωμα με πετρέλαιο του αγωγού Σαμψούντα - Τζεϊχάν. Αν και ο Ρώσος ηγέτης συμπλήρωσε ότι αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την πρόθεση της Μόσχας να στηθεί ο «ανταγωνιστής» αγωγός Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη. Το ερώτημα της ρωσικής πλευράς είναι πότε. Η πρόσφατη απάντηση του Βούλγαρου πρωθυπουργού κ. Μπορίσοφ, ότι «μελετάμε τα στοιχεία…», δεν αντέχει κριτικής.
Στο άλλο έργο του αγωγού φυσικού αερίου «South Stream», η συμφωνία με την Τουρκία σημαίνει δύο πράγματα:
1. Την πιθανότατη έναρξη του έργου κατά τουλάχιστον 1,5 χρόνο νωρίτερα, πράγμα θετικό και για τη χώρα μας.
2. Αναδύεται το ερώτημα αν και πόσο χρόνο είναι διατεθειμένοι να «ροκανίσουν» οι Βούλγαροι και κυρίως πόσο είναι διατεθειμένοι να τους περιμένουν οι Ρώσοι.

Τον Αύγουστο, πηγή της GAZPROM, στη Μόσχα, έλεγε ότι «αν η Σόφια επιμένει να αρνείται πάμε μέσω Ρουμανίας, οι Ρουμάνοι μας παρακαλούν…»
Μετά τις υπογραφές στην Άγκυρα «παίζει» σοβαρά πια το σενάριο να μπει και η Τουρκία στο παιχνίδι, και –γιατί όχι;– να πάει ο αγωγός μέσω αυτής. Στην πρώτη περίπτωση, η Βουλγαρία με τα «καπρίτσια» της μας βγάζει εκτός νυμφώνος, βγαίνοντας και η ίδια. Στη δεύτερη (μέσω Τουρκίας) μένουμε στο παιχνίδι, με αναβαθμισμένο ωστόσο τον ρόλο της γείτονος. Το αντιρωσικό «σιγοντάρισμα» της Βουλγαρίας από τη μακρινή Ουάσινγκτον και τους αμερικανικούς θυλάκους στις Βρυξέλλες μπορεί να κάνει τεράστια ζημιά στην Ελλάδα, στο αδυσώπητο ενεργειακό και γεωπολιτικό γίγνεσθαι της ευρύτερης περιοχής.

Πηγή: Διπλωματία Σεπτέμβριος 2009 - Τεύχος 66

Διαβάστε περισσότερα...

Η γεωπολιτική έκλειψη της Ελλάδας


18-08-2009 18:42:52

Η εν λόγω έκλειψη έχει δύο γενεσιουργούς αιτίες: την ελληνική, που είναι η κύρια, και τη νεο-οθωμανική. H πρώτη ενεργοποιεί την παρακμιακή πορεία, η δεύτερη την επιταχύνει.

Τα παθολογικά συμπτώματα της πρώτης είναι εμφανή διά γυμνού οφθαλμού: μετριοκρατία (καταπιέζει τη δημιουργικότητα των πολιτών, περιθωριοποιεί τη χώρα στην Ε.Ε.)· φαυλοκρατία με πλήρη ατιμωρησία· θεσμική κατάρρευση (Κύπρος, Ίμια, Οτσαλάν, «Δεκεμβριανά» 2008), συνοδευόμενη από χρόνια ανυποληψία του κράτους.

Τα συμπτώματα που περιγράφω έχουν προσβάλει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα πολυτρόπως. Περιορίζομαι σε ενδεικτικές αναφορές: συνωστισμός της κυρίαρχης μερίδας των πολιτών στις κομματικές αυλές για κάποια βο(υ)λευτική θέση, έστω σ’ ένα παρακατιανό πολιτικό πόστο της κρατικής μηχανής, που κατά κανόνα είναι και προσοδοφόρο·

Eπιβράβευση πρακτικών μηρυκαστικής λειτουργίας που αποστερεί τη δυνατότητα κάθε πρωτότυπης παραγωγής· εκκλησιαστική άπνοια λόγω της εφησυχαστικής υποτακτικότητας προς το «υποδουλωμένο» Φανάρι και της «εκκωφαντικής αφωνίας» που επέλεξε η ηγεσία της Ελλαδικής Εκκλησίας.

Τμήμα αναλύσεων www.defencenet.gr

_________________

Διαβάστε ολόκληρη την σχετική ανάλυση του Δρ. Γεώργιου Μούρτου, όπως δημοσιεύθηκε στο τεύχος 175 της "ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ", σε μορφή pdf ακολουθώντας τον εξής σύνδεσμο (113 ΚΒ):

Διαβάστε περισσότερα...

Οι προοπτικές ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση


Του Αριστείδη Π. Μπιτζένη*

Η πιο κοντινή αλλά και σημαντικά αισιόδοξη, ταυτόχρονα όμως και ουτοπική, ημερομηνία ένταξης της Τουρκίας είναι η 1.1.2013, όταν θα υπάρξει και σε ισχύ το νέο πλάνο οικονομικού προϋπολογισμού για την Ε.Ε. για την περίοδο 2013-2019.

Θα αναφερθούμε στο σημερινό μας άρθρο στην ιδιάζουσα περίπτωση της Τουρκίας αναφέροντας τα εξής: Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει μεγάλο βάθος στην ιστορία, από τη στιγμή που η συμφωνία σύνδεσης Τουρκίας και Ε.Ε. υπογράφηκε μόλις στις 12.9.1963 και τέθηκε σε ισχύ στις 1.12.1964. Αρκετά αργότερα, στις 14 Απριλίου του 1987, η Τουρκία υπέβαλε επίσημη αίτηση για προσπάθεια απόκτησης της ιδιότητας του πλήρους μέλους της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).
Η αίτηση απορρίφθηκε αρχικώς το Δεκέμβριο του 1989 αλλά και δευτερευόντως το 1997, παρόλο που προηγήθηκε το θετικό βήμα της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας με την Ε.Ε. το 1995. Το ευρωπαϊκό συμβούλιο του Ελσίνκι στις 10-11 Δεκεμβρίου 1999 σηματοδότησε μια νέα αρχή για την Τουρκία, από τη στιγμή που αναγνωρίστηκε η Τουρκία σαν ένα ισότιμο ως προς τα άλλα υποψήφια προς ένταξη στην Ε.Ε μέλη. Το δεδομένο αυτό αποτέλεσε το επίσημο άνοιγμα της Ε.Ε. σε μία χώρα με διαφορετικά πολιτιστικά, πολιτισμικά αλλά και θρησκευτικά στοιχεία από αυτά των μελών της Ε.Ε. Η Τουρκία με δεδομένο ότι απείχε σημαντικά από το να ικανοποιήσει τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και τα 31 κεφάλαια (σήμερα είναι πλέον 35 κεφάλαια) του ευρωπαϊκού κεκτημένου ήταν φυσιολογικό να μην ενσωματωθεί στην Ε.Ε. τον Μάιο του 2004. Το Δεκέμβριο του 2004 (16.12.2004) οι ηγέτες των χωρών - μελών της Ε.Ε., με εξαίρεση μόνο την Αυστρία (η οποία δεν επιθυμούσε να δοθεί ιδιότητα υποψηφίου πλήρους μέλους της Ε.Ε. για την Τουρκία), πρόσφεραν ημερομηνία έναρξης ενταξιακών συνομιλιών με την Τουρκία. Αυτή η ημερομηνία ήταν η 3η Οκτωβρίου 2005, ημερομηνία που ξεκίνησαν επισήμως οι ενταξιακές συνομιλίες μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας.
Έτσι δόθηκε η δυνατότητα στην Τουρκία να ξεκινήσει επισήμως την ενταξιακή της πορεία, χωρίς όμως να της δοθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία ένταξης. Επόμενος σταθμός για την Τουρκία ήταν η 11η Νοεμβρίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία οι υπουργοί Εξωτερικών των κρατών-μελών της Ε.Ε. επικύρωσαν το πάγωμα οκτώ από τα τριάντα πέντε κεφάλαια του ευρωπαϊκού κεκτημένου για την περίπτωση της Τουρκίας (κεφ. 1 ελεύθερη μετακίνηση εμπορευμάτων, κεφ. 3 ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, κεφ. 9 χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, κεφ. 11 γεωργία και αγροτική ανάπτυξη, κεφ. 13 αλιεία, κεφ. 14 πολιτική μεταφορών, κεφ. 29 τελωνειακή ένωση, και κεφ. 30 εξωτερικές σχέσεις). Όλα αυτά συνέβησαν επειδή η Τουρκία αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των υπολοίπων μελών της Ε.Ε. και πιο συγκεκριμένα έναντι της Κύπρου, από τη στιγμή που η Τουρκία αρνείτο να ανοίξει όλα τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στους Κύπριους. Γενικότερα υπάρχει έντονος σκεπτικισμός όσον αφορά την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. από τη στιγμή που είναι μία χώρα με 70 και πλέον εκατ. κατοίκους (με τάσεις μεγέθυνσης του πληθυσμού της, όταν στην Ε.Ε. υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα), με πολύ χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, χαμηλό επίπεδο ζωής (περίπου στο ¼ του μέσου Ευρωπαίου) και μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Ταυτόχρονα υπάρχουν φωνές οι οποίες ομιλούν για μία χώρα η οποία πολιτισμικά και γεωγραφικά δεν ανήκει στην Ε.Ε., μία χώρα που δεν αναγνωρίζει δικαιώματα στη μειοψηφία των 15 περίπου εκατ. Κούρδων, η οποία επικροτεί εθνικές και θρησκευτικές διακρίσεις, και αποτελεί μια μουσουλμανική χώρα (η οποία με την ένταξή της θα αυξήσει το ποσοστό των μουσουλμάνων στην Ε.Ε. από 3% σε 20%), ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ισχυρό το στρατιωτικό καθεστώς και το εθνικιστικό στοιχείο (ισλαμιστές - φονταμενταλιστές), αποτελώντας τέλος μία χώρα η οποία συνορεύει με κράτη στα οποία επικρατεί αστάθεια σε όλα τα επίπεδα (Ιράκ, Ιράν και Συρία).
Το πιο σημαντικό ίσως που κάνει διστακτικούς τους Ευρωπαίους ως προς την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι το οικονομικό κόστος που απορρέει από την προσδοκώμενη οικονομική βοήθεια που θα απευθυνθεί προς την Τουρκία μέσω των κοινοτικών πλαισίων στήριξης. Στο πλαίσιο αυτό υπολογίζονται ότι η Τουρκία θα απορροφά ανά τριετία κονδύλια αντίστοιχα του ποσού που λαμβάνουν οι δέκα νέες χώρες που εντάχθηκαν στην Ε.Ε. τον Μάιο του 2004, οικονομική βοήθεια η οποία θα κυμαίνεται μεταξύ 36,7 - 45,1 δισ. ευρώ (περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως ή αλλιώς περίπου το 10% του ετήσιου προϋπολογισμού οικονομικής βοήθειας της Ε.Ε. (27)). Πολύ θετικοί ως προς την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι οι ΗΠΑ (επειδή πιστεύουν ότι θα επέλθει μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα σε όλη την ευρύτερη περιοχή, καθώς και ότι η Τουρκία ως μέλος του ΝΑΤΟ και σύμμαχος των ΗΠΑ θα ευνοούταν οικονομικά, εμπορικά, πολιτικά και κοινωνικά με ενδεχόμενη ένταξή της στην Ε.Ε., επομένως θα ευνοούταν ένας δικό τους σύμμαχος) και το Ηνωμένο Βασίλειο (κυρίως για λόγους ενιαίας πολιτικής με την Αμερική). Από την άλλη πλευρά αρνητικοί είναι η Αυστρία (κυρίως λόγω ιστορικών στοιχείων, βλέπε Αυστροουγγρική αυτοκρατορία ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία - ταυτόχρονα η Αυστρία ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιήσει δημοψήφισμα για τη περίπτωση της Τουρκίας), η Γερμανία (υπάρχουν φόβοι για κύμα μουσουλμάνων μεταναστών, επίσης πληθυσμιακά η Τουρκία θα έχει τον δεύτερο ή ακόμη και τον πρώτο μεγαλύτερο αριθμό αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εφόσον η Τουρκία, όταν ενταχθεί στην Ε.Ε., θα είναι πληθυσμιακά η μεγαλύτερη στην Ε.Ε. χώρα), η Γαλλία (υπάρχουν οι ίδιοι φόβοι για κύμα μουσουλμάνων μεταναστών, ενώ επιπλέον η Γαλλία δείχνει έντονο προβληματισμό στην άρνηση από πλευράς Τούρκων της αναγνώρισης της γενοκτονίας άνω του 1 εκατ. Αρμενίων μεταξύ 1915-1923, ο δε Σαρκοζί μπλοκάρισε το κεφάλαιο για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση τον Ιούνιο του 2007), η Ολλανδία και η Ισπανία.
Η πιο κοντινή αλλά και σημαντικά αισιόδοξη, ταυτόχρονα όμως και ουτοπική, ημερομηνία ένταξης της Τουρκίας είναι η 1.1.2013, όταν θα υπάρξει και σε ισχύ το νέο πλάνο οικονομικού προϋπολογισμού για την Ε.Ε. για την περίοδο 2013-2019. Η Τουρκία τα τελευταία τρία χρόνια έδειξε μια πρόοδο στην ενταξιακή της πολιτική προς την Ε.Ε., όταν για παράδειγμα άνοιξε το 2007 τα κεφάλαια για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανική πολιτική, για την προστασία της υγείας και του καταναλωτή, για τη στατιστική και τον χρηματοοικονομικό έλεγχο, καθώς και το κεφάλαιο των μεταφορών, ενώ το 2008 άνοιξε τα κεφάλαια για τους εταιρικούς νόμους και περί πνευματικής ιδιοκτησίας, της κοινωνίας της πληροφορίας, και της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ενώ το 2009 άνοιξε το κεφάλαιο για τη φορολόγηση. Παρόλα αυτά τα δεδομένα της κρίσης 2007-2009 και το -περισσότερο από ποτέ- παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον δημιουργούν καθημερινά πολλές ζυμώσεις και εντυπωσιακές αλλαγές, οι οποίες είναι πάρα πολύ δύσκολο να προβλεφθούν και οποιαδήποτε πρόγνωση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα πιθανά νέα μέλη της είναι παρακινδυνευμένη αλλά και επιστημονικά ελλιπής η τεκμηρίωσή της.

* O Αριστείδης Π. Μπιτζένης είναι επίκουρος καθηγητής (μέλος ΔΕΠ) στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών Σπουδών

Πηγή: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΟΣΟΒΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ


Στην εκπομπή «Αθέατος Κόσμος» του Κώστα Χαρδαβέλα της Τρίτης 21.10.2009 ο πρώην έλληνας πρέσβης στον ΟΗΕ κύριος Ζαχαράκης έμπειρος διπλωμάτης, δήλωσε ευθαρσώς και χωρίς ίχνος αμφιβολίας: «μην περιμένετε απαραίτητα να υπάρξουν εξελίξεις στο Αιγαίο. Το παιχνίδι θα παιχτεί στη Θράκη»!!!
Η δήλωση αυτή όσο σοκαριστική και αν ακούγεται, δυστυχώς αποτελεί την σκληρή πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί εις βάρος της Ελληνικότητας της Θράκης, εξαιτίας της ανυπαρξίας συγκεκριμένης πολιτικής που έχει αφήσει το θέμα της Θράκης επιμελώς ή αφελώς στον παράγοντα τύχη.

Η αποτυχία της Ελλάδας μέχρι τώρα να προστατεύσει τους μουσουλμανικού θρησκεύματος Έλληνες πολίτες ώστε να μη γίνουν όργανα και τελικά θύματα του τουρκικού ιμπεριαλισμού και η αδυναμία να πλησιάσει πραγματικά την καλόπιστη μεγάλη πλειονότητα των ελλήνων μουσουλμάνων(πομάκοι –αθίγγανοι)και να τους βοηθήσει να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία δίνει την δυνατότητα στην Τουρκία για γεωπολιτικά παιχνίδια στην Θράκη.

Οι Ελληνικές υπηρεσίες(ΥΠΕΞ-ΕΥΠ) οι οποίες παρακολουθούν τα όσα συμβαίνουν στην περιοχή της Θράκης βρέθηκαν προ ευρημάτων τα οποία ενδέχεται να αποδειχθούν κρίσιμες παράμετροι στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Τουρκίας στα Βαλκάνια.

Σύμφωνα με τις αναφορές των υπηρεσιών αυτών από την στιγμή που η κυβέρνηση της Πρίστινας ανακήρυξε την ανεξαρτησία του Κοσόβου εμφανίστηκαν τα πρώτα ηλεκτρονικά μηνύματα προερχόμενα από κεντρική περιοχή της Θράκης(Εχίνος) τα οποία συνδέουν τις εξελίξεις στο Κόσοβο με την Θράκη όπου ζουν μουσουλμανικές μειονότητες

Συγκεκριμένα διακινούνται στη Θράκη μηνύματα και δημοσιεύματα τα οποία καλούν τους μουσουλμάνους να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και την διασφάλιση των συμφερόντων τους.

Χαρακτηριστική είναι η προβολή σε ξένες εφημερίδες και στο διαδίκτυο της σημαίας της 3ης Τούρκικης Δημοκρατίας της Ανεξάρτητης Θρακης.Το πράσινο χρώμα κυριαρχεί στη σημαία ενώ δεσπόζει η ημισέληνος με τρία αστέρια το ένα κάτω από το άλλο. Υπάρχει και εθνικός ύμνος της Ανεξάρτητης Θράκης από τουρκικό κείμενο του 1913. Ξεχωρίζουν εκφράσεις όπως «…αυτά τα μέρη όπου πατάς είναι γεμάτα με δοξασμένους πεσόντες ήρωες…», «…στην πατρίδα πνέει ο άνεμος της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας…».

Πόσο λοιπόν κινδυνεύει να καταστεί η Θράκη ένα άλλο Κόσοβο;

Η απάντηση είναι ότι μπορεί να συμβεί, αφού ήδη εφαρμόζεται συγκροτημένο στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας το οποίο σε γενικές γραμμές αποσκοπεί:

Aναγνώριση της μουσουλμανικής μειονότητας ως μιας ενιαίας τουρκικής κοινότητας σε μια ενιαία εδαφική βάση με την κατά το δυνατόν επέκταση της βάσης αυτής μέχρι τα σύνορα ώστε να δημιουργηθεί εδαφική συνέχεια με την Τουρκία.

Ειδικότερα στη Θράκη διαπιστώνεται ότι η Τουρκία εφαρμόζει:

Την συνένωση όλων των μουσουλμανικών μειονοτήτων περιλαμβανόμενων των πομάκων και αθίγγανων ώστε να αποκτήσουν τούρκικη συνείδηση και να θεωρήσουν την Τουρκία μητέρα πατρίδα τους

Tην αναβάθμιση της μουσουλμανικής μειονότητας σε τουρκική, πρόσφατο παράδειγμα η αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τούρκικής της μουσουλμανικής ένωσης Ξάνθης.

Πυκνές επισκέψεις τούρκων αξιωματούχων δείχνοντας ότι η Τουρκία μόνο και όχι η Ελλάδα ενδιαφέρεται για την μουσουλμανική μειονότητα.

Τέλος διάφοροι σύλλογοι εμφανίζονται πρόθυμοι να υπερασπιστούν τα δικαιώματα της μειονότητας ενώ επιχειρηματίες είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή κέντρων ελευθέρων σπουδών και τη δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού. Ήδη λειτουργεί το πρώτο υποκατάστημα της τούρκικης τράπεζας( Ziraat Bankasi) στην Κομοτηνή.

Για να επιτύχει όλα αυτά η Τουρκία δαπανά μεγάλα ποσά μέσω του Γενικού Προξενείου Κομοτηνής το οποίο αποβλέπει στη δημιουργία δεσμών αλυτρωτικών υπό την κηδεμονία της ΄Άγκυρας και πολιτιστικών συνισταμένων στην από κοινού πρόσληψη της κρατικής τούρκικης προπαγάνδας μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Θράκης .
Το γεγονός, πάντως ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη των Αμερικανών ενισχύει τις ελπίδες της ότι θα μπορέσει να μεταχειρισθεί για τους επεκτατικούς της σκοπούς το δίκαιο των μειονοτήτων, όπως αυτό εξελίσσεται. Άλλωστε βοηθούν και οι πρόσφατες θέσεις του ΟΗΕ ότι τα κράτη μέλη του μπορούν αν θέλουν να αναγνωρίσουν στα μέλη μειονοτήτων δικαιώματα εν σχέση με τις περιοχές στις οποίες διαμένουν και να διευκολύνεται η επαφή μελών μειονοτήτων με τη χώρα με την οποία θεωρούν ότι έχουν δεσμούς.

Μετά από όλα αυτά τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να μη γίνει Κόσοβο η Θράκη;

Εκτιμώ πως η πολιτική η οποία πρέπει να ακολουθηθεί είναι απαραίτητο να συνδυάζει δύο στοιχεία: Πρώτον να εξασφαλίζει την άσκηση όλων των δικαιωμάτων των μουσουλμάνων συμπατριωτών μας και δεύτερον την προστασία τους ώστε να μη καταστούν θύματα του ιμπεριαλισμού αυτού, όπως οι Τουρκοκύπριοι που αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την Κύπρο υπό την πίεση των εποίκων και των στρατευμάτων κατοχής .Η πολιτική αυτή σύμφωνα με τους πιο έμπειρους Έλληνες διπλωμάτες που ασχολήθηκαν χρόνια με την Θράκη πρέπει να γίνει γνωστή στα διεθνή φόρα, ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει πλέον πως η Τουρκία έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να αναμειγνύεται σε θέματα ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνων ή να παριστάνει ότι ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Η κατάργηση του τουρκικού Γενικού Προξενείου στην Κομοτηνή και ο περιορισμός κάθε πράξης υπονομευτικής της ελληνικής κυριαρχίας χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των μουσουλμάνων αδελφών μας αποτελούν αναγκαίες και επείγουσες ενέργειες.

Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος

Ταξίαρχος(εα)

Πρώην Διευθυντής Διεθνών Σχέσεων ΥΠΕΘΑ Διαβάστε περισσότερα...

Η τουρκική παρουσία στη Μέση Ανατολή και ο προβληματισμός του Ισραήλ



(«Ο Ταλαντούχος κ. Νταβούτογλου»
Σκίτσο του Πίτερ Σράνκ – «Εκόνομιστ», 23/07/2009)

Ενώ ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου πραγματοποιεί ακόμη μια περιοδεία στη Μέση Ανατολή, σε νέα περίοδο ψυχρότητας εισέρχονται οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις. Η δραστηριότητα της Άγκυρας στην περιοχή, αλλά και ο φόβος της πολιτικής εκμετάλλευσης της θλιβερής κατάστασης που επικρατεί στην Παλαιστίνη, ώθησε το Τελ Αβίβ να υιοθετήσει αρνητική στάση στο ενδεχόμενο συνάντησης του τούρκου υπουργού με ηγέτες της Χαμάς κατά την προσεχή επίσκεψή του στο Ισραήλ.

Πριν προλάβει να περάσει κιόλας μία εβδομάδα, ο Αχμέτ Νταβούτογλου βρίσκεται και πάλι στη Μέση Ανατολή για συνομιλίες με ηγέτες της περιοχής. Προορισμός του ήταν –για μια ακόμη φορά– το Κάιρο, όπου συμμετείχε προσκεκλημένος στην έκτακτη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών του Αραβικού Συνδέσμου.

Η συνάντηση ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον τούρκο υπουργό Εξωτερικών να τονίσει το καλό επίπεδο των τουρκοαραβικών σχέσεων και να αναπτύξει τις απόψεις της Άγκυρας για την ειρήνη και την ασφάλεια στην πολύπαθη περιοχή. Ο Νταβούτογλου δήλωσε ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενδιαφέρουν άμεσα την Τουρκία και οποιαδήποτε επίδραση αυτών των εξελίξεων στη χώρα του αναγκάζει την Άγκυρα να επικεντρωθεί στην επίλυση των περιφερειακών ζητημάτων, καθιστώντας τα πρωταρχικούς στόχους της περιφερειακής της πολιτικής. Ο τούρκος υπουργός σημείωσε ακόμη ότι η Άγκυρα επιθυμεί να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή η ευημερία και η συνεννόηση και ότι έχει θέσει τους μηχανισμούς και τις πολιτικές που διαθέτει η χώρα του στην υπηρεσία αυτού του σκοπού. Δεν λησμόνησε ακόμη, παρά την εμφανή αναλογία μεταξύ του ρόλου που παίζει η χώρα του στην Κύπρο με εκείνη του Ισραήλ στα παλαιστινιακά εδάφη, να καταδικάσει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει το Παλαιστινιακό και να τονίσει την ανάγκη εξεύρεσης βιώσιμης λύσης, η οποία θα επιτρέψει την ίδρυση του Παλαιστινιακού Κράτους!

Η επίσκεψη Νταβούτογλου στο Κάιρο του επέτρεψε να συμμετάσχει, παρουσία και του γενικού γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου Αμρ-Μουσά, στις συνομιλίες μεταξύ του ιρακινού και σύρου ομολόγων του, οι σχέσεις των οποίων έχουν εισέλθει σε δύσκολη περίοδο. Το Ιράκ θεωρεί υπεύθυνη τη Δαμασκό για τα πρόσφατα αιματηρά επεισόδια στη Βαγδάτη, που κόστισαν τη ζωή σε δεκάδες Ιρακινούς, και ισχυρίζεται ότι την επίθεση την οργάνωσαν τρομοκράτες που διείσδυσαν στη χώρα από τη Συρία. Αυτές οι διπλωματικές κινήσεις της Άγκυρας, αλλά και άλλες, όπως η πρωτοβουλία του Νταβούτογλου να βρεθεί λύση στη θεσμική κρίση στην οποία έχει περιέλθει ένα άλλο αραβικό κράτος της περιοχής, ο Λίβανος, αλλά κυρίως ο δίαυλος επικοινωνίας που διατηρεί και αναπτύσσει με τη Χαμάς στη Γάζα, φαίνεται ότι έχουν ενοχλήσει το Τελ Αβίβ, που δεν έχει λόγους να βλέπει με καλό μάτι τον τουρκικό ρόλο στην ανασύνταξη του αραβικού κόσμου.

Από την παραμονή κιόλας της έκτακτης συνάντησης του Αραβικού Συνδέσμου, τα ισραηλινά φύλλα είχαν δημοσιεύσει την πρόθεση του Τελ Αβίβ να μην επιτρέψει τον τούρκο υπουργό, ο οποίος είναι προσκεκλημένος στο ετήσιο συνέδριο με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας το Μέλλον», που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του ισραηλινού Προέδρου στα Ιεροσόλυμα στα μέσα του Οκτώβρη, να εισέλθει στη λωρίδα της Γάζας και να συναντηθεί με αξιωματούχους της Χαμάς. Ο ισραηλινός Τύπος σημείωσε ακόμη ότι το Τελ Αβίβ δεν ήταν διατεθειμένο να επιτρέψει κάτι τέτοιο «για να μη θεωρηθεί ότι το Ισραήλ νομιμοποιεί τέτοιου είδους συναντήσεις», καθώς και ότι υπάρχουν «κι άλλα σημεία από τα οποία κανείς μπορεί να εισέλθει στη λωρίδα της Γάζας», υπονοώντας προφανώς την Αίγυπτο, όπου κατέφθανε και ο τούρκος υπουργός.

Οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις φαίνεται να συνεχίζουν να κινούνται σε τροχιά «ρήξης», παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης που καταβλήθηκαν από την αρχή του έτους. Η αψιμαχία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του οποίου σύμβουλος ήταν ο Α. Νταβούτογλου, με τον ισραηλινό Πρόεδρο Σιμόν Πέρεζ στο Νταβός, δεν φαίνεται να μπορεί να ξεθωριάσει εύκολα από τη μνήμη των ισραηλινών αξιωματούχων όσο η τουρκική ηγεσία ακολουθεί μια πολιτική που στηρίζει ανοιχτά τις αραβικές θέσεις. Άλλωστε, δεν ήταν ο Νταβούτογλου, που φιλοξενώντας πρόσφατα τον ιορδανό ομόλογό του Νασέρ Ιουντέχ, στον οποίο θα ανταποδώσει μάλιστα την επίσημη επίσκεψη μετά το Κάιρο, καλούσε το Ισραήλ να ενεργεί πιο υπεύθυνα, κυρίως στο θέμα των εποίκων, αλλά και στο θέμα του καθεστώτος της ανατολικής Ιερουσαλήμ, και δήλωνε ότι ήρθε ο καιρός να αποδείξει το Τελ Αβίβ έμπρακτα ότι νοιάζεται για την ειρήνη στην περιοχή;

Είναι γνωστό ότι πολλοί παράγοντες, κυρίως στρατιωτικοί, είναι εκείνοι που καθορίζουν τη συνέχεια του στρατηγικού άξονα Τουρκίας - Ισραήλ και κανείς δεν μπορεί να μιλά με βεβαιότητα για ραγδαίες εξελίξεις. Από την άλλη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η πολιτική βούληση της τουρκικής ηγεσίας, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση που κατέχει η χώρα, επιτρέπει στην Άγκυρα να διαδραματίσει έναν δυναμικό ρόλο στη Μέση Ανατολή ενισχύοντας ποικιλοτρόπως το εθνικό συμφέρον της. Κάτι παρόμοιο στην περίπτωσή μας και υπό τις παρούσες συνθήκες φαντάζει μάλλον εξωπραγματικό. Ο Αραβικός Σύνδεσμος, ο αντιπροσωπευτικός θεσμός των αραβικών κρατών, στον οποίο θέση παρατηρητή απέκτησαν πρόσφατα ακόμη και η μακρινή Βενεζουέλα και η Ινδία, που δεν μπορούν να έχουν περισσότερους λόγους από εμάς για να έχουν καλές σχέσεις με τους γειτονικούς αραβικούς λαούς, θα μπορούσε να αποτελέσει –αντί της εναλλακτικής λύσης που είναι η Ισλαμική Διάσκεψη, όπου η Άγκυρα κατέχει ήδη τις κρίσιμες θέσεις– ένα καλό ξεκίνημα, παρ' όλες τις εγγενείς του αδυναμίες, τόσο για τη σύσφιγξη και ανάπτυξη των σχέσεών μας με τον αραβικό κόσμο, όσο και για την ανάληψη μιας πρωτοβουλίας εκ μέρους μας για την προώθηση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και του αραβικού κόσμου, γεγονός που θα αναδείκνυε αδιαμφισβήτητα και τον ευρωπαϊκό ρόλο της Κύπρου.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 13/09/2009
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Ενέργεια και ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο


Της Ελένης Τζιωρτζή*

Η εξέταση της ενεργειακής πολιτικής της Άγκυρας είναι εξόχως σημαντική στις μέρες μας εφόσον μέσα από αυτήν μπορούμε να αντιληφθούμε τις γεωστρατηγικές της φιλοδοξίες και πώς αυτές επηρεάζουν την διεθνή ασφάλεια στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου.
Η πτώση της ΕΣΣΔ και ο πόλεμος του Κόλπου το 1991 έστρεψε την προσοχή των ΗΠΑ στις πετρελαιοφόρες ζώνες της Μέσης Ανατολής και της Κασπίας. Μέσα από αυτό το πλαίσιο η Τουρκία θεωρήθηκε από τους Αμερικανούς ως ο ιδανικός σύμμαχος ο οποίος γειτνιάζει με αυτές τις πετρελαιοφόρες και πλούσιες σε φυσικό αέριο περιοχές. Έτσι η Ουάσιγκτον από την περίοδο της προεδρίας του Κλίντον έως και σήμερα ενισχύει τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά την Άγκυρα προκειμένου να την καταστήσει τον ιδανικό ενεργειακό διάδρομο ο οποίος θα παρακάμπτει καθεστώτα τα οποία δεν είναι φίλα προσκείμενα προς τις ΗΠΑ (π.χ Ρωσία,Ιράν, Ιράκ) αλλά και εναλλακτικές οδούς (όπως η Ερυθρά Θάλασσα, τα στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Βοσπόρου).Η ανάδειξη της Άγκυρας σε ενεργειακό διαμετακομιστικό κέντρο αποτέλεσε μια πτυχή της πολιτικής της εφόσον επιδιώκει παράλληλα να καταστεί ένας διάδρομος πολλαπλής χρήσης για τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ παρέχοντας τους στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ισχύ στο ζωτικό τρίγωνο Μ. Ανατολή, Κασπία, Κεντρική Ασία.
Η διπλωματία των αγωγών που έχει υιοθετήσει ως τώρα η Άγκυρα δεν αποσκοπεί μόνο στην μετατροπή της σε έναν ισχυρό ενεργειακό δακτύλιο. Αντιθέτως, η στρατηγική της όπως αυτή εκφράζεται και δια στόματος Νταβούτογλου είναι να καταστεί μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Εφόσον λοιπόν καταφέρει η Τουρκία να αποκτήσει μια ισχυρή θέση χάρη στην ενεργειακή της στρατηγική θα μπορεί διαρκώς να αναδεικνύει την γεωπολιτική της σημασία προς το ΝΑΤΟ,την Ε.Ε. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορεί η ‘Άγκυρα να εκλαμβάνεται ως ένα ισχυρό κράτος στην περιοχή το οποίο δύναται να λειτουργήσει ως γέφυρα στις σχέσεις Ανατολής- Δύσης.
Αν η Τουρκία καταστεί ένας σημαντικότατος ενεργειακός παίκτης ο οποίος θα προσφέρει την δυνατότητα των πολλαπλών αγωγών θα αναβαθμίσει ταυτόχρονα το γεωπολιτικό της προφίλ. Αυτό θα αποτελεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στο χέρι της το οποίο θα αξιοποιήσει μέχρι τέλους προκειμένου να πάρει ως αντάλλαγμα κάποιες υποχωρήσεις τόσο για το Κουρδικό όσο και για το κυπριακό. Παράλληλα η Τουρκία θα αδράξει την ευκαιρία για να ενισχύσει το προφίλ της προς την Ε.Ε έτσι ώστε να επιταχύνει την διαδικασία της ένταξης της. Συγκεκριμένα θα προσπαθήσει να προωθήσει το προφίλ της γεφυροποιού χώρας η οποία δύναται να καταστεί μεσολαβητής ανάμεσα στην Ε.Ε και στον ισλαμικό κόσμο. Πρόκειται για μια παράμετρο της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας η οποία ευθυγραμμίζεται πλήρως με την θεωρία Νταβούτογλου για την ανάγκη να αξιοποιήσει το γεωγραφικό της βάθος και να καταστεί κομβική μεσολαβητική δύναμη ανάμεσα στη Δύση και στις χώρες που γειτνιάζουν με αυτήν. Αν καταστεί επίσης σημαντική γεωπολιτική δύναμη τότε πιθανότατα να προκύψουν περισσότερες προστριβές και στις εκάστοτε διαμάχες της με το Ιράκ και την Συρία σχετικά με τη διαχείριση των υδάτων του Τίγρη και του Ευφράτη.
Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται κινητικότητα εκ μέρους της Τουρκίας σχετικά με την υπογραφή συμβολαίων για τη μεταφορά φυσικού αερίου. Η Άγκυρα παίζοντας το χαρτί των πολλαπλών αγωγών προσπαθεί να εμπλακεί σε αρκετές κοινοπραξίες όπως είναι οι αγωγοί Nabucco και Southstream ενώ παράλληλα προβαίνει σε διπλωματικά ανοίγματα τα οποία λειτουργούν καταλυτικά για την Κυπριακή Δημοκρατία. Χαρακτηριστική η πρόσφατη συμφωνία που υπεγράφη ανάμεσα σε Μόσχα και Άγκυρα αλλά και ανάμεσα σε Κατάρ και Άγκυρα. Μέσα από αυτές τις συμφωνίες επιχειρεί να διευρύνει τον διπλωματικό της ρόλο στην περιοχή και να μην αποκλειστεί απο κανένα ενεργειακό συμβόλαιο.
Η συμμετοχή της Τουρκίας στον αγωγό Nabucco είναι εξαιρετικά σημαντική εφόσον με την λειτουργία του παρακάμπτεται η Ρωσία και το μονοπώλιο της Gazprom. Κατ’ αυτό τον τρόπο ισχυροποιείται η Τουρκία εφόσον ο αγωγός αυτός θα μπορεί να παρέχει φυσικό αέριο στην Ευρώπη ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του αγωγού θα διέρχεται τα εδάφη της Τουρκίας;πράγμα το οποίο υποδηλώνει ότι η Τουρκία θα είναι η μεγαλύτερη κερδισμένη τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά. Η λειτουργία του Ναμπούκο θα αποτελέσει ένα ισχυρό χαρτί στα χέρια της Άγκυρας μέσα από το οποίο θα μπορεί να ασκήσει πιέσεις προς την Ε.Ε για ζητήματα όπως το Κυπριακό, το Κουρδικό ή και την ευρωπαϊκή της πορεία.
Η πρόσφατη υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία τον περασμένο Αύγουστο σχετικά με τον αγωγό Southstream αποδεικνύει την κινητικότητα της τουρκικής διπλωματίας όσον αφορά τον τομέα της ενέργειας. Στην συμφωνία αυτή η Τουρκία συναίνεσε στη διέλευση του αγωγού αυτού από τα ύδατα της στην Μαύρη Θάλασσα εντός των οποίων θα επιτρέψει τη διεξαγωγή θαλάσσιων αναγνωριστικών ερευνών. Ακολουθώντας λοιπόν μια πολύπλευρη στρατηγική η Άγκυρα επιδιώκει να ισχυροποιήσει το γεωστρατηγικό της προφίλ αλλά και να καταστεί διαμεσολαβητική δύναμη σε περίπτωση που υπάρξει τριβή ανάμεσα σε Ρωσία και ΗΠΑ.
Κατάρ
Το διπλωματικό άνοιγμα στην πρόσφατη συμφωνία με το Κατάρ για την επέκταση του αγωγού Ναμπούκο και στο Κατάρ συνοδεύτηκε από πρόταση προς το Κατάρ για διασύνδεση του με το Τσεϊχάν έτσι ώστε να γίνεται η μεταφορά ενεργειακών πόρων από το Κατάρ προς το λιμάνι αυτό της Αν. Μεσογείου. Απώτερος στόχος της Τουρκίας σύμφωνα και με τον υπουργό Ενέργειας της είναι τόσο το Κατάρ όσο και η Συρία να ενωθούν με τον αγωγό Ναμπούκο.
Παραβιάσεις στην ΑΟΖ Κύπρου
Εφόσον η Άγκυρα έχει εστιάσει την ενεργειακή της πολιτική στην μετατροπή του Ceyhan -το οποίο βρίσκεται απέναντι από την χερσόνησο της Καρπασίας- σε ένα ισχυρό ενεργειακό δακτύλιο δεν θα επιτρέψει να καταστραφούν οι γεωπολιτικές της αυτές φιλοδοξίες από το ενδεχόμενο ανεύρεσης κοιτασμάτων από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό άλλωστε καθίσταται σαφές μετά και τις παρενοχλήσεις εις βάρος των πλοίων που διενεργούν έρευνες στην ΑΟΖ της Κύπρου κατόπιν συμφωνίας τους με την Δημοκρατία. Αν αναλογιστούμε και την θεωρία του Νταβούτογλου σύμφωνα με την οποία η Αν. Μεσόγειος και το Αιγαίο αποτελούν έναν ενιαίο ζωτικό χώρο όπου πρέπει να κυριαρχεί η Τουρκία μπορούμε να αντιληφθούμε τις κινήσεις στις οποίες δεν θα διστάσει να προβεί η Άγκυρα. Γι’ αυτό εξάλλου προειδοποιεί με θερμά επεισόδια σε περίπτωση που συνεχίσουν οι έρευνες και συνάμα απαιτεί να υπάρξει διαμοιρασμός των ενεργειακών αποθεμάτων με τους Τ/Κ σε περίπτωση διευθέτησης του Κυπριακού. Αυτό όμως το ενδεχόμενο αντιστρατεύεται τόσο το Δίκαιο της Θάλασσας όσο και τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας 541+550, την συνθήκη εγκαθίδρυσης του 1960 αλλά και το Κοινοτικό Κεκτημένο. Επιπλέον ο εντοπισμός μεγάλης ποσότητας υδρογονανθράκων στην περιοχή της Αν. Μεσογείου πλήττει τα συμφέροντα της Τουρκίας εφόσον αυτό θα επανάφερε στο ενεργειακό παιχνίδι ενεργειακές οδούς τις οποίες προσπαθεί να αποκλείσει η Άγκυρα όπως π.χ τον Λίβανο, τη Συρία και την Αίγυπτο αποδυναμώνοντας το Τσεϊχάν. Παράλληλα κλονίζονται οι επενδύσεις ξένων ενεργειακών κολοσσών στις ενεργειακές υποδομές της Τουρκίας.
Νέα δεδομένα για την ασφάλεια της περιοχής θα προκύψουν και στην περίπτωση που η Άγκυρα πραγματώσει τα σχέδια της για πυρηνική ενέργεια στην Μερσίνα γεγονός το οποίο θα θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Συνεπώς οι εξελίξεις σχετικά με τις παραβιάσεις της ΑΟΖ της Κύπρου δεν μπορούν να διαχωριστούν από την ασφάλεια στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου στην περιοχή όπου εκτός απο κυριαρχικά δικαιώματα στην ΑΟΖ εκάστου κράτους εμπλέκονται τόσο ζητήματα υδροπολιτικής, διενέξεων (Παλαιστινιακό, Κουρδικό, Κυπριακό) όσο και ο φόβος της πυρηνικής απειλής. Η Άγκυρα προσπαθεί να καταστεί ειρηνοποιός δύναμη και ρυθμιστικός παράγοντας στην περιοχή προκειμένου να καθορίζει τις εξελίξεις αποσπώντας σημαντικά ανταλλάγματα από τους δυτικούς εταίρους της.
* Διεθνολόγος, επιστημονικός συνεργάτης Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.) Διαβάστε περισσότερα...

Βαρύ φορτίο το Νόμπελ για τον Ομπάμα



Του Claus Christian Malzahn DER SPIEGEL

Μέχρι σήμερα, το Νόμπελ Ειρήνης απονεμόταν σε πολιτικούς που αποδεδειγμένα κατήγαγαν επιτυχίες στον τομέα τους. Όπως το 1906 ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, για τον ρόλο του στην συμφωνία ειρήνης Ρωσίας και Ιαπωνίας, το 1919 ο Γουίλσον, για το έργο του στην δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών, τον πρόδρομο του ΟΗΕ, το 1964 ο Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, για τον αγώνα του για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, ή ακόμη και ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσσιγκερ, που τιμήθηκε το 1973 για τον τερματισμό του πολέμου του Βιετνάμ.

Σήμερα, είναι η σειρά του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα να τιμηθεί με το Νόμπελ Ειρήνης, για τις «αξιοσημείωτες προσπάθειες του για ενδυνάμωση της διεθνούς διπλωματίας και της συνεργασίας μεταξύ των λαών», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης της Επιτροπής στο Όσλο της Νορβηγίας.

Με όλο τον σεβασμό τόσο προς τον Ομπάμα όσο και προς τον θεσμό που εκπροσωπεί, διερωτώμαι αν αυτό είναι αρκετό. Ο Ομπάμα βρίσκεται στην προεδρία εδώ και 9 μήνες, και οι προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση διεξόδων σε μακροχρόνιες διενέξεις είναι εκτιμητές και αξιοσημείωτες. Προσπάθησε να δημιουργήσει διεθνώς ένα κλίμα στο οποίο ο διάλογος και οι ειλικρινείς δηλώσεις μπορούν να έχουν θέση.

Έκπληξη στις ΗΠΑ
Ωστόσο, μόλις έχει αρχίσει. Τιμώντας τον με το Βραβείο Νόμπελ, είναι σαν να απονείμεις μετάλλιο σε έναν μαραθωνοδρόμο που έχει συμπληρώσει μόλις τα πρώτα χιλιόμετρα. Η κατάσταση στο Ιράκ είναι εύθραυστη, στο Αφγανιστάν επιδεινώνεται, οι προοπτικές για συμφωνία Ισραηλινών και Παλαιστινίων ελάχιστες, το Ιρανικό καθεστώς παίζει πυρηνικά παιγνίδια με την Δύση, το πυρηνικό Πακιστάν κινδυνεύει να καταρρεύσει, και στη Βόρεια Κορέα ο δρ Strangelove θωπεύει την βόμβα του.

Η μεγαλύτερη έκπληξη από την απόφαση στο Όσλο θα είναι αισθητή στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αυτό γιατί ο άνδρας ο οποίος επελέγη για το Βραβείο, δεν είναι ο Αμερικανός πρόεδρος, αλλά μία παγκόσμια συμβολική φιγούρα που ενσάρκωσε τις ελπίδες και τις προσδοκίες ανθρώπων σε πολλές χώρες. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να υιοθετήσει αυτές τις περίπου υπεράνθρωπες προσδοκίες. Ωστόσο εννέα μήνες μετά, η πολιτική του ενασχόληση έχει να κάνει με την άσκηση της τέχνης της ρεαλιστικής πολιτικής, αλλά και για να αποδείξει ότι είναι η ελπίδα της ανθρωπότητας. Σε αυτή την προσπάθεια η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης δεν θα τον βοηθήσει και σημαντικά, αντίθετα, θα αποδειχθεί ότι θα είναι βάρος.

Πολιτικός Σχολιασμός
Η απονομή ενός Βραβείου Νόμπελ αφορά μεν αποκλειστικά το άτομο, ωστόσο η διαδικασία ανέκαθεν συνιστούσε σχολιασμό επί των πολιτικών εξελίξεων. Δεν είναι παράλογο να επιβραβεύονται οι διπλωματικές προσπάθειες ώστε να καθίστανται πιο αποτελεσματικές. Το 1971, ο πρώην Γερμανός Καγκελάριος Βίλλι Μπραντ, υποβοηθήθηκε τα μέγιστα από το Νόμπελ όταν προωθούσε την πολιτική της Ostpolitik για επαναπροσέγγιση με τα κράτη-μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Όπως και ο Ομπάμα, ο Μπραντ ήταν οπαδός της διεθνούς διπλωματίας. Με μία όμως διαφορά. Όταν τιμήθηκε με το Νόμπελ, είχε ήδη υπογράψει τις Ανατολικές Συμφωνίες.

Σήμερα, το τι συμβαίνει είναι ακριβώς το αντίθετο. Ποιος ανταποκρίθηκε στην χείρα φιλίας που έτεινε ο Ομπάμα; Ο Ιρανός πρόεδρος Αχμαντινεντζιάτ; Οι Ταλεμπάν; O Κιμ Γιογκ Ιλ της Βόρειας Κορέας; Οι Ρώσοι ηγέτες Πούτιν και Μεντβέντεφ; Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου ή ο Παλαιστίνιος πρόεδρος Αμπάς; Κανένας εξ αυτών. Σε κανέναν από αυτούς τους τομείς δεν υπάρχουν ελπιδοφόρες ενδείξεις.

Είναι για αυτό τον λόγο που δεν θα πρέπει να αποκλείεται ο Ομπάμα να επαναξιολογήσει, να αναθεωρήσει ή ακόμη και να εγκαταλείψει τις πολιτικές του όσο θα βρίσκεται στην εξουσία. Σε μία τέτοια περίπτωση, ίσως να καταφύγει σε μέτρα που θα συγκρούονται με τις διακηρύξεις του, αποκαλύπτοντας την κρυμμένη του γροθιά. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να επιστρέψει το Νόμπελ;

Οι εφιάλτες του Ομπάμα
Παρά τα όσα πιστεύει η επιτροπή στο Όσλο, η πραγματικότητα στην Ουάσιγκτον είναι «εφιαλτική», αφού ο Ομπάμα πρέπει σύντομα να αποφασίσει για αύξηση των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, και για το πώς θα αποτρέψει την «κατάληψη» της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν.

Η ευφορία, απαύγασμα του Νόμπελ Ειρήνης θα ήταν μεγαλύτερη αν συνοδευόταν από έμπρακτα αποτελέσματα, παρά από τον ενθουσιασμό για έως σήμερα άγονες διπλωματικές προσπάθειες. Όπως για παράδειγμα μια απόφαση του Ιράν να μην αναπτύξει πυρηνικά όπλα, η σταθερότητα και ο εκδημοκρατισμός του Αφγανιστάν, μια αποτελεσματική συμφωνία ειρήνης Ισραηλινών και Παλαιστινίων, ή, ή, ή…

Αν η Επιτροπή Απονομής του Βραβείου Νόμπελ τοποθετούσε τον Ομπάμα στη λίστα αναμονής για το 2011, και αντ’ αυτού απένεμε το φετινό βραβείο σε έναν Ιρανό μπλόγκερ ή έναν Κινέζο αντικαθεστωτικό, είναι σίγουρο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν θα διαμαρτυρόταν. Στην σύντομη και λιτή ομιλία του στο Λευκό Οίκο, ο Ομπάμα, συμπεριφερόμενος με σύνεση, ευχαρίστησε την επιτροπή στο Όσλο παρά να επικεντρωθεί στις διαμαρτυρίες ένεκα της απόφασης. «Κανένας πολιτικός, τόνισε, δεν μπορεί να επιλύσει μόνος του τα προβλήματα, προσθέτοντας ότι ό ίδιος, ως ηγέτης, αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί».

Στο τέλος της ημέρας, πρόκειται για έναν πρόεδρο τον οποίο οι Αμερικανοί επέλεξαν και επιθυμούν να είναι στο Λευκό Οίκο – και σίγουρα όχι κάποιος που είχε υπόψιν του, ως την ιδανική επιλογή, η επιτροπή στο Όσλο.

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

Η αστάθεια επικρατεί στο Πακιστάν


Των Jane Perlez και Pir Zubaih Shah The New York Times

Περισσότερο από δύο μήνες αφότου ο Πακιστανικός στρατός ανέκτησε τον έλεγχο της κοιλάδας Σουάτ από τους μαχητές Ταλιμπάν, μια νέα εκστρατεία τρόμου μαίνεται στην περιοχή με δεκάδες, ίσως εκατοντάδες, πτώματα καθημερινά στους δρόμους, φρίκη για την οποία ευθύνεται ο στρατός, όπως αναφέρουν αυτόπτες μάρτυρες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται απλά για πράξεις εκδίκησης κατά των αδίστακτων Ταλιμπάν, σε μια κοινωνία που τείνει να αποδεχτεί την πολιτική των αντιποίνων, λένε τοπικοί αξιωματούχοι. Αλλά η κλίμακα των πράξεων αυτών, οι ομοιότητες στον τρόπο που πολλά από τα θύματα έχουν βασανιστεί και ο συστηματικός ρυθμός θανάτων και εξαφανίσεων σε περιοχές που ελέγχονται πλήρως από το στρατό, έχουν οδηγήσει τους κατοίκους, ακτιβιστές και μερικούς Πακιστανούς αξιωματούχους στο συμπέρασμα πως ο στρατός διαδραματίζει κάποιο ρόλο σε αυτήν την εκστρατεία.

Ο Πακιστανικός στρατός

Ο Πακιστανικός στρατός, που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ αλλά και την απουσία αποτελεσματικής πολιτικής ηγεσίας, επιδεικνύει σιδηρά πυγμή στην κοιλάδα Σουάτ και αρνείται με επιμονή οποιαδήποτε ανάμειξη στις δολοφονίες. «Δεν υπάρχουν εξώδικες εκτελέσεις στο σύστημά μας», δήλωσε ο συνταγματάρχης Ακτάρ Αμπάς, εκπρόσωπος του στρατού στη Σουάτ. «Αν συμβεί κάτι, λειτουργεί βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων το σύστημα απόδοσης ευθυνών». Ωστόσο, οι γείτονες των θυμάτων στην κοιλάδα Σουάτ δηλώνουν πεπεισμένοι ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Ο επιφανής πολιτικός της περιοχής και πρώην υπουργός Εσωτερικών Αφτάμπ Αχμέντ Σέρπαο εξέφρασε έντονη ανησυχία. «Υπήρξαν πληροφορίες για εξώδικες εκτελέσεις από το στρατό, που μας ανησυχούν ιδιαιτέρως», είπε, «αυτό δεν βοηθάει στην αποκατάσταση της ειρήνης». Οι επιχειρήσεις του Πακιστανικού στρατού κατά των Ταλιμπάν στη Σουάτ άρχισαν τον περασμένο Μάιο υπό την πίεση των ΗΠΑ και χαιρετίστηκαν από την Ουάσιγκτον ως ένδειξη μιας ανανεωμένης αποφασιστικότητας του στρατού να λύσει το πρόβλημα. Η Αμερικανίδα πρεσβευτής Αν Πάτερσον επισκέφτηκε τις προάλλες τη μεγαλύτερη πόλη της Σουάτ, τη Μινγκόρα, και έγινε η πρώτη αξιωματούχος των ΗΠΑ που μεταβαίνει στην κοιλάδα μετά την εδραίωση του ελέγχου του στρατού.

Φόνοι
Τώρα, οι ανησυχίες για τις μεθόδους του στρατού στην περιοχή απειλούν να αμαυρώσουν περαιτέρω τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τις Πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις, μια συνεργασία που έχει αμφισβητηθεί από το Κογκρέσο και δεν έχει κερδίσει πολιτική αποδοχή από την κοινή γνώμη του Πακιστάν. Ο αριθμός των φόνων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο στρατός προσπαθεί να πνίξει οποιονδήποτε ενθουσιασμό των ντόπιων υπέρ των Ταλιμπάν και να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς αφού υπέστη βαριές απώλειες, εκτίμησε επιφανής πολιτικός της περιοχής, ο οποίος ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος.
Μια ζοφερή ατμόσφαιρα αβεβαιότητας κυριαρχεί τώρα στη Μινγκόρα, όπου όποιον κι αν ρωτήσεις στην αγορά, στα σπίτια ή στις κυβερνητικές υπηρεσίες εκφράζει έντρομος τις διαμαρτυρίες του για τις αυθαιρεσίες μιας απρόβλεπτης διακυβέρνησης του στρατού.
Πτώματα, μερικά με εμφανή τα σημάδια βασανισμού και άλλα με δεμένα χέρια και πόδια, με μια σφαίρα στο κεφάλι ή στον αυχένα, έχουν βρεθεί στους δρόμους της Μινγκόρα και σε αγροτικές περιοχές, όπου υπάρχουν οχυρά των μαχητών. Πληροφορίες δύο Πακιστανικών εφημερίδων, την 1η Σεπτεμβρίου, ανέφεραν ότι έχουν βρεθεί πεταμένα στην κοιλάδα Σουάτ έως και 251 πτώματα. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μια μη κυβερνητική οργάνωση, απέρριψε με οργή τους ισχυρισμούς πως όλα τα θύματα έχουν σκοτωθεί από πολίτες, καταγγέλλοντας τον περασμένο μήνα ότι υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές για πράξεις αντιποίνων του στρατού.

Υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες, ανέφερε η επιτροπή, οι οποίοι είδαν μαζικούς τάφους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα πτώματα φαίνεται ότι ανήκαν σε μαχητές Ταλιμπάν. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, υπάρχουν μαζικοί τάφοι στο χωριό Κουκαράι και στην περιοχή που εκτείνεται μεταξύ των χωριών Νταουλάι και Σαχ Ντέρι. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών ήταν αδύνατον να υπολογιστεί καθώς οι Αρχές περιόρισαν την πρόσβαση των οργανώσεων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπογράμμισε η επιτροπή. Διαβάστε περισσότερα...