Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Το Κυπριακό Κέντρο Μελετών σας προσκαλεί στην Επιστημονική Ημερίδα με θέμα:

«Ζητήματα Ασφαλείας Γεωπολιτικό Περιβάλλον της Κύπρου»

Μέρος Α’

Παράμετροι της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής
στη Μέση Ανατολή που Επηρεάζουν την Κύπρο

Στέφανος Κωνσταντινίδης
Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστήμιο Κεμπέκ, Καναδάς


Ασύμμετρη Ανάπτυξη και Ασύμμετρες Απειλές στο Γεωπολιτικό περιβάλλον της Κύπρου: Δημογραφική Έκρηξη και Γεωπολιτική των Υδάτων.

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής ΚΥ.ΚΕ.Μ.


Η Ενεργειακή Στρατηγική της Τουρκίας:
Προεκτάσεις για την Ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου

Ελένη Τζιωρτζή Επιστημονικός
Συνεργάτης, ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Συντονιστής: Ανδρέας Μορφίτης, Αντιπρόεδρος ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Μέρος Β’

Η Γεωπολιτική Σημασία και το Πρόβλημα Ασφαλείας της Κύπρου

Φοίβος Κλόκκαρης
Αντιστράτηγος ε/α

Εθνική Ασφάλεια και Ειρηνευτικές Δυνάμεις

Ανδρέας Πενταράς
Υποστράτηγος ε/α

Η Ιδιωτικοποίηση του Πολέμου στον 21ο αιώνα:
Προβλήματα και Προοπτικές. Το Παράδειγμα του Ιράκ

Στέφανος Στέφου
Επιστημονικός Συνεργάτης ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Συντονιστής : Λοίζος Αντωνίου Δημοσιογράφος


ΠΕΜΠΤΗ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 17.30-20.30

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ MARFIN ΛΑΙΚΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΑΣ
ΓΩΝΙΑ ΛΕΩΦ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ
ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 1

Πληροφορίες
Τηλ: 22 66 88 48
kykem@cytanet.com.cy

Χορηγοί Επικοινωνίας


Χορηγός

S. KAZEPIS
AUTO RECYCLING AND ENGINEERING LTD


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Η Θάτσερ φοβόταν την επανένωση της Γερμανίας


Του Carsten Volkery DER SPIEGEL

Ο πρώην Γερμανός καγκελάριος, Helmut Kohl δεν έχει ξεχάσει μέχρι σήμερα την εχθρότητα που αντιμετώπισε σε μια ευρωπαϊκή συνεδρία στις 8 Δεκεμβρίου, 1989. Δέκα μέρες νωρίτερα είχε παρουσιάσει σχέδιο για την επανένωση της Γερμανίας, το οποίο αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Στα απομνημονεύματά του, ο πρώην καγκελάριος περιγράφει ένα δείπνο ηγετών, κατά το οποίο η πρωθυπουργός της Αγγλίας, Μάργκαρετ Θάτσερ είπε χαρακτηριστικά: «Νικήσαμε τους Γερμανούς δύο φορές, και τώρα επέστρεψαν πάλι».

Η εναντίωση της Θάτσερ στην ενοποίηση της Γερμανίας ήταν γνωστή σε όλη την Ευρώπη. Απόρρητα έγγραφα που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας προδίδουν ότι η Θάτσερ επέμενε πεισματικά στην άποψη ότι η κυβέρνηση της Αγγλίας θα έπρεπε να αντισταθεί με νύχια και με δόντια στην ιστορική εξέλιξη της Γερμανίας. Η Σιδηρά Κυρία της Αγγλίας είχε επανειλημμένα επικρίνει τους υπουργό Εξωτερικών, Douglas Hurd και πρέσβη της Αγγλίας στη Βόννη, Christopher Mallaby, οι οποίοι στήριξαν την επανένωση της Γερμανίας μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Ο Mallaby έγραψε στον Hurd ότι «θα ήταν προς το συμφέρον μας να ανταποκριθούμε θετικά στις εξελίξεις στη Γερμανία». Ωστόσο, όταν ο Hurd επισκέφθηκε το Βερολίνο βρέθηκε αντιμέτωπος με τις δηλώσεις της Θάτσερ, η οποία επέμεινε στη θέση της ότι «η επανένωση δεν είναι επί του παρόντος στην ημερήσια διάταξη».

Τόμος 500 σελίδων με επιστολές και υπομνήματα κυκλοφόρησε την εβδομάδα που μας πέρασε και χρονολογείται μεταξύ Απριλίου, 1989 και Νοεμβρίου, 1990. Από τις επιστολές αποκαλύπτεται πως ο τότε Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Μιτεράν, απευθυνόμενος στην Βρετανό ομόλογο του, εξέφρασε τη δυσπιστία του προς τους Γερμανούς. Κατά τη διάρκεια γεύματος που πραγματοποιήθηκε στο Elysee Palace στις 20 Ιανουαρίου, 1990, ο Μιτεράν προειδοποίησε την Θάτσερ πως η ενδεχόμενη ενοποίηση της Γερμανίας θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη επιρροή της χώρας στην Ευρώπη από αυτήν που είχε ο Χίτλερ και, ως αποτέλεσμα, θα επέστρεφαν οι «κακοί» Γερμανοί.

«Δαμάζοντας» τους Γερμανούς

Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, 1990, ο Μιτεράν συμβιβάστηκε με την επανένωση της Γερμανίας. Παρόλα αυτά, εξακολούθησε να πιέζει την Θάτσερ να αντισταθεί στο σχέδιο, σε μια προσπάθεια να αποσπάσουν παραχωρήσεις από πλευράς Γερμανίας στις ευρωπαϊκές συμφωνίες. Η Θάτσερ ήταν πεπεισμένη πως μπορούσε να επιβραδύνει τη διαδικασία της επανένωσης. Πίστευε ότι τα πράγματα εξελίσσονται με πολύ γρήγορους ρυθμούς και φοβόταν μήπως ο Σοβιετικός ηγέτης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αποσταθεροποιήσει την επανένωση – μια ανησυχία που επιβεβαιώνεται από την ιστορία.

Δύο δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών επιθυμεί να βελτιώσει την κακή φήμη που απέκτησε η χώρα κατά τη διάρκεια της σημαντικότερης περιόδου στην ιστορία της Γερμανίας. Οι επιστολές που ήρθαν στο φως δείχνουν ότι οι διπλωμάτες του υπουργείου Εξωτερικών ήταν πιο διορατικοί από την Θάτσερ. Τα μυστικά έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η βρετανική κυβέρνηση έπαιξε πολύ εποικοδομητικό ρόλο στην επανένωση της Γερμανίας και ότι μόνο ένας άνθρωπος είχε αμφιβολίες σχετικά με την ιστορική εξέλιξη, η Μάργκαρετ Θάτσερ.
Άλλαξε στάση, αλλά...

Η Σιδηρά Κυρία εγκατέλειψε τελικά τη προσπάθεια απόρριψης του σχεδίου επανένωσης της Γερμανίας, αφού το πλαίσιο της συμφωνίας είχε ήδη συνταχθεί και άνοιξε ο δρόμος για τα δύο κράτη να ενωθούν. Στις 27 Ιανουαρίου, σε μια συνάντηση που είχαν στο Chequers, την εξοχική κατοικία της Θάτσερ, ο υπουργός Εξωτερικών, Douglas Hurd παρατήρησε μια μικρή αλλαγή στη στάση της Σιδηράς Κυρίας. «Η Θάτσερ διαφωνούσε κάθετα με την επανένωση», σημείωσε ο Hurd στο ημερολόγιό του, «ωστόσο, η επιθυμία της να σταματήσει η ενοποίηση βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο αφού η ίδια δείχνει να άλλαξε». Σύμφωνα με ένα σημείωμα που πιστεύεται ότι προέρχεται από την Θάτσερ, ο Hurd προειδοποίησε την πρωθυπουργό ότι «δεν πρέπει να είμαστε αντιδραστικοί. Τουναντίον, πρέπει να προσεγγίσουμε το θέμα θετικά».

Επιπλέον, το γεγονός ότι η Γαλλία, η Σοβιετική Ένωση και η Αμερική υπεστήριξαν την επανένωση της Γερμανίας επηρέασε καθοριστικά τη στάση της Θάτσερ. Η Σιδηρά Κυρία μπορεί να άλλαξε στάση και να ακολούθησε το γερμανικό πολιτικό ρεύμα, ωστόσο ποτέ δεν εγκατέλειψε την καχυποψία της για τους Γερμανούς. Για παράδειγμα, τον Μάρτιο του 1990, κάλεσε ιστορικούς και πολιτικούς σε μια συζήτηση γύρω από το θέμα: «Πόσο επικίνδυνοι είναι οι Γερμανοί;» Στο τέλος του σεμιναρίου, η ομόφωνη απόφαση ήταν ότι «θα πρέπει να φερόμαστε καλά στους Γερμανούς».


The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

To Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ) σας προσκαλεί σας προσκαλεί στην ανοικτή συζήτηση με θέμα:

«Η Νέα Τουρκική Εξωτερική Πολιτική και οι Προεκτάσεις της στο Κυπριακό»
Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009, στις
7:00 μ.μ. στην Αίθουσα Εκδηλώσεων στο Κρυφό Σχολειό

Χαιρετισμός: Τώνης Τουμαζής, Πρόεδρος Δ.Σ. ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Ομιλητές
Ο Νεοοθωμανισμός στην Τουρκία: Από τον Μεντερές στον Νταβούτογλου
Στέφανος Κωνσταντινίδης
Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κεμπέκ, Καναδάς
Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου, ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Η Γεωπολιτική θεώρηση του Νταβούτογλου για το «Στρατηγικό Βάθος» και η Κύπρος
Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Συντονιστής: Χρήστος Αλεξάνδρου, Επιστημονικός Συνεργάτης, ΚΥ.ΚΕ.Μ.

Το «Κρυφό Σχολειό» βρίσκεται απέναντι από το Λύκειο Αγίας Φυλάξεως. Η διαδρομή που θα ακολουθήσετε βρίσκεται στην έξοδο του χωριού Αγία Φύλα προς Παλώδια, μετά το χωριό, τελευταία πάροδος, δεξιά.
Πληροφορίες: KYKEM 22 66 88 48
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Εκλογική νοθεία στο Αφγανιστάν


Των Carlotta Gall Richard A. Oppel The New York Times

Εκατοντάδες ψεύτικα εκλογικά τμήματα δημιούργησαν οπαδοί του προέδρου Καρζάι, εμφανίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες πλασματικές ψήφους υπέρ του προέδρου, σύμφωνα με Δυτικούς και Αφγανούς αξιωματούχους. Τα ψεύτικα εκλογικά κέντρα, ο αριθμός των οποίων ξεπερνά τα 800, ενίσχυσαν το αποτέλεσμα υπέρ του Καρζάι. «Εκτιμούμε ότι το 15% των εκλογικών τμημάτων δεν άνοιξαν την ημέρα των εκλογών. Παρ’ όλα αυτά, κατάφεραν να καταμετρήσουν χιλιάδες ψηφοδέλτια υπέρ του προέδρου Καρζάι», ανέφερε Δυτικός διπλωμάτης.

Αποτέλεσμα των πρωτοφανών αυτών ατασθαλιών ήταν ότι σε ορισμένες επαρχίες της χώρας, τα ψηφοδέλτια υπέρ του κ. Καρζάι ξεπερνούσαν όχι μόνο τον αριθμό εγγεγραμμένων, αλλά και τον ίδιο τον πληθυσμό των επαρχιών αυτών. Οι πολυάριθμες επίσημες αναφορές, που κάνουν λόγο για σημαντική νοθεία στις εκλογές του Αφγανιστάν, δημιουργούν σημαντικό πρόβλημα στην κυβέρνηση Ομπάμα, που ήλπιζε ότι οι προεδρικές εκλογές θα βοηθούσαν στην υποχώρηση της επιρροής που ασκούν οι Ταλιμπάν στη χώρα.

Τα περισσότερα κρούσματα εκλογικής νοθείας σημειώθηκαν στις επαρχίες με πλειοψηφία της εθνότητας των Παστούν στο Ανατολικό και Νότιο Αφγανιστάν, όπως στη γενέτειρα του Καρζάι την Κανταχάρ, όπου καταμετρήθηκαν περισσότερα από 350.000 ψηφοδέλτια, ενώ οι ψηφίσαντες δεν ξεπέρασαν τους 25.000. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Κανταχάρ είναι ο μικρότερος αδελφός του προέδρου Καρζάι, Αχμέτ Ουαλίντ Καρζάι.

Λίγο μετά τις εκλογές, ο επικεφαλής της Αφγανικής Ανεξάρτητης Εκλογικής Επιτροπής ανακοίνωσε την ακύρωση των ψηφοδελτίων που βρέθηκαν στις κάλπες 447 εκλογικών τμημάτων, εξαιτίας της ευρείας νοθείας. Τα κρούσματα καλπονοθείας επιβεβαίωσαν και δύο αιρετά μέλη του επαρχιακού συμβουλίου της Κανταχάρ, που είπαν ότι οι εκτεταμένες ατασθαλίες έπληξαν ανεπανόρθωτα το κύρος της προεδρίας Καρζάι. Διαβάστε περισσότερα...

Πολύ κοντά στην ανάπτυξη πυρηνικού όπλου το Ιράν


Του David E. Sanger The New York Times

Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Ιράν έχει ήδη εμπλουτίσει την απαιτούμενη ποσότητα ουρανίου για την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Σύμφωνα, ωστόσο, με πρόσφατες εκθέσεις που βρίσκονται στη διάθεση του Λευκού Οίκου, η ιρανική κυβέρνηση «απέφυγε εσκεμμένα να κάνει τα τελευταία, απαραίτητα βήματα» προκειμένου να αξιοποιήσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου για στρατιωτικούς σκοπούς. Εξ ου και ο Αμερικανός πρέσβης στο συμβούλιο της Διεθνούς Επιτροπής για την Ατομική Ενέργεια (ΙΑΕΑ), Γκλιν Ντέιβις, έσπευσε να προειδοποιήσει ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να διαθέτει ήδη τη δυνατότητα παραγωγής ενός πυρηνικού όπλου.

Η τοποθέτηση του κ. Ντέιβις είχε ως στόχο την άσκηση πίεσης στους συμμάχους των ΗΠΑ ενόψει μιας πιθανής προώθησης σχεδίου για την επιβολή αυστηρότερων οικονομικών κυρώσεων στην προσεχή συνεδρίαση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Εντούτοις, η συγκεκριμένη προειδοποίηση θα περιπλέξει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, να πείσει τους ιδιαίτερα ανήσυχους πλέον Ισραηλινούς ότι η στρατιωτική λύση δεν επείγει.

Πυρηνική κεφαλή
Το 2007, η αμερικανική κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει στοιχεία που αποδείκνυαν ότι το Ιράν είχε πράγματι επεξεργαστεί σχέδια για την ανάπτυξη πυρηνικών κεφαλών στο πρόσφατο παρελθόν. Οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, πάντως, είχαν τότε υπογραμμίσει ότι το σχετικό πρόγραμμα τερματίστηκε στα τέλη του 2003. Σήμερα, η κυβέρνηση Ομπάμα δεν διαθέτει αδιάσειστα στοιχεία ότι οι Ιρανοί αναβίωσαν το πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών κεφαλών. Προς το παρόν δε, παραμένει αδιευκρίνιστο πόσα χρόνια ακόμα θα απαιτηθούν προκειμένου το Ιράν να αναπτύξει την κεφαλή που θα τοποθετηθεί στους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς τους οποίους έχει ήδη στο οπλοστάσιό του. Πρόκειται, άλλωστε, για το καίριο ερώτημα που αποτελεί το κατ’ εξοχήν σημείο τριβής μεταξύ Αμερικανών και Ισραηλινών.

Η Ουάσιγκτον είναι σίγουρη ότι εφόσον, τελικά, το Ιράν αποφασίσει να αξιοποιήσει τα διαρκώς αυξανόμενα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει για την παραγωγή πυρηνικών όπλων, θα υπάρξει επαρκής χρόνος για ανατροπή του σκηνικού με στρατιωτικά μέσα. Επιπλέον, οι Αμερικανοί δεν αμφιβάλλουν ότι στόχος της Τεχεράνης είναι η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, πλην όμως, πιστεύουν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή και καθώς δεν έχει ακόμα κοπάσει ο απόηχος των ταραχών που ακολούθησαν τις προεδρικές εκλογές του Ιουνίου, η ιρανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να ριψοκινδυνεύσει.

Στον αντίποδα, οι Ισραηλινοί ερμηνεύουν διαφορετικά τα ίδια ακριβώς στοιχεία. Πρόσφατα, αξιωματούχοι των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών ενημέρωσαν τους Αμερικανούς συναδέλφους τους ότι το πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών κεφαλών αναβίωσε το 2005 κατόπιν διαταγής του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Οι Αμερικανοί, ωστόσο, κάνουν λόγο για ενδείξεις και όχι στοιχεία, ενώ επισημαίνουν ότι οι Ισραηλινοί ουδέποτε τους προσκόμισαν αντίγραφο της σχετικής διαταγής του πνευματικού ηγέτη του Ιράν.

Υπηρεσίες πληροφοριών
Παράλληλα, οι Ισραηλινοί επιμένουν ότι οι πιθανότητες να διαθέτουν οι Ιρανοί ειδικές εγκαταστάσεις για την παραγωγή πυρηνικών κεφαλών, οι οποίες δεν έχουν εντοπιστεί από τους Δυτικούς, είναι αυξημένες. Ως εκ τούτου, απορρίπτουν τα περί επαρκούς χρόνου για μια στρατιωτική αντίδραση από πλευράς της Δύσης.
Οι περισσότερες δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι το Ιράν θα έχει στην κατοχή μία τουλάχιστον πυρηνική κεφαλή –εφόσον φυσικά το αποφασίσει– μεταξύ του 2010 και του 2014. Οι Ισραηλινοί, όμως, διαφωνούν επικαλούμενοι στοιχεία αναφορικά με τα μυστικά προγράμματα με τις κωδικές ονομασίες 110 και 111 του Ιρανού ακαδημαϊκού, Μοχσέν Φακριζαντέχ. Εμφανίζονται βέβαιοι ότι πρόκειται για προγράμματα ανάπτυξης πυρηνικών κεφαλών και υπενθυμίζουν ότι το Ιράν δεν έχει επιτρέψει ποτέ στους επιθεωρητές να ανακρίνουν τον κ. Φακριζαντέχ. Την ανησυχία των Ισραηλινών συμμερίζονται ορισμένοι επιθεωρητές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι διαθέτουν βίντεο και έγγραφα που αποδεικνύουν πως η ομάδα του κ. Φακριζαντέχ εργάζεται για την παραγωγή πυρηνικής κεφαλής με δυνατότητα εκπυρσοκρότησης σε ύψος 2.000 ποδιών. Το Ιράν έχει ήδη απαντήσει ότι πρόκειται για «κατασκευάσματα» και επιμένει ότι προσβλέπει στην εκμετάλλευση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.

Αυταπάτες
Είναι κοινό μυστικό ότι στο εσωτερικό της ισραηλινής κυβέρνησης πιστεύουν ακράδαντα ότι ο πρόεδρος Ομπάμα τρέφει αυταπάτες όσον αφορά τις προοπτικές της διπλωματικής οδού. Η κυβέρνηση Ομπάμα, από την πλευρά της, εμφανίζεται πεπεισμένη ότι το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται ήδη σε θέση άμυνας, καθώς «αντιλαμβάνεται την επικινδυνότητα του συνδυασμού τού ήδη υπάρχοντος κοινωνικού αναβρασμού με ένα νέο πακέτο οικονομικών κυρώσεων που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στα όρια της παράλυσης». Παρ’ όλα αυτά, σημαντικός αριθμός Αμερικανών αξιωματούχων αμφιβάλλει πλέον ότι η διπλωματική πρωτοβουλία του προέδρου Ομπάμα μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα.

Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που θεωρούν ότι το Ισραήλ προβάλλει τα «χειρότερα δυνατά σενάρια» προκειμένου να ασκήσει πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση. Άλλοι, πάλι, εκφράζουν την άποψη ότι η εξάντληση της υπομονής των Ισραηλινών και τα υπονοούμενα περί επικείμενου αιφνιδιαστικού στρατιωτικού πλήγματος μπορεί να αποδειχτούν χρήσιμα εργαλεία στην προσπάθεια του προέδρου Ομπάμα να φέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με πραγματικά, αυτή τη φορά, χρονοδιαγράμματα. Σημειώνεται ότι πριν από λίγους μήνες, Ισραηλινοί αξιωματούχοι πίεσαν ανώτατο στέλεχος της κυβέρνησης Ομπάμα να τους παραδώσει απόρρητες στρατιωτικές πληροφορίες για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Πρόκειται για απόρρητο υλικό το οποίο μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά επιτυχίας μια αεροπορικής επιδρομής. Διαβάστε περισσότερα...

H Ρωσία δανείζει δύο δισ. δολάρια στη Βενεζουέλα


Reuters, AFP, AP

ΚΑΡΑΚΑΣ. Πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια θα δανειστεί η Βενεζουέλα από τη Ρωσία για την προμήθεια αμυντικού υλικού, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος της χώρας, Ούγκο Τσάβες. Η συμφωνία επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης του κ. Τσάβες στη Μόσχα και αφορά την αγορά 92 αρμάτων μάχης Τ-72 και άγνωστο μέχρι σήμερα αριθμό συστοιχιών αντιαεροπορικών πυραύλων S-300 και Buk-M2. Στο εβδομαδιαίο τηλεοπτικό του μήνυμα προς το λαό της Βενεζουέλας, ο κ. Τσάβες ευχαρίστησε τη Ρωσία για το δάνειο, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες για το ακριβές κόστος του κάθε συστήματος.

Επίσης, ανακοίνωσε ότι η ρωσική κυβέρνηση συμφώνησε να συνδράμει τη Βενεζουέλα στην προσπάθεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς αντιδραστήρες. Σημείωσε όμως ότι η χώρα του δεν σχεδιάζει να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Το δάνειο ήταν απαραίτητο, καθώς η πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου έχει συμπιέσει σημαντικά τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού της Βενεζουέλας. «Επρεπε να δανειστούμε, ώστε να μη χρειαστούν περικοπές στην υγεία και στην παιδεία», υπογράμμισε ο κ. Τσάβες και συμπλήρωσε ότι τα οπλικά συστήματα που παρήγγειλε προορίζονται αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς.

Εντούτοις, η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Καράκας προκαλεί δυσφορία στον Λευκό Οίκο, καθώς ο κ. Τσάβες είναι από τους πλέον σκληρούς επικριτές των ΗΠΑ. Επιπλέον, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι οι πρόσφατες κινήσεις της Βενεζουέλας ενδεχομένως να πυροδοτήσουν κούρσα εξοπλισμών στη Λατινική Αμερική, κάτι που θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής. Σημειώνεται ότι το Κρεμλίνο έχει συμφωνήσει στην πώληση συστοιχιών S-300 και σε έναν ακόμη παραδοσιακό πολέμιο των ΗΠΑ, το Ιράν. Εντούτοις, μέχρι στιγμής δεν έχει παραδώσει αυτό το ιδιαιτέρως αποτελεσματικό σύστημα αεράμυνας στην Τεχεράνη, λόγω των έντονων ανησυχιών της διεθνούς κοινότητας για το Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Ξανά πρόεδρος;

Στο μεταξύ, αίσθηση προκάλεσε στη Μόσχα ο υπαινιγμός του πρωθυπουργού Πούτιν ότι ενδεχομένως να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για την προεδρία της χώρας το 2012. Ηταν η πρώτη φορά που ο κ. Πούτιν άφησε ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο. Μάλιστα, η σχετική δήλωση έγινε μία μόλις ημέρα μετά τη δημοσίευση εκτενούς άρθρου του προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεβ, στο οποίο περιέγραφε το όραμά του για το μέλλον της Ρωσίας. Αν και είναι εδραιωμένη η πεποίθηση ότι πραγματικός ηγέτης της Ρωσίας παραμένει ο Πούτιν, συνεργάτες του κ. Μεντβέντεβ άφηναν να εννοηθεί ότι ο πρόεδρος θα ήθελε να διεκδικήσει την επανεκλογή του στο αξίωμα. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν διαθέτει ερείσματα στην κοινωνία.

Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Τα αποτελέσματα αργούν, μεγαλώνει η πολιτική αστάθεια στο Αφγανιστάν


ΚΑΜΠΟΥΛ. Πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν τη διεξαγωγή δεύτερου γύρου προεδρικών εκλογών στο Αφγανιστάν, καθώς επίσης πληθαίνουν και οι καταγγελίες για νοθεία στις εκλογές της 20ής Αυγούστου, οι ψήφοι των οποίων ακόμη καταμετρούνται. Οι καταγγελίες για νοθεία, σε συνδυασμό με τη μεγάλη καθυστέρηση στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων –τα οποία επρόκειτο αρχικώς να ανακοινωθούν στις 17 Σεπτεμβρίου– εντείνουν τους φόβους για επίταση του κλίματος της πολιτικής αστάθειας στο Αφγανιστάν, σε μια περίοδο που η βία των Ταλιμπάν έχει αναζωπυρωθεί.

Δηλώσεις Μπρεζίνσκι

Επιπλέον, οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, που έχουν αποστείλει 100.000 στρατιώτες στο Αφγανιστάν, με στόχο την ανατροπή των Ταλιμπάν, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, κινδυνεύουν να έχουν την ίδια τύχη με τους Σοβιετικούς που εισέβαλαν στο Αφγανιστάν το 1979. Αυτό επισήμανε ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Αμερικανού προέδρου Τζίμι Κάρτερ, ο οποίος πρόσθεσε ότι τα συμμαχικά στρατεύματα στο Αφγανιστάν αντιμετωπίζονται ως εισβολείς και αλλάζουν το χαρακτήρα της σύγκρουσης στη χώρα.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ειδικός απεσταλμένος της αμερικανικής κυβέρνησης για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, δήλωσε στο BBC ότι αυτοί που ωφελούνται από την καθυστέρηση στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών είναι οι Ταλιμπάν και η Αλ Κάιντα.

Ο Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, κύριος αντίπαλος του προέδρου του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι, ο οποίος ήρθε δεύτερος σε ψήφους, μετά τον νυν πρόεδρο της χώρας, ζητεί δεύτερο γύρο εκλογών για να διασφαλιστεί, όπως επισημαίνει, η εγκυρότητα της εκλογικής διαδικασίας. Οι πολίτες θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στην εκλογική και την πολιτική διαδικασία, δήλωσε χαρακτηριστικά. Με καταμετρημένο μέχρι τώρα το 95% των ψήφων –εκ του οποίου το 2,15% ερευνάται για νοθεία– ο Καρζάι προηγείται με 54,3% έναντι 28,1% του Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ.

Αν τα ποσοστά αυτά επαληθευτούν, ο Καρζάι θα έχει καταγάγει καθαρή νίκη. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Αφγανιστάν, για τη διεξαγωγή δεύτερου γύρου εκλογών κανένας από τους υποψηφίους δεν πρέπει να έχει συγκεντρώσει το 50% των ψήφων.

Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Μήνυμα Λάντεν με πυρά κατά Ομπάμα


A. P., Reuters

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Ηχογραφημένο μήνυμα του Οσάμα μπιν Λάντεν «προς τον αμερικανικό λαό» αναρτήθηκε σε ισλαμική ιστοσελίδα, επ’ ευκαιρία της όγδοης επετείου από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Το μήνυμα έχει διάρκεια έντεκα λεπτών και η αυθεντικότητά του βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση. Ο διαβόητος τρομοκράτης ασκεί σκληρή κριτική στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και χαρακτηρίζει τον Αμερικανό πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, «αδύναμο» και «όμηρο των μεγάλων συμφερόντων». Αναφέρεται ειδικά στην παραμονή στελεχών της κυβέρνησης Μπους στον Λευκό Οίκο και μετά την εκλογή του κ. Ομπάμα, όπως για παράδειγμα του υπουργού Αμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, γεγονός που σύμφωνα με τον Μπιν Λάντεν αποδεικνύει ότι τίποτε δεν άλλαξε. Καλεί επίσης τον κ. Ομπάμα να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, ώστε να αποφύγει την εκδήλωση και άλλων τρομοκρατικών επιθέσεων στις ΗΠΑ.

Πέραν των απειλών και των νουθεσιών προς τον αμερικανικό λαό, τον οποίο χαρακτηρίζει «θύμα της πολιτικής του ηγεσίας», ο Μπιν Λάντεν αφιερώνει μεγάλο μέρος της ηχογραφημένης ομιλίας του στο Μεσανατολικό. Επαναλαμβάνει ότι η υποστήριξη που παρέχει η Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ είναι η βασική αιτία του πολέμου που έχει κηρύξει η Αλ Κάιντα στην Αμερική εδώ και 25 χρόνια. «Διερωτηθείτε αν αξίζει να θυσιάσετε την ασφάλειά σας, το αίμα το δικό σας και των παιδιών σας, την οικονομική σας ευμάρεια και το κύρος σας για χάρη των Εβραίων», σημειώνει μεταξύ άλλων. Αφήνει μάλιστα να εννοηθεί ότι η Αλ Κάιντα είναι διατεθειμένη να κηρύξει εκεχειρία αν αλλάξει η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως οι εκτεταμένες αναφορές στην αραβοϊσραηλινή διένεξη οφείλονται στις επικρίσεις που δέχεται η τρομοκρατική οργάνωση του Μπιν Λάντεν από ομοϊδεάτες της φανατικούς για την αποτυχία της να εξαπολύσει κάποιο χτύπημα στο Ισραήλ.

Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Κορύφωση της κόντρας Ντογάν με Ερντογάν


Ιλιγγιώδες πρόστιμο από τη φορολογική αρχή εις βάρος του Ομίλου των ΜΜΕ

Σε κορύφωση, οδηγείται το πολιτικο-οικονομικό δράμα με κεντρικό πρόσωπο επί σκηνής τον ισχυρό άνδρα των τουρκικών μέσων ενημέρωσης Αϊντίν Ντογάν και τον πρωθυπουργό Ταγίπ Ερντογάν να κινεί τα νήματα στα παρασκήνια. Η τελευταία πράξη διαδραματίσθηκε την περασμένη εβδομάδα με την επιβολή προστίμου ύψους 1,7 δισ. ευρώ στην Yayin Dogan, ιδιοκτησία της Dogan Holding με την κατηγορία της φοροδιαφυγής. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο σύνολο των περιουσιακών στοχείων του Ομίλου, στον οποίο ανήκουν έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μεγάλης κυκλοφορίας και ακροαματικότητας, όπως οι εφημερίδες Hurriyet, Milliyet, Radikal, η αγγλόφωνη Hurriyet Daily News –πρώην Turkish Daily News– η Vatan, η Posta, η αθλητική Fanatik και τα τηλεοπτικά δίκτυα Kanal D, Star TV και CNNTurk.

Η αυλαία της πράξης αυτής του δράματος σηκώθηκε την Τρίτη, με το ιλιγγιώδες πρόστιμο εις βάρος της Yayin Dogan, που προκάλεσε ρίγη σε συγκεκριμένους πολιτικούς, οικονομικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της Τουρκίας και μαζί την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Ως από μηχανής θεός, ο εκπρόσωπος τής επεσήμανε ότι το ιλιγγιώδες ποσό του προστίμου απειλεί με εξόντωση έναν εκδοτικό όμιλο και κατ’ επέκτασιν αυτή καθεαυτή την ελευθερία του Τύπου. «Η Κομισιόν θα μεταβιβάσει τις ανησυχίες της στις τουρκικές Αρχές και προφανώς θα λάβει υπόψη της την τελευταία αυτή εξέλιξη στην επερχόμενη Εκθεση Προόδου για την Τουρκία της 14ης Οκτωβρίου», είπε. Ισως τώρα, λοιπόν, μετά την ευρωπαϊκή παρέμβαση, να επέλθει η λύση του δράματος Ντογάν. Ισως... Διότι τα όσα προηγήθηκαν, αλλά και το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η σύγκρουση Ερντογάν - Ντογάν, δεν πείθουν περί της αποτελεσματικότητας των θεών στην Τουρκία.

Η σύγκρουση Ερντογάν - Ντογάν άρχισε να εκδηλώνεται μετά τα τρία πρώτα χρόνια της πρωθυπουργικής θητείας του κ. Ερντογάν και προσέλαβε διαστάσεις και δημοσιότητα την άνοιξη του 2008. Τότε οι εγχώριοι επικριτές του καταλόγισαν στον κ. Ερντογάν «κατακτητικές βλέψεις νεο-οθωμανικής κοπής με στόχο την «άλωση των τουρκικών μέσων ενημέρωσης με αθέμιτα μέσα».

Αφορμή για ένα είδος υστερίας που είχε καταλάβει πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της Τουρκίας, ήταν η εξαγορά του Kanalturk. Αυτό που «δεν χωρούσε στον νου» ορισμένων ήταν η εξαγορά του τηλεοπτικού δικτύου του Τουντζάι Οζκάν, «νεοεθνικιστή αριστερής απόκλισης», δηλωμένου εχθρού του κ. Ερντογάν και υπόδικου σήμερα στην υπόθεση Εργκένεκον, από τον φιλοκυβερνητικό όμιλο Koza Ipek Holding, ένα μήνα μετά την ακόμη πιο «εξοργιστική» εξαγορά της ATV - Sabah. Ο δεύτερος μεγαλύτερος όμιλος στα μέσα ενημέρωσης αγοράστηκε από τον επίσης φιλοκυβερνητικό Calik Holding. Διευθυντής του ραδιοτηλεοπτικού συγκροτήματος Turkuaz του ανερχόμενου αυτού Ομίλου ήταν ο γαμπρός του πρωθυπουργού, Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

Για «ιλαροτραγωδία γνησίως τουρκική και για ξεπούλημα στον εχθρό» έκανε λόγο ο σχολιαστής της «Μιλιέτ». Για λόγους αυτοσυντήρησης κυρίως, αυτός όπως και άλλοι, διέκριναν στις δύο αλλεπάλληλες εξαγορές μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς με απώτερο στόχο τη διείσδυση και επικράτηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στον ραγδαία αναπτυσσόμενο τομέα των μέσων ενημέρωσης στην Τουρκία.

Σύμφωνα με πληροφορίες τουρκικών εφημερίδων η ATV - Sabah, κατασχέθηκε το 2007 λόγω οφειλών του ιδιοκτήτη της. Επειτα χρηματοδοτήθηκε από εταιρεία προσκείμενη στην Επενδυτική Αρχή του Κατάρ, κατόπιν παρεμβάσεων του κ. Ερντογάν, αφού δύο μεγάλες τράπεζες, η Halkbank και η Vakifbank χορήγησαν δάνειο ύψους 750 εκατ. δολαρίων στον Ομιλο Calik. Την περασμένη εβδομάδα, εξάλλου, η «Χουριέτ» θυμόταν ότι ο απολύτως αμφιλεγόμενος Τζεμ Ουζάν, αρχηγός εξίσου αμφιλεγόμενου κομματιδίου και ιδιοκτήτης μέσων ενημέρωσης και μιας τράπεζας, κατηγορήθηκε το 2004 για απάτη και υπεξαίρεση. Τα έχασε όλα και έκτοτε οι Ουζάν ζουν αυτοεξόριστοι στο εξωτερικό.

Πρόκειται για πρωτοτυπία; Μάλλον όχι, αυτά συμβαίνουν και αλλού. Ισως να πρόκειται για τουρκική ιδιαιτερότητα, για το σύμφυρμα οθωμανικών κατάλοιπων και νεο-κεμαλικού δεσποτισμού, την οποία ο Τούρκος πρωθυπουργός γνωρίζει να διαχειρίζεται ενδεδυμένος μανδύα ευρωπαϊκό ή γενικώς δυτικό, επ’ ονόματι ενός ευρύτερου σχεδίου για την υποκατάσταση της ισχύουσας καθεστηκυίας τάξης στην Τουρκία από μια άλλη, νέα.

Τα περιθώρια

Με συμπαθητικό τρόπο, η ίδια φορολογική Αρχή που επέβαλε το ιλιγγιώδες πρόστιμο των 1,7 δισ. ευρώ στον Ομιλο Dogan, ανακοίνωσε δύο ημέρες αργότερα ότι «υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού και διακανονισμού». Εν τω μεταξύ όμως η αξία των μετοχών του Ομίλου κατακρημνίσθηκε στα τάρταρα του Χρηματιστηρίου, ενώ κάποιοι άρχισαν να διερωτώνται τι θα γίνει με τη συνεγασία του γερμανικού εκδοτικού κολοσσού Axel Springer με τον Ομιλο Dogan. Πρόστιμο ύψους 411 εκατ. ευρώ επιβλήθηκε και τον περασμένο Φεβρουάριο στην Dogan Yayin, για φορολογικές παρατυπίες μετά την πώληση του 25% των μετοχών τηλεοπτικών μέσων στον Αξελ Σπρίνγκερ. «Βομβαρδισμένη» από πρόστιμα η εταιρεία προσέφερε το 45% του δικτύου Kanal D, το 92% του Star TV και ακίνητό της στο Πέραν ως εγγύηση. Η προσφορά δεν έγινε δεκτή, όπως δεν έγιναν δεκτές οι επιστολές που είχε στείλει νωρίτερα ο Αϊντίν Ντογάν στον Ταγίπ Ερντογάν. Πρόκειται για απλή εκτίμηση, αλλά μάλλον ο Τούρκος πρωθυπουργός τού κρατούσε κακία για τη στάση των γερμανικών δικαστηρίων στην υπόθεση Ντενίζ Φενερί. Η ισλαμική φιλανθρωπική οργάνωση με έδρα τη Γερμανία, όπου ο Ομιλος Dogan δραστηριοποιείται εντόνως, προσήχθη στα γερμανικά δικαστήρια κατηγορούμενη ότι εκατομμύρια ευρώ προερχόμενα από δωρεές, κατέληξαν στο ΑΚΡ. Επακολούθησε η καταδίκη τριών Τούρκων και μαζί τα «βάσανα« του κ. Ντογάν, που τέλος δεν έχουν...

Πρόστιμο δεν επεβλήθη μόνο στις εκδοτικές του επιχειρήσεις, αλλά και στην πετρελαϊκή του εταιρεία Petrol Ofisi (POAS), η οποία αποκλείστηκε από συμμετοχή σε σύστημα αγωγών στην κεντρική Τουρκία.

Σύμφωνα με άρθρο της φιλοκυβερνητικής «Ζαμάν» στις 6 Αυγούστου, φορολογική Αρχή της Κωνσταντινούπολης επέβαλε διπλό πρόστιμο γύρω στα 400 εκατ. ευρώ στην POAS. Το πρόστιμο μειώθηκε, έπειτα όμως η εταιρεία αποκλείστηκε για ένα χρόνο από όλους του διαγωνισμούς του Δημοσίου. Ο αποκλεισμός ήρθη, όμως στις αρχές Αυγούστου ο Ομιλος Dogan άρχισε να διαπραγματεύεται την πώληση μέρους ή του συνόλου των μετοχών του στην POAS στον αυστριακό ενεργειακό κολοσσό OMV, ήδη κάτοχο του 34% των μετοχών. Ο OMV μετέχει στην κοινοπραξία για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Nabucco, ανταγωνιστικού προς τα ρωσικά συμφέροντα, τα οποία όμως φροντίζει, εκ παραλλήλου με τον Nabucco, ο κ. Ερντογάν.

Υστατο, αλλά σημαντικό στοιχείο στην εξέλιξη του πολέμου Ερντογάν - Ντογάν είναι η πολιτική διάσταση της διαμάχης, διαρκούσης της δίκης για την υπόθεση Εργκένεκον, «δίκης κατά της καθεστηκυίας τάξεως και του κεμαλικού - στρατιωτικού κατεστημένου».

Ο κ. Ντογάν και οι αρκετές πολλαπλών αποχρώσεων εφημερίδες του δεν θέλησαν να ακολουθήσουν στις εκσυγχρονιστικές του προσπάθειες τον Ταγίπ Ερντογάν. Αυτός πέτυχε την εκλογή του Αμπντουλά Γκιουλ στην προεδρία της Δημοκρατίας, γλίτωσε από το Συνταγματικό Δικαστήριο και ως «διώκτης των ατασθαλιών» βρήκε πεδίο συνεννόησης με τους στρατηγούς. Πιστεύει προφανώς ότι όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, τον πόλεμο τον χάνει.

Πηγή ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Η συνεργασία Ουάσιγκτον - Καμπούλ


Ακόμη και ανεπισήμως, οι αξιωματούχοι της αμερικανικής διπλωματίας αρνούνται να προβούν σε εκτιμήσεις για το μέγεθος της νοθείας και αν αυτό καθιστά το αποτέλεσμα των εκλογών άκυρο. Θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα, σημειώνουν, για να εξακριβωθεί αν το σύστημα «είναι σάπιο από τη βάση έως και την κορυφή του». Η επιφυλακτικότητά τους οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή Ενστάσεων βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδια της διερεύνησης των καταγγελιών.

Επίσης, ο Λευκός Οίκος δεν ξεχνά ότι θα πρέπει να συνεχίσει να συνομιλεί σε καλό κλίμα με τον κ. Καρζάι τη στιγμή που ο πόλεμος στο Αφγανιστάν εισέρχεται στο πιο κρίσιμο στάδιό του. Αν εκφραστούν ανοικτά οι αμφιβολίες για τη νομιμότητα της κυβέρνησης Καρζάι, η συνεργασία Ουάσιγκτον - Καμπούλ θα καταστεί αδύνατη.

«Ακόμη και αν καταλήξουμε σε δεύτερο γύρο εκλογών, οι πιθανότητες να επανεκλεγεί ο Καρζάι είναι πολύ μεγάλες», εκτιμά ο Μπρους Ρίντελ, ερευνητής στο Ιδρυμα Brookings και σύμβουλος της κυβέρνησης σε θέματα Αφγανιστάν: «Το συμφέρον μας είναι επομένως να ενισχύσουμε τη νομιμοποίηση της κυβέρνησης Καρζάι». Ανάλογους προβληματισμούς εκφράζουν και οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι επίσης γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα, εκτός από το να περιμένουν. «Η πεποίθηση ότι ο Καρζάι κέρδισε με νοθεία είναι πλέον εδραιωμένη», υπογραμμίζει ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης και καταλήγει: «Είμαστε όμως αρκετά ρεαλιστές ώστε να γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα».

Αν υπάρχει ένα θετικό στοιχείο στην όλη υπόθεση, είναι ότι η διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων δίνει το χρόνο στον πρέσβη κ. Εϊκενμπούρι και τους συνεργάτες του να ξεκινήσουν τις διαδικασίες διαπραγμάτευσης για την επόμενη μέρα. «Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα» λέει ο Ρίντελ, «αφού πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η ρήξη στις αμερικανο-αφγανικές σχέσεις».

Διαβάστε περισσότερα...

Νέο αδιέξοδο στον Λίβανο


Σε νέο πολιτικό αδιέξοδο εισέρχεται ο Λίβανος για πολλοστή φορά μέσα σε διάστημα ενός έτους. Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός Σαάντ Χαρίρι ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη την παραίτησή του, κατηγορώντας την αντιπολίτευση της Χεζμπολάχ ότι «μπλοκάρει οποιαδήποτε προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης οδηγώντας τη χώρα σε πολιτική στασιμότητα. Δεδομένου ότι η δέσμευσή μου για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας πέρασε μέσα από πολλές δυσκολίες που ο καθένας γνωρίζει καλά, ανακοινώνω ότι ενημέρωσα τον πρόεδρο της Δημοκρατίας πως εγκαταλείπω την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης», δήλωσε στους δημοσιογράφους στη Βηρυτό. Ο Χαρίρι και οι σύμμαχοί του διατηρούν στη Βουλή μια ικανοποιητική πλειοψηφία 71 εδρών έναντι 57 της Χεζμπολάχ.

Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Διαβάστε περισσότερα...

Η μαντίλα προκαλεί αναταραχές στη Γαλλία


Του Steven Erlanger

Είναι χαρακτηριστικό της σύγχυσης που επικρατεί στη Γαλλία αναφορικά με το Ισλάμ και τους Γάλλους μουσουλμάνους, ότι στην πολιτική αναταραχή που έχει ξεσπάσει στη χώρα, σχετικά με την απαγόρευση της μπούργκας, το ένδυμα που έχει προκαλέσει όλο αυτό τον θόρυβο δεν είναι η μπούργκα, αλλά το νικάμπ. Η μπούργκα είναι ένα μακρύ ρούχο, σαν μανδύας, το οποίο καλύπτει όλο το σώμα, έχει συνήθως γαλάζιο χρώμα και ένα πλεκτό δίχτυ που καλύπτει την περιοχή των ματιών. Μπούργκα φορούν πολλές γυναίκες στο Αφγανιστάν και είναι πολύ σπάνιο να δει κανείς το ένδυμα αυτό στη Γαλλία. Το νικάμπ είναι μια μαντίλα, συνήθως μαύρη, η οποία καλύπτει το κεφάλι και το πρόσωπο των γυναικών εκτός από τα μάτια.

Η μάχη ωστόσο εναντίον του νικάμπ, την οποία άρχισε ένας κομμουνιστής δήμαρχος κοντά στη Λυών, έχει εξαπλωθεί και στο κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα της Γαλλίας, που διατείνεται ότι υπερασπίζεται τις γαλλικές αξίες, αλλά και σε μεγάλο τμήμα της γαλλικής Αριστεράς, η οποία ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών. Προσεχώς θα συνεδριάσει επιτροπή της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης για να αποφανθεί αν θα απαγορεύσει την μπούργκα - επί της ουσίας κάθε ένδυμα που καλύπτει το πρόσωπο ή μέρος του προσώπου των γυναικών.



Υπονόμευση δικαιωμάτων

Ο δημόσιος αυτός διάλογος αντικατοπτρίζει την αμφιθυμία για τα κοινωνικά ήθη της μειονότητας των Γάλλων μουσουλμάνων, αλλά και τον φόβο πολλών Γάλλων ότι υπονομεύονται τα δικαιώματά τους και οι αρχές της ισότητας και του λαϊκού κράτους.
Ο Αντρέ Ζερέν, βουλευτής του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος και δήμαρχος του προαστίου Βενισιέ στη Λυών, όπου ζουν πολλοί μουσουλμάνοι από τη Βόρειο Αφρική, άρχισε τη μάχη κατά της μπούργκας στα τέλη του περασμένου Ιουνίου.

«Η μπούργκα είναι η κορυφή του παγόβουνου», δήλωσε ο Ζερέν. «Ο ισλαμισμός μας απειλεί». Σε επιστολή του προς τη γαλλική κυβέρνηση έγραψε ότι είναι καιρός να ασχοληθούμε με αυτό το ζήτημα που αφορά χιλιάδες πολίτες, οι οποίοι φοβούνται ότι θα δουν γυναίκες, οι οποίες κυκλοφορούν με τα πρόσωπα και το σώμα καλυμμένα, να καταλήγουν στη φυλακή. Λίγες μέρες αργότερα, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί δήλωσε ότι «η μπούργκα δεν είναι ευπρόσδεκτη στη Γαλλική Δημοκρατία».

Το παιχνίδι του Σαρκοζί
Για τον Σαρκοζί, ο οποίος υπερασπίζεται τη συμμετοχή της Γαλλίας στον πόλεμο του Αφγανιστάν ως υπόθεση υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών «το πρόβλημα της μπούργκας δεν είναι θρησκευτικό, αλλά πρόβλημα ελευθερίας και αξιοπρέπειας των γυναικών. Είναι ένδειξη δουλοπρέπειας και υποταγής».

Υπάρχουν ωστόσο βάσιμες υποψίες ότι ο Σαρκοζί, ο οποίος υποστηρίζει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, παίζει πολιτικό παιχνίδι. Παράλληλα πάντως, μοιάζει να επιδιώκει τον περιορισμό του ριζοσπαστικού και ακραίου Ισλάμ στη Γαλλία.
Για πολλούς Γάλλους μουσουλμάνους, η όλη συζήτηση είναι ενοχλητική και θεωρούν ότι υποδαυλίζει το θρησκευτικό και το φυλετικό μίσος.

Ο Μοχάμεντ Ενίς είναι γραμματέας της ομοσπονδίας των μουσουλμανικών οργανώσεων στην περιοχή Σεν Σαιν Ντενί. Θεωρεί τον εαυτό του πρωτίστως Γάλλο και δηλώνει αηδιασμένος. «Υπάρχει μόνο σύγχυση. Μιλούν για το νικάμπ, τη μαντίλα, όμως το ότι επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη μπούργκα δεν είναι τυχαίο. Επιλέγουν αυτή τη λέξη που είναι συνδεδεμένη με το Αφγανιστάν και δημιουργεί αρνητικές εικόνες. «Υπάρχουν νόμοι στη Γαλλία σύμφωνα με τους οποίους, σε ορισμένους χώρους, όπως το δημαρχείο ή οι τράπεζες, οι γυναίκες υποχρεώνονται να δείξουν το πρόσωπό τους», λέει..

Έριδες
Ο Τζον Ρ. Μπόουεν, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Γιατί οι Γάλλοι δεν συμπαθούν τις μαντίλες: το Ισλάμ, το Κράτος και ο δημόσιος χώρος» πρόκειται να καταθέσει στην ειδική γαλλική κοινοβουλευτική επιτροπή. «Ο πολιτικός διάλογος στη Γαλλία χαρακτηρίζεται από εσωτερικές έριδες», επισημαίνει ο Μπόουεν, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σαιν Λούις. Υπάρχει σύγχυση, λέει, σχετικά με τα διαφορετικά είδη δημόσιων χώρων - για παράδειγμα ο δρόμος αλλά και οι χώροι που ανήκουν στο κράτος και που όμως δεν είναι εντελώς ανοιχτοί στους πολίτες όπως τα σχολεία.

Ο Μπόουεν προσθέτει ότι χάρις στον Ζαν Ζακ Ρουσώ, η Γαλλία ασπάστηκε την αρχή ότι καμιά ομάδα ή ένωση δεν μπορεί να παρεμβαίνει ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος το οποίο εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον. Ο Ρουσώ όμως ήταν και υπέρμαχος του δικαιώματος των πολιτών να συγκροτούν ενώσεις ή λέσχες. Ωστόσο μόλις το 1901, το γαλλικό κράτος επέτρεψε τη δημιουργία ενώσεων και μόλις το 1981 οι ξένοι μπόρεσαν να συγκροτήσουν και αυτοί τις δικές τους ενώσεις.

Οι μουσουλμανικές ομάδες άρχισαν τότε τη διάδοση της διδασκαλίας του Ισλάμ, με αποτέλεσμα να θεωρηθούν ότι προπαγανδίζουν υπέρ του Ισλάμ, ενώ οι λέσχες που συγκροτήθηκαν με βάση την εθνικότητα και τη θρησκεία αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία, προσθέτει ο Μπόουεν. «Υπάρχει η εντύπωση ότι οι άνθρωποι που εκφράζουν δημόσια τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή προβάλλουν τα εθνικά τους χαρακτηριστικά, είναι σαν να δίνουν ένα χαστούκι στην πολιτική θεωρία της Γαλλίας», τονίζει ο καθηγητής, ο οποίος δεν πιστεύει ότι θα υπάρξει γενική απαγόρευση της μαντίλας. Διαβάστε περισσότερα...

Γενικόλογη, χωρίς αναφορά στα πυρηνικά, η ιρανική πρόταση



Ασ. Πρες, Ροϊτερς

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Ανικανοποίητη άφησε την Ουάσιγκτον η ιρανική πρόταση για το πλαίσιο του διαλόγου της Ισλαμικής Δημοκρατίας με τη Δύση, καθώς δεν εμπεριέχει την παραμικρή αναφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.

Η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα φέρεται να κινείται ήδη στην κατεύθυνση της επιβολής αυστηρότερων κυρώσεων, θεωρώντας ότι τα ανοίγματα των τελευταίων μηνών προς την Τεχεράνη έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας, εντούτοις το Κρεμλίνο έσπευσε χθες να ξεκαθαρίσει ότι δεν θα υποστηρίξει πρόταση ψηφίσματος για την παράλυση της ιρανικής οικονομίας. Επί της ουσίας, η πρόταση του Ιράν αφορά μια ευρύτερη συζήτηση σε διεθνές επίπεδο για την προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας, αφήνοντας εμμέσως πλην σαφώς να εννοηθεί ότι η όποια συζήτηση για το πυρηνικό του πρόγραμμα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το μέλλον των πυρηνικών οπλοστασίων του Ισραήλ και των ΗΠΑ.

«Στόχος του διαλόγου πρέπει να είναι η δημιουργία ενός κόσμου που θα χαρακτηρίζεται από την πνευματικότητα, την ευμάρεια και τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των εθνών», τονίζεται στην πεντασέλιδη επιστολή της ιρανικής κυβέρνησης προς τις έξι δυνάμεις, το περιεχόμενο της οποίας διέρρευσε χθες σε αμερικανική ιστοσελίδα. Το Ιράν, επίσης, εμφανίζεται θετικό στο διάλογο γύρω από τα αίτια της διεθνούς τρομοκρατίας, την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική κρίση και τη διευθέτηση του Παλαιστινιακού.

Χθες, τέλος, ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε ότι «η υποχώρηση στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος είναι αδύνατη» διότι θα σημάνει το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Πηγή : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Η Μέρκελ αντεπιτίθεται στους Νατοϊκούς συμμάχους


Κύριο Άρθρο DER SPIEGEL

Με σκληρή γλώσσα απάντησε η Γερμανίδα Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ στους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, οι οποίοι επέκριναν έντονα την αεροπορική επιδρομή που διενήργησαν Γερμανικά μαχητικά εναντίον βυτιοφόρων μεταφοράς καυσίμων στο Αφγανιστάν. Τόνισε χαρακτηριστικά ότι η Γερμανία δεν θα ανεχθεί να διατυπώνονται εναντίον της κατηγορίες πριν από την διεξαγωγή πλήρους και ενδελεχούς έρευνας.

Μιλώντας στο Κοινοβούλιο, η Μέρκελ δεσμεύτηκε για την διεξαγωγή έρευνας, και τόνισε ότι τίποτα δεν θα συγκαλυφθεί. Την ίδια στιγμή ξεκαθάρισε ότι δεν θα γίνουν αποδεκτές οποιεσδήποτε ερμηνείες από οιονδήποτε, τόσο εντός όσο και εκτός Γερμανίας, και πρόσθεσε ότι το έχει ήδη καταστήσει σαφές και στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Άντερς Φογκ Ρασμούσεν.

Αφού τόνισε ότι οι ισχυρισμοί όσον αφορά τις συνέπειες από την αεροπορική επιδρομή είναι αμφισβητούμενοι, ειδικά για τον αριθμό των νεκρών, η Μέρκελ ξεκαθάρισε ότι ο θάνατος έστω και ενός αμάχου είναι υπερβολικός. Θρηνούμε, είπε, όποιον έχασε την ζωή του.
Συγκεχυμένη εικόνα

Μέχρι στιγμής δεν έχει ξεκαθαρίσει πλήρως πόσοι πολίτες σκοτώθηκαν στην αεροπορική επιδρομή, η οποία στοίχισε την ζωή σε συνολικά 56 ανθρώπους. Όπως δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή στην εφημερίδα Washington Post, ομάδα ερευνητών του ΝΑΤΟ κατέληξαν στην εκτίμηση ότι σκοτώθηκαν συνολικά 125 άνθρωποι, εκ των οποίων τουλάχιστον 25 δεν ήταν μαχητές Ταλιμπάν.

Η επιδρομή αναβίωσε την κριτική για τις ενέργειες του Γερμανικού στρατού, θέτοντας υπό πίεση τον Υπουργό Άμυνας Φραντζ Γιόζεφ. Την ίδια στιγμή επαναδιατυπώθηκε το αίτημα για καταρτισμό χρονοδιαγράμματος αποχώρησης από το Αφγανιστάν των 4.200 Γερμανών στρατιωτών, θέμα που ως αναμενόταν, αναδείχθηκε σε κυρίαρχο της προεκλογικής εκστρατείας ενόψει των γενικών εκλογών στις 27 Σεπτεμβρίου.

Η Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένο σχέδιο αποχώρησης, και περιορίστηκε να επαναλάβει την έκκληση για μία διεθνή στρατηγική, που θα προνοεί την μεταβίβαση της ασφάλειας της χώρας στον στρατό και την αστυνομία του Αφγανιστάν. Ταυτόχρονα υπενθύμισε ότι η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία, πρότειναν την σύγκληση διεθνούς διάσκεψης πριν από το τέλος του 2009, στην οποία να συζητηθεί και σχέδιο μεταβίβασης της εξουσίας στους Αφγανούς. Επισήμανε μάλιστα ότι η Γερμανία δεν θα δράσει μονομερώς, και ξεκαθάρισε ότι η χώρα της σέβεται και τιμά τις συμφωνίες συμμαχίας που έχει συνάψει.

Πρωταρχικός μας στόχος, τόνισε, παραμένει η δημιουργία ενός Αφγανιστάν που θα είναι σε θέση να διασφαλίσει την ίδια την ασφάλεια του, και ταυτόχρονα να μπορεί να αποτρέψει την μετατροπή της εγγύς περιοχής σε χώρο γένεσης και δραστηριοποίησης της διεθνούς τρομοκρατίας.

Τα επόμενα πέντε χρόνια, συνέχισε η κυρία Μέρκελ, η διεθνής κοινότητα, θα πρέπει να επιτύχει ουσιαστική και ποιοτική πρόοδο η οποία να επιτρέψει την μαζική αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την χώρα. Ταυτόχρονα υπεραμύνθηκε της στρατηγικής της Γερμανίας για συνδυασμό της στρατιωτικής αποστολής με την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη.
«Οι Σύμμαχοι, στηρίζουν την στρατηγική μας»

Επί αυτού του θέματος, η Γερμανίδα Καγκελάριος τόνισε από την έναρξη της εμπλοκής της χώρας στο Αφγανιστάν, οι ενέργειες επικεντρώθηκαν στον συνδυασμό της οικονομικής ανάπτυξης και της ενίσχυσης της ασφάλειας, τομείς τους οποίους χαρακτήρισε αλληλοεξαρτόμενους. Είναι για αυτό τον λόγο, πρόσθεσε, για τον οποίο η Γερμανική κυβέρνηση έχει διαθέσει σημαντικούς πόρους για έργα ανοικοδόμησης και ανάπτυξης, τα οποία περιλαμβάνουν από έργα υποδομής και σχολικά προγράμματα, μέχρι και την εκπαίδευση της αστυνομικής δύναμης.

Ανέδειξε μάλιστα την σταθερή εμπλοκή και προσήλωση της Γερμανικής κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου, ως καθοριστικού παράγοντα για την αποδοχή - ειδικά από τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ – της στρατηγικής που εφαρμόζει η χώρα της.

Πάντως, έντονες ήταν οι επικρίσεις από την Γερμανική αντιπολίτευση και δημοσιογράφους κατά του Υπουργού Άμυνας Γιουγκ, ο οποίος την επομένη της αεροπορικής επιδρομής είχε κατηγορηματικά δηλώσει ότι δεν σημειώθηκαν απώλειες μεταξύ των αμάχων. Λίγες ημέρες μετά αναγκάστηκε να ανασκευάσει, και να δηλώσει: «Αν σημειώθηκαν απώλειες μεταξύ των αμάχων, εκφράζουμε τα συλλυπητήρια και την συμπάθεια μας».

O Γιουγκ δέχεται την ίδια στιγμή έντονη κριτική και για την σταθερή θέση που τηρεί σε σχέση με το αν οι Γερμανοί στρατιώτες μετέχουν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Βουλευτές της αντιπολίτευσης τον έχουν κατηγορήσει ότι αποκρύπτει τους πραγματικούς όρους εντολής της Γερμανικής αποστολής και πως επιχειρεί να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι στρατιώτες απασχολούνται με την διενέργεια περιπολιών και έργα ανοικοδόμησης.

Εναντίον της ταχείας απόσυρσης των Γερμανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν έχει πάντως ταχθεί και ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαγιερ, ο οποίος θα είναι αντίπαλος της Μέρκελ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Ωστόσο την ίδια στιγμή, με αφορμή τα όσα επακολούθησαν τις εκλογές στο Αφγανιστάν, ο Στάινμαγιερ δήλωσε ότι θα πρέπει να υπάρξει μία ξεκάθαρη προοπτική σε σχέση με την σταδιακή μεταβίβαση της ασφάλειας στις Αφγανικές δυνάμεις. Αφού επισήμανε ότι ο Γερμανικός στρατός δεν είναι κατοχικός, πρόσθεσε ότι δεν πρόκειται να παραμείνει στην χώρα επ’ άπειρον.

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Οργιάζει η φιλοτουρκική προπαγάνδα


Το μεγαλύτερο μέρος ων ευθυνών για την αποτελμάτωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα επιρρίπτει στην Ευρωπαϊκή Ένωση η «Ανεξάρτητη Επιτροπή για την Τουρκία», της οποίας προΐσταται ο βραβευμένος με το Νομπέλ Ειρήνης, πρώην πρωθυπουργός της Φινλανδίας, Μάρτι Αχτισάαρι.

«Δυστυχώς», σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «αρνητικές αντιδράσεις από Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες και η εντεινόμενη διστακτικότητα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης αναφορικά με την περαιτέρω διεύρυνση της Ένωσης έδωσαν στην Τουρκία την εντύπωση ότι δεν είναι ευπρόσδεκτη, ακόμη και εάν εκπληρώσει το σύνολο των προϋποθέσεων».

Η «Ανεξάρτητη Επιτροπή», στην οποία συμμετέχουν επίσης ο Γάλλος πρώην πρωθυπουργός Μισέλ Ροκάρ, ο γνωστός διανοούμενος και συνεργάτης του Τόνι Μπλερ, Άντονι Γκίντενς, και η πρώην επίτροπος της Ένωσης Έμα Μπονίνο, υποστηρίζεται από το Βρετανικό Συμβούλιο και το «Ίδρυμα Ανοιχτής Κοινωνίας» του Αμερικανού χρηματιστή Τζορτζ Σόρος. Συγκροτήθηκε το 2004 και υποστηρίζει αναφανδόν την τουρκική ένταξη στην Ένωση.

Η έκθεση στηλιτεύει τις προτάσεις για «προνομιακή» ή «ειδική σχέση» της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις οποίες έχουν διατυπώσει ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, ως εναλλακτική λύση έναντι της πλήρους ένταξης, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «εκτροχιασμό» των διαπραγματεύσεων.

Στα συμπεράσματα της πολυσέλιδης έκθεσης περιέχεται και μια σύντομη αναφορά στην υποχρέωση της Τουρκίας να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το Πρωτόκολλο Τελωνειακής Ένωσης και να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα. Αμέσως μετά, όμως, σημειώνεται ότι η Ε. E. οφείλει ταυτόχρονα «να άρει την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων», αποκαθιστώντας απ’ ευθείας εμπόριο με τα Κατεχόμενα.

Αίσθηση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι η συνόψιση του Κυπριακού, από τη συμφωνία της Ζυρίχης μέχρι σήμερα, όπως παρατίθεται στην έκθεση Αχτισάαρι, απηχεί εν πολλοίς τις τουρκικές θέσεις. Οι συντάκτες της έκθεσης ασκούν έντονη κριτική στους ηγέτες της Ένωσης για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στους κόλπους της, παρά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκυπρίους και διατυπώνουν την εκτίμηση πως οι υπό εξέλιξη διακοινοτικές συνομιλίες «αντιπροσωπεύουν την καλύτερη και ίσως την τελευταία ευκαιρία» για τη λύση του Κυπριακού. «Ενδεχόμενη αποτυχία... θα οδηγήσει πιθανότατα στον διαμελισμό της νήσου», σημειώνουν οι συντάκτες του κειμένου, οι οποίοι δεν παραλείπουν να υπενθυμίσουν ότι Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν στο χείλος του πολέμου το 1987 και το 1996.

Η έκθεση της επιτροπής Αχτισάαρι δημοσιοποιήθηκε δύο ημέρες μετά την ανάλογης κατεύθυνσης παρέμβαση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου. Με συνέντευξή του, που δημοσιεύθηκε σε σουηδική εφημερίδα στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Νταβούτογλου δήλωσε ότι οι αντιρρήσεις ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών προκαλούν αμφιβολίες στην τουρκική κοινή γνώμη και εμποδίζουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης Ερντογάν να προωθήσει μεταρρυθμίσεις.

ΠΗΓΕΣ: AFP, Reuters Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

The Rebellion of Ronald Reagan


James Mann

The Rebellion of Ronald Reagan

Viking Press, 2009


Του Christopher Caldwell The New York Times Book Review

Ακόμα και εκείνοι που θα υπολόγιζαν τον Ρέιγκαν ανάμεσα στους καλύτερους Αμερικάνους Προέδρους το βρίσκουν δύσκολο να υποδείξουν σε τι ακριβώς έγκειται το μεγαλείο του ή πως αυτό έγινε αισθητό. Ο Ρέιγκαν ήταν ένα αίνιγμα: αισθηματίας αλλά χωρίς φίλους, ένας μη διανοούμενος άνθρωπος των ιδεών, ένας ιδιοφυής πολιτικός της ισχύος. Η προεδρία του φαινόταν επιτυχής έως το 1986 και αποτυχημένη από κει και πέρα, μολονότι η πιο σημαντική του παρακαταθήκη - το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – συνέβηκε τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του. Το κεντρικό ερώτημα είναι κατά πόσον ο Ρέιγκαν ήταν ο “νικητής” του Ψυχρού Πολέμου. Μήπως κατάφερε να γονατίσει την ΕΣΣΔ με την πονηριά του, καταφέρνοντας να δικαιώσει τον ακτιβισμό των αντι-κομουνιστών; Ή μήπως ήταν αρκετά τυχερός ώστε να βρεθεί στην σωστή θέση όταν ένας πραγματικός επαναστάτης – ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ – πήρε την εξουσία;
Ο Μάνν απαντά αυτές τις ερωτήσεις με λεπτότητα και επάρκεια στο “The Rebellion of Ronald Reagan”. Προσεγγίζει το θέμα του δια μέσου τεσσάρων αλληλένδετων εκθέσεων – για την σχέση του με τον Νίξον, για την άτυπη εκπαίδευση που έτυχε από την Σούζαν Μάσι, για το λόγο που έκανε το 1987 στο Τείχος του Βερολίνου και για τις συναντήσεις του με τον Γκορμπατσόφ. Ο Μανν, υποστηρίζει ότι ο ρόλος του Ρέιγκαν εν σχέση με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν σημαντικός. Αλλά δεν ήταν ο ρόλος που οι υποστηρικτές του συχνά θεωρούν αλλά ούτε και αυτός που οι τότε σύμμαχοι του ευχόντουσαν.
Ο αντι-κομουνισμός του Ρέιγκαν ήταν “προσωπικός και εκ φύσεως μοραλιστικός, οδηγούμενος από τις εμπειρίες του με άτομα που θεωρούσε έξυπνους και πονηρούς”, σημειώνει ο Μανν – συγκεκριμένα τα κομματικά στελέχη και οι υποστηρικτές που συνάντησε ως πρόεδρος ανάμεσα σε στελέχη του συνδέσμου ηθοποιών των δεκαετιών του 1940 και 1950. Απέφυγε να παρευρεθεί στην κηδεία του Αντρόποφ το 1984, ομολογώντας σε ένα συνεργάτη του ότι δεν ήθελε να τιμήσει τον άνθρωπο.
Ο Ρέιγκαν, όμως, ήταν ένα ιδιοσυγκρασιακό γεράκι. Μολονότι ότι ήταν κυνικός ως προς την θεώρηση της ειρήνης ως μεθόδου επίτευξης της ίδιας, ήταν αφοσιωμένος στην ειρήνη ως σκοπό. Ο Κίσσινγκερ παραπονέθηκε ότι ο Ρέιγκαν “στιγμάτιζε τα πυρηνικά όπλα με επιχειρήματα που έμοιαζαν με αυτά της Επιτροπής για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό”. Τα πιο σημαντικά πράγματα σχετικά με την πολιτική ελέγχου των όπλων ποτέ δεν τον ενδιέφεραν. Κατά την διάρκεια της συνόδου κορυφής στην Ουάσινγκτον το 1987, ρωτούσε συνέχεια τον σύμβουλο του για τα θέματα εθνικής ασφαλείας Κόλιν Πάουελ - ο οποίος προσπαθούσε να τον πληροφορήσει σχετικά με τον Γκορμπατσόφ – “Πότε νομίζεις ότι πρέπει να του δώσω τα μανικετόκουμπα;”. Αυτό που ενδιέφερε τον Ρέιγκαν ήταν η Ρωσική κουλτούρα. Διακατείχετο από ένα ρομαντισμό για την Ρωσική κουλτούρα- απόκτημα από τις ιδιωτικές του συναντήσεις με την Σούζαν Μάσι. Ο Ρέιγκαν δέχτηκε την θέση της ότι υπήρχε μια πείνα για την θρησκεία στη Ρωσία. Ο Ρέιγκαν προσπάθησε ακόμη να πείσει και τον Γκορμπατσόφ περί της ύπαρξης του Θεού.Ο Μανν είναι ένας εξαιρετικός ανιχνευτής και κριτής αποδείξεων. Το συμπέρασμα του είναι πειστικό. Αν και κάποιοι θεωρούν ότι ο Ρέιγκαν κατάφερε να νικήσει τον Γκορμπατσόφ ο Μανν δε πείθεται. Ο ηγετικός ρόλος ανήκε στον Γκορμπατσόφ και συγκεκριμένα στην αποδοχή του τελευταίου των μεταβαλλόμενων παγκόσμιων οικονομικών συγκυριών, την θέληση του για μια θέση στις σελίδες της ιστορίας...και την σύνθεση της περηφάνιας των δύο ηγετών. Διαβάστε περισσότερα...

Η Κίνα προβάλλει τις ναυτικές φιλοδοξίες της


Le Monde Diplomatique

Στρατιωτικές αντιπαλότητες στην Ασία

Η Κίνα προβάλλει τις ναυτικές φιλοδοξίες της

Του Olivier Zajec Υπεύθυνου μελετών της Compagnie Européenne d’Intelligence Stratégique (Παρίσι).

Οι μεγάλες γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν πάντοτε με αργούς ρυθμούς. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν στρατιωτικές δυνάμεις πολύ ανώτερες από εκείνες που διαθέτει ο υπόλοιπος κόσμος, ιδιαίτερα όσον αφορά το Ναυτικό. Όμως, ακόμα και σε αυτόν τον τομέα, οφείλουν στο εξής να λαμβάνουν υπόψη τους και άλλους «παίκτες», όπως· η Κίνα, η οποία έχει ενταχθεί στην κλειστή λέσχη των οκτώ κρατών με τον μεγαλύτερο πολεμικό στόλο στον κόσμο (1). Η αντίθεση με τη δεκαετία του ’50 είναι εξαιρετικά έντονη: εκείνη την εποχή, η Κίνα κατόρθωσε να αποκτήσει ένα μικρό στόλο που προοριζόταν για την άμυνα των παραλίων της μονάχα χάρη στη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης! Μήπως η Κίνα, η οποία για πολλές χιλιετίες υπήρξε μια εσωστρεφής ηπειρωτική δύναμη μεταμορφώνεται σε θαλασσοκράτειρα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως υποστηρίζουν οι αμερικανικές εκθέσεις;
Το 2006, στην Κίνα γνώρισε τεράστια επιτυχία η σειρά «Daguo Juequi» (2): επρόκειτο για μια σειρά ντοκιμαντέρ, παραγωγή της Κεντρικής Κινεζικής Τηλεόρασης (CCTV), με θέμα την άνοδο των μεγάλων δυνάμεων. Τα επεισόδιά της στηρίζονταν σε συζητήσεις με ιστορικούς και πολιτικούς ηγέτες (ανάμεσά τους και ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν). Η παραγωγή θεωρήθηκε αρκετά σοβαρή ώστε να μεταδοθεί -σε αγγλική βερσιόν- από το αμερικανικό τηλεοπτικό κανάλι History Channel.Παρουσίαζε τη δημιουργία, τα χρόνια της ευημερίας και την κατάρρευση αυτοκρατοριών όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιαπωνία, η Ρωσία και οι ΗΠΑ.

Τεράστιος ενθουσιασμός

Σύμφωνα με τον εμπνευστή της σειράς Κιαν Τσενγκ Νταν, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Πεκίνου, ο τεράστιος ενθουσιασμός του κινεζικού κοινού γι’ αυτή τη σειρά (δώδεκα επεισόδια των πενήντα λεπτών) είναι κατανοητός: «Η Κίνα μας, ο κινεζικός λαός, η κινεζική “φυλή”, έχουν αναζωογονηθεί και κάνουν ξανά την εμφάνισή τους στη διεθνή σκηνή (3)».
Η σειρά «Daguo Juequi» προβάλλει σε μεγάλο βαθμό την έμφαση που έδωσαν στη θαλασσοκρατορία οι μεγάλες δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της ανόδου τους προς την παγκόσμια ηγεμονία. Πράγματι, στα περισσότερα από τα «μοντέλα» που εξετάστηκαν, ανεξάρτητα από το μέγεθος της χώρας και του πληθυσμού της, συναντάμε το άνοιγμα προς το εξωτερικό, τον έλεγχο των σημαντικότερων θαλασσίων διαδρόμων αλλά και των σημείων που χρησίμευαν ως βάσεις για τον έλεγχο των ανοιχτών θαλασσών, καθώς και την τεχνολογική πρωτοπορία στη ναυπηγική τέχνη.
Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά βρίσκονται στην καρδιά των νέων προτεραιοτήτων της κινεζικής κυβέρνησης και αποκρυσταλλώνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο σχέδιο για την «Υψηλή Ναυτική Τεχνολογία» του 2000 και στην κατακόρυφη άνοδο της ισχύος του Ναυτικού του Απελευθερωτικού Λαϊκού Στρατού (ΝΑΛΣ).
Από αυτή την άποψη, η «Daguo Juequi» αποτελεί μια ρήξη με τον ιδεολογικοποιημένο ιστορικό λόγο που προωθούσε επί δεκαετίες το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ): πρόκειται για τον εξωστρεφή πραγματισμό μιας δύναμης που βρίσκεται σε τροχιά μεγάλης ανάπτυξης και επιθυμεί να αποφύγει την αλαζονική τύφλωση αλλά και την υστερική αίσθηση περικύκλωσης που βύθισε στην αδυναμία την Αυτοκρατορία του Μέσου (4) τον 19ο αιώνα. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι επίσημες απόψεις που εκφράζει ο πρόεδρος Χου Ζιντάο συνοψίζονται στις λέξεις κλειδιά «ειρηνική» κι «αρμονική» επιρροή, δηλαδή στο άνοιγμα της Κίνας προς τον κόσμο και, κυρίως, στο άνοιγμα του υπόλοιπου κόσμου προς την Κίνα.

Η «soft power»

Το 2007, σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια ναυτικής διπλωματίας, τα κινεζικά πολεμικά πλοία πραγματοποίησαν επίσημες επισκέψεις σε γαλλικά, αυστραλιανά, ιαπωνικά, ρωσικά, σιγκαπουριανά, ισπανικά και αμερικανικά λιμάνια, ενώ συμμετείχαν και σε επιχειρήσεις για την πάταξη της πειρατείας.
Η φιλοδοξία για απόκτηση «soft power» οφείλει να εξεταστεί, τόσο με βάση τις συγκυρίες σε περιφερειακό επίπεδο, όσο και με τα δύο μεγαλύτερα διακυβεύματά της. Το πρώτο αφορά τις εδαφικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ταϊβάν και, γενικότερα, στην περίμετρο των κινεζικών χωρικών υδάτων με βάση την οποία καθορίζεται και η έκταση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Επιπλέον, από την ικανοποίηση των διεκδικήσεων της Κίνας εξαρτάται η ελεύθερη πρόσβασή της στα ανοιχτά ύδατα του Ειρηνικού Ωκεανού και στους θαλάσσιους διαδρόμους της Νοτιοανατολικής Ασίας που εκτείνονται πέρα από τη χερσόνησο της Ινδοκίνας. Το δεύτερο διακύβευμα αφορά την προστασία των θαλάσσιων οδών μέσα από τις οποίες πραγματοποιείται ο ανεφοδιασμός σε ορυκτά καύσιμα της χώρας η οποία είναι σήμερα ο δεύτερος εισαγωγέας πετρελαίου σε ολόκληρο τον κόσμο.
Για την ώρα, καθοριστική σημασία έχει το πρώτο διακύβευμα. Το Πεκίνο έχει ήδη επιτύχει τον φιλικό διακανονισμό των διαφορών για τα χερσαία σύνορα, οι οποίες δημιουργούσαν τριβές με τις δεκατρείς γειτονικές χώρες (5).
Απομένουν μονάχα δύο διαφορές, οι οποίες δημιουργούν μια αντιπαράθεση μάλλον χαμηλής έντασης της Κίνας με το Μπουτάν και την Ινδία. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Λοϊκ Φρουάρ της ομάδας στρατηγικών υποθέσεων του γαλλικού Υπουργείου Άμυνας, «τα 14.500 χλμ των θαλάσσιων συνόρων της Κίνας αποτελούν ισάριθμες ζώνες δυνητικών κρίσεων και τριβών. Οι διαφορές έχουν βαθύτατες ρίζες και παραμένουν άλυτες (6)». Συνολικά, το Πεκίνο διεκδικεί την πλήρη εθνική κυριαρχία σε τέσσερα εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιας επιφάνειας.

Πρόβλημα η Ταϊβάν

Φυσικά, οι κινεζικές αρχές επιθυμούν να αποκαταστήσουν την κυριαρχία της Κίνας πάνω στην Ταϊβάν, «ακόμα και δια της βίας αν χρειαστεί», σύμφωνα με την επίσημη θέση του Πεκίνου, έστω κι αν η επιστροφή του κόμματος Κουόμιτανγκ και του ηγέτη του Μα Γινγκ Ζέου στην εξουσία στην Ταϊπέι έχει αναθερμάνει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες (7). Η Κίνα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την αύξηση της ισχύος του ναυτικού της και τη –σχετική- μείωση της διαφοράς του τονάζ του κινεζικού στόλου απέναντι στο αμερικανικό πολεμικό ναυτικό, για να ασκήσει ψυχολογικές πιέσεις και να επηρεάσει την «αναπόφευκτη» εξέλιξη που θα οδηγήσει με ειρηνικό τρόπο την Ταιβάν στους κόλπους της μητέρας πατρίδας. Η λογική που υιοθετείται είναι ο συνδυασμός αποτροπής και έλξης : οι κινεζικοί πύραυλοι που είναι στραμμένοι προς το νησί –και η στάση των Αμερικανών- παρακινούν την Ταϊπέι να μην προχωρήσει στη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της, ενώ ταυτόχρονα η αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην ηπειρωτική Κίνα και στην Ταϊβάν προετοιμάζει τα πνεύματα για μια ενδεχόμενη ενσωμάτωση του νησιού στην Κίνα, με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που εφαρμόστηκε στην περίπτωση του Χονγκ Κονγκ.

Όμως, η Ταϊβάν είναι ένα μονάχα από τα τετραγωνάκια αυτής της θαλάσσιας σκακιέρας. Έτσι, η Κίνα βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Ιαπωνία εξαιτίας των Νήσων Ντιαόγιου (Σενκάκου στα ιαπωνικά) που γειτνιάζουν με τη νήσο Οκινάουα, η οποία φιλοξενεί μια αμερικανική βάση. Το Τόκιο διακηρύσσει ότι η ιαπωνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη εκτείνεται 450 χλμ δυτικά του Αρχιπελάγους, γεγονός το οποίο αμφισβητεί το Πεκίνο διεκδικώντας το σύνολο της υφαλοκρηπίδας, η οποία αποτελεί προέκταση του εδάφους του μέσα στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Σε αυτή τη διένεξη, υπάρχει κι ένα παράπλευρο διακύβευμα το οποίο συνίσταται σε ένα κοίτασμα το οποίο ενδέχεται να περιέχει 200 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Η Κίνα διεκδικεί επίσης από την Ταϊβάν, το Βιετνάμ, τις Φιλιππίνες, τη Μαλαισία, το Μπρουνέι και την Ινδονησία τις Νήσους Σπράτλεϊ (Νάν Σα στα κινεζικά) και το αρχιπέλαγος Πράτας (Ντονγκ Σα). Επίσης, διαπληκτίζεται έντονα με το Βιετνάμ και την Ταϊβάν για το αρχιπέλαγος Πάρασελ (Ξι Σα).

Άλλες διεκδικήσεις

Εξάλλου, εκτός από τις νησιωτικές διεκδικήσεις, η Κίνα αμφισβητεί και ορισμένα θαλάσσια σύνορα με το Βιετνάμ και την Ιαπωνία. Επιπλέον, οι ποσοστώσεις των αλιευμάτων έχουν οδηγήσει τον νέο γίγαντα που αναδύθηκε στην Ασία σε αντιπαράθεση με τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία, το Βιετνάμ και τις Φιλιππίνες.

Έχουμε την τάση να ξεχνάμε ότι το Πεκίνο επεδείκνυε ανέκαθεν εξαιρετικά έντονα αντανακλαστικά σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη. Ήδη από τη δεκαετία του ’50, το κινεζικό ναυτικό ανακατέλαβε δια της βίας σχεδόν όλες τις νησίδες που βρίσκονταν κοντά στα παράλια, εκδιώκοντας από αυτές τους εθνικιστές του Τσανγκ Κάι Σεκ. Το 1974, εκμεταλλεύτηκε την ήττα του Νότιου Βιετνάμ και κατέλαβε το αρχιπέλαγος Πάρασελ. Το 1988, κατέλαβε δια της βίας τον ύφαλο Φίερι Κρος (κοντά στο αρχιπέλαγος Σπράτλεϊ) τον οποίο κατείχαν οι Βιετναμέζοι. Έτσι, όλες οι χώρες της περιοχής, οι οποίες στο παρελθόν υπήρξαν υποτελείς της Αυτοκρατορίας του Μέσου, φοβούνται –δικαίως ή αδίκως- τις ναυτικές φιλοδοξίες που εκφράζει για άλλη μια φορά το Πεκίνο.

Πρόσβαση στην ανοιχτή θάλασσα

Βέβαια, σύμφωνα με τα σχέδια που εκπόνησε τη δεκαετία του ’80 ο Λίου Χούα Κινγκ (8), ο σημαντικότερος στόχος δεν είναι η ιδιοποίηση του πλούτου των πετρελαίων ή των αλιευμάτων της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, αλλά η πρόσβαση του κινεζικού στόλου στην ανοιχτή θάλασσα. Σε πρώτη φάση, το ζητούμενο είναι να επιβάλλει την αδιαμφισβήτητη παρουσία του στο δυτικό τμήμα μιας «πράσινης γραμμής» η οποία ξεκινάει από την Ιαπωνία και καταλήγει στη Μαλαισία, περνώντας από την Ταιβάν και τις Φιλιππίνες. Ο πρώτος ανταγωνιστής είναι το ιαπωνικό ναυτικό, το οποίο το Πεκίνο έχει αρχίσει να «δοκιμάζει» με συνεχείς παραβιάσεις που πραγματοποιούν τα κινεζικά υποβρύχια (στις οποίες περιλαμβάνεται και ένα επεισόδιο, τον Μάιο του 2004, στο οποίο ενεπλάκη ένα κινεζικό πυρηνικό υποβρύχιο).
Σε δεύτερη φάση, το Πεκίνο θα προσπαθήσει να διασπάσει την ασυνεχή «Γραμμή Μαζινό» για να περάσει από τα αβαθή ύδατα της Θάλασσας της Ανατολικής Κίνας και της Νότιας Κίνας στα «γαλανά νερά» μιας λεκάνης που εκτείνεται από την Ιαπωνία ως την Ινδονησία και περνάει από το Γκουάμ, την αμερικανική αεροναυτική βάση στην οποία στηρίζεται η αμερικανική παρουσία στον Δυτικό Ειρηνικό. Η Ταιβάν αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο για τις κινεζικές δυνάμεις να περάσουν από την «πράσινη γραμμή» των περιοχών με τα αβαθή ύδατα στην «γαλανή γραμμή» των ωκεάνιων υδάτων στα οποία περιπολεί ο 7ος αμερικανικός στόλος. Τον Ιανουάριο του 2008, ο Κο Τσεν Χενγκ, Υφυπουργός Άμυνας της Ταιβάν, κατήγγειλε την έντονη δραστηριότητα του κινεζικού ναυτικού στην περιοχή του πορθμού Μπάσι που χωρίζει την Ταϊβάν από τις Φιλιππίνες.

Μόλις το εμπόδιο πάψει να υφίσταται, το κινεζικό ναυτικό θα διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία για να αφοσιωθεί στην υλοποίηση του δεύτερου διακυβεύματος : να καταστήσει περισσότερο ασφαλείς τους διαδρόμους της Νότιας Ασίας μέσα από τους οποίους πραγματοποιείται ο ανεφοδιασμός της χώρας σε πετρέλαιο. Ο πρώτος από τους διαδρόμους χρησιμοποιείται από πετρελαιοφόρα μικρότερα των 100.000 τόνων, που εκτελούν το δρομολόγιο από την Αφρική ή την Μέση Ανατολή ως την Νότια Κίνα μέσω του πορθμού της Μαλάκας. Τα δε γιγάντια πετρελαιοφόρα που έρχονται από αυτές τις δύο περιοχές, περνάνε από τους πορθμούς της Σοντ και του Γκάσπαρ (9). Ο τρίτος διάδρομος ξεκινάει από τη Λατινική Αμερική και περνάει μέσα από τα ύδατα των Φιλιππίνων. Ο τέταρτος, ο οποίος αποτελεί εναλλακτική λύση για τα πετρελαιοφόρα που έρχονται από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, ακολουθεί μια μακρά διαδρομή, περνώντας από τα στενά του Λομπόκ και του Μασακάρ της Ινδονησίας, από τις Φιλιππίνες και τον Δυτικό Ειρηνικό, για να καταλήξει στα κινεζικά λιμάνια.

Η Μαλάκα αποτελεί το κυριότερο πέρασμα, απ’ όπου περνάει το 80% των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου: σε περίπτωση σύγκρουσης, η εξάρτηση θα αποδειχθεί ανησυχητική. Έτσι, το Πεκίνο προσπαθεί να διαφοροποιήσει τις προσβάσεις του, αναπτύσσοντας για παράδειγμα το σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει τις χώρες της Ένωσης των Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) (10), προωθώντας το σχέδιο του κινεζοβριρμανικού πετρελαιαγωγού Σιτβε – Κουν Μινγκ (11), ενισχύοντας την αύξηση της ικανότητας παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου των υπεράκτιων κοιτασμάτων της Βιρμανίας και της Ταϊλάνδης, ή ακόμα και με τη διάνοιξη διώρυγας στον ισθμό του Κρα, στο νότιο τμήμα της Ταϊλάνδης (μια περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται εδώ και πολλά χρόνια ένα αυτονομιστικό κίνημα).

Ασφαλείς διάδρομοι

Όμως, τα νέα σχέδια –τα οποία δεν είναι εύκολο να υλοποιηθούν- θα περιορίσουν μονάχα εν μέρει την εξάρτηση της Κίνας από τους τέσσερις ενεργειακούς διαδρόμους. Καθώς η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΚ έχει την υποχρέωση να καταστήσει ασφαλείς τους διαδρόμους, τόσο όσον αφορά την πειρατεία η οποία βρίσκεται σε διαρκή έξαρση, όσο και απέναντι στις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) βλέψεις των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας ή της Ινδίας, ενισχύει την πολιτική του «ναυτικού ανοιχτής θαλάσσης». Το Πεκίνο δημιουργεί αυτό που αποκαλεί «μαργαριταρένιο κολιέ», δηλαδή μια σειρά μόνιμων κινεζικών βάσεων στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού και στις θαλάσσιες οδούς που οδηγούν στον πορθμό της Μαλάκα: στις νήσους Κόκος της Βιρμανίας, στο Τσίταγκονγκ του Μπαγκλαντές, στο Μοράο των Μαλδίβων και στο Γκβαντάρ του Πακιστάν, ενώ επιδιώκεται και η δημιουργία βάσεων στις ακτές της Αφρικής, η οποία ανοίγεται ολοένα περισσότερο στις κινεζικές επενδύσεις. Για την κατασκευή και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων στις συμμαχικές χώρες διατίθενται αφειδώς κονδύλια και εργάτες.
Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις το Πεκίνο φτάνει στο σημείο να προσφέρει ακόμα και πολεμικά πλοία ώστε να έχουν τη δυνατότητα να προστατεύσουν τις υπεράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης που βρίσκονται στις ζώνες εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων τους (12).
Εκτός από τις ΗΠΑ, που προβλέπουν ότι ο Ειρηνικός θα έχει κατά τη διάρκεια της επόμενης πεντηκονταετίας τεράστια στρατηγική σημασία, η Κίνα έχει στη συγκεκριμένη ζώνη άλλους δύο σημαντικούς ανταγωνιστές: την Ινδία και την Ιαπωνία. Μια έντονη δυσπιστία χωρίζει τους δύο δημογραφικούς γίγαντες: πράγματι, η Κίνα ήταν εκείνη που υποστήριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα το Πακιστάν στο ζήτημα του Κασμίρ και συνεχίζει να προσφέρει στο Ισλαμαμπάντ τον κυριότερο στρατιωτικό εξοπλισμό του. Το Νέο Δελχί, το οποίο φιλοδοξεί να αποκτήσει στη διεθνή σκηνή το ίδιο ειδικό βάρος που διαθέτει το Πεκίνο (μια περιφερειακή δύναμη με παγκόσμιες βλέψεις), έχει αντίστοιχες ναυτικές φιλοδοξίες και διευρύνει τον στόλο του, του οποίου η στρατηγική αποστολή συνίσταται στο να μετατρέψει τον Ινδικό Ωκεανό σε «Ωκεανό των Ινδών». Συνεπώς, η κινεζική στρατηγική του «μαργαριταρένιου κολιέ» εκλαμβάνεται ως παρέμβαση στο ζωτικό της χώρο.

Ανταγωνισμός με Ινδία

Για να εδραιώσει την κυριαρχία της σε αυτό που θεωρεί ως το «mare nostrum» της, η Ινδία ναυπηγεί δύο αεροπλανοφόρα (το πρώτο θα μπορεί να αναλάβει επιχειρησιακή δράση το 2010), ενώ ένα τρίτο, το οποίο αγόρασε μεταχειρισμένο από τη Ρωσία, βρίσκεται υπό εκσυγχρονισμό. Ο στόλος των υποβρυχίων της διαθέτει γαλλική τεχνολογία (υποβρύχια τύπου Scorpène) η οποία είναι ανώτερη των κινεζικών. Όμως, από την άλλη πλευρά, η Κίνα και η Ινδία, οι οποίες βρίσκονται σε φάση αλληλοπαρατήρησης, αποφεύγουν επιμελώς οποιαδήποτε ένταση στις θάλασσες.

Μάλιστα, παρατηρείται πρόοδος στις σχέσεις ανάμεσα στις ναυτικές δυνάμεις των δύο χωρών: πράγματι, μετά τη σύναψη της συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας τον Απρίλιο του 2005, τα κοινά ναυτικά γυμνάσια διαδέχονται το ένα το άλλο.

Όσο για τις κινεζοϊαπωνικές σχέσεις, βρίσκονται σε μια φάση εξαιρετικής έντασης. Το ιαπωνικό ναυτικό, το οποίο είναι ισχυρό και πολύ πιο σύγχρονο από το κινεζικό, επιδίδεται εδώ και καιρό σε κοινά γυμνάσια με το αμερικανικό. Ωστόσο, η διαμάχη για τα Σενκάκου έδωσε την εικόνα μιας Ιαπωνίας που δεν μπορεί να κρύψει τον εκνευρισμό της καθώς δεν έχει ελευθερία κινήσεων εξαιτίας του ειρηνιστικού Σύνταγματός της, στο οποίο ασκείται κριτική από ένα διαρκώς διογκούμενο εθνικιστικό ρεύμα. Επιπλέον, η Ιαπωνία εμφανίζεται αναποφάσιστη απέναντι στη στάση που οφείλει να κρατήσει μπροστά στις προκλήσεις του Πεκίνου.

Εκτός από το Νέο Δελχί και το Τόκιο, η αύξηση της ναυτικής ισχύος της Κίνας ανησυχεί κι άλλες, μικρότερες χώρες, από την Μαλαισία και την Ινδονησία ως τη Σιγκαπούρη, οι οποίες ενισχύουν κι εκσυγχρονίζουν με ταχύτατο ρυθμό τους στόλους τους. Φοβούνται ότι, καθώς η Ουάσιγκτον έχει εμπλακεί στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, δεν θα μπορέσει να εμποδίσει την ανάδειξη της Κίνας σε κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή. Φοβούνται επίσης μήπως η προσωρινή χαλαρότητα κι επιείκεια που επιδεικνύουν οι Αμερικανοί εξελιχθεί σε μόνιμη κατάσταση.
«Υψηλή θαλάσσια τεχνολογία»

Συνειδητοποιώντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί, τα κινεζικά ναυπηγεία εργάζονται αξιοποιώντας το μέγιστο του παραγωγικού δυναμικού τους, από την Κίτρινη Θάλασσα ως τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Παράλληλα με την οικονομική έκρηξη ενός έθνους του οποίου το 90% του εξωτερικού εμπορίου πραγματοποιείται μέσα από τις θαλάσσιες οδούς, πολλαπλασιάζονται και οι ναύσταθμοι, τα παραποτάμια λιμάνια, οι υδατοφράχτες, οι προστατευμένες βάσεις υποβρυχίων (στις οποίες περιλαμβάνεται και η νέα βάση της Σάνια, στη νήσο Χαϊνάν). Το 2006, οι βιομηχανίες που είχαν σχέση με την θάλασσα αντιπροσώπευαν το 10% του κινεζικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ενώ επτά από τα σημαντικότερα λιμάνια σε ολόκληρο τον κόσμο είναι κινεζικά. Η προσπάθεια που καταβάλλεται αφορά τόσο το πολεμικό, όσο και το εμπορικό ναυτικό. Το σχέδιο «Υψηλή θαλάσσια τεχνολογία» συμπλήρωνε την ναυπηγική φρενίτιδα χρηματοδοτώντας παράλληλα προγράμματα που εδραίωναν την αυτονομία του στόλου: δορυφορικό σύστημα πλοήγησης, σύστημα Beidou, μέσα επιτήρησης των θαλασσών και ανάπτυξη των ναυπηγείων.

Όσον αφορά τη ναυπήγηση εμπορικών πλοίων, η Κίνα έγινε το 1995 η τρίτη μεγαλύτερη ναυπηγική δύναμη μετά την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, των οποίων απειλεί την κυριαρχία. Καθώς στηρίζεται σε δύο γιγάντιες επιχειρήσεις, την China State Shipbuilding Corporation (CSSC) και την China Shipbuilding Industry Corporation (CSIC), είναι πολύ πιθανό ότι μέχρι το 2020 θα έχει γίνει η πρώτη ναυπηγική δύναμη στον κόσμο. Κι αυτό κάθε άλλο παρά αδιάφορο είναι: στον εθνικό σχεδιασμό δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα στη ναυπήγηση πολεμικών και εμπορικών πλοίων, η οποία εξάλλου πραγματοποιείται από τα ίδια ναυπηγεία.

Στον στρατιωτικό τομέα, στην πέμπτη Λευκή Βίβλο που συντάχθηκε το 2006 (13) συμπυκνώνεται η σημασία που έχει για το Πεκίνο οτιδήποτε αφορά τις θάλασσες. Μάλιστα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αφύπνηση ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90. Οι προτεραιότητες μετατοπίζονται από τον Στρατό Ξηράς που κυριαρχούσε παραδοσιακά, προς το Ναυτικό και την Αεροπορία. Στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΚ, καθώς και στην ισχυρή κεντρική στρατιωτική επιτροπή η οποία αποτελεί παρακλάδι της, περιλαμβάνονται ολοένα περισσότεροι αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας (14): το 2007, οι τελευταίοι αποτελούσαν το 25% της στρατιωτικής ελίτ, έναντι 14% το 1992.

Συμμετρικές αλλαγές

Αντίστοιχες αλλαγές παρατηρούνται σε όλα τα μείζονα συστήματα των ενόπλων δυνάμεων. Καθένας από τους τρεις στόλους (Ανατολικό Ναυαρχείο με έδρα τη Σαγκάη, Νότιο Ναυαρχείο στο Ζαν Ζιανγκ και Βόρειο στο Τσινγκ Τάο) διαθέτει τη δική του αεροναυτική πτέρυγα που περιλαμβάνει βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά αεροσκάφη. Παραλαμβάνουν δε ολοένα πιο σύγχρονα όπλα, όπως τα αντιτορπιλικά αντιαεροπορικής προστασίας Luyang ή οι «αόρατες» φρεγάτες Ma’anshan κινεζικής κατασκευής, οι οποίες αντικαθιστούν τις φρεγάτες κλάσης Jiangwei που ναυπηγήθηκαν τη δεκαετία του 1990. Ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο κινεζικός στόλος διέθετε περισσότερες από πεντακόσιες ακταιωρούς, ο αριθμός τους σήμερα έχει μειωθεί στο ήμισυ. Αντίθετα, έχει αυξηθεί η ισχύς του στόλου ανοιχτής θαλάσσης, ο οποίος αριθμεί σήμερα εξήντα μονάδες (15).

Όσον αφορά τον τομέα των αμφίβιων επιχειρήσεων, έχει καταβληθεί κι εδώ σημαντική προσπάθεια: έχουν ναυπηγηθεί εκατό περίπου σκάφη με τα οποία θα μπορούσαν να υλοποιηθούν οι βλέψεις της Κίνας στις νήσους Σπράτλεϊ ή στην Ταιβάν. Επίσης, έχουν παραγγελθεί ναρκαλιευτικά, πυραυλάκατοι και νέα πετρελαιοφόρα για τον ανεφοδιασμό του στόλου σε καύσιμα. Συχνά, στη ναυπηγική προσπάθεια συμμετέχουν και ξένες χώρες: η Κίνα προμηθεύεται αυστραλιανά καταμαράν υψηλών ταχυτήτων τύπου WPC, ρωσικά αντιτορπιλικά Sovremenny και υποβρύχια Kilo, ιταλικά και γαλλικά οπλικά συστήματα μάχης και ολλανδικά πυροβόλα ειδικά σχεδιασμένα για πολεμικά πλοία (16).

Η Κίνα εισάγει, αντιγράφει, προσαρμόζει στις ανάγκες της και –προς μεγάλη έκπληξη των προμηθευτών της- συχνά βελτιώνει ό,τι την ενδιαφέρει περισσότερο. Ωστόσο, σε ορισμένους τομείς όπως ο ηλεκτρονικός πόλεμος, οι κινητήρες, και τα συστήματα μάχης των πλοίων, εξακολουθεί να εξαρτάται από τους ξένους προμηθευτές της και ιδιαίτερα από τη Ρωσία.

Όσον αφορά τα υποβρύχια, κατέχουν σημαντική θέση στον σχεδιασμό του Πεκίνου για τις θάλασσες. Καθώς η Κίνα δεν διαθέτει κανένα αεροπλανοφόρο, παρά τις επίμονες φήμες για την είσοδο στην ενεργό υπηρεσία του Varyag, το οποίο αγοράστηκε από τη Ρωσία (και εξακολουθεί να βρίσκεται ελλιμενισμένο και υπό εκσυγχρονισμό), μονάχα τα σύγχρονα υποβρύχια θα μπορούσαν ενδεχομένως να λειτουργήσουν ως κάποια δύναμη αποτροπής απέναντι στον 7ο αμερικανικό στόλο, ο οποίος από τις βάσεις του στο Γκουάμ, στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη εγγύηση για την αυτονομία της Ταϊβάν. Ο κινεζικός στόλος θα μπορούσε να στηριχθεί στα πέντε επιθετικά πυρηνικά υποβρύχιά του, καθώς και σε ένα πυρηνικό υποβρύχιο το οποίο μπορεί να εκτοξεύσει βαλλιστικούς πυραύλους (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, μπορεί να φέρει δώδεκα ως δεκαέξι πυρηνικούς βαλλιστικούς πυραύλους με βεληνεκές έως 3.500 Km). Επιπλέον, εκτός από τα παραπάνω υποβρύχια που κινούνται με πυρηνική ενέργεια, διαθέτει τριάντα περίπου ντηζελονίνητα-ηλεκτροκίνητα υποβρύχια, ενώ βρίσκονται υπό ναυπήγηση περισσότερα από είκοσι νέα υποβρύχια.
Προς κινεζική υπεροπλία

Αυτό το οπλοστάσιο ανησυχεί τον 7ο στόλο, η ηγεσία του οποίου πολιορκεί το Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο προειδοποιώντας ότι, από το 2020, ο στόλος των κινεζικών υποβρυχίων θα ξεπερνάει τον αριθμό των αμερικανικών «μαύρων πλοίων» στον Ειρηνικό. Πρόσφατα, ορισμένοι πολιτικοί με σημαντική επιρροή όπως ο Ντάνκαν Χάντερ (17) ευαισθητοποιήθηκαν για το ζήτημα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, κατά τη διάρκεια του 2007, τα κινεζικά πυρηνικά επιθετικά υποβρύχια πραγματοποίησαν περισσότερες περιπολίες απ’ όσες κατά τη διάρκεια ολόκληρης της προηγούμενης πενταετίας. Η ίδια ανησυχία διαφαίνεται και στην ετήσια έκθεση του Πενταγώνου για την κινεζική στρατιωτική ισχύ (18). Βέβαια, πιθανότατα οι ανησυχίες δεν ευσταθούν ιδιαίτερα: κανένας δεν γνωρίζει με ακρίβεια τις –πιθανότατα χαμηλές- επιδόσεις των καλύτερων από τα κινεζικά υποβρύχια. Επιπλέον, ο αμερικανικός στόλος διαθέτει πενήντα τρία σύγχρονα επιθετικά πυρηνικά υποβρύχια (δηλαδή διπλάσιο αριθμό απ’ όσα διαθέτουν τα Πολεμικά Ναυτικά των υπόλοιπων χωρών της υφηλίου), δώδεκα από τα δεκαπέντε αεροπλανοφόρα που υπάρχουν παγκοσμίως, καθώς κι έναν ασύγκριτο αεροπορικό ανθυποβρυχιακό στόλο. Εξάλλου, το τελευταίο τεύχος της αμερικανικής Quadrennial Defense Review (19), η οποία κρατάει ουδέτερη στάση απέναντι στο ζήτημα, κάνει λόγο περισσότερο για συνεργασία και λιγότερο για αντιπαράθεση.

Όσον αφορά την κατάσταση που επικρατεί στις θάλασσες της Νότιας Ασίας, δεν μπορεί να παρομοιαστεί με ξεκάθαρο ανταγωνισμό των εξοπλισμών. Πρόκειται για μια αντίθεση με εξαιρετικά μεταβλητή γεωμετρία ανάμεσα σε δύο πλευρές : στη τετράδα των στόλων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ινδίας, της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας, και στ0 δίδυμο των στόλων της Κίνας και του Πακιστάν.

Απ’ ότι φαίνεται, οι ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας οφείλονται σε ένα αίσθημα στέρησης που δημιουργείται από την ανάμνηση του πώς μια υπερήφανη μεγάλη δύναμη αμέλησε πριν τετρακόσια χρόνια να κάνει το βήμα που θα της είχε επιτρέψει να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την υφήλιο, την εποχή που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η παγκοσμιοποίηση, την οποία τελικά σφετερίστηκαν οι «βάρβαροι» Δυτικοί. Εκείνη την εποχή, οι Κινέζοι ήταν πρωτοπόροι στην πλοήγηση με βάση τους αστρονομικούς υπολογισμούς και την χρήση της πυξίδας, ενώ είχαν «εφεύρει» την άγκυρα, την εκτύπωση των ναυτικών χαρτών, το βαρούλκο για τις άγκυρες του πλοίου και την κινητή τρόπιδα, ενώ λέγεται ότι είχαν αρχίσει να ναυπηγούν γιγάντια πλοία που διέθεταν πολλά κατάρτια με ένα νέο τύπο αρματωσιάς που τους επέτρεπε να περιστρέφονται (20). Οι ζόνκες τους (τα παραδοσιακά κινεζικά πλοία με την χαρακτηριστική μορφή) διέθεταν στεγανά διαμερίσματα και τιμόνι που στηριζόταν σε ποδόστημα. Όλες αυτές τις καινοτομίες τις τελειοποίησαν οι Δυτικοί και τις χρησιμοποίησαν για… να ταπεινώσουν την Αυτοκρατορία του Μέσου.
Λάθη του παρελθόντος

Στα τέλη της δυναστείας Μινγκ, η Κίνα αδιαφόρησε για την ανοιχτή θάλασσα και ξέχασε τα κατορθώματα των θαλασσοπόρων του 15ου αιώνα. Η πλέον εμβληματική μορφή υπήρξε ο ευνούχος ναύαρχος Ζενγκ Χε, ο οποίος οδήγησε το στόλο του αυτοκράτορα -ο οποίος διέθετε περισσότερα από τριακόσια πλοία- στην εξερεύνηση των ωκεανών του κόσμου (21). Μάλιστα, η χώρα έφθασε στο σημείο να θεσπίσει την ποινή του θανάτου για όσους κατασκεύαζαν πλοία ανοιχτής θαλάσσης. Σήμερα, αναγνωρίζεται ανοιχτά ότι αυτή η τακτική υπήρξε μεγάλο σφάλμα και καταβάλλεται προσπάθεια για την αξιοποίηση αυτής της κληρονομιάς.

Άραγε, τι θα φέρει το μέλλον σε αυτά τα ταραγμένα νερά της Νοτιοανατολικής Ασίας; Ήδη έχουν πολλαπλασιαστεί οι αμερικανικές πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην εδραίωση των ανταλλαγών και τη συνεργασία ανάμεσα στις ναυτικές δυνάμεις των χωρών της Ασίας (του ινδικού και του ιαπωνικού Ναυτικού), αλλά και του κινεζικού: χωρίς αμφιβολία, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να ελέγξουν –όσο αυτό είναι δυνατόν- την ενίσχυση του τελευταίου, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί με ταχύτατους ρυθμούς.
Αμερικανικοί ελιγμοί

Ο πιο πρόσφατος ελιγμός των Ηνωμένων Πολιτειών, η Global Maritime Partnership Initiative, η οποία προτάθηκε από το αμερικανικό ναυτικό το 2007, αποσκοπεί σε μια παγκόσμια ναυτική συμμαχία : η πρόταση απευθύνεται σε κάθε «σύμμαχο» (μεταξύ των οποίων και η Κίνα) ο οποίος καλείται να συμμετάσχει σε ένα «στόλο χιλίων σκαφών» (thousand ship fleet) με αποστολή την αντιμετώπιση της πειρατείας. Σύμφωνα με τον Γιανγκ Γι, διευθυντή του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Πανεπιστημίου Άμυνας του κινεζικού στρατού, δεν είναι βέβαιο ότι η Κίνα θα δεχθεί παρόμοιες προτάσεις, τουλάχιστον όσο δεν θα έχει εντοπίσει τις υστερόβουλες σκέψεις που κρύβονται πίσω από αυτές, τα κίνητρά τους και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα μπορούσαν να έχουν γι’ αυτήν (22).



Φαίνεται δε μάλλον αποφασισμένη να μην αφήσει κανέναν παρελκυστικό ελιγμό να της κλέψει τη δεύτερη ιστορική ευκαιρία της να αναδυθεί ως παγκόσμια ναυτική δύναμη. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο «κίτρινος κίνδυνος» ανήκει στη σφαίρα του φανταστικού. Όμως, από την άλλη πλευρά, η Κίνα, η οποία δεν έχει ξεχάσει ούτε τους Πολέμους του Οπίου, ούτε τη λεηλασία του θερινού ανακτόρου του αυτοκράτορα (23), δεν σκοπεύει να επιτρέψει σε κανέναν να την απειλήσει ή να την εξαναγκάσει με τη βία σε ενέργειες που δεν επιθυμεί. Γι’ αυτό το λόγο, λαμβάνει ορισμένες «προφυλάξεις». Αν και απέχει πολύ από την υπεροπλία απέναντι στον πανίσχυρο αμερικανικό στόλο, η ιστορία χρησιμεύει ως πυξίδα και ως προειδοποίηση για το κινεζικό ναυτικό. Έτσι, ακόμα και το παραμικρό επίτευγμά του λαμβάνει συμβολικές διαστάσεις. Το 1989, το πρώτο σκάφος του κινεζικού ναυτικού που επισκέφθηκε επίσημα τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένα εκπαιδευτικό πλοίο. Εκείνη την εποχή, κανένας δεν σκέφθηκε να σχολιάσει το όνομά του: Ζενγκ Χε.

Υποσημειώσεις

1. ΗΠΑ (2.900.000 τόνοι), Ρωσία (1.100.000), Κίνα (850.000), Ηνωμένο Βασίλειο (470.000), Ιαπωνία (432.000), Γαλλία (307.000), Ινδία (240.000) και Ιταλία (143.000) 2. Ιστοσελίδα της σειράς http://finance.cctv/special/C16860/01/index.shtml 3. Joseph Kahn, «China, shy giant, shows signs of shedding its false modesty», «The New York Times», 9 Δεκεμβρίου 2006. 4. (ΣτΜ) Οι Κινέζοι θεωρούσαν ότι η αυτοκρατορία τους αποτελεί το κέντρο του κόσμου και την αποκαλούσαν «Αυτοκρατορία του Μέσου». 5. Αφγανιστάν, Βιρμανία, Μπουτάν, Βόρεια Κορέα, Καζακστάν, Κιργιζιστάν, Λάος, Μογγολία, Νεπάλ, Πακιστάν, Ρωσία, Τατζικιστάν, Βιετνάμ. 6. «La Revue de défense et de sécurité collective», Παρίσι, Μάιος 2007, σε. 31. 7. (ΣτΜ) Καθώς οι πραγματικά ελεύθερες εκλογές αποτελούν πολύ πρόσφατη κατάκτηση για την Ταιβάν, μονάχα το 2000 έγινε δυνατόν να σπάσει το μονοπώλιο της εξουσίας που κατείχε από το 1949 το αυταρχικό κόμμα Κουόμιτανγκ και να ανέλθουν στην εξουσία οι οπαδοί της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του νησιού. Αντίθετα, το Κουόμιτανγκ, το εθνικιστικό κόμμα του Τσανγκ Κάι Σεκ το οποίο ηττήθηκε στον κινεζικό εμφύλιο από τους κομμουνιστές του Μάο και του οποίου τα υπολείμματα κατέφυγαν στη Φορμόζα (μελλοντική Ταϊβάν), σκόπευε να χρησιμοποιήσει το νησί ως εφαλτήριο για την ανακατάληψη της ηπειρωτικής Κίνας και πάντα θεωρούσε την Ταϊβάν αναπόσπαστο κομμάτι της Κίνας, της οποίας ωστόσο απεχθανόταν το κομμουνιστικό καθεστώς. 8. Βλέπε Alexandre Sheldon-Duplaix, «La marine de l’Armée populaire de libération de 1949 à nos jours», στην «Revue historique des armées», n° 230, Παρίσι, 2003. Ο Λίου υπήρξε επίσης ο πρώτος επικεφαλής του κινεζικού ναυτικού που επισκέφθηκε επίσημα τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1985. 9. Ο πορθμός της Σοντ χωρίζει τη νήσο Ιάβα από την Σουμάτρα.. Ο πορθμός Γκάσπαρ χωρίζει τις νήσους Μπάνγκα και Μπέλιτουνγκ στην Ινδονησία. 10. Βλέπε Xavier Monthéard, «Οταν το τρένο θα σφυρίξει στο Λάος» «Le Monde diplomatique» -«ΚΕ», 31-8-2008. 11. Η Σίτβε βρίσκεται στη δυτική ακτή της Βιρμανίας, ενώ το Κουν Μινγκ είναι ποτάμιο λιμάνι του Γιουνάν, στη Νότια Κίνα 12. Τον Οκτώβριο του 2007, η Κίνα προσέφερε εννέα ακταιωρούς στην Καμπότζη για να προστατεύσει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της στον Κόλπο της Ταϊλάνδης. Βλέπε «Defense News», διεθνής έκδοση, Σπρίνγκφιλντ (Βιρτζίνια), 18 Φεβρουαρίου 2008, σελ. 1. 13. Η πρώτη κινεζική Λευκή Βίβλος εκδόθηκε το 1998. 14. Βλέπε Li Cheng και Scott W. Harold, «China’s new military elite», «China Security,» τόμος 3, τεύχος 4, Ουάσιγκτον, φθινόπωρο 2007, σελ. 72. 15. Ένα πολεμικό σκάφος θεωρείται «ανοικτής θαλάσσης» όταν ξεπερνάει τους 2.000 τόνους. 16. Βλέπε Bernard Dreyer, «La montée en puissance maritime de la Chine», «Défense», Παρίσι, Δεκέμβριος 2005. 17. Ρεπουμπλικάνος εκπρόσωπος της Καλιφόρνιας στο Κογκρέσο, ο οποίος συνήθως υπερασπίζεται τις δαπάνες του προϋπολογισμού που διατίθενται για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία. 18. Βλέπε www.defenselink.mil/pubs/pdfs/070523-China-Military-Power-final.pdf Πολλοί Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αναλυτές καταγγέλλουν την κινδυνολογία και τις ανακρίβειες αυτής της έκθεσης, χωρίς ωστόσο να αρνούνται το γεγονός ότι η Κίνα έχει κάνει προόδους. 19. Η «Quadrennial Defense Revue» (QDR) επικαιροποιείται κι ενημερώνεται κάθε τέσσερα χρόνια από το Αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας και παρουσιάζει την αμυντική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών σε ορίζοντα εικοσαετίας. 20. Βλέπε UCLA center for Chinese Studies, www.international.ucla.edu/china 21. Ως ναύαρχος, ο Ζενγκ Χε πραγματοποίησε την περίοδο 1405-1433 επτά ταξίδια στους ωκεανούς. 22. China Security, ο.π. 23. Πρόκειται για τους πολέμους που πραγματοποιήθηκαν για την επιβολή της εισαγωγής του οπίου στην Κίνα, αρχικά μονάχα από τους Άγγλους (1839-1842) και στη συνέχεια από την γαλλοβρετανική συμμαχία (1858-1860). Τον Οκτώβριο του 1860, τα στρατεύματά της λεηλάτησαν το Θερινό Ανάκτορο του Αυτοκράτορα. Βλέπε την επιστολή του Βίκτορα Ουγκό στον λοχαγό Μπάτλερ («Lettre au capitaine Butler»), η οποία αναδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2004 από την «Le Monde diplomatique». Διαβάστε περισσότερα...