Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

«ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ»



 Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ (τηλ. 2310252320, Ερμού 48 Θεσσαλονίκη, Τ.Κ. 54623) το βιβλίο του Χρήστου Μηνάγια με τίτλο: «ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ». Περισσότερες λεπτομέρειες για το εν λόγω βιβλίο παρατίθενται ακολούθως:
Η στρατιωτική ισχύς αποτελεί τη φυσική ισχύ και το πιο δυναμικό στοιχείο ενός κράτους προκειμένου να εφαρμοστεί η εθνική πολιτική και να υλοποιηθούν οι εθνικοί στόχοι.
Το παρόν βιβλίο αποτελεί το τελευταίο μέρος μιας τριλογίας (1ο Βιβλίο: Αποκαλύπτοντας τον Τουρκικό Λαβύρινθο, Ισλάμ και Πολιτική στην Τουρκία και 2ο Βιβλίο: Απόρρητος Φάκελος Τουρκία, Η Εθνική Στρατηγική της Τουρκίας) με την οποία ο συγγραφέας αφενός αποκαλύπτει τις πολύπλοκες διαδρομές της Τουρκικής Δημοκρατίας, τους αφανείς και παράλληλους μηχανισμούς διακυβέρνησης της χώρας, την εθνική της ισχύ, τα εθνικά της συμφέροντα, τους εθνικούς της στόχους, αφετέρου σκιαγραφεί την τουρκική αντίληψη και διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την έννοια της στρατιωτικής ισχύος, μέσω της οργάνωσης, της διάταξης των ενόπλων δυνάμεων της και των εξοπλισμών.
Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι θεωρούν το επίπεδο
της πολεμικής ισχύος της χώρας τους χαμηλό σε σύγκριση με το αντίστοιχο άλλων κρατών που έχουν επιφορτισθεί το ρόλο περιφερειακής και παγκόσμιας δύναμης, έχουν θέσει σε εφαρμογή διαδικασίες απόκτησης χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών οπλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, αναβάθμισης των δυνατοτήτων ταχείας μεταφοράς δυνάμεων και στρατηγικών ενισχύσεων σε περιοχές κρίσεως, χρησιμοποίησης του διαστημικού περιβάλλοντος ως παράγοντα στρατιωτικής ισχύος, απόκτησης δυνατοτήτων ολοκλήρωσης μιας στρατιωτικής επιχείρησης σε σύντομο χρονικό διάστημα και εφόσον απαιτηθεί εξασφάλιση της συνέχισης αυτής και υποστήριξή της για μεγάλο χρονικό διάστημα.....
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

"Κουράγιο Πηνελόπη»



« Η αλήθεια δεν έχει ειδικό χρόνο δικό της, η ώρα της αλήθειας είναι τώρα-πάντα»  Άλμπερτ Σβάιτσερ

Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το νέο βιβλίο του συμπατριώτη μας λογοτέχνη κ. Άντη Ροδίτη «Κουράγιο Πηνελόπη»  και τον συγχαίρω πραγμ
ατικά για την απόφασή του να ερευνήσει τα αμερικανικά αρχεία και να  εκδώσει,  καλύπτοντας την πλέον σημαντική θα έλεγα περίοδο της Κυπριακής Ιστορίας  - 1964 - μετά την ζυριχική  ανεξαρτησία του 1960, το τόσο σημαντικό αυτό βιβλίο. Πάντοτε υποστήριζα ότι τα αμερικανικά έγγραφα πρέπει να μελετώνται σε συνδυασμό με τα βρετανικά.  Και η εργασία του κ. Ροδίτη έκανε ακριβώς το απαιτούμενο και παρέδωσε μια ιστορική πλέον  παρακαταθήκη που οφείλουν οι ιστορικοί, ακαδημαικοί, φοιτητές και πολιτικοί να αξιολογήσουν. Να μελετήσουν, όμως  απελευθερωμένοι από τυχόν κομματικές παρωπίδες, και να αναθεωρήσουν,  να διορθώσουν ιστορικές ανακρίβειες στη πρόσφατη Κυπριακή Ιστορία για την συγκεκριμένη περίοδο. 

Μια περίοδο όπου η αλήθεια των γεγονότων αφέθηκε εγκληματικά να παραμένει φυλακισμένη με μαύρη  φερετζέ, λόγω κομματικο-πολιτικών συμφερόντων δικών μας και ξένων. Με αποτέλεσμα να περνούν ανενόχλητες η τουρκική εκδοχή,  η εκδοχή κάποιων επιτήδειων Βρετανών και εκείνη που συνέφερε στο ΑΚΕΛ και τη Μόσχα, άνευ τεκμηρίωσης αλλά της μετρητοίς, δίχως κανένα επίσημο αντίλογο. (Ακριβώς όπως γίνεται δυστυχώς και με τα γεγονότα του 1974...).

Καταποντίζεται ένα ψέμα 49 χρόνων!

Το 1964 μετά την τουρκική απόπειρα πραξικοπήματος με σκοπό την διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και την εγκαθίδρυση δύο ξεχωριστών ομόσπονδων κρατών, ξεσπάθωσαν οι «πατριωτικές δυνάμεις» στο νησί ότι τάχα το ΝΑΤΟ και οι Αμερικανοί είχαν σχέδιο Νατοποίησηςτης Κύπρου και θα κατέβαζαν μια δύναμη των 10,000 στρατιωτών!  Μια λανθασμένη και καθόλου τεκμηριωμένη «ιστορική» θέση,  που ποτέ δεν αλήθευε.
Στην  πραγματικότητα,  οι Αμερικανοί κανένα ενδιαφέρον είχαν για ανάμιξη στο Κυπριακό και ήσαν οι Βρετανοί που τους προσέγγισαν και τους πίεσαν να εμπλακούν για να μην φαίνονται οι ίδιοι και τα φιλοτουρκικά τους σχέδια. 

Την πραγματικότητα αυτή μας την  φανέρωσαν τα βρετανικά έγγραφα (κάλυψα το θέμα στο βιβλίο μου «Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας 1955-2011»). ΄Ομως, ο κ. Άντης Ροδίτης προχώρησε με την δική του έρευνα μέσω των αμερικανών αποδεσμευμένων εγγράφων και επιβεβαίωσε την ιστορική αυτή αλήθεια και όχι μόνο.  Εμβάθυνε στο θέμα με στοιχεία αδιαμφισβήτητα γιατί τα έγγραφα που χρησιμοποίησε είναι πρωτογενή όπως και τα βρετανικά και όχι από τη τάδε πηγή ή την άλλη.

Επισημαίνω την ιστορική,  διαχρονικής σημασίας δήλωση,  του Άγγλου πρωθυπουργού Σερ ΄Αλεκ Χιούμ  - σελίδες 69/70 «Κουράγιο Πηνελόπη» - σε αγγλοαμερικανική σύσκεψη που έγινε στο Λευκό Οίκο στις 14 Φεβρουαρίου 1964,  (ως βέβαια γνώστης των διχοτομικών σχεδίων από πρώτο χέρι) : «Ο Σερ ΄Αλεκ είπε πως αν ο τουρκικός στρατός εισέβαλλε στο νησί, η Βρετανία θα τον καλούσε να σταματήσει σε μιά ορισμένη γραμμή, αλλά οι δυνάμεις της δεν θα πολεμούσαν εναντίον ενός νατοικού συμμάχου...».  ( Η υπογράμμιση δική μου). Ο ίδιος  ήταν που τον Δεκέμβριο του 1963 έστειλε οδηγία στον υπουργό Κοινοπολιτείας που βρισκόταν στη Λευκωσία να έχει υπόψη του ότι «δεν έχουμε πρόθεση να χρησιμοποιήσουμε τις δυνάμεις μας έστω και αν οι Τούρκοι εισβάλουν...».

΄Οπως  ακριβώς κατά γράμμα έκαναν το 1974.  Η γραμμή δε που εννοούσε , δεν ήταν άλλη από την γραμμή Αττίλα του 1974. Την επιβεβαιώνουν χάρτες στα βρετανικά αρχεία... (Η ίδια γραμμή σε χάρτη «Κίσσιγκερ» του 1974 - έρευνα συνάδελφου Μιχάλη Ιγνατίου).

Το βιβλίο «Κουράγιο Πηνελόπη»  ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου για την ιστορική αλήθεια των διαπραγματεύσεων το 1964 με την ανάμιξη των Αμερικανών στο Κυπριακό και κυρίως το έντονο παρασκήνιο πάρε-δώσε μεταξύ  20-25 Αυγούστου 1964. Όταν κορυφώθηκαν οι αμερικανικές προσπάθειες (με τους φόβους των περί κουβανοποίησης της Κύπρου λόγω των  αυξανόμενων δοσοληψιών της κυπριακής κυβέρνησης με την Μόσχα) και αποφάσισαν πλέον ότι η μόνη σωστή λύση για το Κυπριακό, με τη βοήθεια του Γεώργιου Παπανδρέου, ήταν η  'Ενωση δίχως όρους΄ . Αγνοώντας για τις πιθανές τουρκικές αντιδράσεις. Θα άφηναν την διαπραγμάτευση των ωφελημάτων προς την Τουρκία για συζήτηση και ολοκλήρωση μετά την επιβολή της Ένωσης.

Δυστυχώς, όμως, οι Βρετανοί που παρακολουθούσαν στενά την όλη διαδικασία, με στήριγμα τη γνώση τους ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ΔΕΝ ήθελε την Ένωση με την Ελλάδα, τους τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια την τελευταία στιγμή...Το βιβλίο εξηγεί με λεπτομέρειες τα γεγονότα των ημερών εκείνων και τεκμηριώνει με πληθώρα επισήμων εγγράφων.

Σίγουρα τα πράγμα θα ήσαν πολύ πιο εύκολα για την ελληνική κυβέρνηση και την Ουάσιγκτον να επιβάλουν την Ένωση δίχως όρους. Το πως θα ξεμπέρδευαν βέβαια με τους Βρετανούς και Τούρκους, αυτό θα ήταν δικό τους θέμα να αντιμετωπίσουν εφόσον η Ελλάδα θα αποχωρούσε πια  από τις Συμφωνίες Ζυρίχης κτλ. ΄Ομως στην περίπτωση ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είναι σίγουρο ότι ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ την Ένωση. Και οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν εκείνο το στοιχείο στην αντιμετώπιση των αμερικανικών ενεργειών υπέρ των Τούρκων εφόσον είχαν υπόψη και τις μυστικές συμφωνίες που είχαν ήδη κάνει  με την Τουρκία...

Κλείνω με ένα απόσπασμα από έκθεση του Σερ Ντέιβιντ Χάντ, Βρετανού Υπ. Αρμοστού στην Κύπρο μεταξύ 1965-1967, και ο οποίος υποστήριζε την ΄Ενωση και το έλεγε στους ανώτερούς του στο Φόρειν ΄Οφις  έστω και αν διαφωνούσε με τη πολιτική τους:
«... Επιπρόσθετα με τη θέση που διατηρώ ότι ο Μακάριος είναι εναντίον της Ενώσεως,  παίρνω επίσης την ελευθερία να δηλώσω ότι η Ένωση είναι καλό πράγμα για τη Βρετανία. Εξάλλου έχει εξηγηθεί και από τον προκάτοχό μου... Εν συντομία θα ήθελα να πώ ότι εμείς δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα αντιθέτως θα κερδίσουμε. Αυτό είναι συγκεκριμένα και το κύριο αντικείμενο συζητήσεων για την Ένωση με την  πραγματική της έννοια (ατόφια Ένωση). ΄Οτι δηλαδή είναι η μόνη σταθερή λύση εφόσον όλες οι άλλες κινδυνεύουν να τορπιλιστούν από τους υποστηρικτές της Ένωσης...».

Αλοίμονο όμως, κτυπούσε του κουφού την πόρτα και το γνώριζε... 


Φανούλα Αργυρού
Ερευνήτρια/συγγραφέας
Λονδίνο  4.8.2013
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Πατριδεγωφάγος - Ο καρκίνος των εθνών




Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, η μελέτη της κοινωνικής οντολογίας και του ελληνικού προβλήματος εν γένει παραπέμπει σε ελαχίστους στοχαστές, μεταξύ των οποίων ο Θεόδωρος Ζιάκας. Πρόκειται για το μελετητή που ανέπτυξε, μέσω της βιβλιογραφικής του προσφοράς, τη γενική θεωρία για το έθνος ως πολιτισμικό υποκείμενο, την ειδική θεωρία για το ελληνικό έθνος καθώς επίσης και την κοινωνική οντολογία της ετερότητας.

Με το τελευταίο του βιβλίο, «Πατριδεγωφάγος. Η Νόσος της Πόλεως», (Εκδόσεις Αρμός, 2012) καταπιάνεται με την ασθένεια που προσβάλλει το έθνος και η οποία το απειλεί με αφανισμό, όπως άλλωστε την είχε διαπιστώσει και σε προηγούμενα βιβλία του. Πρόκειται για μία πραγματεία περί του μηδενισμού και του σοφιστικού πνεύματος τα οποία αποσαθρώνουν τα ανθρωπολογικά θεμέλια του έθνους.

Το βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη, α) περί έθνους και β) περί κομμάτων, αποτελεί μία διανοητική διαπραγμάτευση με έννοιες όπως, έθνος - κοινωνική οντολογία - ανθρωπολογικός στοχασμός, διυποκειμενικότητα, για να καταλήξει σε μία πρόταση μετάβασης σε ένα νέο ανθρωπολογικό υποκείμενο, υπό κάποιες προϋποθέσεις 

Ο Ζιάκας ορίζει τον πατριδεγωφάφο για τα έθνη, ως την αντίστοιχη νόσο του καρκίνου που προσβάλλει τα άτομα και τα απειλεί με θάνατο. «Πατριδεγωφάγος» είναι αυτός που τρώει την πατρίδα του (σελ. 18). Αν δεν διαγνωσθεί εγκαίρως και δεν αντιμετωπισθεί σωστά, γοργός επέρχεται ο θάνατος και είναι οδυνηρός. Σήμερα, οι φορείς της νόσου μιλούν για «κρίση», χωρίς να μπορούν να προσδιορίσουν για ποίου είδους ασθένεια πρόκειται. Μιλούν για οικονομική κρίση, άλλοι για πολιτική, θεσμική, πολιτιστική, κ.λπ. Είναι πασίδηλο ότι επικεντρώνουν την προσοχή στα συμπτώματα, αφήνοντας άθικτη τη νόσο να εξελίσσεται καταστροφικά.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «η νεωτερική κατάρρευση και η μετανεωτερική μετάβαση έχουν αρχίσει...Δεν καταλάβαμε που πηγαίνει ο κόσμος και δεν ξέρουμε τι κάνουμε...Παρά ταύτα πρέπει να σταθούμε και να σκεφτούμε. Τί είμαστε και τι θέλουμε. Ανάγκη, δηλαδή, επείγουσα να ξανακοιτάξουμε το έθνος» (σελ. 21-22). Η σημερινή κρίση καταδεικνύει ότι καταρρέει η αντίληψη ότι το κράτος είναι υποκείμενο του έθνους, ότι δηλαδή το έθνος δεν είναι τίποτε πέρα από το κράτος. Στην πραγματικότητα η Κρίση είναι καθολικού χαρακτήρα γιατί αποκαλύπτει τη σαπίλα του Συστήματος στον πυρήνα του και την αποτυχία του θεμελιακού ιδεώδους πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το ελλαδικό κράτος. Πρόκειται για την κατάρρευση της «μεταμοντέρνας μαζικής δημοκρατίας, μαζί με το φιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης» (σελ. 118), τα οποία προεβλήθησαν ως το «τέλος της ιστορίας» με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου». Αντί βεβαίως για το «τέλος της ιστορίας» μας προέκυψε το «τέλος της αφθονίας». Αυτό το «τέλος της αφθονίας» περιλαμβάνει την καταδίκη, όπως πολύ εύστοχα εντοπίζει ο Ζιάκας, του «φαουστικού» αναζητητή, του αστικού εκείνου προτεσταντικού θηρίου που όταν έθετε την απόλαυση της ιδιωτικής ισχύος του στο επίκεντρο του κοινωνικού νοήματος, την ισχύ για την ισχύ, δεν περίμενε ότι θα έφτανε στη σημερινή κατάντια.

Ως προέκταση των άνωθεν, θα συμφωνήσω με το συλλογισμό του συγγραφέα ότι αν η εντελέχεια του νεωτερικού ανθρώπου είναι ο απόλυτος Ιδιώτης, όπως τον ευαγγελίστηκε η Δύση, το μεγάλο πρόβλημα για μας τους Έλληνες είναι γιατί τον εντάξαμε στον τύπο του Πατριώτη; Με άλλα λόγια αναγάγαμε τον απόλυτο Ιδιώτη σε ιδανικό με το οποίο ταυτίσαμε φαντασιακά τα πρότυπα που σχετίζονταν με αυτόν. Σήμερα όμως τι απέγινε ο απόλυτος Ιδιώτης; Ένα πουκάμισο αδειανό, ένα μηδέν. Το δράμα μας είναι ότι τελικά εξισώσαμε το ιδανικό με το μηδέν, μετατρέψαμε σε πρότυπο το κενό υποκείμενο, το Τίποτε, «με αποτέλεσμα η πραγματικότητα, αυτός ο γεωμετρικός τόπος μεταξύ του θετικού και του αρνητικού προτύπου, να διαμορφώνεται σε όλο και κατώτερο επίπεδο, αφού η μηδενιστική νοηματοδότηση κατέστη κυρίαρχη» (σε 62).
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω λιγότερο με το συγγραφέα ότι ως ελληνικό έθνος, αντιθέτως προς άλλα έθνη, είχαμε προσβληθεί και στο παρελθόν από την ίδια αρρώστια αλλά επιβιώσαμε. Η σημερινή κρίση είναι κατά βάθος ανθρωπολογική. Δεν απουσιάζουν οι σωστές ιδέες και οι επαρκείς προτάσεις, αλλά οι άνθρωποι που τους αντιστοιχούν. «Τώρα που το κομματικό μας σύστημα κατέστρεψε το νεωτερικό ελλαδικό κράτος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να ξαναχτίσουμε τα Κοινά μας» (σελ. 231).

Τελειώνοντας τη βιβλιοπαρουσίαση του «Πατριδεγωφάγου» οφείλω μία διευκρίνιση. Δεν είμαι του πνευματικού αναστήματος και της διανοητικής εμβέλειας του Θεόδωρου Ζιάκα για να παρουσιάσω ή να κάνω κριτική σε ένα πόνημα που είναι καρπός της συστηματικής και πολυετούς διαπραγμάτευσης του συγγραφέως με το θέμα. Αν το κάνω είναι λόγω πνευματικού σεβασμού προς τη συμβολή του Θεόδωρου Ζιάκα στη μελέτη του εθνικού φαινομένου σε συνδυασμό με την κοινωνική οντολογία του συλλογικού και ατομικού υποκειμένου καθώς επίσης και της ανάγκης να προταθεί το βιβλίο ως ευανάγνωστο, μα πάνω από όλα, ποιοτικό μελέτημα σε όσους προβληματίζονται γύρω από το θέμα της ταυτότητας του ελληνικού έθνους και προσεγγίζουν με ένα διαφορετικό τρόπο την έννοια της «παράδοσης».
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία




Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)


Πρόσφατα διάβασα το πολύκροτο και πρωτότυπο σε περιεχόμενο βιβλίο του πρώην Βρετανού υπουργού εξωτερικών, Ντείβιντ Όουεν, «Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία» (εκδόσεις Καστανιώτη 2009, αγγλ. In Sickness and in Power: Illness in heads of government during the last 100 years). Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται στο σκοπό συγγραφής του, δηλαδή να ανιχνεύσει και να αναλύσει το πως η ψυχική και σωματική υγεία διαφόρων πολιτικών ηγετών έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αποφάσεις  που είχαν κρίσιμο χαρακτήρα και στρατηγικές επιπτώσεις  για τα κράτη τους ή για την παγκόσμια ιστορία κατά τον 20ου αιώνα.

Ο συγγραφέας, έχοντας μία μακρά πείρα στην πολιτική και υπό την ιδιότητά του ως ιατρός νευρολόγος, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα αυτό και ανατέμνει ένα αντικείμενο το οποίο ελάχιστοι άγγιξαν στο παρελθόν. Χαρακτηριστικά γράφει: «Ο βαθμός στον οποίο η ασθένεια επηρεάζει τη λειτουργία της κυβέρνησης και τις αποφάσεις των αρχηγών κρατών προκαλώντας παραφροσύνη, με την έννοια της απερισκεψίας, της ανοησίας και της παρορμητικότητας, ήταν ένα θέμα που αντιμετώπισα άμεσα ως υπουργός Εξωτερικών, και το οποίο δεν έπαψε να με απασχολεί έκτοτε».

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ποιοτικά μέρη. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται τη σχέση πολιτικής και ιατρικής και το δεύτερο αναλύει το φαινόμενο του «Συνδρόμου της Ύβρεως».

Σε σχέση με το πρώτο μέρος, ο συγγραφέας εγείρει μία ευρεία γκάμα ενδιαφερόντων ερωτημάτων. Πόσο κάποια ασθένεια μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις ενός πολιτικού; Ποιοί κίνδυνοι ελλοχεύουν από την δημόσια απόκρυψη της ασθένειας; Πόσο δύσκολη είναι απομάκρυνση ενός ασθενούς ηγέτη από την εξουσία σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. Τέλος, σε τέτοιες περιπτώσεις το καθήκον των ιατρών εξαντλείται έναντι του ασθενούς, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, ή η ευθύνη επεκτείνεται και απέναντι στο λαό και στο κράτος; 

Προς απάντηση των ερωτημάτων του ο συγγραφέας παραθέτει μία σειρά από παραδείγματα. Σοκάρει η διαπίστωση ότι από τους 37 προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι το 1974, στους μισούς διαπιστώθηκε κάποια ψυχική ασθένεια, μέρος των οποίων έπασχε και κατά τη διάρκεια άσκησης της εξουσίας. Για παράδειγμα, ο Φραγκλίνος Ρούζβετ ήταν εξασθενημένος ψυχολογικά όταν έγινε η διάσκεψη στη Γιάλτα. Ο Ρίτσαρντ Νίξον έπασχε από αλκοολισμό όταν ήταν πρόεδρος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συμμετάσχει μερικές φορές σε σοβαρές συναντήσεις και ο Λύντον Τζόνσον υπέφερε από κατάθλιψη. Ο Τζον Κένεντι υπέφερε από την νόσο του Addison, ενδοκρινολογική διαταραχή των επινεφριδίων, γεγονός που του προκαλούσε αφόρητους πόνους προκαλώντας του άσχημη ψυχολογική διάθεση κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης αμερικανικής επιχείρησης στον Κόλπο των Χοίρων της Κούβας, όπως επίσης και στην αποτυχημένη συνάντηση που είχε με τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Νικίτα Χρουστσόφ, στην Αυστρία.  Άλλα έντονα παραδείγματα που παραθέτει ο Όουεν είναι η συνήθεια του Ουίστον Τσώρτσιλ, ο οποίος ήταν αρειμάνιος καπνιστής πούρων και κατά καιρούς έπασχε από κατάθλιψη, να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η αναφορά στην ασθένεια του Άντονυ Ίντεν κατά τη κρίση της Διώρυγας του Σουέζ και πως αυτή επηρέασε την συμπεριφορά του. Τέλος, δεν μένει απαρατήρητη η αποκάλυψη ότι τηρήθηκε αυστηρή μυστικότητα για μία μορφή καρκίνου του αίματος που έπασχε ο Σάχης του Ιράν, Moχάμμεντ Ρεζά Παχλαβί, κατά την ταραχώδη περίοδο 1977-79, όπως επίσης και η απόκρυψη της ασθένειας του καρκίνου του προστάτη που έπασχε ο Φρανσουά Μιττεράν, για έντεκα από τα δεκατέσσερα χρόνια που παρέμεινε στην προεδρία της Γαλλίας. 

Θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό το δεύτερο μέρος του βιβλίου όπου ο Όουεν πραγματεύεται το «Σύνδρομο της Ύβρεως» (Hubris Syndrome). Έχοντας ως μοντέλα την πολιτική συμπεριφορά των Τζωρτζ Μπους και Τόνι Μπλέρ αναλύει το φαινόμενο της συμπεριφοράς που απορρέει από την «μέθη της εξουσίας». Υποστηρίζει ότι μερικοί ηγέτες όταν ανέρχονται στην εξουσία εμφανίζουν τέτοια οίηση με αποτέλεσμα να εμπιστεύονται απόλυτα την κρίση τους και να αγνοούν τις υποδείξεις και την κριτική των συνεργατών τους. Έχοντας υπέρμετρη αυτοπεποίθηση, θεωρούν εαυτούς υπεράνω των ανθρωπίνων ορίων και βυθίζονται συνεχώς στις ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας.

Ο Όουεν θεωρεί το «Σύνδρομο της Ύβρεως» εξαιρετικά επικίνδυνο για τη συμπεριφορά των ηγετών που μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις για το μέλλον κοινωνιών, κρατών και της διεθνούς σκηνής και προτείνει στην ιατρική επιστημονική κοινότητα να μελετήσει συστηματικά την ύπαρξη του «Συνδρόμου της Ύβρεως» και να καταλήξει σε συμπεράσματα για τα συμπτώματά και την αντιμετώπισή του.

Η σημασία του βιβλίου έγκειται ότι αγγίζει ένα πολύ λεπτό σημείο της σχέσης ιατρικής με την πολιτική. Η ιστορία του 20ου αιώνα κατέδειξε ότι αυτά τα θέματα παρέμειναν στο σκοτάδι παρά την αποδεδειγμένη σημασία τους για τις αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξη της ιστορίας και για τις τύχες των λαών.

www.geopolitics-gr.blogspot.com
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

A World Undone: The Story of the Great Was 1914 to 1918

In today's excerpt - starting with its founding by Osman in 1299, the Ottoman Empire was ruled for ten successive generations by capable and often brilliant leaders, culminating in the dazzling reign of Suleiman the Magnificent (1494-1566), who led the Empire to its cultural and geographic zenith. That changed when his son Mustafa was executed—by five professional executioners whose tongues had been slit and eardrums broken so that they would hear no secrets and could never speak of what they saw—and replaced by his wife's favorite, Selim II. Selim was followed by a succession of mostly degenerate and weak leaders that left the Empire, by 1914, as the "sick man of Europe":
"Suleiman, a contemporary of Henry VIII of England, took his strange heritage to a peak of vitality. Like his forebears, he was a warrior, personally leading his army in thirteen campaigns. He pushed deeper into Europe, capturing Belgrade and Budapest and completing the conquest of the Balkans. He besieged Vienna, the keystone of central Europe, and would have captured it too if torrents of rain had not made it impossible for him to bring his heavy guns north. He was a poet, a student of the works of Aristotle, and a builder who made Constantinople grander and more beautiful than it had ever been. The opulence of life in his Topkapi Palace beggars the imagination.
"Suleiman had some three hundred concubines, as well as a promising young son and heir named Mustafa, when he was given a red-haired Russian girl named Ghowrem, who came to be known as Roxelana. She came into his harem as part of his share of the booty from a slave-gathering raid into what is now Poland, and she must have been a remarkable creature. (Not surprisingly, in light of the power she acquired in Constantinople, she eventually won a second new name: 'the witch.') Almost from the day of her arrival, Suleiman never slept with another woman.  Eventually and amazingly, he did something that no sultan had done in centuries: he married. Their love story would have been one of the great ones if it hadn't ended up taking the dynasty and the empire in such a sordid direction.
"Mustafa gave every indication of developing into yet another mighty branch on the family tree. At an early age he showed himself a bold military leader adored by his troops, a capable provincial governor, and a popular hero. But he stood in the way of the son whom Roxelana had borne to (presumably) Suleiman, and so he was doomed. Working her wiles, Roxelana persuaded Suleiman that Mustafa was plotting against him. (He was doing nothing of the kind.) With his father looking on, Mustafa was overpowered and strangled by five professional executioners whose tongues had been slit and eardrums broken so that they would hear no secrets and could never speak of what they saw. And so when Suleiman died some years later, master of an empire of almost incredible size and power, he was succeeded by Roxelana's son, Selim II. Nothing was ever the same again.
"Selim the Sot was short and fat and a drunk. He never saw a battlefield and died after eight years on the throne by falling down and fracturing his skull in his marble bath. His son, Murad III, was also a drunk and an opium addict as well; during a reign of twenty years he sired 103 children and apparently did little else. His heir, Mahomet III, began his reign by ordering all of his many brothers, the youngest of them mere children, put to death, thereby introducing that custom into Ottoman royal culture. Having done so he followed his father in devoting the rest of his life to copulation. And so it went. Every sultan from Roxelana's son forward was a monster of degeneracy or a repulsive weakling or both. The abruptness and permanence of the change, the sharpness of the contrast between the murdered Mustafa and his half-brother Selim II, has given rise to speculation that perhaps Roxelana's son was not Suleiman's son at all.
"In the post-Suleiman empire, a new breed of craven sultans came to live in terror of being overthrown by rivals from within the dynasty. Appalling new traditions emerged, to be observed whenever one of them died. All the women of the deceased sultan would be moved to a distant place and kept in even deeper solitude for the rest of their miserable lives. Any who happened to be pregnant would be murdered (generally by being bundled in sacks and drowned), and the younger brothers and half-brothers of the new monarch (often a large number of men, boys, and infants) were murdered as well (generally by strangulation).
"The rulers erected a windowless building called the Cage in which their heirs were confined from early childhood until they died or were put to death or, having been taught nothing about anything, were released to take their turns on the throne. The result was as inevitable as it was monstrous: an empire ruled year after year and finally century after century by utterly ignorant, utterly incompetent, sometimes half-imbecilic, half-mad men, some of whom spent decades in the Cage before their release and all of whom, after their release, were free to do absolutely anything they wanted, no matter how vicious, for as long as they remained alive. They commonly indulged their freedom to kill or maim anyone they wished to kill or maim for any reason—for playing the wrong music or for smoking, for example—or for no reason at all."
author:G.J. Meyer
title:A World Undone: The Story of the Great Was 1914 to 1918
publisher:A Division of Random House, Inc.
date:Copyright 2006 by G.J. Meyer
pages:87-89
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Turkey's Global Strategy


May 2011
After nearly a decade in power, Turkey's Justice and Development Party (AKP) has grown increasingly confident in its foreign policy, prompting observers to wondered aloud whether the country might be leaving 'the West', forcing that group to confront the question 'who lost Turkey?'
This is to cast Turkey's role, and its emerging global strategy, in unhelpful binary terms. Turkey's emerging role reflects the changes in the world politics whereby power is becoming decentred and more diffuse, with established blocs replaced by more fluid arrangements that loosely bind states on the basis shifting interests. Understanding Turkey's evolving global role can shed light on the emergence and orientation of other rising powers, and for the West, the challenge will be to shed the bloc mentality that remains pervasive, and reconceptualise an international order in which independent states become assets rather than inconveniences.

http://www2.lse.ac.uk/IDEAS/publications/reports/SR007.aspx
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η Αραβική Άνοιξη - Μελέτες Διεθνών Σχέσεων

kouskouvelis-araviki-anoixi-front  kouskouvelis-araviki-anoixi-back

Το παρόν έργο εγκαινιάζει τη σειρά του Εργαστηρίου Διεθνών Σχέσεων & Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και των Εκδόσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας: Μελέτες Διεθνών Σχέσεων
Τέσσερις πρωτότυπες επιστημονικές μελέτες αναλύουν, εξηγούν και έρχονται να ερμηνεύσουν το πολύπλοκο και δυναμικό φαινόμενο της Αραβικής Άνοιξης, αναδεικνύοντας το "γιατί", το "πού", το "πότε" και το "πώς". Η θεωρητική προσέγγιση του παρόντος συλλογικού έργου ξεφεύγει από τα στερεότυπα, συνδυάζοντας τη θεωρητική με την επεξηγηματική ανάλυση βοηθάει τον αναγνώστη να εμβαθύνει στις εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο, και παράλληλα καλύπτει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων.

Διαβάστε περισσότερα...

The Confessions of Kofi Annan

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

The Revenge of Geography


Robert Kaplan
The Revenge of Geography
Random House, 2012


Του Χρήστου Ιακώβου
Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)


Υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι όταν γράφουν ένα βιβλίο έχουν πάντοτε κάτι καινούριο και αξιοσημείωτο να πουν. Ένας τέτοιος συγγραφέας είναι ο αμερικανός δημοσιογράφος και αναλυτής, Ρόμπερτ Κάπλαν, γνωστός από τα βιβλία του, Arabists: The Romance of an American Elite (1993), Balkan Ghosts (1994) και The Coming Anarchy: Shattering the Dreams of the Post Cold War (2000).

Στο νέο του βιβλίο «The Revenge of Geography: What the Map Tells Us About Coming Conflicts and the Battle Against Fate» επιχειρεί να καταδείξει πως οι πολιτικές και κοινωνικές ιστορίες των χωρών προσδιορίστηκαν καθοριστικώς από παράγοντες όπως η γεωγραφία. Για παράδειγμα, η σχέση τους με τους ωκεανούς και με χερσαίους χώρους που λειτουργούσαν ως φυσικά σύνορα είχε πάντοτε ένα γεωγραφικό ντετερμινισμό που επηρέαζε την παραγωγή και διακίνηση ιδεών καθώς επίσης και την ανθρώπινη βούληση.

Το βιβλίο του Κάπλαν εκδίδεται σε μία μεταβατική περίοδο νέων αναζητήσεων, μετά την ολοκλήρωση αυτού που ονομάσαμε μεταψυχροπόλεμος. Ήταν μία περίοδος όπου ο παράγοντας γεωγραφία υπεβιβάσθη στη δυτική πολιτική διανόηση. Με άλλα λόγια, υπεβιβάσθη η γεωπολιτική η οποία επηρέασε βαθύτατα τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Στη δεκαετία του 1990, κυριάρχησε η άποψη στη δυτική πολιτική διανόηση ότι η παγκοσμιοποίηση κατέστησε αναχρονιστικούς τους γεωγραφικούς χάρτες του παρελθόντος άρα και καταργήσιμους. Οι παγκόσμιες φιλοδοξίες που δημιούργησε τότε ο συνδυασμός του αμερικανικού «ένοπλου φιλελευθερισμού» και της φιλοσοφίας του νεοσυντηρητισμού, περί εξάπλωσης ή και επιβολής της δημοκρατίας, έτειναν να καταστήσουν της αναφορές στην κλασική σχολή του ρεαλισμού και της γεωπολιτικής ξεπερασμένες. Κυριάρχησε η ψευδαίσθηση ότι οι ιδεολογία των παγκόσμιων ιδανικών θα επισκίαζε την εθνική καταγωγή και τα θρησκευτικά πολιτισμικά στοιχεία. Με αυτό τον τρόπο η ελευθερία των εθνών – κρατών έπρεπε να είναι προσαρμοσμένη στη Νέα Τάξη.  

Ήρθε, όμως, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, ο πόλεμος στο Ιράκ, η πυρηνική πρόκληση του Ιράν, η διεθνής επέμβαση στην Λιβύη, η κρίση στη Συρία και η δημογραφική έκρηξη για να αποκαταστήσουν το ρεαλισμό και τη γεωπολιτική. Σήμερα, η όποια αναφορά στο νεοσυντηρητισμό προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς. Παραμένει δε επίκαιρη η γνωστή διατύπωση του βρετανού γεωπολιτικού αναλυτή, Χάλφορντ Μάκιντερ, ότι «τα γεωγραφικά ποσοτικά μεγέθη υπολογίζονται καλύτερα και είναι περισσότερο σταθερά από ό,τι οι ανθρώπινες ιδεολογίες».

Πολύ ορθώς ο Κάπλαν επισημαίνει ότι οι ιδεολογίες έχουν τη δική τους σημασία στην πολιτική ιστορία καθώς επίσης μπορούν να επεκταθούν γεωγραφικά. Όμως, είναι κανόνας ότι η γεωγραφική λογική επιβάλλει ως προς το που θα ανθίσουν οι ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κομμουνισμός, ο φιλελευθερισμός και ο φασισμός άνθισαν σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους.

Μέσα στο βιβλίο ο Κάπλαν ανατέμνει τους κλασικούς συγγραφείς της γεωπολιτικής όπως ο Μάχαν, ο Μάκιντερ, ο Σπαϊκμαν. Επισημαίνει ότι πολλά από όσα πρότειναν οι συγγραφείς εκείνοι δεν ακούγονται με τη μεταψυχροπολεμική λογική «πολιτικώς ορθά» αλλά μάλλον ρατσιστικά. Οι θεωρίες τους υιοθετήθηκαν διαστρεβλωμένες, σύμφωνα με τον Κάπλαν, από τους ναζί. Παρ’ όλ’ αυτά, οι θεωρητικοί αυτοί της γεωπολιτικής έβλεπαν πέρα από την τυπολατρική τελετουργία της διπλωματίας και τις θεμιτές προσδοκίες, επικεντρωνόμενοι στο μονίμως σκληρό αγώνα για επιβίωση – φυλές εναντίον φυλών, εισβολείς εναντίον κατοίκων.

Αυτό που κάνει ο Κάπλαν είναι να αναγνωρίσει ότι η αξία των θεωριών αυτών έγκειται στην ποιότητα της γεωπολιτικής ανάλυσης, όπως κάνει ακριβώς ο ίδιος. Εφαρμόζει την προσέγγιση «πρώτα η γεωγραφία» σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, κάνοντας μια σειρά από προβλέψεις που αμφισβητούν τη συμβατική σοφία. Ειδικά για την Ευρώπη, προβλέπει ότι η Μεσόγειος θα γίνει και πάλι μία γέφυρα μεταξύ της νότιας Ευρώπης και  της βορείου Αφρικής, όπως συνέβαινε και στον αρχαίο κόσμο, αντί να συνεχίσει να αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πρώην αποικιοκράτες και πρώην αποικιοκρατούμενους.

Η σοφία της γεωπολιτικής, κατά τον Κάπλαν, έγκειται στο ότι αναγνωρίζει ότι οι μεγάλες διαμάχες της ανθρωπότητας δεν διεξάγονται χάριν ιδεολογικών σχημάτων αλλά για τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας. Η αποδοχή των δυνατοτήτων αλλά και των περιορισμών που επιβάλει σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής η γεωγραφία κρίνει και σε μεγάλο βαθμό το πόσο ορθές ή λανθασμένες είναι οι επιλογές που κάνει ένα κράτος σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.

Εν κατακλείδι η διανοητική δύναμη του βιβλίου του Κάπλαν σηματοδοτεί την  επιστροφή της γεωπολιτικής. Όσοι στο παρελθόν αρνήθηκαν τα στοιχεία της γεωγραφίας και έλαβαν πολιτικές αποφάσεις ερήμην της, μόνο κόστος πλήρωσαν, το οποίο με τη σειρά του κατέστησε τους πολιτικούς και τις πολιτικές θύματα της γεωγραφίας.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας



Edward N. Luttwak
Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Εκδόσεις Τουρίκη, 2009

Του Χρήστου Ιακώβου
Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)


Ο Έντουαρντ Λούτβακ, του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών της Ουάσινγκτον, θεωρείται διεθνώς ένας από τους πιο αξιόλογους ερευνητές της στρατηγικής ο οποίος κατά το παρελθόν έχει καταθέσει εξαιρετικά επιστημονικά πονήματα όπως, «The Grand Strategy of the Roman Empire», «Strategy: The Logic of War and Peace», και το κλασικό πλέον, «Coup d’ Etat: A Practical Handbook». 

Ο μοναδικός σκοπός του βιβλίου, «Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», είναι να εξετάσει και να αναλύσει μία μόνο διάσταση της βυζαντινής ιστορίας: στο πώς οι Βυζαντινοί συνδύαζαν μέθοδο και ευφυϊα όταν μεταχειρίζονταν είτε την πειθώ είτε τη δύναμη. Με άλλα λόγια, εξετάζει τη στρατηγική της αυτοκρατορίας σε όλες τις πτυχές της, από το υψηλότερο επίπεδο της χάραξης κρατικής πολιτικής μέχρι το χαμηλότερο της στρατιωτικής τακτικής.

Όταν στα 395μ.χ. το ρωμαϊκό κράτος διαιρέθηκε στα δύο μεταξύ των υιών του Θεοδοσίου Α’, ελάχιστοι μπορούσαν να προβλέψουν τη ριζικά διαφορετική ιστορική πορεία αμφοτέρων των μερών. Το δυτικό μισό βρέθηκε να εξαρτά την άμυνά του από Γερμανούς πολεμάρχους, να κατακλύζεται όλο και περισσότερο, με ή χωρίς την αυτοκρατορική συγκατάθεση από γερμανικούς κυρίως πληθυσμούς, κι’ έπειτα να κατακερματίζεται από τις πολλαπλές εισβολές.

Πολύ διαφορετική ήταν η εξέλιξη του ανατολικού μισού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αυτής που αργότερα ονομάσθηκε Βυζαντινή. Η Αυτοκρατορία αυτή, σήμερα κατέχει μία περίβλεπτη θέση στην παγκόσμια ιστορία, με ιστορική εξελικτική πορεία δέκα αιώνων, όπου το περιεχόμενό της περιβάλλεται από θαυμασμό για την ποιότητά του. Εξίσου άξιο θαυμασμού είναι και το ερευνητικό ερώτημα που θέτει ο Λούντβακ: πώς, δηλαδή, κατάφερε να επιβιώσει για δέκα αιώνες σε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο στρατηγικά περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις συνεχείς επιθέσει των εχθρών, οι οποίοι, σε πολλές περιπτώσεις, διέθεταν το αριθμητικό πλεονέκτημα. Το ερώτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν είχε απεριόριστους ανθρώπινους και υλικούς πόρους, ούτε επίσης στρατηγικό βάθος.

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την κατακτητική μέθοδο της υπέρμετρης βίας, όπως στο παρελθόν οι προκάτοχοί τους οι Ρωμαίοι. Μπορεί να διέθεταν πολύ καλά εκπαιδευμένο και επαγγελματικό στρατό από ποιοτικής πλευράς, όμως δεν έπαυε να έχει το ποσοτικό μειονέκτημα. Συνεπώς, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, δεν θα είχε νόημα να εξοντώνουν τους εχθρούς γιατί στη θέση τους θα εμφανιζόντουσαν άλλοι, εξίσου επικίνδυνοι. Αυτή η βασική αντίληψη οδήγησε στην ψηλή ιεράρχηση της διπλωματίας και στη χρήση της ήπιας δύναμης, δηλαδή της πολιτικής, της θρησκευτικής και της πολιτιστικής τους επιρροής. Με αυτό τον τρόπο εξαγόραζαν τους εχθρούς με «χορηγίες» και έστρεφαν με επωφελή πάντοτε κίνητρα τους εχθρούς, τον ένα εναντίον του άλλου. Ο Λούτβακ εξηγεί πως αυτή η επιτυχία είχε τη βάση της στα πολύ καλά δημοσιονομικά, στο πιο αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα της εποχής και στη διαρκή συλλογή και ανάλυση πληροφοριών για τους εχθρούς.

Ο στρατός του Βυζαντίου επέδειξε αξιοθαύμαστη ικανότητα προσαρμογής σε κάθε στρατηγική πρόκληση, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις αντέγραψε επιτυχημένες τακτικές και στρατηγικές των εχθρών του. Στην πραγματικότητα, ο βυζαντινός στρατός ήταν ένα σύνολο από πολλούς τύπους στρατευμάτων, τα οποία συνεργάζοντο μεταξύ τους, διέθεταν μία ευρεία γκάμα όπλων και, το πιο σημαντικό, είχαν τη δυνατότητα πολλών επιλογών τακτικής για κάθε περίσταση. Επίσης, δεν ενεπλέκετο σε κρίσιμες μάχες, αν δεν είχε εξασφαλισμένη την ποιοτική υπεροχή, απαραίτητο στοιχείο για τη βεβαιότητα της νίκης.

Μία σειρά από εγχειρίδια επιτρέπει στο Λούτβακ να αποτυπώσει τη βυζαντινή στρατηγική αντίληψη και τις βασικές της αρχές. Μέσα από το ογκώδες βιβλίο (715 σελίδες), ανασυστήνει κάθε πτυχή της ζωής στις βυζαντινές ένοπλες δυνάμεις, από το στάδιο της εκπαίδευσης μέχρι τις κρίσιμες στιγμές των πολεμικών συγκρούσεων. Η συστηματική χρήση πρωτότυπων πηγών παρέχει τη δυνατότητα ανάλυσης του βυζαντινού στρατηγικού και επιχειρησιακού κώδικα οδηγώντας σε αναλυτικό, πλέον, επίπεδο στην επεξήγηση των λόγων επιβίωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για δέκα αιώνες, της μακροβιότερης αυτοκρατορίας όλων των εποχών.  



 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Βιβλιοκριτική : Βυζαντινή υψηλή στρατηγική

Του Χρηστου Γιανναρα

Το βιβλίο του Χαράλαμπου ΠαπασωτηρίουΒυζαντινή υψηλή στρατηγική (6ος - 11ος αιώνας) είναι κατά τη γνώμη μου από τις μελέτες - κλειδιά στη διεθνή βιβλιογραφία, τόσο για τις σπουδές στρατηγικής όσο και για τις βυζαντινές σπουδές. Εχει τις προδιαγραφές να λειτουργήσει ως βασικό βιβλίο αναφοράς και στους δύο αυτούς γνωστικούς χώρους σε διεθνές επίπεδο. Για τον Ελληνα αναγνώστη και για τη συγκρότηση ελληνικής στρατηγικής και διπλωματίας στις συγκεκριμένες σήμερα συνθήκες του διεθνούς συστήματος, θα έλεγα ότι το βιβλίο αποτελεί κεφαλαιώδες αλφαβητάρι.

Πρόκειται για επανεπεξεργασία της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστήμιου του Στάνφορντ στην Καλιφρόνια - διατριβή που ακολούθησε τις βασικές του σπουδές στην Οξφόρδη. Δηλαδή για μελέτη σφυρηλατημένη σε περιβάλλοντα εξαιρετικά υψηλών ακαδημαϊκών απαιτήσεων, γι' αυτό και ελπίζω ιδιαίτερα ανθεκτική ακόμα και στην ελληνική «προοδευτική» δυσπιστία για ό,τι απειλεί την αγκύλωση στις προπαγανδιστικές περί Βυζαντίου αφέλειες.

Διαβάζει (ή ξαναδιαβάζει) κανείς την ιστορία έξι αιώνων της εξελληνισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως από πρίσμα συναρπαστικό σύγχρονης επιστημονικής οπτικής: αυτό της σπουδής των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής ανάλυσης. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης αποτέλεσε το μακροβιότερο κέντρο διεθνούς ισχύος και επιρροής στην ανθρώπινη ιστορία - με μοναδικό αντίστοιχο φαινόμενο στην Απω Ανατολή, την Κίνα. Επί χίλια περίπου χρόνια η οικουμενική αυτή αυτοκρατορία αποτελούσε για τη διεθνή κοινωνία τον μόνο παράγοντα πολιτικής νομιμοποίησης - κάθε ανεξάρτητος ηγεμόνας, σε Ανατολή και Δύση, επεδίωκε την επιβεβαίωση του διεθνούς του status από την Κωνσταντινούπολη, όπως σήμερα την επιδιώκει από τον ΟΗΕ.

Το βιβλίο τεκμηριώνει την άποψη ότι η Κωνσταντινούπολη κράτησε τη σκυτάλη της πρωτιάς στη διεθνή πολιτική επί δέκα αιώνες, γιατί συνέδεε την πολιτειακή της υπόσταση και την πολιτική της πρακτική με τον στόχο όχι απλώς μιας «εθνικής» επιβίωσης, πολεμικής υπεροχής ή οικονομικής ηγεμονίας, αλλά με τη διεθνή ισχύ και επιρροή του πολιτισμού που ενσάρκωνε. Ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους εδαφικής συρρίκνωσης, πληθώρας εξωτερικών απειλών και οικονομικής εξάντλησης, η κοινωνία και τα στελέχη της διατηρούσαν τη νοοτροπία διαχείρισης ενός πολιτισμού πανανθρώπινης εμβέλειας. Αυτή η νοοτροπία αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα της υψηλής στρατηγικής, της διπλωματίας και της εκπληκτικής προσαρμοστικότητας των κρατικών δεσμών, με αποτέλεσμα την αμείωτη υπεροχή των διεθνών ερεισμάτων και της πολιτικής ισχύος της αυτοκρατορίας.

Πολιτικό δίδαγμα άκρως ρεαλιστικό για το σημερινό ελλαδικό κράτος που απωθεί μετά βδελυγμίας οποιαδήποτε σχέση πολιτικής και πολιτισμού, πολιτισμού και ελληνικότητας. Αξίζει να συγκρίνει κανείς, μέσα από τις σελίδες της μελέτης του Παπασωτηρίου, την πολιτική νοοτροπία και τακτική της Κωνσταντινούπολης (σε περιόδους έσχατης κρατικής αδυναμίας) απέναντι στις τότε μεγάλες δυνάμεις των Περσών ή των Αράβων, με τη νοοτροπία της υποτέλειας και του μεταπρατισμού του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Χιλιοειπωμένα πράγματα: Σήμερα δεν μπορούμε να αναχαιτίσουμε ούτε την πλύση εγκεφάλου που μας επιβάλλει η κυρίαρχη στον δημόσιο λόγο αγραμματοσύνη, διαστρέφοντας πεισματικά ακόμα και τους κοινούς τόπους της έντιμης ιστορικής έρευνας. Δεν υπάρχει περιθώριο να αντλήσουμε από το «Βυζάντιο» αρχές και υποδείγματα πολιτιστικής διπλωματίας και πολιτικής στρατηγικής, το «Βυζάντιο» είναι για εμάς τους Νεοέλληνες ντροπή: αιώνες σκοταδισμού θρησκοληψίας και κληρικοκρατίας, μανίας για αφανισμό του ελληνικού πολιτισμού, καταστροφής αρχαιοελληνικών ναών, αγαλμάτων, χειρογράφων (που μεταβάλλονται σε παλίμψηστα για την καταγραφή της ανθελληνικής υστερίας). Ο δημόσιος στην Ελλάδα λόγος έχει υιοθετήσει απόλυτα το προπαγανδιστικό μοτίβο των θεωρητικών του αμερικανικού Πενταγώνου ότι το αρχαίο ελληνικό πνεύμα επέζησε μόνο στη Δυτική Ευρώπη (του μεσαιωνικού φραγκοτευτονικού πρωτογονισμού) και όχι στο «Βυζάντιο».

Αυτές οι θέσεις παιδαγωγούν πολιτιστικά και πολιτικά τον Νεοέλληνα σήμερα, ωσάν να είναι ανύπαρκτες οι μελέτες και τα συμπεράσματα κορυφαίων στον διεθνή επιστημονικό χώρο μελετητών που κονιορτοποιούν, κυριολεκτικά, τέτοια προπαγανδιστικά στερεότυπα. Νιώθει αμηχανία κανείς να υποδείξει σε σεβαστά ονόματα της νεοελληνικής διανόησης ότι καλό θα ήταν, προτού εκτεθούν με απορριπτικούς του «Βυζαντίου» αφορισμούς, να είχαν έστω και μόνο ξεφυλλίσει κάποιο από τα κλασικά βιβλία του Runciman ή του Toynbee ή του Jones ή του Obolensky ή του Beck ή της Hussey ή του Ostrogorsky.

To πρόσφατο βιβλίο του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου είναι ένας καλός οδηγός ανυποταξίας στη συμπλεγματική κατασυκοφάντηση του «βυζαντινού» παρελθόντος των Ελλήνων από τους σύγχρονους ταγούς του λαού μας. Στις σελίδες του θα βρει ο αναγνώστης αφορμές (ή και απαντήσεις) καίριων ερωτημάτων: Πώς και γιατί κυριάρχησε διεθνώς η χονδροειδέστερη στα ιστορικά χρονικά πλαστογράφηση: να ονομαστεί, στον 18ο αιώνα, «Βυζάντιο» η εξελληνισμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Πώς και σε ποια στάδια συντελέστηκε ο πολιτιστικός και γλωσσικός εξελληνισμός της αυτοκρατορίας. Πώς και με ποιους αργόσυρτους ρυθμούς άρχισαν να τετραποδίζουν στον πολιτισμό μιμούμενοι το «Βυζάντιο» οι λαοί που σε κατάσταση ορδής και πρωτογονισμού κατέλυσαν τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της, βυθίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης σε ανατριχιαστική για αιώνες βαρβαρότητα.

Θα βρει ακόμα ο αναγνώστης πληροφορίες για τον «σοσιαλιστικό» (ο όρος είναι του Runciman) χαρακτήρα της «βυζαντινής» κοινωνίας, τον συνεχή αγώνα της κεντρικής εξουσίας ενάντια στη μεγάλη ιδιοκτησία, το «αλληλέγγυον» της συλλογικής φορολόγησης, την εκπληκτική κοινωνική κινητικότητα και αταξική αξιοκρατία. Για την πολεμική στρατηγική και τεχνολογία των «Βυζαντινών», με μοναδική ευελιξία προσαρμογής στην ιδιαιτερότητα του κάθε αντιπάλου. Για τις συνεχείς εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις των κοινωνικών θεσμών και της κρατικής διοίκησης.

Αν η σύγχρονη Ελλάδα δεν είχε τόσο ριζικά και ανίατα αφελληνιστεί, οι βυζαντινές σπουδές θα αποτελούσαν κεφαλάρι της ελληνικής πολιτικής επιστήμης.
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Darkmarket


Misha Glenny
Darkmarket
Πάπυρος, 2012


Tου Θανάση Bασιλείου


Οι κρυπτογραφημένες όψεις του κυβερνοχώρου, οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές τους προεκτάσεις, αποτελούν θέμα για την κοινωνική σκέψη αλλά και τη δημοσιογραφική έρευνα. Οι σχετικά πρόσφατες μελέτες των Ζίγκμουντ Μπάουμαν (Ρευστή αγάπη, Εστία, 2007), Αλαίν Μπαντιού (Eloge de l’amour, 2009) και του Γάλλου κοινωνιολόγου Ζαν Κλωντ Κάουφμαν (Love Online, 2010), είχαν ως αντικείμενο τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα μέσω της δικτυακής επαφής.
Εδώ, στο Darkmarket του Μίσα Γκλένι, το αντικείμενο είναι το πολύπλοκο, αόρατο, υπερεθνικό ηλεκτρονικό έγκλημα που, απλωμένο από την Αγγλία, Τουρκία, Σρι Λάνκα, Ουκρανία, Ρωσία, Κίνα μέχρι τις Σεϋχέλλες, ΗΠΑ κ.α., σημαδεύει την εποχή της δικτύωσης.
Ο Γκλένι, Βρετανός δημοσιογράφος και ιστορικός, ανταποκριτής της εφημερίδας The Guardian και του BBC, έγινε γνωστός με το εξίσου αποκαλυπτικό βιβλίο «ΜcMafia: Έγκλημα Χωρίς Σύνορα» (εκδ. Πάπυρος, 2009). Εκεί διερευνούσε την εξάπλωση του διεθνούς εγκλήματος μετά τη διάλυση του σοβιετικού συνασπισμού.
Το Darkmarket -που θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια πνευματική και κοινωνική άσκηση εγρήγορσης ή σαν ένα σύγχρονο κι επίκαιρο θρίλερ του εικονικού και του πραγματικού κόσμου- είναι αποκαλυπτικό για τις άκρως ανησυχητικές και επικίνδυνες πτυχές της δράσης του ψηφιακού υποκόσμου.
Σε μια οικουμένη που κυβερνά ο Μαμμωνάς (οι διαχειριστές των hedge fund, η τραπεζική ολιγαρχία, οι σεΐχηδες του πετρελαίου, οι Λατινοαμερικανοί μεγιστάνες της κινητής τηλεφωνίας, η νέα οικονομική ελίτ των μαύρων μαζί με την παλιά οικονομική ελίτ των λευκών στη Νότια Αφρική, οι Κινέζοι κατασκευαστές μπιχλιμπιδιών για τη διεθνή αγορά και οι γκουρού της ιντερνετικής τεχνολογίας από την Μπανγκαλόρ μέχρι τη Σίλικον Βάλεϊ), οι χάκερ προπορεύονται με μεγάλη διαφορά. Στο διαδικτυακό περιβάλλον, μαζί με την εκτίναξη του πλαστικού χρήματος και του ιδιωτικού χρέους, πολλαπλασιάστηκαν οι αδελφότητες των απενοχοποιημένων απατεώνων, τα ιντερνετικά εμπορικά χωριά και τα φόρουμ πραγματικών και ερασιτεχνών εγκληματιών, που με άμετρη υπεροψία τρέφονται από τα ασύλληπτα άμεσα χρηματικά κέρδη πραγματοποιώντας πραγματικά εγκλήματα εις βάρος πραγματικών ανθρώπων. «Οι “δούρειοι ίπποι” (trojan) είναι για τους χάκερ ό,τι ήταν οι λοστοί για τους παλιούς διαρρήκτες», υποστηρίζει ο Γκλένι.
Οι διωκτικές αρχές αλλά και τα παραδοσιακά συνδικάτα του οργανωμένου εγκλήματος, αρχικά, πίστεψαν πως οι δικτυακές απάτες ήταν κάτι ευκαιριακό και πρόσκαιρο. Όλα τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Η εμφάνιση, η γιγάντωση και η πτώση ενός από τους πλέον διαβόητους ιστότοπους του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο της δεκαετίας του 2000, είναι ενδεικτική. Στην αφήγηση του Γκλένι, η επιχείρηση Darkmarket, ένα δείγμα διακρατικής συνεργασίας με λάθη και κακοτυχίες, ήταν η πρώτη φάση ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου για τη διείσδυση των διωκτικών αρχών στον κόσμο της δικτυακής εγκληματικότητας. Μιλάμε, όμως, για έναν δρόμο που οδηγεί στο πουθενά. Η αμφισημία, η αμφιβολία, η παραπλάνηση και η ψευδαίσθηση υπήρξαν σημαντικές παράμετροι στην κατανόηση των τρόπων και των μέσων που χρησιμοποιεί το οργανωμένο έγκλημα. Και το Διαδίκτυο έχει μεγεθύνει κατά πολύ τον ρόλο τους αυτό. Οι χάκερ, οι κράκερ και οι λοιποί εγκληματίες του κυβερνοχώρου βουτάνε όλο και πιο βαθιά στον υπόγειο κόσμο τους, με μεγαλύτερη ορμή, όρεξη και εξειδίκευση δημιουργώντας «νέα νομισματοκοπεία» και ΑΤΜ προσωπικής ελεύθερης πρόσβασης.
Ο Μίσα Γκλένι ολοκληρώνει την έρευνά του στα υπερεθνικά κυβερνοεγκλήματα εστιάζοντας στην ευθύνη του ίδιου του ανεπτυγμένου κόσμου για την ανάπτυξή τους. Τονίζει την αδυναμία των πολιτικών ιθυνόντων «που τους λείπει είτε το όραμα είτε το ενδιαφέρον να αντιμετωπίσουν τις τεράστιες διαρθρωτικές ανισότητες της παγκόσμιας οικονομίας πάνω στις οποίες ευδοκιμεί το έγκλημα και η αστάθεια». Υποστηρίζει πως όλο και περισσότεροι νεαροί, άνισης προέλευσης, ποτισμένοι από τη φιλοσοφία της ιντερνετικής κουλτούρας, θα γλιστρούν αργά και σταθερά, μ’ ένα πέρασμα πολύ θολό στο έγκλημα του κυβερνοχώρου, όσο θα διατηρείται το επιθετικό σύστημα της φιλελεύθερης νομισματικής καινοτομίας, παράλληλα με το μείγμα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής ανικανότητας και τον κυνισμό της ρωσικής και σινο-ινδικής φιλοδοξίας.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

UnCivilization: Urban Geopolitics in a Time of Chaos

Major New ISSA Book to Launch in October 2012:


The International Strategic Studies Association (ISSA) will, in mid-October 2012, work with a number of other prestigious institutions to launch the ground-breaking new book, UnCivilization: Urban Geopolitics in a Time of Chaos, by ISSA President Gregory Copley.
This broad-reaching philosophical work, specifically addressing the emerging global situation, asks — and answers — the questions: When do civilizations begin ... and end? And how? Is this what we are witnessing as the 21st Century matures? And as a totally new global architecture presents us with an unrecognizable world?
What does it all mean for the stability of nation-states, the prosperity of societies, the way we live and wage wars over the coming decades?
UnCivilization: Urban Geopolitics in a Time of Chaos outlines how we are already entering an age in which global population levels will begin to decline substantially,
even as urbanization and economically- and security-driven trans-national migration gather pace. Population decline and movement patterns are also intersecting with
economic, scientific, and power projection patterns, while urban social attitudes — the politics of urban societies — have created a revolutionary new political, social, and strategic reality.
The book notes: This really is an entirely new game. It’s time to learn the rules.
The book, which will sell for US$32.50, will appear in hardcover format as well as in e-book format. The 26 chapters (plus Preface) cover geopolitics (and particularly the evolution of urban social geopolitics), strategic energy patterns, emerging power structure shifts, future battlefield issues, cyber warfare, strategic logistics, intelligence, strategic information models, and much more. The chapter titles are:
Preface: Venturing Into an Uncivilized World
I. UnCivilization: Why the Emerging “Age Between the Powers” Offers Uncertainty and Opportunity
II. We Are All Strangers in a Strange Land
III. Flying With Confidence Into Change
IV. Flying With Black Swans
V. The Lemming Syndrome and Modern Human Society
VI. The Age of Terrorism Ends, Yet Terror Lives!
VII. Fear and Uncertainty Have Paths of Their Own
VIII. The New Geopolitics of Urban Societies
IX. Why Urban Societies Place Themselves at Risk
X. The Thinning Crowds: How and Why Population Decline and Movement Will Re-Shape the Strategic Equation
XI. When Does Size Matter? The Positive and Negative Aspects of Scale in the Strategic Impact of Population Size
XII. The Emerging Shape of the World
XIII. The Wave Breaks, and the Age of Globalization Passes
XIV. “Urban Man” is Now “Energy Man”
XV. Heartlands, Rimlands, and Oceans: a New Age
XVI. As the World Changes: Cæsarism by Stealth
XVII. Thus Changes Empire, thus Democracy
XVIII. The Future of Warfare: Why Some of the Next Important Conflicts Will Center on Our Cities, But be Fought in the Countrysides
XIX. The Binary Zimmerman: The historic and wider context of cyber warfare, and why it’s too important to let it be dominated by the technocrats
XX. Can the “Supply Chain” Save Civilization?
XXI. Having a Future in Mind
XXII. Is Chaos Necessary?
XXIII. What is the Information Model for the Coming “Age of Chaos”?
XXIV. Renewal and Revival: A New World
XXV. The World at a Pivotal Point
XXVI. Epilogue: Empires, Like Snow Upon the Desert, Melt Away
More details, including order information, can be found by clicking here. The first edition, linen-bound, will be a limited print-run, meant primarily for ISSA members, so the publishers advise placing orders early to avoid disappointment. The book will also appear in e-book (PDF) format, but will also be released soon in formats for Kindle and Nook readers.

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

How Noam Chomsky’s world works

David Hawkes

Noam Chomsky
HOW THE WORLD WORKS
Edited by Arthur Naiman
335pp. Hamish Hamilton. Paperback, £14.99. 978 0 241 14538 8
US: Soft Skull Press. Paperback, $18. 978 1 59376 427 2

THE SCIENCE OF LANGUAGE
Interviews with James McGilvray
321pp. Cambridge University Press. £50 (paperback, £15.99); US $75 (paperback, $24.99).
978 1 107 60240 3

Published: 29 August 2012
A nyone following the career of Noam Chomsky is soon confronted with a problem. In fact, it has become known as the “Chomsky problem”. Chomsky has achieved eminence in two very different fields, theoretical linguistics and political commentary. The “Chomsky problem” is that his approaches to these fields appear to contradict each other. In politics Chomsky is a radical, but in linguistics he takes positions that can easily be characterized as reactionary. He treats linguistics as a branch of biology. He traces language to a “Universal Grammar” resident in the physical brain. He believes that our linguistic nature is hard-wired into our genes. Because they diminish the influence of environment on human behaviour, such claims can be used to suggest that certain modes of social organization are natural and immutable. As a result, they have often been associated with conservative politics.
Chomsky himself professes to see no problem. He believes that linguistics is a natural science, and research in the natural sciences must be objective and based on the evidence alone. Indeed, part of the researcher’s job is to divest himself of his cultural and political prejudices before entering the laboratory. These methodological principles were established by the seventeenth-century scientific revolution of Newton and the Royal Society, which was in Chomsky’s view a progressive development and an immeasurable boon to humanity. He sees no reason why the methods of the natural sciences should not be applied to the study of the human mind.
His critics caution that empirical science is closely linked, certainly historically and perhaps conceptually, to capitalist political economy. These discourses both emerge in late seventeenth-century England, and they conquer the world together. Surely this suggests an affinity that ought to trouble those who advocate one but castigate the other? The interviews now published as The Science of Language and How the World Works show that this paradox is at least playing on Chomsky’s mind. The conversations range promiscuously, and although one book is largely concerned with linguistics while the other is mainly political, Chomsky seems happier than usual to discuss the mutual implications of his two fields of interest.
By issuing such collections of informal discussions, transcribed and edited by others, Chomsky is presumably attempting to reach a popular audience. He certainly exploits the pedagogical potential of dialogue to impressive effect. Yet he cannot entirely hide the Brahmin’s disdain for the ways of the Untouchable. In How the World Works he avers that, although “I like to watch a good basketball game and that sort of thing . . . spectator sports make people more passive”, because sport indoctrinates “them” with “jingoist and chauvinist attitudes”.
Throughout his career, Chomsky has depicted a world ruled by demonic forces of quite incredible malice and guile
This ideological chasm between the American Left and its putative constituency yawns nowhere wider than in Chomsky’s withering references to popular religion. He cites the fact that “about 75% of the US population has a literal belief in the devil” as the clearest possible example of American ignorance and stupidity. But is it really so different from his own beliefs? Throughout his career, Chomsky has depicted a world ruled by demonic forces of quite incredible malice and guile. Whatever is running the world Chomsky describes is undoubtedly a very greedy, violent and selfish entity – it would be hard not to call it “evil”, or even Evil, were such tropes not sternly prohibited by the monochrome literalism of our age.
The incarnate, worldly identity of this terrifying power is less clear. Sometimes it is “the US government”, which Chomsky depicts as a cartoonish amalgamation of petty spite and cataclysmic violence, determined to crush the slightest remnant of human decency still cowering in any corner of its empire. “When the Mennonites tried to send pencils to Cambodia, the State Department tried to stop them”, while the CIA allegedly trained its Central American death squads by forcing recruits to bite the heads off live vultures. As Chomsky puts it, “no degree of cruelty is too great for Washington sadists”. The America described here is a crazed, bloodthirsty monster, hell-bent on the destruction of humanity.
But Chomsky is not so silly as to ascribe a monopoly of malignity to any single nation. He traces the roots of American turpitude back to medieval Europe, which “had been fighting vicious, murderous wars internally. So it had developed an unsurpassed culture of violence”. As a result, European colonialism unleashed a wave of unprecedented horror on a hapless world: “European wars were wars of extermination. If we were to be honest about that history, we would describe it simply as a barbarian invasion”. Here, at least, Chomsky does not discuss the ways in which empirical science both facilitated and rationalized the European conquest of the globe.
In any case, the degree of historical blame accruing to either Europe or America is unimportant. The important question, surely, is what made these polities so fearsomely aggressive? Chomsky usually locates the source of modern evil in economics rather than politics, assigning ultimate blame to the pursuit of self-interest, which he sometimes presents as a manifestation of human nature, and sometimes as a historical aberration. He refers to “class war” but does not identify the classes he believes to be engaged in warfare. He frequently describes our oppressors as “investors” or “the people in charge of investment decisions”, as if the problem were a group of nefarious individuals. But he concedes the futility of convincing an individual capitalist of the error of his ways: “What would happen then? He’d get thrown out and someone else would be put in as CEO”.
if we want to understand the atrocities that Chomsky documents, we must not look to human nature, but to the nature of capital
Occasionally, Chomsky implies that the pursuit of self-interest is, like language, simply in our genes. But he is far too sophisticated to be satisfied with such Hobbesian speculation. Nor does the problem lie with the ethical failings of any nation, bloc of nations, social class or malignant cabal. The problem lies with the power that motivates the malignity. The problem is capital itself. Although Chomsky calls capital a “virtual Senate” and a “de facto world government”, he does not follow through to the conclusions involved in this position. If the nominal possessors of capital are in reality its slaves, if their actions are determined by its demands, and if we want to understand the atrocities that Chomsky documents, we must not look to human nature, but to the nature of capital.
This Chomsky cannot do. The logical conclusion of his political commentary is that capital acts as an independent agent, insinuating itself into the human mind and systematically perverting it. But this is incompatible with his scientific assumption that the mind is merely an “emergent property” of the physical brain. As Chomsky himself reminds us, the idea that human beings are purely physical entities, devoid of discarnate qualities such as mind, spirit or soul (or indeed ideas), has become plausible only over the past three centuries. Thomas Kuhn refers to this as a “paradigm shift”, but Chomsky rejects the concept because it implies that scientific truth is historically relative. For him, the Galilean revolution of the seventeenth century was simply an unprecedented, almost miraculous leap forward, and he sees it as his task to extend this revolution to areas, such as linguistics, in which its impact has been delayed. He does not attempt to explain why it occurred in the first place.
Both his science and his politics have seemed the poorer for his neglect of the connections between them, and the main attraction of these books is that they go some way to remedying that deficiency. Along with the Galilean revolution in science, economic systems based on wage labour have rapidly spread throughout the world over the past three centuries. A wage labourer must think of his time – which is his life – as a thing that he owns and can sell. He must conceive of his self as an alienable object. And Chomsky’s scientific approach enthusiastically endorses the conception of human beings as objects. His linguistics proposes that our thoughts are produced by the material brain, and that biology holds the key to our nature. His scientific assumptions prevent him from considering the possibility that the kind of human being he describes might be the result of capitalism, rather than its cause.
Chomsky is hardly alone in this, of course. In fact the “Chomsky problem” is arguably the fundamental contradiction of the capitalist age. With the relaxation of the laws against usury in early modern Europe, money became an autonomous power, acquiring its own interests and making its own demands, as if it were alive. Money behaves like a living creature when it takes on the definitive characteristic of life: the ability to reproduce. But money is not part of the natural universe. No one can touch or taste a piece of financial value. Money is merely a sign representing alienated human life, and “capitalism” is the name we give to the process of our own objectification. Chomsky understands that this process is the source of the quasi-metaphysical evil he describes in his political work, but he does not acknowledge that it is also the ideological precondition of the method he practises in his science.
Yet his own observations point directly to that conclusion. Chomsky has often noted the similarities between modern wage slavery and chattel slavery. As he remarks in The Science of Language:
“In a market society, you rent people; in a slave society, you buy them. So therefore slave societies are more moral than market societies. Well, I’ve never heard an answer to that, and I don’t think that there is an answer. But it’s rejected as morally repugnant – correctly – without following out the implications, that renting people is an atrocity. If you follow out that thought, slave owners are right: renting people is indeed a moral atrocity.”
Furthermore, wage labour has now become almost universal, so that “wage slavery seems to be the natural condition today”. As Chomsky recalls, Aristotle defines a slave as one who does not pursue his own ends, but whose activity is subordinated to the ends of another. According to this classical definition, all wage labour is piecemeal slavery. The worker’s time, his life, is not his property while he is at work.
Chomsky has always been clear about this indictment of wage labour. Yet he has never taken the next logical step in the argument. The classical tradition assumes, plausibly enough, that the condition of slavery has certain psychological consequences. Slaves conceive of themselves as objects, for the very good reason that legally they are objects: commodities to be traded on the market. Aristotle’s Politics therefore associates slavery with corporeality: “that which can foresee by the exercise of mind is by nature intended to be lord and master, and that which can with its body give effect to such foresight is a subject, and by nature a slave”.
Aristotle famously distinguished between “legal” and “natural” slaves. “Legal” slavery was the empirical condition of objectification – being turned into an object – and “natural” slavery was its psychological equivalent. Each could exist without the other. For Aristotle, the natural purpose of a human being was the cultivation of the soul. A slave is by definition a person who does not pursue the proper ends of humanity. Those proper ends are intellectual or spiritual, while the ends pursued by the slave will be purely physical. In fact, the slave will instinctively reverse the proper relation of means to ends, and make his entire soul the slave of his body. This association of slavery with physicality spans two millennia. It acquired racist overtones with the burgeoning of the Atlantic trade, and declined only as wage slavery became universal.
Today, most educated Westerners find an intuitive truth in science’s proposition that they are objects, identical with their bodies. Why have we arrived at this historically unique opinion? If it is true, as Chomsky believes, that we have now reached a condition of virtually universal slavery, we must surely assume that mental slavery will have become as ubiquitous as its economic counterpart. The psychological manifestation of slavery is objectification. The materialist method practised by Chomsky the linguist is thus part of the same more general, more sinister, tendency as the reified economics denounced by Chomsky the activist. By bringing the two sides of his career together in ways that his specialist works have eschewed, the conversations recorded in these books remind us that the “Chomsky problem” is no individual foible, but the deepest ideological contradiction of our age.


David Hawkes is Professor of English at Arizona State University. His most recent books are John Milton: A hero for our time, 2009, and The Culture of Usury in Renaissance England, 2010. 
Διαβάστε περισσότερα...