Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν θα ξεκινήσει σιγά σιγά φέτος το καλοκαίρι με την επιστροφή 800 στρατιωτών τον Ιούλιο, ανακοίνωσαν Αμερικανοί αξιωματούχοι.
Είναι η πρώτη φορά που το Πεντάγωνο αναφέρει με κάποιες λεπτομέρειες το χρονοδιάγραμμα της αποχώρησης την οποία ανακοίνωσε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα στην ομιλία του τον Ιούνιο.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε την αποχώρηση μέχρι το τέλος του έτους 10.000 ανδρών, ενώ θα ακολουθήσει έως το τέλος του καλοκαιριού του 2012 η αποχώρηση των υπόλοιπων ενισχύσεων που είχαν σταλεί στα τέλη του 2009 στο Αφγανιστάν, δηλαδή 23.000 στρατιώτες.
«Η αποχώρηση θα αρχίσει αυτό το μήνα, όπως τόνισε ο πρόεδρος στην ομιλία του», είπε ο στρατηγός Ντέιβιντ Ροντρίγκες, δεύτερος στην ιεραρχία της δύναμης του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, στη διάρκεια τηλε-διάσκεψης από την Καμπούλ.
Η αποχώρηση αυτή αφορά «στρατεύματα μάχης, δυνάμεις υποστήριξης μάχης και δυνάμεις επιμελητειακής υποστήριξης μάχης», πρόσθεσε. «Θα είναι μια σταδιακή αποχώρηση και είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορέσουμε να αποσύρουμε τις δυνάμεις αυτές έως τα τέλη του έτους και να εκπληρώσουμε την αποστολή μας», είπε ο στρατηγός Ροντρίγκες.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό στρατηγό, δύο αμερικανικές μονάδες εκ των οποίων η μια έχει τη βάση της στην Καμπούλ θα ολοκληρώσουν την αποστολή τους στο τέλος του μηνός και δεν θα αντικατασταθούν.
Διαβάστε περισσότερα...
Επιστημονικό-ενημερωτικό ιστολόγιο με βαρύτητα σε θέματα γεωπολιτικής,εξωτερικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων. geopoliticsgr@gmail.com
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aφγανιστάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aφγανιστάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011
Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011
Προκαταρκτικές συνομιλίες ΗΠΑ με Ταλιμπάν
Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, δήλωσε σήμερα ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, καθώς και οι αρχές άλλων χωρών, κάνουν προκαταρκτικές συνομιλίες με τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. «Νομίζω ότι υπάρχει μια βούληση να γίνουν συνομιλίες από έναν ορισμένο αριθμό χωρών συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Γκέιτς, όταν ρωτήθηκε σχετικά από το τηλεοπτικό δίκτυο CNN.
«Θα έλεγα ότι αυτές οι επαφές είναι πολύ προκαταρκτικές σε αυτό το στάδιο», δήλωσε ο επικεφαλής του Πενταγώνου, ο οποίος τόνισε ότι είναι σημαντικό να καθοριστεί «ποιός αντιπροσωπεύει πραγματικά τους Ταλιμπάν», πριν εμπλακούμε σε συνομιλίες με κάποιον που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τον ηγέτη των ταλιμπάν, τον Μουλά Ομάρ. «Δεν θέλουμε να βρεθούμε να συνομιλούμε κάποια στιγμή με κάποιον που είναι πραγματικά ανεξάρτητος», δήλωσε ο Γκέιτς.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται μια ημέρα μετά απο εκείνες του Αφγανού προέδρου Χαμίντ Καρζάι που δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν. «Οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν άρχισαν. Αυτές οι συνομιλίες πάνε καλά. Οι ξένες δυνάμεις, κυρίως οι ΗΠΑ, κάνουν οι ίδιες τις διαπραγματεύσεις», δήλωσε ο Καρζάι σε συνέντευξη στην Καμπούλ.
Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη επιβεβαίωση των απευθείας συνομιλιών ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους Ταλιμπάν που εκδιώχθηκαν από την εξουσία στα τέλη του 2001 από έναν διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων όμως η αιματηρή εξέγερση κέρδισε έδαφος τα τελευταία χρόνια Διαβάστε περισσότερα...
«Θα έλεγα ότι αυτές οι επαφές είναι πολύ προκαταρκτικές σε αυτό το στάδιο», δήλωσε ο επικεφαλής του Πενταγώνου, ο οποίος τόνισε ότι είναι σημαντικό να καθοριστεί «ποιός αντιπροσωπεύει πραγματικά τους Ταλιμπάν», πριν εμπλακούμε σε συνομιλίες με κάποιον που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τον ηγέτη των ταλιμπάν, τον Μουλά Ομάρ. «Δεν θέλουμε να βρεθούμε να συνομιλούμε κάποια στιγμή με κάποιον που είναι πραγματικά ανεξάρτητος», δήλωσε ο Γκέιτς.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται μια ημέρα μετά απο εκείνες του Αφγανού προέδρου Χαμίντ Καρζάι που δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν. «Οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν άρχισαν. Αυτές οι συνομιλίες πάνε καλά. Οι ξένες δυνάμεις, κυρίως οι ΗΠΑ, κάνουν οι ίδιες τις διαπραγματεύσεις», δήλωσε ο Καρζάι σε συνέντευξη στην Καμπούλ.
Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη επιβεβαίωση των απευθείας συνομιλιών ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους Ταλιμπάν που εκδιώχθηκαν από την εξουσία στα τέλη του 2001 από έναν διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων όμως η αιματηρή εξέγερση κέρδισε έδαφος τα τελευταία χρόνια Διαβάστε περισσότερα...
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
Επιμένει στο πόλεμο του Αφγανιστάν η Τζ. Γκίλαρντ
Δεν αποσύρει το στρατό της χώρας από το Αφγανιστάν η Αυστραλή πρωθυπουργός.
Αμετάπειστη παραμένει η Αυστραλή πρωθυπουργός Τζούλια Γκίλαρντ στην απόφασή της, η αυστραλιανή στρατιωτική δύναμη να παραμείνει στο Αφγανιστάν, μη αποκλείοντας μάλιστα το ενδεχόμενο δεκαετούς δέσμευσης.
Είναι βέβαιη προς το παρόν η παραμονή αυστραλιανής δύναμης μέχρι το 2014, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο η διάρκεια του οποίου θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της εμπόλεμης κατάστασης.
Είναι φανερό ότι η πρωθυπουργός επιδιώκει να διευκρινίσει τη θέση της κυβέρνησης πριν τη σύνοδο του ΝΑΤΟ που θα λάβει χώρα στη Λισσαβόνα με θέμα το Αφγανιστάν.
«Θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι πότε είναι ασφαλές να αποχωρήσουμε σταδιακά. Θα ήταν ανώφελο να γίνει κάτι τέτοιο και αργότερα να αναγκαστούμε να επανέλθουμε στην αρχική μας θέση» τόνισε η Τζούλια Γλίλαρντ.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η Τζούλια Γκίλαρντ υιοθετεί μια θέση σκληρότερη από εκείνη των προκατόχων της, Κέβιν Ραντ και Τζον Χάουαρντ στο θέμα του Αφγανιστάν.
Σε αντίθεση με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, επέτρεψε το θέμα να συζητηθεί στο Κοινοβούλιο, τόνισε δε ότι η αποχώρηση των αυστραλιανών στρατευμάτων θα πρέπει να γίνει όταν το Αφγανιστάν θα παύσει να είναι ο παράδεισος των τρομοκρατών, γεγονός που πιθανόν να πάρει πάνω από μια δεκαετία.
Ολοκληρώνοντας, δήλωσε ότι στη σύνοδο της Λισσαβόνας θα ζητήσει από τους αρχηγούς των χωρών να μην εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν.
«Επιβάλλεται να δώσουμε όλο το χρόνο που απαιτείται σ' αυτήν την παγκόσμια δύναμη, προκειμένου τα αποτελέσματα να είναι ορατά. Επιβάλλεται να είμαστε πραγματιστές».
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (19/11/2010)
Διαβάστε περισσότερα...
Αμετάπειστη παραμένει η Αυστραλή πρωθυπουργός Τζούλια Γκίλαρντ στην απόφασή της, η αυστραλιανή στρατιωτική δύναμη να παραμείνει στο Αφγανιστάν, μη αποκλείοντας μάλιστα το ενδεχόμενο δεκαετούς δέσμευσης.
Είναι βέβαιη προς το παρόν η παραμονή αυστραλιανής δύναμης μέχρι το 2014, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο η διάρκεια του οποίου θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της εμπόλεμης κατάστασης.
Είναι φανερό ότι η πρωθυπουργός επιδιώκει να διευκρινίσει τη θέση της κυβέρνησης πριν τη σύνοδο του ΝΑΤΟ που θα λάβει χώρα στη Λισσαβόνα με θέμα το Αφγανιστάν.
«Θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι πότε είναι ασφαλές να αποχωρήσουμε σταδιακά. Θα ήταν ανώφελο να γίνει κάτι τέτοιο και αργότερα να αναγκαστούμε να επανέλθουμε στην αρχική μας θέση» τόνισε η Τζούλια Γλίλαρντ.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η Τζούλια Γκίλαρντ υιοθετεί μια θέση σκληρότερη από εκείνη των προκατόχων της, Κέβιν Ραντ και Τζον Χάουαρντ στο θέμα του Αφγανιστάν.
Σε αντίθεση με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, επέτρεψε το θέμα να συζητηθεί στο Κοινοβούλιο, τόνισε δε ότι η αποχώρηση των αυστραλιανών στρατευμάτων θα πρέπει να γίνει όταν το Αφγανιστάν θα παύσει να είναι ο παράδεισος των τρομοκρατών, γεγονός που πιθανόν να πάρει πάνω από μια δεκαετία.
Ολοκληρώνοντας, δήλωσε ότι στη σύνοδο της Λισσαβόνας θα ζητήσει από τους αρχηγούς των χωρών να μην εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν.
«Επιβάλλεται να δώσουμε όλο το χρόνο που απαιτείται σ' αυτήν την παγκόσμια δύναμη, προκειμένου τα αποτελέσματα να είναι ορατά. Επιβάλλεται να είμαστε πραγματιστές».
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (19/11/2010)
Διαβάστε περισσότερα...
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010
«Βέλη» Καρζάι στις ιδιωτικές αρχές ασφαλείας των ΗΠΑ
Ο Αφγανός πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι κατηγόρησε σήμερα τις αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας, κυρίως την Xe (πρώην Blackwater), ότι ευθύνονται για κάποιες επιθέσεις στο Αφγανιστάν στις οποίες σκοτώθηκαν «παιδιά».
Ο Καρζάι υπέγραψε στις 17 Αυγούστου ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο θα διαλύονταν ως το τέλος της χρονιάς οι 52 ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που εργάζονται στο Αφγανιστάν, με εξαίρεση αυτές που προστατεύουν τις πρεσβείες και τις στρατιωτικές βάσεις των διεθνών δυνάμεων.
Ο Καρζάι ζήτησε χθες Κυριακή από τους δυτικούς εταίρους του να του δώσουν μία λίστα με τα αναπτυξιακά σχέδια για τα οποία είναι απαραίτητη η ασφάλεια.
Όμως σήμερα, κατά τη διάρκεια μίας συνέντευξης Τύπου με τον τατζίκο ομόλογό του Εμομαλί Ραχμόν, καταφέρθηκε εναντίον των αμερικανικών εταιρειών και ιδιαίτερα της Xe, που είναι μία από τις 8 εταιρείες που έχουν ήδη απαγορευθεί στο Αφγανιστάν.
«Έχουν προκαλέσει το θάνατο παιδιών και ευθύνονται για κάποιες επιθέσεις και τρομοκρατικές πράξεις», δήλωσε. «Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε για πόσες από αυτές τις επιθέσεις ευθύνονται οι Ταλιμπάν και για πόσες οι εταιρείες», πρόσθεσε κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις αμερικανικές εταιρείες.
«Συμβόλαια υπεγράφησαν στο όνομα των εταιρειών ασφαλείας στους διαδρόμους ακόμα και αμερικανικών κυβερνητικών κτιρίων, που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια», συνέχισε χωρίς να διευκρινίζει πότε συνέβη αυτό.
Εξάλλου επανέλαβε ότι η διάλυση των ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας που λειτουργούν στη χώρα είναι «προς το συμφέρον» του Αφγανιστάν, όμως παραδέχθηκε ότι δέχεται έντονες πιέσεις από «τη διεθνή κοινότητα».
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (25/10/10)
Διαβάστε περισσότερα...
Ο Καρζάι υπέγραψε στις 17 Αυγούστου ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο θα διαλύονταν ως το τέλος της χρονιάς οι 52 ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που εργάζονται στο Αφγανιστάν, με εξαίρεση αυτές που προστατεύουν τις πρεσβείες και τις στρατιωτικές βάσεις των διεθνών δυνάμεων.
Ο Καρζάι ζήτησε χθες Κυριακή από τους δυτικούς εταίρους του να του δώσουν μία λίστα με τα αναπτυξιακά σχέδια για τα οποία είναι απαραίτητη η ασφάλεια.
Όμως σήμερα, κατά τη διάρκεια μίας συνέντευξης Τύπου με τον τατζίκο ομόλογό του Εμομαλί Ραχμόν, καταφέρθηκε εναντίον των αμερικανικών εταιρειών και ιδιαίτερα της Xe, που είναι μία από τις 8 εταιρείες που έχουν ήδη απαγορευθεί στο Αφγανιστάν.
«Έχουν προκαλέσει το θάνατο παιδιών και ευθύνονται για κάποιες επιθέσεις και τρομοκρατικές πράξεις», δήλωσε. «Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε για πόσες από αυτές τις επιθέσεις ευθύνονται οι Ταλιμπάν και για πόσες οι εταιρείες», πρόσθεσε κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις αμερικανικές εταιρείες.
«Συμβόλαια υπεγράφησαν στο όνομα των εταιρειών ασφαλείας στους διαδρόμους ακόμα και αμερικανικών κυβερνητικών κτιρίων, που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια», συνέχισε χωρίς να διευκρινίζει πότε συνέβη αυτό.
Εξάλλου επανέλαβε ότι η διάλυση των ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας που λειτουργούν στη χώρα είναι «προς το συμφέρον» του Αφγανιστάν, όμως παραδέχθηκε ότι δέχεται έντονες πιέσεις από «τη διεθνή κοινότητα».
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (25/10/10)
Διαβάστε περισσότερα...
Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010
Και η Τεχεράνη στις διεργασίες για το Αφγανιστάν
AFP, A.P., Reuters
Το Ιράν συμμετέχει και επισήμως πλέον στις διπλωματικές διεργασίες για την εξεύρεση λύσης στο αδιέξοδο του Αφγανιστάν, όπως επιβεβαίωσε ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στην περιοχή, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ.
Μάλιστα, Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι κάθισαν χθες στο ίδιο τραπέζι, κατά τη διάρκεια συνάντησης υψηλού επιπέδου, που φιλοξενήθηκε στη Ρώμη, με θέμα τη διαδικασία σταδιακής μεταβίβασης της ευθύνης για την εσωτερική ασφάλεια του Αφγανιστάν στις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις. Οπως δήλωσε ο κ. Χόλμπρουκ, το Ιράν είναι όμορη χώρα του Αφγανιστάν και η Ουάσιγκτον «δεν έχει κανένα πρόβλημα» να αναγνωρίσει ότι η Τεχεράνη έχει λόγο και ρόλο να παίξει στις προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας.
Οι δυτικές δυνάμεις που συμμετέχουν στην πολυεθνική δύναμη του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν (ISAF) στοχεύουν να έχουν παραδώσει τον έλεγχο της χώρας στην κυβέρνηση της Καμπούλ έως το 2015. Προκειμένου να τηρηθεί το φιλόδοξο αυτό χρονοδιάγραμμα, η συνεργασία της Τεχεράνης, η οποία αναδεικνύεται σε σημαντικό εμπορικό εταίρο του Αφγανιστάν και τηρούσε ανέκαθεν εχθρική στάση απέναντι στο σουνιτικό καθεστώς των Ταλιμπάν, θεωρείται απαραίτητη. Εξίσου απαραίτητη θεωρείται και η ευόδωση των ειρηνευτικών συνομιλιών που έχει ξεκινήσει ο Αφγανός πρόεδρος, Χαμίντ Καρζάι, με τους Ταλιμπάν, αλλά και η συνεργασία του Πακιστάν.
Εξάλλου, μετά εννέα χρόνια πολέμου, η ISAF, η οποία αριθμεί πλέον 150.000 στρατιώτες, δεν έχει καταφέρει να καταστείλει το κίνημα των φανατικών ισλαμιστών. Αντιθέτως, η ηγεσία των Ταλιμπάν έχει βρει ασφαλές καταφύγιο στις ορεινές περιοχές του γειτονικού Πακιστάν και από εκεί κατευθύνει το αντάρτικο εναντίον της ISAF. Στο Πακιστάν βρίσκεται επίσης και ο αρχηγός της Αλ Κάιντα, Οσάμα μπιν Λάντεν, μαζί με τον υπαρχηγό του, Αϊμάν αλ Ζαουάχρι. Σύμφωνα, μάλιστα, με εκτίμηση ανώτατου αξιωματούχου του ΝΑΤΟ, την οποία επικαλείται το τηλεοπτικό δίκτυο CNN, οι δύο τους ζουν άνετα σε κοντινά σπίτια.
Με άλλα λόγια, ούτε και ο δεύτερος στόχος της εισβολής στο Αφγανιστάν, δηλαδή η σύλληψη ή η εξόντωση της ηγεσίας της Αλ Κάιντα, επιτεύχθηκε σε αυτά τα εννέα χρόνια. Οι εξτρεμιστές απειλούν πλέον με επιθέσεις και στην Ευρώπη, με τον εκπρόσωπό των Ταλιμπάν να προειδοποιεί χθες την Ολλανδία με αντίποινα εάν ο ακροδεξιός κυβερνητικός εταίρος, Χέερτ Βίλντερς, πιέσει για την εφαρμογή «αντι-ισλαμικών» πολιτικών στη χώρα. Παράλληλα, συνεχίζουν τις καθημερινές επιθέσεις εναντίον του ΝΑΤΟ στο εσωτερικό του Αφγανιστάν και του Πακιστάν.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_2_19/10/2010_419220
(19/10/2010)
Διαβάστε περισσότερα...
Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010
Η δίκη μίας θηριωδίας
Του Charlie Savage
The New York Times
Τριάντα τέσσερις στρατιώτες του αμερικανικού στρατού που υπηρέτησαν στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ έχουν δικαστεί, κατηγορούμενοι για φόνο εξ αμελείας ή εκ προμελέτης από το 2001 μέχρι σήμερα. Απ' αυτούς, οι είκοσι δύο καταδικάστηκαν και οι δώδεκα αθωώθηκαν.
Ορισμένες υποθέσεις πέρασαν στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων και άλλες, όπως αυτή των κατά συρροήν δολοφονιών και βιασμών το 2006 στο Ιράκ που έληξε με την επιβολή πολυετών ποινών κάθειρξης σε βάρος αρκετών στρατιωτών, συγκέντρωσαν πάνω τους όλα τα φώτα της δημοσιότητας.
Εκείνη, ωστόσο, που εξετάζεται αυτές τις μέρες από το στρατοδικείο της βάσης Λούις-Μακόρντ στα περίχωρα του Σιάτλ αντιμετωπίζεται ήδη ως η πλέον φρικαλέα και των δύο πολέμων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ολόκληρη μονάδα εθισμένων στα ναρκωτικά πεζοναυτών, οι οποίοι σχημάτισαν ομάδα κρούσης με αποκλειστικό στόχο ανυποψίαστους Αφγανούς πολίτες. Σύμφωνα δε με τους εισαγγελείς του στρατού των ΗΠΑ, τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας δεν δίσταζαν να φωτογραφίζονται με τα θύματά τους, ακόμα και να συλλέγουν τα ακρωτηριασμένα τους μέλη ως τρόπαια. «Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη θηριωδία που διετελέσθη από Αμερικανούς στρατιώτες στους δύο πολέμους», σχολίασε ο αντιστράτηγος ε.α. Τόμας Ρόμιγκ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ομαλή λειτουργία των στρατοδικείων από το 2001 μέχρι το 2005. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων για δολοφονίες αμάχων κατά κάποιον τρόπο σχετίζονταν, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, με περιστατικά της μάχης.
Γιατί πυροβολούσαν
Πολλοί στρατιώτες έχουν, για παράδειγμα, κατηγορηθεί ότι άρχιζαν να πυροβολούν αδιακρίτως, αντιδρώντας σε κάποια αιφνιδιαστική επίθεση των ανταρτών, και αρκετοί, ακόμα, ότι δολοφόνησαν κρατουμένους εν βρασμώ ψυχής και ενώ είχε προηγηθεί βομβιστική ενέργεια σε βάρος συναδέλφων τους.
Στην περίπτωση των δολοφονιών της Χαντίθα στο Ιράκ το 2005, η τυφλή επιδρομή των πεζοναυτών, που κατέληξε στη δολοφονία 24 αμάχων, προκλήθηκε από βομβιστική επίθεση κατά την οποία ένας πεζοναύτης σκοτώθηκε και δύο τραυματίστηκαν. Κάποιοι εκ των κατηγορουμένων, μάλιστα, επέμειναν ενώπιον του δικαστηρίου ότι δέχθηκαν πυρά αμέσως μετά την έκρηξη της βόμβας.
Η συγκεκριμένη υπόθεση σχεδόν κατέρρευσε, μολονότι ένας εκ των κατηγορουμένων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κατηγορίες για φόνο εκ προμελέτης. «Είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταδικάσεις στρατιώτες που ισχυρίζονται ότι, καλώς η κακώς, αισθάνθηκαν ότι οι ζωές του βρέθηκαν σε κίνδυνο ύστερα από ένα συγκεκριμένο γεγονός», τόνιζε ο καθηγητής Στρατιωτικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Τζόρτζταουν, Γκάρι Σόλις. «Αυτοί που δικάζονται είναι συνήθως εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να αναλογιστούν τι πράττουν και όχι εκείνοι που αντέδρασαν υπό την πίεση που προκάλεσε κάποιο σοβαρό συμβάν», σημείωσε ο ίδιος.
Διαβάστε περισσότερα...
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
Ορυκτός πλούτος άνω των τριών τρισ. δολαρίων
AFP, A.P., Reuters
ΚΑΜΠΟΥΛ. Η αξία του ορυκτού πλούτου του Αφγανιστάν ενδεχομένως να ξεπερνά τα τρία τρισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό τουλάχιστον δήλωσε ο αρμόδιος υπουργός της χώρας, Γουαχιμπντουλάχ Σαχράνι, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε χθες στην Καμπούλ. Η εκτίμηση αυτή είναι τριπλάσια από εκείνη της Αμερικανικής Γεωλογικής Υπηρεσίας, η οποία υπολογίζει την αξία των ανεκμετάλλευτων αποθεμάτων σιδήρου, χαλκού, κοβαλτίου, λιθίου, νιοβίου, χρυσού και υδραργύρου που βρίσκονται στο υπέδαφος του Αφγανιστάν σε ένα τρισεκατομμύριο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Σαχράνι, οι Αμερικάνοι γεωλόγοι ήταν ιδιαίτερα φειδωλοί στις εκτιμήσεις τους. Η συνέντευξη του Αφγανού υπουργού Ορυχείων δόθηκε λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση που θα έχουν στελέχη της κυβέρνησης της Καμπούλ με ενδιαφερόμενους επενδυτές, στο Λονδίνο, στις 25 Ιουνίου. Μάλιστα, ο κ. Σαχράνι προσέθεσε ότι πρόσφατες έρευνες κατέδειξαν ότι τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στο βόρειο Αφγανιστάν είναι πολύ μεγαλύτερα από ό,τι ήταν γνωστό μέχρι σήμερα. «Τον επόμενο χρόνο θα προκηρυχθεί η μίσθωση πεδίου εκμετάλλευσης στην επαρχία Κουντούζ», ανακοίνωσε ο υπουργός.
Από την άλλη πλευρά, η έναρξη εξορυκτικών εργασιών στις περιοχές όπου υπάρχουν διαπιστωμένα κοιτάσματα μετάλλων θα χρειαστεί αρκετά χρόνια, τόσο λόγω της αναποτελεσματικότητας και της διαφθοράς του αφγανικού κρατικού μηχανισμού, όσο και λόγω της βίας που ταλανίζει τη χώρα. Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι, σύμφωνα με βάσιμες καταγγελίες, η Κινεζική Μεταλλουργική Βιομηχανία χρειάστηκε να δώσει μίζα 20 εκατομμυρίων δολαρίων στον πρώην υπουργό Ορυκτών του Αφγανιστάν, προκειμένου να της κατακυρωθεί η σύμβαση για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων χαλκού στην περιοχή Αϊνάκ. Επίσης, Αμερικανοί και Δυτικοί αξιωματούχοι φοβούνται πως το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων θα καταλήξει στα χέρια διαπλεκόμενων κυβερνητικών παραγόντων της Καμπούλ.
Παρ’ όλα τα σημαντικά αυτά προβλήματα, η ανακάλυψη των πλούσιων κοιτασμάτων δημιουργεί ελπίδες ότι το Αφγανιστάν θα καταφέρει να ξεφύγει από το φάσμα της φτώχειας, η οποία αποτελεί και μία από τις αιτίες του εξτρεμισμού. Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η χρονική συγκυρία των ανακοινώσεων για τον ορυκτό πλούτο δεν είναι τυχαία, καθώς η αφγανική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει έμμεσες διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν για την επίτευξη εκεχειρίας. Η προοπτική της οικονομικής ανάπτυξης ενδεχομένως να αποτελέσει ένα ακόμη «δόλωμα» για να προσέλθουν οι εξτρεμιστές στο τραπέζι των ειρηνευτικών συνομιλιών.
http://news.kathimerini.gr
Διαβάστε περισσότερα...
Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
Το ΝΑΤΟ ζητεί ρωσική βοήθεια στο Αφγανιστάν

AFP, A.P.
ΜΟΣΧΑ. Σε μια προσπάθεια γεφύρωσης των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, Αντερς Φογκ Ράσμουσεν, επισκέφτηκε χθες τη Μόσχα και ζήτησε τη συνδρομή της χώρας στις επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Ο Ράσμουσεν κάλεσε τη ρωσική κυβέρνηση να παράσχει ελικόπτερα στη Συμμαχία και να βοηθήσει στην εκπαίδευση των Αφγανών στρατιωτών για να παταχθεί η αντίσταση των Ταλιμπάν. Ηταν η πρώτη επίσκεψη του επικεφαλής του ΝΑΤΟ στη Ρωσία μετά την περσινή κρίση στη Γεωργία, που προκάλεσε ψυχροπολεμικό κλίμα στις σχέσεις της Δύσης με τη Μόσχα.
«Κάλεσα σήμερα τη Ρωσία να ενισχύσει τους όρους συνεργασίας μας στο Αφγανιστάν», είπε ο Ράσμουσεν μετά τις συνομιλίες του με τον Ρώσο πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ. Διευκρίνισε επίσης πως επέδωσε στον Μεντβέντεφ μια λίστα με σαφείς προτάσεις, όπως η διάθεση ελικοπτέρων και ανταλλακτικών, η εκπαίδευση Αφγανών αστυνομικών και η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών.
Ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ, που ήταν παρών στη συνάντηση, αποκάλυψε ότι ο Μεντβέντεφ έδωσε εντολή να εξεταστούν τα νατοϊκά αιτήματα. «Αυτό το φθινόπωρο αποτελεί μια νέα αρχή για τη σχέση μας», δήλωσε ο Ράσμουσεν, ο οποίος παραδέχθηκε ότι οι δύο πλευρές διατηρούν τις διαφορές τους, αλλά έχουν κοινά συμφέροντα σε πολλές περιοχές επειδή αντιμετωπίζουν κοινές απειλές στον τομέα της ασφάλειας.
Η Συμμαχία επιζητεί ευρύτερη βοήθεια από τη Ρωσία στο Αφγανιστάν, μια περιοχή, στην οποία η Μόσχα δίσταζε να αναμειχθεί μετά την ατυχή έκβαση της σοβιετικής εισβολής. Η εφημερίδα «Κομερσάντ», επικαλούμενη ανώτατες διπλωματικές πηγές, έγραψε ότι ο Ράσμουσεν θα προσπαθήσει να διευρύνει μια συμφωνία που επιτρέπει τη σιδηροδρομική διέλευση μη φονικών εφοδίων προς το Αφγανιστάν από ρωσικά εδάφη. Παρόμοια συμφωνία που αφορά τη χρήση του ρωσικού εναέριου χώρου είχε συναφθεί τον Ιούλιο.
Πηγή: http://news.kathimerini.gr
Διαβάστε περισσότερα...
Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009
Επιλογές και διλήμματα του Ομπάμα για το Αφγανιστάν

Της Elisabeth Bumiller
International Herald Tribune
Εάν ο Μπαράκ Ομπάμα ικανοποιήσει το αίτημα του διοικητή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, στρατηγού Στάνλεϊ Μακρίσταλ, για την αποστολή ενισχύσεων 40.000 ανδρών, τότε ο αμερικανικός στρατός θα έχει την ευελιξία και τη δυνατότητα να διαθέσει επιπλέον 15.000 στρατιώτες στις νότιες περιοχές της χώρας, όπου βρίσκεται και το προπύργιο των Ταλιμπάν, 5.000 ακόμη στην κρίσιμη περιοχή των συνόρων με το Πακιστάν, καθώς και 10.000 εκπαιδευτές για τα αφγανικά Σώματα Ασφαλείας. Οι υπόλοιποι θα μπορούσαν να διαμοιραστούν σε μονάδες σε ολόκληρη την αφγανική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Καμπούλ, αλλά και να επιφορτιστούν με την εκτέλεση μυστικών επιχειρήσεων.
Τα υπέρ και κατά
Εάν όμως ο κ. Ομπάμα επιλέξει να στείλει μόλις 10.000 έως 15.000 στρατιώτες, τότε ο στρατηγός Μακρίσταλ αναγκαστικά θα τους χρησιμοποιήσει κυρίως ως εκπαιδευτές, ενώ θα στείλει και περιορισμένες ενισχύσεις στην επαρχία Κανταχάρ, πνευματικό και επιχειρησιακό κέντρο των Ταλιμπάν. Στη γειτονική επαρχία Χελμάντ, όπου παράγονται μεγάλες ποσότητες οπίου, δεν θα αναπτυχθούν νέες δυνάμεις και το ίδιο ισχύει και για τη μεθόριο με το Πακιστάν. Τα υπέρ και τα κατά της κάθε ενδεχόμενης κίνησης μελετήθηκαν ενδελεχώς από τον κ. Ομπάμα και το επιτελείο του και οι σχετικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν αυτήν την εβδομάδα. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ενώ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αναμένεται να μονοπωλήσει ο αριθμός των στρατιωτών που θα σταλούν, αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι ενισχύσεις.
Στις επόμενες αράδες του κειμένου, παρατίθεται μια αρχική εκτίμηση της κατανομής δυνάμεων, ανάλογα με τον αριθμό των ενισχύσεων. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε συζητήσεις και αναλύσεις ανώτερων αξιωματούχων του Πενταγώνου και της Αμερικανικής κυβέρνησης.
Επιλογές
Στα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου, ο στρατηγός Μακρίσταλ παρουσίασε στο Πεντάγωνο τρεις επιλογές για την ενίσχυση των 68.000 Αμερικανών που ήδη έχουν αναπτυχθεί στο Αφγανιστάν: το πρώτο σενάριο προέβλεπε 80.000 επιπλέον στρατιώτες, το δεύτερο 40.000 επιπλέον και το τρίτο 10.000 με 15.000. Ο Λευκός Οίκος αμέσως απέρριψε την επιλογή των 80.000 και διασαφήνισε ότι ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός που μελετάται είναι οι 40.000.
Αν προκριθεί λοιπόν αυτή η επιλογή, τότε η βασική προτεραιότητα του Μακρίσταλ θα είναι να διαθέσει γύρω στους 10.000 άνδρες στην επαρχία Κανταχάρ, η οποία συνορεύει με το Πακιστάν. Η πόλη της Κανταχάρ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στο Αφγανιστάν μετά την πρωτεύουσα Καμπούλ. Στην περιοχή βρίσκονται αυτή τη στιγμή 3.200 Αμερικανοί στρατιώτες και 1.600 Καναδοί. Οι Ταλιμπάν ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας και ενίοτε πολιορκούν και την πρωτεύουσα. «Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε αυτή τη στιγμή αρκετούς στρατιώτες για τον έλεγχο της Κανταχάρ», σημειώνει ο Κίμπερλι Κίγκαν, πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολεμικών Μελετών (Institute for the Study of War), ο οποίος εργάστηκε και ως σύμβουλος του Μακρίσταλ το περασμένο καλοκαίρι. Αν, με τη βοήθεια των επιπλέον στρατιωτών, οι Αμερικανοί θέσουν υπό τον έλεγχό τους την Κανταχάρ, η οποία είναι και το προπύργιο των Ταλιμπάν στη χώρα, θα πρόκειται αναμφίβολα για μεγάλη στρατηγική επιτυχία και σοβαρό πλήγμα στο ηθικό του εχθρού.
Περίπου 5.000 επιπλέον άνδρες από τις ενισχύσεις των 40.000 θα σταλούν στην επαρχία Χελμάντ, όπου παράγονται και οι μεγαλύτερες ποσότητες οπίου στο Αφγανιστάν. Η εμπορία οπίου αποτελεί βασική πηγή εσόδων για τους εξτρεμιστές, ενώ η εμπέδωση κλίματος ασφάλειας στη Χελμάντ θεωρείται μείζονος σημασίας για τον άμαχο πληθυσμό, αφού στην εύφορη κοιλάδα της καλλιεργούνται τα περισσότερα τρόφιμα που καταναλώνονται στη χώρα. Στη Χελμάντ βρίσκονται ήδη 4.000 πεζοναύτες, οι οποίοι όμως δεν έχουν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα προπύργια των ανταρτών στα νότια και τα κεντρικά της επαρχίας.
Επίσης, 5.000 στρατιώτες θα αναπτυχθούν, εφόσον φυσικά είναι διαθέσιμοι, στις επαρχίες Πακτικά, Πάκτια και Κοστ, οι οποίες συνορεύουν με τις ημιαυτόνομες ορεινές επαρχίες του Πακιστάν (το Βόρειο και το Νότιο Βαζιριστάν). Οι συγκεκριμένες πακιστανικές επαρχίες έχουν μετατραπεί σε καταφύγιο για την ηγεσία της Αλ Κάιντα. «Όσες δυνάμεις και να στείλει ο Λευκός Οίκος, το σίγουρο είναι ότι ο κύριος όγκος τους θα πάει στο νότιο και το ανατολικό Αφγανιστάν. Στις κεντρικές και βόρειες περιοχές της χώρας, όπου τα πράγματα είναι πιο ήσυχα, θα γίνει οικονομία δυνάμεων», δήλωσε ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του. Τέλος, γύρω στις 10.000 Αμερικανοί στρατιώτες θα αναλάβουν την εκπαίδευση Αφγανών συναδέλφων τους.
Σχέδιο δράσης
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το σχέδιο δράσης που έχουν κατά νουν ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, η υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ναύαρχος Μάικλ Μιούλεν. Σε περίπτωση που ο κ. Ομπάμα αποφασίσει να στείλει μεταξύ 30.000 και 40.000 ανδρών, τότε αντί για 10.000 εκπαιδευτές, θα διατεθούν 5.000, ενώ λιγότεροι θα είναι και εκείνοι που θα αναπτυχθούν στις υπόλοιπες επαρχίες της χώρας, πέραν της Χελμάντ και της Κανταχάρ. Με άλλα λόγια, οι προσπάθειες εναντίον των Ταλιμπάν θα επικεντρωθούν στον Νότο, όπου βρίσκεται και ο κύριος όγκος των μαχητών τους.
Σύμφωνα με ανώτερους αξιωματικούς του στρατού, ανεξαρτήτως του αριθμού των Αμερικανών στρατιωτών που θα διατεθούν στο Αφγανιστάν, οι περισσότεροι εξ αυτών θα επιχειρούν μαζί με τις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις. Θα διαμένουν στις ίδιες στρατιωτικές βάσεις, θα ζουν μαζί, θα εργάζονται μαζί και θα πολεμούν μαζί. Μόνο οι θάλαμοι που θα κοιμούνται και τα εστιατόριά τους θα είναι ξεχωριστά. Διαβάστε περισσότερα...
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009
Δυσκολεύουν τα πράγματα στο Αφγανιστάν

Των Peter Baker και Elisabeth Bumiller
Πριν από δύο εβδομάδες, σε ένα ανήλιαγο υπόγειο του Λευκού Οίκου, ο Αμερικανός πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και μία πλειάδα υπουργών, διπλωματών, ανώτατων αξιωματικών και συμβούλων, συζήτησαν επί τρεις ώρες το θέμα του Αφγανιστάν. Συμφώνησαν σε ένα πράγμα: καμία από τις επιλογές που έχουν μπροστά τους δεν είναι εύκολη.
Μόλις έξι μήνες αφότου ο πρόεδρος Ομπάμα υιοθέτησε μια «πιο σαφή, έξυπνη και συνολική στρατηγική» για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο τραπέζι των διαβουλεύσεων και να εξετάσει το ζήτημα από την αρχή. Οι επιλογές που έχει διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους και δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστες.
Θα μπορούσε να επιμείνει στη στρατηγική που υιοθέτησε τον Μάρτιο. Εν τούτοις, ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, στρατηγός Στάνλεϊ Μακρίσταλ, ζητάει έως και 40.000 επιπλέον άνδρες για να την εφαρμόσει. Μπορεί επίσης να κινηθεί στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση που του προτείνει ο αντιπρόεδρος, Τζο Μπάιντεν. Να μειώσει, δηλαδή, την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Αφγανιστάν και να εστιάσει τις προσπάθειές του στον εντοπισμό και στην εξόντωση της ηγεσίας της Αλ Κάιντα. Σε μία τέτοια περίπτωση, όμως, διακινδυνεύει την κατάρρευση της κυβέρνησης της Καμπούλ.
Τέλος, θα μπορούσε να επιλέξει κάτι ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες λύσεις, με κίνδυνο να οδηγήσει τον πόλεμο σε τέλμα. «Όλες οι επιλογές του θα έχουν μειονεκτήματα. Έτσι συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις», εκτιμά ο Μπρετ Μακγκούρκ, σύμβουλος επί θεμάτων Ιράκ και Αφγανιστάν στη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους.
Ο καθοριστικός παράγοντας για την τελική απόφαση του κ. Ομπάμα είναι το αμερικανικό συμφέρον στην ευρύτερη περιοχή. Ο πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει «αναγκαίο» τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, ώστε να μην ξαναγίνει η χώρα ασφαλές καταφύγιο της Αλ Κάιντα, απ’ όπου θα σχεδιάζει τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον της Αμερικής. Το ερώτημα είναι, βεβαίως, πόσες ζωές αξίζει να χαθούν και πόσα χρήματα να ξοδευτούν, ώστε να μειωθεί αυτός ο κίνδυνος.
Η πρόσφατη συνάντηση ήταν η πρώτη από τις πέντε που έχουν προγραμματιστεί για το Αφγανιστάν. Ο πρόεδρος και το επιτελείο του συζήτησαν τη γενική κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στη χώρα και στις υπόλοιπες θα εξετάσουν επιμέρους λεπτομέρειες, πριν φτάσουν σε οριστικές αποφάσεις.
Η επιλογή που προκρίνει ο Μακρίσταλ είναι η αποστολή σημαντικών ενισχύσεων, για την προστασία του άμαχου πληθυσμού, η δραστική μείωση των αεροπορικών βομβαρδισμών, ώστε να περιοριστούν οι παράπλευρες απώλειες και η αύξηση του αριθμού των ενόπλων δυνάμεων του Αφγανιστάν. Εξάλλου, οι περισσότεροι ειδικοί στον τομέα του ανορθόδοξου πολέμου επισημαίνουν ότι χρειάζονται πολύ περισσότεροι άνδρες για να διασφαλιστεί ο έλεγχος ολόκληρης της αφγανικής επικράτειας, για όσο διάστημα εκπαιδεύονται οι Αφγανοί αστυνομικοί και στρατιώτες.
«Χωρίς ενισχύσεις, οι αντάρτες θα συνεχίσουν να διαφεύγουν τους ελέγχους μας και να τοποθετούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, οι οποίοι σκοτώνουν τους άνδρες μας», μας λέει ο Πίτερ Γκιλκράιστ, απόστρατος ταξίαρχος του Βρετανικού Στρατού που υπηρέτησε στο Αφγανιστάν. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ενισχύσεις θα μας δώσουν τον απαραίτητο χρόνο που χρειαζόμαστε για να εκπαιδεύσουμε περισσότερους Αφγανούς στρατιώτες και αστυνομικούς», συμπληρώνει ο στρατηγός Νταν Μακνίλ, διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν μέχρι τον Ιούνιο του 2008.
Οι θιασώτες της αντίθετης άποψης υπενθυμίζουν ότι οι ξένες δυνάμεις ποτέ δεν πέτυχαν να υποτάξουν τους φυλάρχους του Αφγανιστάν, ενώ οι ενισχύσεις θα εντείνουν το αίσθημα ξένης κατοχής στον αφγανικό πληθυσμό. Το αποτέλεσμα θα είναι η παράταση του πολέμου και η αύξηση των απωλειών στις τάξεις του αμερικανικού στρατού. Επίσης, εκτιμούν ότι, παρά την αγριότητά τους, οι Ταλιμπάν δεν αποτελούν απειλή για τις ΗΠΑ, ενώ αντίθετα η Αλ Κάιντα, που είναι πράγματι απειλή, έχει τη βάση της στο γειτονικό Πακιστάν. Τέλος, υπογραμμίζουν ότι η εκτεταμένη νοθεία στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές του Αφγανιστάν σημαίνει ότι η Αμερική δεν διαθέτει πλέον αξιόπιστο συνομιλητή στην Καμπούλ. Διαβάστε περισσότερα...
Για πρώτη φορά οι Γερμανοί σε πόλεμο μετά το 1945

Του Nicholas Kulish International Herald Tribune
Αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν την εξέγερση στο άλλοτε ειρηνικό βόρειο Αφγανιστάν, οι Γερμανοί στρατιώτες εμπλέκονται σε συνεχείς και αιματηρές χερσαίες μάχες, για πρώτη φορά, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παραμένει ζητούμενο για πόσο η αντιπολίτευση θα επιτρέψει στα γερμανικά στρατεύματα να παραμείνουν και να πολεμήσουν και αν θα τους επιτραπεί να παρεκκλίνουν από τις αυστηρές οδηγίες να μην εμπλακούν σε αντεπιθέσεις του είδους, που προτείνουν οι Αμερικανοί στρατηγοί. Το ερώτημα τώρα είναι αν οι Αμερικανοί θα διεξάγουν ένα είδος πολέμου και οι σύμμαχοί τους ένα άλλο.
Για τους Γερμανούς, η συνειδητοποίηση ότι οι στρατιώτες τους έχουν εμπλακεί σε χερσαίες μάχες ενός κλιμακούμενου πολέμου απαιτεί μια εκ βάθρων επανεξέταση των αρχών τους. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανική κοινωνία αποκήρυξε τη χρήση κάθε μορφής στρατιωτικής ισχύος, με εξαίρεση την αυτοάμυνα, και τάχθηκε επί γενιές υπέρ της ειρήνης, παραμερίζοντας τα αιτήματα των συμμάχων για οποιαδήποτε στρατιωτική υποστήριξη πέραν της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Από ανάγκη ωστόσο, ορισμένοι από τους 4.250 Γερμανούς στρατιώτες στην Κουντούζ έχουν ήδη απομακρυνθεί από αυτές τις αρχές. Την περασμένη εβδομάδα, έδωσαν κουβέρτες και μπάλες στους κατοίκους ενός χωριού έξω από την Κουντούζ, αλλά λιγότερο από μια ώρα αργότερα δέχθηκαν επίθεση των ανταρτών με πυροβόλα όπλα και πυραύλους.
Οι Γερμανοί απάντησαν στα πυρά και σκότωσαν έναν αντάρτη, ενώ η σκόνη και η ταραχή που προκλήθηκε κατέστησε αδύνατο το διαχωρισμό των Ταλιμπάν από τους αμάχους. «Μας πυροβολούν και τους πυροβολούμε», είπε ο λοχίας Έρικ Σ. και πρόσθεσε ότι θύματα θα υπάρξουν και από τις δυο πλευρές. «Είναι τόσο απλό, πρόκειται για πόλεμο». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πολιτικοί δεν μπορούν πια να το κρύψουν.
Πράγματι, οι Γερμανοί πολιτικοί αρνούνται να εκστομίσουν τη λέξη «πόλεμος» και προσπαθούν να εμφανίσουν τη γερμανική αποστολή στο Αφγανιστάν ως ένα μείγμα ειρηνευτικής δύναμης και ανοικοδόμησης για τη στήριξη της αφγανικής κυβέρνησης. Ωστόσο, δεν μπορούν πια να υποστηρίζουν αυτή την εκδοχή, καθώς η εξέγερση εκτείνεται ταχύτατα στα δυτικά και το βόρεια της χώρας, όπου η Γερμανία έχει την περιφερειακή διοίκηση και τα περισσότερα στρατεύματα. Οι Γερμανοί μπορεί να μην πήγαν στον πόλεμο, αλλά τώρα ο πόλεμος ήρθε σ’ αυτούς. Εν μέρει, όπως υποστηρίζουν ΝΑΤΟϊκοί και Γερμανοί αξιωματούχοι, αυτό δείχνει την πολιτική οξυδέρκεια της ηγεσίας των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα, η οποία γνωρίζει την αντίθεση της Γερμανίας στον πόλεμο.
Αν και η ένταση της εξέγερσης στο νότιο Αφγανιστάν είναι αυτή που προσελκύει περισσότερο την προσοχή, η κατάσταση στον γερμανικό τομέα του Βορρά επιδεινώνεται γρήγορα. Μόλις πριν από ένα χρόνο, λένε οι στρατιώτες, μπορούσαν να περιπολούν χωρίς θωρακισμένα οχήματα. Τώρα υπάρχουν περιοχές, όπου δεν μπορούν να κινηθούν ακόμη και με θωρακισμένα οχήματα, χωρίς τη συνοδεία στρατιωτών.
Γερμανοί αξιωματούχοι διατείνονται ότι προσάρμοσαν αναλόγως τις τακτικές τους, συχνά υποχρεώνοντας τους Ταλιμπάν σε πολύωρες μάχες με την υποστήριξη της αεροπορίας.
Ωστόσο, η δράση του γερμανικού στρατού εξαρτάται από κοινοβουλευτική εντολή, η οποία αναμένεται να ανανεωθεί το Δεκέμβριο. Επιπλέον, οι Γερμανοί στρατιώτες δεν μένουν στο Αφγανιστάν πέραν του τετραμήνου, γεγονός το οποίο δεν τους επιτρέπει να έχουν μια συνέχεια με τους Αφγανούς εταίρους τους.
The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Ομπάμα Σκληρή πολιτική στο Αφγανιστάν

Των Helene Cooper και Tom Shanker
Ο πρόεδρος Ομπάμα σχεδιάζει να υιοθετήσει πιο αυστηρή πολιτική έναντι του Αφγανού ομολόγου του Χαμίντ Καρζάι, στο πλαίσιο μιας νέας αμερικανικής προσέγγισης για το θέμα του Αφγανιστάν που θα δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην αποδοτική διεξαγωγή του πολέμου παρά στην ανάπτυξη, όπως δηλώνουν ανώτεροι αξιωματούχοι στην Ουάσιγκτον.
Ο κ. Καρζάι θεωρείται τώρα δυνάμει εμπόδιο για τους αμερικανικούς στόχους στο Αφγανιστάν, επειδή η διαφθορά είναι αχαλίνωτη στην κυβέρνησή του, συμβάλλοντας στο εμπόριο ναρκωτικών που ανθεί και στην ενίσχυση των Ταλιμπάν. «Ο πρόεδρος ζήτησε πρόσφατα την αναθεώρηση της πολιτικής στο Αφγανιστάν και δεν έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Μάικλ Χάμερ.
Διαφοροποίηση από τον Μπους
Μεταξύ αυτών οι οποίοι ασκούν πιέσεις για μια αποτελεσματική κυβέρνηση Καρζάι είναι ο αντιπρόεδρος Τζόζεφ Μπάιντεν και ο ειδικός απεσταλμένος του Ομπάμα στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Οι αξιωματούχοι περιέγραψαν τη νέα προσέγγιση ως διαφοροποίηση από την πολιτική του Τζορτζ Μπους, ο οποίος διεξήγαγε βιντεο-διασκέψεις με τον κ. Καρζάι κάθε δύο εβδομάδες και θέλησε να προβάλει τον αμερικανικό ρόλο στην ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν. Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι η κυβέρνηση Ομπάμα θα συνεργαστεί πρωτίστως με ηγέτες της επαρχίας αντί για την κεντρική κυβέρνηση και ότι θα αφήσει την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ανοικοδόμηση για τους Ευρωπαίους συμμάχους, έτσι ώστε οι αμερικανικές δυνάμεις να εστιάσουν την προσοχή στη μάχη κατά των ανταρτών. «Δεν υπάρχει αρκετός χρόνος ούτε υπομονή ούτε χρήμα για να επιδιώξουμε φιλόδοξους στόχους στο Αφγανιστάν», δήλωσε ο υπουργός Αμύνης Ρόμπερτ Γκέιτς – ο οποίος υπηρέτησε επί Μπους και διατηρεί το αξίωμά του επί Ομπάμα. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο πόλεμος στο Αφγανιστάν είναι «η μεγαλύτερη στρατιωτική πρόκληση της Αμερικής».
Προ δεκαημέρου, ο κ. Γκέιτς, χρησιμοποιώντας διαφορετική φρασεολογία από αυτήν της κυβέρνησης Μπους, δήλωσε ότι οι προηγούμενοι αμερικανικοί στόχοι στο Αφγανιστάν ήταν «πολύ ευρείς και απέβλεπαν πολύ μακριά στο μέλλον». Το ΝΑΤΟ δεν τήρησε τις δεσμεύσεις του για την αποστολή στρατευμάτων, ελικοπτέρων και στρατιωτικών εκπαιδευτών, με τον κ. Γκέιτς να επικρίνει ανοιχτά τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών για τις κενές τους υποσχέσεις.
Ο κ. Χόλμπρουκ ετοιμάζεται να μεταβεί στην περιοχή και σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης, σχεδιάζει να ζητήσει περισσότερα από τον κ. Καρζάι, ειδικά σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ο κ. Καρζάι θα επιδιώξει να επανεκλεγεί φέτος αλλά δεν είναι σαφές εάν ο κ. Ομπάμα και οι σύμβουλοί του θα υποστηρίξουν την υποψηφιότητά του. Η κυβέρνηση θα παρακολουθεί, λένε οι σύμβουλοι, για να δει εάν ο κ. Καρζάι ανταποκρίνεται στα αιτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων για τη σύλληψη συνεργατών του, περιλαμβανομένου του ετεροθαλούς αδελφού του, τον οποίο Δυτικοί αξιωματούχοι κατηγορούν για λαθρεμπόριο ναρκωτικών στο Κανταχάρ.
Λίγο προτού αναλάβει το αξίωμα του αντιπροέδρου, ο κ. Μπάιντεν μετέβη στο Αφγανιστάν με την ιδιότητα του απερχόμενου προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας. Συναντήθηκε με τον κ. Καρζάι και τον προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση Ομπάμα έχει υψηλότερες προσδοκίες για τις επιδόσεις του απ’ ό,τι είχε η κυβέρνηση Μπους.
Αλλαγή ηγεσίας
Μετά την επιστροφή του από το Αφγανιστάν, ο κ. Μπάιντεν περιέγραψε την κατάσταση ως «πραγματικό χάος». Οι εκλογές θα γίνουν μέχρι το φθινόπωρο το αργότερο, όπως προβλέπει το αφγανικό Σύνταγμα. Ο Ζαλμάι Χαλιλζάντ, Αφγανοαμερικανός, ο οποίος στο παρελθόν ήταν πρεσβευτής των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη και θεωρείται πιθανός αντίπαλος του κ. Καρζάι στις εκλογές, προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση Ομπάμα πρέπει «να βαδίζει προσεκτικά», καθώς οργανώνει την πολιτική της στο Αφγανιστάν.
«Εάν δοθεί η εντύπωση ότι εγκαταλείπουμε την κεντρική κυβέρνηση και εστιάζουμε την προσοχή απλώς σε τοπικό επίπεδο θα προκαλέσουμε περαιτέρω προβλήματα», δήλωσε ο κ. Καλιλζάντ. «Ορισμένοι θα το εκλάβουν ως προσπάθεια διάσπασης του αφγανικού κράτους και συνεπώς ως εχθρική πολιτική».
Ο κ. Ομπάμα ετοιμάζεται να αυξήσει τον αριθμό των Αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν, στους 60.000 άνδρες από περίπου 34.000 που είναι σήμερα, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Αλλά ο κ. Γκέιτς άφησε να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί με αργούς ρυθμούς, τουλάχιστον για την ώρα. Αναφέρθηκε στο σχέδιο αποστολής επιπλέον 12.000 στρατιωτών έως τα μέσα του καλοκαιριού, αλλά σημείωσε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση δεν θα γίνει πριν από τα τέλη του 2009.
«Ο στόχος μας δεν είναι να εγκαταλείψουμε ολοκληρωτικά την ανοικοδόμηση», δήλωσε κορυφαίος αξιωματούχος ζητώντας να παραμείνει ανώνυμος. «Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να λύσουμε το πρόβλημα της Aλ Κάιντα. Αυτή πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητά μας». Διαβάστε περισσότερα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
