Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Καταδίκη χωρίς καταδίκη


Χρήστος Ιακώβου

Λύση ανάγκης ή λύση χρυσής τομής μπορεί να χαρακτηριστεί η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας σχετικά με τις κατηγορίες του Γενικού Εισαγγελέα κατά του κυβερνώντος κόμματος και 71 στελεχών του, συμπεριλαμβανομένων και των αρχηγών του κράτους και της κυβερνήσεως. Πρόκειται για την πρώτη φορά που το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έχει αποφασίσει την απαγόρευση 24 κομμάτων στην ιστορία του τουρκικού κράτους, απορρίπτει παρόμοια προσφυγή από το Γενικό Εισαγγελέα. 

Η ουσία της απόφασης κρύβεται πίσω από μια φράση του πρόεδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου: «Η ετυμηγορία μας θα πρέπει να θεωρηθεί προειδοποίηση, και μάλιστα σοβαρή, προς το Κόμμα Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη». Αν λάβει κανείς υπόψη ότι η απόφαση ήταν οριακή, δηλαδή έξι υπέρ της πρότασης και 5 εναντίον καθώς επίσης και το γεγονός ότι δέκα από τα ένδεκα μέλη του δικαστηρίου δέχθηκαν τον ισχυρισμό του εισαγγελέα ότι το κυβερνών κόμμα αποτελεί «κέντρο δραστηριοτήτων κατά των κοσμικών θεμελίων του κράτους», τότε είναι πασίδηλος ο πολιτικός χαρακτήρας της δικαστικής αυτής πράξης. Με άλλα λόγια μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει την απόφαση ως «καταδίκη χωρίς καταδίκη». 

Η συγκεκριμένη απόφαση επαναφέρει, έστω και προσωρινά, κάποια ηρεμία στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και δίδει την δυνατότητα στην κυβέρνηση Ερντογάν να ασχοληθεί με τα τρία ανοικτά μέτωπα που υπάρχουν αυτή την περίοδο δηλαδή το Κουρδικό, την υπόθεση «Εργκενεκόν» και την τρομοκρατία. 

Το ερώτημα, όμως, που προκύπτει από την απόφαση είναι το πως μπορεί να λειτουργήσει ένα κόμμα σε ένα πολιτικό σύστημα που θα το έχει υπό επιτήρηση. Με δεδομένη την ψυχολογία «φρουρίου υπό πολιορκία», που διέπει τώρα τον Ερντογάν, θα ήταν καλύτερη εξέλιξη γι’ αυτόν μία απόφαση κλεισίματος, έστω κι’ αν η απόφαση μπορεί, εν πρώτοις, να ερμηνευτεί και ως ενίσχυση του κύρους και διασφάλιση της πολιτικής καριέρας του τούρκου πρωθυπουργού. Σε τέτοια περίπτωση, βραχυπρόθεσμα, θα δημιουργούσε ένα νέο κόμμα με νέο πρόσωπο (όπως έγινε το 2001 με το κλείσιμο του κόμματος της Αρετής), μεσοπρόσθεσμα θα προκήρυσσε πρόωρες εκλογές που θα σάρωνε με σύνθημα τον εκδημοκρατισμό της χώρας και μακροπρόθεσμα θα προχωρούσε με ανανεωμένη την λαϊκή υποστήριξη στην αντιπαράθεση ισχύος με το κεμαλικό κατεστημένο, εισάγοντας νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία κλεισίματος κομμάτων επικαλούμενος την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.  

Μπορεί ο Ερντογάν να ξέφυγε ενός ακόμη σκοπέλου, όμως, στην ουσία αυτή η κρίση έστρεψε τους προβολείς του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος στην Τουρκία και, αν κρίνει κανείς από τον ευρωπαϊκό Τύπο, διαπιστώθηκαν τέσσερις αδυναμίες της κυβέρνησής του: α) δεν σημειώθηκε πρόοδος στο χρονοδιάγραμμα της Ε.Ε., β) δεν κατάφερε να βελτιώσει ή να τροποποιήσει το σύνταγμα, γ) δεν μπόρεσε να μειώσει τους φόβους περί ισλαμικής ατζέντας και δ) μπορεί να τυγχάνει ευρείας λαϊκής υποστήριξης αλλά η κυβέρνηση του παραμένει αυτή που δίχασε, άνευ προηγουμένου, τον τουρκικό λαό.  


Από την άλλη, οι κεμαλικοί ευρίσκονται προ ενός διλήμματος: αντιλαμβάνονται μεν ότι Ο Ερντογάν ανέχεται τις δραστηριότητες των ισλαμιστών του κόμματός του αλλά από την άλλη υπάρχουν περιορισμοί προκειμένου να παραβιάσουν την ισχυρή λαϊκή υποστήριξη που τυγχάνει (47% του εκλογικού σώματος). Ο Ερντογάν είναι ισχυρός στις λαϊκές μάζες αλλά μετά την απόφαση ευάλωτος απέναντι στο κεμαλικό κατεστημένο και υπό επιτήρηση από τους μηχανισμούς του τουρκικού υπερκράτους. Το συμπέρασμα είναι ότι αμφότεροι ακροβατούν έναντι αμφοτέρων. Ο Ερντογάν πιστεύει ότι ενόσω απολαμβάνει της λαϊκής υποστήριξης θα μπορεί να τεντώνει το σχοινί, από την άλλη οι κεμαλικοί αναζητούν το ευνοϊκό πεδίο σύγκρουσης για τον απαξιώσουν, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να είναι μόνο το κουρδικό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.