Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν





Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Δύο ολοκληρωτικά καθεστώτα, στα μέσα του 20ου αιώνα, η Ναζιστική Γερμανία και η Σταλινική Σοβιετική Ένωση, ευθύνονται για το θάνατο 14 εκατομμυρίων ανθρώπων, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε περίοδο πολέμου. Βασικά ερωτήματα του, ποιος, γιατί, πότε, και πως αυτών των μαζικών θανάτων είναι το αντικείμενο της εμπεριστατωμένης έρευνας που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του καθηγητή του πανεπιστημίου του Γέιλ, Τίμοθυ Σνάιντερ, «Bloodlands: Europe between Hitler and Stalin» (Basic Books, 2010).

Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει με εύστοχο τρόπο το αντικείμενο με το οποίο διαπραγματεύεται η έρευνα. «Bloodlands» είναι ο γεωγραφικός χώρος από τη Βαλτική μέχρι την Κεντρική Ασία, όπου τα δύο πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ευρώπης, του περασμένου αιώνα, διέπραξαν τα αποτρόπαια εγκλήματά τους. Ένας γεωγραφικός χώρος ο οποίος για μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο βρέθηκε στη μέγγενη δύο ολοκληρωτικών ιδεολογιών, από τη μία, της Ναζιστικής ιδεολογίας η οποία προέβαλλε τη φυλετική ανωτερότητα και τη γεωπολιτική ανάγκη για επέκταση προς Ανατολάς και από την άλλη της Κομμουνιστικής ιδεολογίας που ευγγελίζετο το τέλος της ιστορίας, μέσω της αναμόρφωσης της κοινωνίας. Αυτό σήμαινε εκτελέσεις, εξορίες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξαθλίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όπως ο Στάλιν απέδωσε τις ευθύνες στους χωρικούς και τους αγρότες για την αποτυχία της κολλεκτιβοποίησης έτσι κα ο Χίτλερ κατηγορούσε τους Εβραίους για τη δυσχέρεια της Γερμανίας προ του πολέμου.

Το βιβλίο του Σνάιντερ κατατάσσεται στην αναθεωρητική ιστοριογραφία. Κατ’ αρχάς, περιλαμβάνει, σημαντικό αρχειακό υλικό και στατιστικά δεδομένα, οδηγώντας τον αναγνώστη να δει με μία νέα προσέγγιση μερικά από τα πιο κρίσιμα γεγονότα της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Ανατρέπει τις απλοϊκές αντιλήψεις των σχολικών εγχειριδίων ότι οι Ναζιστές ήταν οι γενοκτόνοι και οι σοβιετικοί οι ελευθερωτές, ή ότι οι σκοτωμοί άρχισαν το 1939 και τελείωσαν το 1945.

Ο Σνάϊντερ πολύ εύστοχα επισημαίνει ότι, «Αμφότεροι, Στάλιν και Χίτλερ είχαν στην ουσία την ίδια αντίληψη για το ολοκληρωτικό κράτος: επέφεραν καταστροφές, κατηγόρησαν τον εχθρό για την επιλογή τους και ακολούθως χρησιμοποίησαν το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων για να καταδείξουν ότι οι πολιτικές τους επιλογές ήταν αναγκαίες ή επιθυμητές. Ο καθένας από αυτούς πίστευε απόλυτα ότι η ιδεολογική ουτοπία μπορούσε να μετασχηματίσει τον κόσμο, είχαν πάντοτε στοχοποιημένη μία ομάδα ανθρώπων για να την χρησιμοποιούν ως άλλοθι για τις αποτυχίες τους και μία πολιτική μαζικών θανατώσεων ως μέρος της ιδεολογικής τους ηγεμονίας.»

Αρχίζει τη γεγονοτολογία του με τα περισσότερο από 3 εκατομμύρια Ουκρανούς πολίτες της ΕΣΣΔ που πέθαναν στην πείνα του 1933, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της βίαιης κολλεκτιβοποίησης του Στάλιν. Εξετάζει το γεγονός της εξόντωσης 250.000 σοβιετικών πολιτών, κυρίως Πολωνών, που λόγω της εθνικής τους καταγωγής θανατώθηκαν στις εκκαθαρίσεις της περιόδου 1937 – 38. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα ιστορικά στοιχεία τα οποία παρατίθενται σχετικά με τη δράση του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, όπου έστελναν στο θάνατο ανθρώπους μόνο και μόνο γιατί εύρισκαν στους τηλεφωνικούς καταλόγους ονόματα τα οποία ηχούσαν ως πολωνικά ή ακόμη συνελάμβαναν μαζικώς και εξόντωναν όσους παρακολουθούσαν την εκκλησιαστική λειτουργία στα πολωνικά.

Κάποιες ιστορικές αφηγήσεις δεν ελέχθησαν διότι δεν ήσαν βολικές. Όπως για παράδειγμα, το πόσοι σκοτώθηκαν στους Γερμανικούς βομβαρδισμούς της Βαρσοβίας το 1939 όπως επίσης και στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς της Δρέσδης το 1945. Πολύ ορθά, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η μεταπολεμική Πολωνία δεν ήταν σε θέση να αναδείξει αυτά τα γεγονότα.

Τελικά ο Σνάϊντερ χωρίς να αναθεωρεί την μέχρι τώρα ιστορική προσέγγιση για το Ολοκαύτωμα ούτε να παραβλέπει το δράμα των Σοβιετικών υπό Γερμανική κατοχή. Αυτό που εισαγάγει είναι την ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ιστορικά ο ρόλος της ηγεσίας του Στάλιν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι εκκαθαρίσεις στη ΕΣΣΔ προηγήθηκαν της Ναζιστικής Γερμανίας. Ο Στάλιν δεν ήταν άμεσα υπεύθυνος για το ολοκαύτωμα αλλά το σύμφωνο με τον Χίτλερ επέτρεψε στον δεύτερο να προχωρήσει στο έγκλημα. Άλλωστε ο Στάλιν επιβεβαιωτικά είπε ότι το Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο του 1939 «οικοδομήθηκε στο αίμα».

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Iran-Iraq War 1980-1988

Iran-Iraq War, 1980 - 1988
Iraqi president Saddam Hussein ordered the invasion of Iran on 22 september 1980
The Iran-Iraq War permanently altered the course of Iraqi history. It strained Iraqi political and social life, and led to severe economic dislocations. Viewed from a historical perspective, the outbreak of hostilities in 1980 was, in part, just another phase of the ancient Persian-Arab conflict that had been fueled by twentieth-century border disputes. Many observers, however, believe that Saddam Hussein's decision to invade Iran was a personal miscalculation based on ambition and a sense of vulnerability. Saddam Hussein, despite having made significant strides in forging an Iraqi nation-state, feared that Iran's new revolutionary leadership would threaten Iraq's delicate Sunni-Shia balance and would exploit Iraq's geostrategic vulnerabilities--Iraq's minimal access to the Persian Gulf, for example. In this respect, Saddam Hussein's decision to invade Iran has historical precedent; the ancient rulers of Mesopotamia, fearing internal strife and foreign conquest, also engaged in frequent battles with the peoples of the highlands. - See more at: 
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Γκουλάγκ, η μαύρη σελίδα της ΕΣΣΔ



Σχεδόν 18 εκατομμύρια πολίτες εκτοπίστηκαν από τους σταλινικούς στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της ΣιβηρίαςΤης Μαρινας Πετρακη*
Στις 5 Μαρτίου 1953 ο Στάλιν, «o μέγιστος αρχηγός του σοβιετικού λαού και όλων των απανταχού ελευθέρων ανθρώπων», πέθανε. Τα νέα του θανάτου του έπεσαν σαν κεραυνός στους πολίτες της Σοβιετικής Ενωσης. Η προσωπολατρία του ηγέτη, μέσα από παντοδύναμους μηχανισμούς προπαγάνδας, καταπίεσης και φόβου, είχε απόλυτα παγιωθεί και είχε αναδείξει τον Στάλιν αδιαμφισβήτητο ηγέτη του έθνους, «πατερούλη» των φτωχών και αδυνάτων, αλάθητο και δίκαιο προστάτη, από τον οποίον εξαρτιόνταν τα πάντα και πάνω από όλα η ζωή και ο θάνατος. Χιλιάδες απελπισμένοι και συντετριμμένοι πολίτες συνωστίζονταν να αποτίσουν φόρο τιμής και το ύστατο χαίρε στο «ανίκητο θεριό» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μεγάλο αναμορφωτή της Σοβιετικής Ενωσης. Μιας Σοβιετικής Ενωσης που θρηνούσε και βίωνε την απώλεια, την απελπισία και την αβεβαιότητα. Ηταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής απόλυτα ταυτισμένης με τον ηγέτη της.
Χώροι εκκαθάρισης των αντιφρονούντων
Υπήρχε, ωστόσο, και μια άλλη Σοβιετική Ενωση, μυστική, απαγορευμένη, ξεχασμένη: η ΕΣΣΔ των Γκουλάγκ· των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, καταστολής και τιμωρίας εκατομμυρίων δυστυχισμένων και κατατρεγμένων πολιτών που έτυχε να βρεθούν στον δρόμο του «πατερούλη» και των συν αυτώ. Αντιφρονούντες «εχθροί του λαού», διανοούμενοι, επιστήμονες, έμποροι, χωρικοί που αντιστέκονταν στην κολεκτιβοποίηση, αθώοι πολίτες που συνελήφθησαν για «μεγάλα εγκλήματα» όπως μικροκλοπές βασικών αγαθών επιβίωσης (λίγο σιτάρι, λίγες πατάτες) την περίοδο του μεγάλου λιμού (1932-1933). Η ολιγοήμερη απουσία από την εργασία, ένα αθώο αστείο ή η έλλειψη σεβασμού προς τους εκφραστές του σταλινισμού εκλαμβάνονταν ως αντεπαναστατική δράση και επέσυραν ποινή έως 25 χρόνια στα Γκουλάγκ. Οι περισσότεροι, αθώα θύματα πιασμένα στα δίχτυα των παρανοϊκών μυστικών υπηρεσιών, μεταξύ αυτών αιχμάλωτοι πολέμου και Σοβιετικοί στρατιώτες ύποπτοι για προδοσία. Χωρίς να έχουν ουσιαστικά καταδικαστεί, συλλαμβάνονταν, συνήθως μέσα στη νύχτα, και μεταφέρονταν κρυφά στους τόπους προορισμού τους. Ανδρες, γυναίκες, παιδιά, ανθρώπινα φορτία στοιβαγμένα κατά δεκάδες μέσα στα άθλια ξύλινα βαγόνια των τρένων μαζί με επικίνδυνους εγκληματίες, με άγνωστο προορισμό, άφηναν πίσω τους οικογένειες που οι περισσότεροι δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ. Τα ταξίδια μακρινά, ατελείωτα, συχνά πιο οδυνηρά από τους τόπους προορισμού, με μεγάλες ανθρώπινες απώλειες. «Οι στρατιές των καταδικασμένων, κοπάδια στους σιδηρόδρομους, χαμένοι μες στον φόβο τους και οι μηχανές να προστάζουν σφυρίζοντας· Μακριά από δω Παρίες. Το άστρο του θανάτου ήταν από πάνω μας», θα γράψει η μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια Αννα Αχμάτοβα στο «Ρέκβιεμ», την εποχή των μεγάλων σταλινικών εκκαθαρίσεων.
Ο όρος Γκουλάγκ (ακρωνύμιο της Glavnoye Upravleniye ispravityelno-trudovykh Lagerey) δηλώνει ουσιαστικά το σύστημα διαχείρισης και εποπτείας των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, το οποίο ιδρύθηκε τον Απρίλιο 1930 και έληξε τυπικά τον Ιανουάριο του 1960. Οταν το 1973 ο νομπελίστας Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν γνωστοποίησε στη Δύση μέσω του βιβλίου του «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» την ύπαρξη των διαβόητων αυτών στρατοπέδων, ο όρος Γκουλάγκ ταυτίστηκε με τους χώρους φυλάκισης και εξόντωσης ανθρώπων μέσα από απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Ωστόσο πρέπει να τονισθεί ότι η Δύση αντιμετώπιζε με αρκετό σκεπτικισμό την ύπαρξη των Γκουλάγκ, όπως άλλωστε και τις αναφορές για τις απάνθρωπες σταλινικές εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ 1936-1940.
Το πραγματικό μέγεθος της ιστορίας των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και τιμωρίας άρχισε να αναδεικνύεται στα τέλη του 1990, όταν ιστορικοί ερευνητές όπως η Anne Applebaum (2003) απέκτησαν πρόσβαση στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία. Παράλληλα, εκατοντάδες προσωπικές μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό, που ήλθαν στο φως, άρχισαν να συνθέτουν μια εικόνα απίστευτης οδύνης και ανθρώπινης εκμετάλλευσης στα Γκουλάγκ του Στάλιν.
Τέσσερα εκατομμύρια θύματα στις «κρεατομηχανές»
Τα Γκουλάγκ κάνουν την εμφάνισή τους το 1918 επί Λένιν ως στρατόπεδα καταστολής και τιμωρίας των αντεπαναστατών μέσω της καταναγκαστικής εργασίας, αντικαθιστώντας ουσιαστικά τα τσαρικά κατόργκα (από το ελληνικό κάτεργο), όπου οι φυλακισμένοι οδηγούνταν σε απομακρυσμένα στρατόπεδα στις αχανείς εκτάσεις της Σιβηρίας. Χρειάσθηκαν περίπου δέκα χρόνια για να εκτιμηθεί πλήρως από τον Στάλιν η αποτελεσματικότητα των Γκουλάγκ μέσα στο πλαίσιο της ταχείας εκβιομηχάνισης της χώρας και της εφαρμογής του πενταετούς προγράμματος ανασυγκρότησης. Ενα φιλόδοξο εγχείρημα, που απαιτούσε απίστευτα αποθέματα πρώτων υλών, ανθρώπινου δυναμικού και την κολεκτιβοποίηση της γης. Εκατομμύρια χωρικοί-αγρότες που αντιδρούσαν αποτέλεσαν τα πρώτα «τάγματα εργασίας» για την εξόρυξη των φυσικών πόρων στα ορυχεία του μακρινού Βορρά, όπως η περιοχή της Σιβηρίας (Κολίμα) πλούσια σε αποθέματα χρυσού, ασημιού, χαλκού, πετρελαίου, ξυλείας και άνθρακα, όπου οι θερμοκρασίες τον χειμώνα έφταναν κάτω από τους -50 βαθμούς Κελσίου. Η Κολίμα αναδείχθηκε στο πιο διαβόητο κέντρο «διακομιδής ανθρώπινου φορτίου» όπου πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι φέρεται να έχουν πεθάνει από τις κακουχίες κατά τη μεταφορά τους στην περιοχή. Οι στρατώνες/φυλακές που χτίζονταν από τους κρατουμένους δεν είχαν παρά «ένα τζάκι» και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν επιεικώς αθλιότατες.
Ανθρωποι-εργαλεία
Παρότι η δημιουργία των στρατοπέδων δεν είχε στόχο τον θάνατο των κρατουμένων αλλά την απόλυτη εκμετάλλευσή τους ως εργαλείων παραγωγής πλούτου, η φυσική τους εξόντωση επιτυγχανόταν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από το σύστημα. Ενα αυτόνομο σύστημα με δικούς του νόμους, συνήθειες και ηθικούς κανόνες, τον έλεγχο του οποίου είχε ο Λαβρέντι Μπέρια, ο περιβόητος αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας (NKVD). Η έλλειψη τροφής (ο χυλός από νερό και αλεύρι ήταν το μόνο καθημερινό τους), η έκθεσή τους σε απάνθρωπες κλιματικές συνθήκες όπου η εργασία δεν είχε ωράριο, οι ασθένειες, η καθημερινή βία και καταπίεση από τους φρουρούς αλλά και μεταξύ των κρατουμένων, όπου οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούσαν τα εύκολα θύματα, ανέβαζαν το ποσοστό θανάτου σε απίστευτα ύψη.
Υπολογίζεται ότι από τα περίπου 18 εκατομμύρια ανδρών, γυναικών και παιδιών που πέρασαν από τις «κρεατομηχανές», όπως αποκαλούσαν τα Γκουλάγκ τα θύματά τους, πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί, στους τόπους της τιμωρίας τους, όπου η ζωή δεν είχε καμία αξία. Μεταξύ αυτών, και ένας μεγάλος αριθμός ατόμων που ανήκαν σε μειονότητες, όπως οι δεκάδες χιλιάδες Ελληνες του Πόντου, που ξέφυγαν από τη μανία του Κεμάλ για να μεταφερθούν στα Γκουλάγκ της Σιβηρίας όπου οι περισσότεροι πέθαναν ξεχασμένοι, περιφρονημένοι. «Σε αυτούς τους καιρούς μόνον οι νεκροί/ Μπορούσαν να χαμογελούν λυτρωμένοι/ Από τα βάσανά τους» (Αννα Αχμάτοβα, «Pέκβιεμ» 1935-1940).
Και ελληνικής καταγωγής
Επιπλέον, έξι έως επτά εκατομμύρια (μεταξύ αυτών και Σοβιετικοί πολίτες ελληνικής καταγωγής) εκτοπίστηκαν όχι σε στρατόπεδα, αλλά σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές της επικράτειας ως «εχθροί του λαού» και υπονομευτές της Σοβιετικής Ενωσης.
Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία που προκύπτουν από τα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία, στο τέλος της δεκαετίας του 1930, την περίοδο των «σταλινικών εκκαθαρίσεων», υπήρχαν τουλάχιστον 476 μεγάλα Γκουλάγκ με εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες, υποστρατόπεδα σπαρμένα σε όλη τη Σοβιετική Ενωση με εκατομμύρια κρατουμένους. Τα στρατόπεδα αυτά πλαισίωναν άλλες υπηρεσίες, όπως η Νταλστρόι που ήταν υπεύθυνη για την παραγωγή και την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων που παράγονταν από τους φυλακισμένους.
Η Δύση κράτησε υποκριτική στάση
Την ίδια στιγμή, η Δύση φωτογραφιζόταν με τον «Uncle Joe» χαμογελώντας ικανοποιημένη, ενώ, όταν τον Μάιο του 1944 (την εποχή της απόλυτης αμερικανοσοβιετικής φιλίας και συμμαχίας) ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Henry Wallace επισκέφθηκε για πρώτη και μοναδική φορά το Γκουλάγκ στην Κολίμα, δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι επισκεπτόταν μια απέραντη φυλακή. Εντυπωσιάσθηκε από το τοπίο της Σιβηρίας και την ομοιότητά του με την αμερικανική Αγρια Δύση και θαύμασε τον πλούτο της περιοχής και τους «γεροδεμένους και καλοντυμένους νέους ανθρακωρύχους». Οι πραγματικοί εξαθλιωμένοι ανθρακωρύχοι ντυμένοι στα κουρέλια τους παρέμεναν φυλακισμένοι στο Γκουλάγκ μέχρι την αποχώρηση του υψηλού ξένου.
Η Δύση, μες στην υποκρισία της, «θώπευε» το «θεριό» για να εξασφαλίσει τη βοήθειά του στην εξόντωση ενός άλλου «θηρίου», απείρως πιο καταστροφικού και επικίνδυνου.
Οι στρατιές των κατατρεγμένων συνέχιζαν να συνωστίζονται στα Γκουλάγκ της απόλυτης ανθρώπινης εξαθλίωσης για περίπου αλλά δέκα χρόνια. Με τον θάνατο του Στάλιν, την ηγεσία της Σοβιετικής Ενωσης ανέλαβαν οι συνεργάτες του, Γκεόργκι Μαλένκοφ και Λαβρέντι Μπέρια. Σύντομα προστέθηκε και ο Νικίτα Χρουστσόφ, ο οποίος εκλέχθηκε γενικός γραμματέας του κόμματος λίγους μήνες μετά. Στα πρώτα μέτρα που πήρε η νέα ηγεσία ήταν η χορήγηση αμνηστίας σε ενάμισι εκατομμύριο κρατουμένων στα Γκουλάγκ.
Ο δρόμος για την καθαίρεση του Στάλιν από το «παγκόσμιο πόστο του» είχε ξεκινήσει, για να ολοκληρωθεί λίγα χρόνια μετά.
* Η κ. Μαρίνα Πετράκη είναι ιστορικός και ερευνήτρια.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η εκλογική νίκη του Αϊζενχάουερ


Ως πρόεδρος, επεδίωξε εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής
και την παγίωση μιας πιο ήπιας μορφής του Ψυχρού Πολέμου
61 χρόνια πριν
Της Κωνσταντινας Ε. Μποτσιου*
Ο Β΄ Παγκόσμιος και ο Ψυχρός Πόλεμος άλλαξαν ριζικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι κυβερνήσεις του Χάρι Τρούμαν (1945 - 1952) μονιμοποίησαν την έξοδο από τον απομονωτισμό με αφετηρία την Ευρώπη (Δόγμα Τρούμαν, Σχέδιο Μάρσαλ, ίδρυση ΝΑΤΟ). Σύντομα όμως ο Πόλεμος της Κορέας (1950 -1953) ενεργοποίησε την Ουάσιγκτον και εκτός ευρω-ατλαντικού πλαισίου.
Σύμφωνα με το αμυντικό δόγμα των μαζικών αντιποίνων (massive retaliation), απόρροια απόρρητης έκθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC-68) ήδη από τον Απρίλιο του 1950, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ συγκρούονταν σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος (zero-sum game): κάθε νίκη, οσοδήποτε μικρή, της Μόσχας αποτελούσε ήττα για την Ουάσιγκτον. Μοναδική λύση ήταν η αξιοποίηση της πυρηνικής υπεροπλίας: οποιαδήποτε σοβιετική επίθεση όφειλε να απαντηθεί με μαζικά πυρηνικά αντίποινα. Το δόγμα των μαζικών αντιποίνων έπασχε σοβαρά σε αποτρεπτική αξιοπιστία (credibility). Οπως έδειξε ο Πόλεμος της Κορέας, οπότε απορρίφθηκε η πυρηνικοποίηση, ήταν ανέφικτο να αντιδρά η Ουάσιγκτον ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε στην υφήλιο με όρους πυρηνικού ολέθρου, ανεξαρτήτως της σημασίας μιας σοβιετικής πρόκλησης.
Ωστόσο, η θεωρία των μαζικών αντιποίνων είχε ισχυρές αναφορές στην εσωτερική αμερικανική πολιτική. Ανταποκρινόταν στην ανασφάλεια που είχε διαχύσει το διπλό πλήγμα του 1949: η επικράτηση κομμουνιστικών δυνάμεων στην Κίνα και η έκρηξη της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας. Ο φόβος έγινε συλλογική υστερία υπό την επήρεια του μακαρθισμού. Από το 1950 έως το 1954 ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι (1908 - 1957) πρωτοστάτησε σε ένα «κυνήγι μαγισσών» για την ανακάλυψη κομμουνιστών στον κρατικό μηχανισμό και, ευρύτερα, στον δημόσιο βίο της χώρας μέσω της Επιτροπής Αντι-αμερικανικών Δραστηριοτήτων (HUAC) του Κογκρέσου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκε υποψήφιος πρόεδρος του κόμματος των Ρεπουμπλικανών για τις εκλογές του Νοεμβρίου 1952 ο στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Εκπροσωπούσε τα μετριοπαθή μεταρρυθμιστικά στρώματα των βορειοανατολικών πολιτειών, που καλωσόριζαν τον αμερικανικό διεθνισμό. Ως ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου -πρωταγωνιστής της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία (1944)- και ανώτατος διοικητής των ευρωπαϊκών δυνάμεων του ΝΑΤΟ (SACEUR, 1950 - 1952), συνδύαζε υψηλό κύρος με ανθρώπινη αμεσότητα, όπως έδειξε η ταχύτατη λαϊκή αποδοχή του με το υποκοριστικό «Αϊκ» («I like Ike»). Ο Αϊζενχάουερ απεχθανόταν τον Μακάρθι και κατήγγειλε τις πιέσεις του ανερχόμενου «στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος» που τροφοδοτούσε την κομμουνιστοφοβία για να επιτύχει διόγκωση των αμερικανικών αμυντικών δαπανών.
Εσωτερική και εξωτερική πολιτική του «Αϊκ»
Η μείωση του αμυντικού κόστους από τα πρωτοφανή επίπεδα της προεδρίας Τρούμαν (14% του ΑΕΠ το 1953) αποτέλεσε κεντρική επιδίωξη του Αϊζενχάουερ. Ως 34ος πρόεδρος των ΗΠΑ σταθεροποίησε γρήγορα το κόστος της άμυνας στο ρεαλιστικότερο 7% του ΑΕΠ αναπτύσσοντας το φθηνότερο πυρηνικό οπλοστάσιο. Τροποποίησε το δόγμα των μαζικών αντιποίνων, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τα συμβατικά στα ατομικά όπλα και εισάγοντας ευελιξία στον προσδιορισμό των «ζωτικών συμφερόντων» που θα δικαιολογούσαν μαζικά αντίποινα (New Look). Ενώ περιορίστηκαν οι αμυντικές δαπάνες, αυξήθηκαν οι ομοσπονδιακές κοινωνικές δαπάνες από 7,5% σε 11,5% του ΑΕΠ μεταξύ 1951 και 1961. Η κατασκευή μεγάλων διαπολιτειακών αυτοκινητοδρόμων συνέβαλε, επίσης, στην επιτάχυνση και τον εκδημοκρατισμό της οικονομικής ανάπτυξης.
Στην εμπέδωση εθνικής συνοχής αποσκοπούσε η βελτίωση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων. Η αποκατάσταση ουσιαστικής ισότητας εκκρεμούσε από τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861 - 1865). Αντίθετα από τον Ρούσβελτ και τον Τρούμαν, ο Αϊζενχάουερ δεν δίστασε μήπως δυσαρεστήσει τους πολυπληθείς ρατσιστές των νότιων πολιτειών - ψηφοφόρων των Δημοκρατικών κυρίως. Τη μεγάλη ανατροπή προκάλεσε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που χάρη στον εντεινόμενο ακτιβισμό μαύρων οργανώσεων, έκρινε αντισυνταγματικό τον φυλετικό διαχωρισμό σε σχολεία και κολέγια του Νότου. Το Δικαστήριο ανέλαβε μια θεμελιώδη κοινωνική μεταρρύθμιση με επικεφαλής τον θρυλικό (λευκό) πρόεδρό του Ερλ Ουόρεν (1953 - 1969), προσωπική επιλογή του Αϊζενχάουερ. Ο Αϊζενχάουερ δεν δίστασε να επιβάλει τις καθοριστικές αποφάσεις του 1954 - 1955 (Brown I και II vs. Board of Education) ακόμα και με την αποστολή ομοσπονδιακού στρατού όπου αρνήθηκαν να τις εφαρμόσουν (Αρκανσο).
Το «παράδοξο» ενδιαφέρον ενός στρατηγού για κοινωνική ισότητα και ανάπτυξη απέρρεε καταρχάς από εδραίες αντιλήψεις περί αμερικανικής «μοναδικότητας». Ο Αϊζενχάουερ θεωρούσε ανυπέρβλητες αρετές τη δημοκρατικότητα και την οικονομική ζωτικότητα της αμερικανικής κοινωνίας. Η κομμουνιστοφοβία και η κούρσα των εξοπλισμών απειλούσαν να τις αλλοιώσουν προδικάζοντας αμερικανική ήττα στον Ψυχρό Πόλεμο. Δεύτερον, ως κορυφαίος στρατηγός, ο Αϊζενχάουερ διέβλεπε την αδυναμία της Μόσχας να συγκρουστεί στρατιωτικά με τις ΗΠΑ και απέκρουε τις παροιμιώδεις «μπλόφες» του Νικίτα Χρουστσόφ («πυραυλικό χάσμα» υπέρ ΕΣΣΔ, «τελεσίγραφο» του 1958 για ανεξαρτητοποίηση του Βερολίνου). Επίσης, αντιμετώπισε φλεγματικά την εκτόξευση των σοβιετικών διηπειρωτικών πυραύλων Σπούτνικ (1957), γνωρίζοντας, από τη φωτογραφική κατασκοπεία, ότι το εμβρυακό σοβιετικό οπλοστάσιο θα αργούσε να απειλήσει αμερικανικό έδαφος. Με την ίδια λογική, δυσπιστούσε στις σοβιετικές κρούσεις για «ειρηνική συνύπαρξη», γνωρίζοντας το ενδιαφέρον της ΕΣΣΔ για τον αναδυόμενο Τρίτο Κόσμο.
Η αμερικανοσοβιετική συναίνεση για την αποαποικιοποίηση κορυφώθηκε και εξαντλήθηκε ταυτόχρονα στην Κρίση του Σουέζ (1956), όταν Ουάσιγκτον και Μόσχα ματαίωσαν δυναμικά την αιφνιδιαστική κατάληψη της ομώνυμης Διώρυγας από γαλλοβρετανικά στρατεύματα. Στα επόμενα χρόνια, η αποαποικιοποίηση ενέτεινε τον διπολικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο μετα-αποικιακών κινημάτων. Πρόβλημα για τις ΗΠΑ ήταν συχνά ο ανορθολογικός προσδιορισμός ζωτικών συμφερόντων, άρα και του βαθμού αμερικανικής εμπλοκής. Το πιο εύγλωττο παράδειγμα αποτέλεσε το Βιετνάμ (Ινδοκίνα). Ενώ δεν διακυβεύονταν ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, ο Αϊζενχάουερ εγκατέλειψε σταδιακά την πολιτική της μη ανάμειξης, που είχε εφαρμόσει έναντι των Γάλλων έως την ήττα τους στην Ντιεν Μπιεν Φου (1954). Οι επόμενες κυβερνήσεις παρέσυραν τις ΗΠΑ στην τραυματικότερη σταυροφορία τους.
Ο Αϊζενχάουερ δεχόταν τη θεωρία του ντόμινο (domino theory), η οποία προέβλεπε αλυσιδωτή κατάρρευση της Δύσης, αν έπεφτε το πρώτο κάστρο. Τον επηρέασε ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, όπου εργάστηκε για την επιβολή φιλοδυτικών καθεστώτων (Ιράν, Λίβανος), τη δημιουργία περιφερειακών συμφώνων ασφάλειας για την περικύκλωση της ΕΣΣΔ (CENTO) και την επέκταση της αμερικανικής κηδεμονίας (Δόγμα Αϊζενχάουερ, 1957). Για τις παρεμβάσεις αυτές, χρεώνονταν όμως νεο-ιμπεριαλισμό και αντι-αμερικανισμό, όπως φάνηκε ξεκάθαρα και στο Κυπριακό. Ο αντι-αμερικανισμός είχε συχνά ως προσωποποιημένο στόχο τον αδυσώπητο υπουργό Εξωτερικών του Αϊζενχάουερ Τζον Φόστερ Ντάλες (1953 - 1959), αδελφό του αρχηγού της CIA Αλεν Ντάλες (1953 - 1961). Η αυξανόμενη εμπλοκή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στην εξωτερική πολιτική εκδηλώθηκε ανάγλυφα στη Λατινική Αμερική. Η επέμβαση στη Γουατεμάλα για την απομάκρυνση της κυβέρνησης του Γιάκομπο Αρμπενς (1954), ενός μετριοπαθούς μεταρρυθμιστή που κατηγορήθηκε από τα «γεράκια» της Ουάσιγκτον ως εντεταλμένος της Σοβιετικής Ενωσης, έστρεψε άλλους ανερχόμενους εθνικιστές, όπως τον Αργεντινό Τσε Γκεβάρα και τον Κουβανό Φιντέλ Κάστρο προς την ΕΣΣΔ.
Καλλιέργησε σχέσεις ισοτιμίας ΗΠΑ - Ευρώπης
Εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και επέκταση διεθνούς ισχύος χάρισαν στον «Αϊκ» μεγαλύτερη απήχηση στις προεδρικές εκλογές του 1956 - 57% των ψήφων έναντι 55,4% το 1952. Πάλι είχε υποψήφιο αντιπρόεδρο τον Ρίτσαρντ Νίξον και αντίπαλο από τους Δημοκρατικούς τον «διανοούμενο» Αντλάι Στίβενσον. Στον εκλογικό θρίαμβο συνετέλεσαν η διάλυση του μακαρθισμού και η φυσική κατάρρευση του ίδιου του Μακάρθι από τη στιγμή που η αντικομμουνιστική εκστρατεία έθιξε το ευαίσθητο σημείο του Αϊζενχάουερ: τον στρατό.
Χάρη στη μεγάλη ευρωπαϊκή του εμπειρία, ο Αϊζενχάουερ προσπάθησε να καλλιεργήσει αίσθηση ουσιαστικής ισοτιμίας ΗΠΑ - Ευρώπης. Αντιμέτωπος προπάντων με τη γαλλική δυσαρέσκεια μετά την Ντιεν Μπιεν Φου και την Κρίση του Σουέζ, ενθάρρυνε τις γαλλικές πρωτοβουλίες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά επέμεινε, επίσης, στην ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ (1955). Στη συνέχεια δέχθηκε την ανάκτηση της εθνικής γαλλικής αυτοπεποίθησης μέσω της γαλλο-γερμανικής συνεργασίας και αναθεώρησε ήπια τις προτάσεις του στρατηγού Ντε Γκoλ (1958 - 1969) για τη σύσταση Τριμερούς Διευθυντηρίου ΗΠΑ - Γαλλίας - Βρετανίας που θα χειριζόταν τα πυρηνικά όπλα του ΝΑΤΟ.
Ο Αϊζενχάουερ απέφυγε μεγαλεπήβολες πολιτικές, επενδύοντας ουσιαστικά στην ισόρροπη ανάπτυξη του αμερικανικού τρόπου ζωής και της αμερικανικής ισχύος. Σε μια χώρα διαποτισμένη από το πνεύμα του κεϊνσιανού κοινωνικού κράτους, ανταποκρίθηκε με τις αρετές μιας σεβαστής συντηρητικής Αμερικής που επιθυμούσε συνεργασία με τον υπόλοιπο κόσμο: με εντιμότητα, εργατικότητα, λιτότητα, πατριωτισμό, ηρωισμό. Εχασε ορισμένες μάχες εξαιτίας λανθασμένης στρατηγικής ανάλυσης, αλλά επέτυχε αυτό που πρωτίστως επεδίωκε ως πρόεδρος: να μην είναι ο Ψυχρός Πόλεμος προμήνυμα πυρηνικού ολέθρου, αλλά μόνο μία όψη της μεταπολεμικής ειρήνης.
* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Η πιο «ματωμένη» δεκαετία ήταν του ’70


The New York Times
Οι εκρήξεις στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, την περασμένη Δευτέρα, σηματοδότησαν, κατά κάποιον τρόπο, το τέλος μιας εποχής ή, καλύτερα, μιας περιόδου με ελάχιστες τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ. Το τρομοκρατικό πλήγμα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ήταν στην πραγματικότητα κάτι εντελώς έξω από τη γενική τάση που καταγραφόταν, τον περιορισμό δηλαδή του αριθμού αυτών των συμβάντων από τις αρχές του 1970, σύμφωνα με την Παγκόσμια Βάση Δεδομένων για την Τρομοκρατία, μια από τις πιο αξιόπιστες πηγές στατιστικών.
Από το 2001 έως σήμερα, ο αριθμός των νεκρών σε τρομοκρατικές επιθέσεις ήταν διψήφιος μόνο σε μία περίπτωση: το 2009, όταν ένας στρατιωτικός ψυχίατρος άνοιξε πυρ σκοτώνοντας 13 άτομα στο Φορτ Χουντ του Τέξας. Η πιο «ματωμένη» δεκαετία, σύμφωνα με την ίδια βάση δεδομένων, ήταν του 1970.
Η επίθεση της περασμένης εβδομάδας στη Βοστώνη με τρεις νεκρούς και 176 τραυματίες βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές με τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας, με την εξαίρεση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, του Γουόρλντ Τρέιντ Σέντερ το 1993, της βομβιστικής επίθεσης στην Οκλαχόμα Σίτι το 1995, αλλά και μια σειρά επιθέσεων με βακτήρια σαλμονέλας κατά εστιατορίων στο Ορεγκον το 1984.
«Πιστεύω ότι πολλοί είναι αυτοί που θα εκπλαγούν μαθαίνοντας ότι καταγράφεται διαρκής μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων στις ΗΠΑ από το 1970 έως σήμερα», εξηγεί ο Γκάρι Λαφρί, εγκληματολόγος και επικεφαλής της Εθνικής Κοινοπραξίας για τη Μελέτη της Τρομοκρατίας και της Αντιμετώπισής της, που διαχειρίζεται τη βάση δεδομένων. Τη δεκαετία του ’70 πραγματοποιήθηκαν περί τις 1.350 επιθέσεις από διάφορες ομάδες της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς, ρατσιστές, Πορτορικανούς εθνικιστές και άλλους. Τη δεκαετία του ’80, ο αριθμός αυτών των τρομοκρατικών ενεργειών μειώθηκε σημαντικά εξαιτίας της διάλυσης κάποιων ομάδων, της εγκατάλειψής τους ή της σύλληψης των μελών τους. Περαιτέρω μείωση παρουσιάστηκε κατά τη δεκαετία του ’90, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Η ΕΣΣΔ, υποστηρίζει ο δρ Λαφρί, είτε αποτέλεσε την έμπνευση είτε συγκεκαλυμμένα υποστήριξε κάποια αριστερά κινήματα. Τη δεκαετία που προηγήθηκε της 11ης Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν κατά 40% περισσότερες τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ, συγκριτικά πάντα με τη δεκαετία που ακολούθησε.
Η πρόληψη
«Μία από τις “συνέπειες” του τρομερού πλήγματος που δέχθηκαν οι ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν η πραγματική επανάσταση που συντελέστηκε στον τρόπο που οι διωκτικές αρχές προσεγγίζουν το πρόβλημα της τρομοκρατίας», εξηγεί ο δρ Λαφρί. «Η αστυνομία, υπό την καθοδήγηση του FBI, δρα σήμερα προληπτικά. Αυτές οι υπηρεσίες μπορούν να διακόψουν τον σχεδιασμό ή την υλοποίηση μιας τρομοκρατικής επίθεσης προτού ο επίδοξος τρομοκράτης διασχίσει το κατώφλι του σπιτιού του».
Οσοι την περασμένη Δευτέρα παρακολουθούσαν τον Μαραθώνιο της Βοστώνης αναφέρουν έντονη παρουσία αστυνομικών, κάτι που θεωρείται δεδομένο σε κάθε διοργάνωση ή δημόσια εκδήλωση με μεγάλο αριθμό θεατών μετά το 2001. Πριν από την έναρξη του Μαραθωνίου, ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά που εντοπίζουν εκρηκτικά είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή. Ωστόσο, η επίθεση υποδεικνύει την αχίλλειο πτέρνα της προσπάθειας πάταξης της τρομοκρατίας και επαληθεύει την «παροιμία», που λέει ότι «οι αστυνομικοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί διαρκώς. Οι τρομοκράτες αρκεί να είναι “καλοί” μία φορά».
Η κοινοπραξία για τη μελέτη της τρομοκρατίας έχει διαπιστώσει ότι στο παρελθόν έξι Μαραθώνιοι διακόπηκαν εξαιτίας βίαιων συμβάντων, τρεις στη Βόρεια Ιρλανδία και από μία φορά σε Πακιστάν, Μπαχρέιν και Σρι Λάνκα. Θάνατοι σημειώθηκαν μόνο στο Κολόμπο της Σρι Λάνκα το 2008, όταν βομβιστής αυτοκτονίας που ανήκε στο κίνημα των Τίγρεων Ταμίλ ανατινάχθηκε στην αφετηρία του Μαραθωνίου, σκοτώνοντας 14 άτομα και τραυματίζοντας άλλα 83.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Η συμβολή των Μικρασιατών στην Επανάσταση του Γένους

ypsilantis
Στους Μικρασιάτες οφείλεται η επιτυχία της πρώτης προσπάθειας για δημιουργία ακομμάτιστου εθνικού στρατιωτικού σχηματισμού
ΤΟΥ ΤΑΚΗ Α. ΣΑΛΚΙΤΖΟΓΛΟΥ*
Η ιστοριογραφία της Επανάστασης του ’21 σχεδόν αγνοεί τη συμμετοχή των Μικρασιατών στον Αγώνα του Γένους. Αλλά η Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν τοπικό ιστορικό γεγονός, πελοποννησιακό, ρουμελιώτικο ή νησιώτικο.
Ηταν ξεσηκωμός πανελλήνιος, στον οποίο μετείχαν όλοι οι Ελληνες, προσφέροντας ό,τι μπορούσε ο καθένας, ο κάθε τόπος, ο κάθε Ρωμιός της υπόλοιπης Ελλάδας ή της Διασποράς. Συμμετείχαν οι Επτανήσιοι, οι Θρακομακεδόνες, οι Κρητικοί, οι Δωδεκανήσιοι, οι Κωνσταντινουπολίτες, οι Κύπριοι, ακόμη και Ελληνες της Κορσικής.
Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας, της Ιωνίας, του Πόντου και της Καππαδοκίας δεν ήταν δυνατόν να απουσιάσουν από το Μεγάλο Αγώνα του Εθνους. Η Φιλική Εταιρεία είχε έγκαιρα στείλει σε πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας τους «Αποστόλους» της, οι οποίοι φρόντισαν να μυήσουν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό Ρωμιών στο μεγάλο μυστικό.
Οι Μικρασιάτες δεν υπήρξαν μόνο τα θύματα της εκδικητικής μανίας των Τούρκων, που ξέσπαγαν κατά την Επανάσταση του ’21 επάνω στον άμαχο πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης με σφαγές, διώξεις και εξανδραποδισμούς. Είχαν και σπουδαία ενεργητική συμμετοχή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, που εκδηλώθηκε με την εθελοντική στράτευση μεγάλου αριθμού από αυτούς στα επαναστατικά στρατιωτικά σώματα, τη συγκρότηση ιδιαίτερου στρατιωτικού σχηματισμού, που ονομάστηκε Ιώνιος Φάλαγξ (ή Φάλαγξ της Ιωνίας), και την ηρωική συμμετοχή τους στις μάχες που δόθηκαν σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα.
Οι περισσότεροι Μικρασιάτες αγωνιστές του ’21 κατάγονται από τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη και τη δυτική Μικρά Ασία, πολλοί όμως ήταν και οι καταγόμενοι από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Απέκρυπταν τα πραγματικά τους ονόματα, από φόβο μήπως ξεσπάσουν αντίποινα κατά των συγγενών τους στη Μικρά Ασία, και φρόντιζαν να δηλώνουν ως επώνυμο τον τόπο προέλευσής τους.
Ετσι, έχουμε επίθετα πατριδωνυμικά, δηλαδή απλά και μόνο δηλωτικά της πατρίδας τους, όπως π.χ. Σμυρνιός, Σμυρνιώτης ή Σμυρναίος, Αϊβαλιώτης ή Κυδωνιάτης, Μοσχονησιώτης, Βουρλιώτης, Καισαρέας, Τραπεζούντιος, και εκατοντάδες άλλα που δήλωναν Ανατολίτες ή Καραμανλήδες.
Οι Αϊβαλιώτες ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στην κυρίως Ελλάδα. Προσχώρησαν αμέσως στις άτακτες στρατιωτικές ομάδες διάφορων οπλαρχηγών και καπεταναίων ή συγκρότησαν αυτοτελείς στρατιωτικούς σχηματισμούς, αποτελούμενους μόνο από Αϊβαλιώτες, όπως του Χατζή Αποστόλη, του Δημ. Καπανδάρου, που, όντας επικεφαλής ενός σώματος τριακοσίων Κυδωνιέων, αγωνίστηκε κατά του Δράμαλη, του Κωνσταντίνου Αϊβαλιώτη κ.ά. Κυδωνιάτης ήταν ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που πρώτος αυτός εκπόρθησε το κάστρο του Παλαμηδίου στις 30 Νοεμβρίου του 1822. Ανάμεσα στους Αϊβαλιώτες ξεχωρίζουν οι ηρωικοί πέντε αδελφοί Πίσσα, ένας από τους οποίους, ο Ευστράτιος, στα «Απομνημονεύματά» του υπολογίζει τους πεσόντες στις διάφορες μάχες Κυδωνιείς σε πέντε χιλιάδες.
Μετά τις Κυδωνίες έρχεται η προσφορά της Σμύρνης. Σε αρκετές εκατοντάδες, ίσως και σε χιλιάδες, πρέπει να ανέρχονται οι Σμυρναίοι αγωνιστές. Μόνο με τα πατριδωνυμικά επίθετα Σμυρναίος, Σμυρνιός, Σμυρνιώτης, Σμυρνιωτάκης κ.λπ., ευρέθησαν 184 αγωνιστές, χωρίς να υπολογιστούν όσοι άλλοι δήλωσαν το κανονικό τους επίθετο και παράλληλα δήλωσαν ως τόπο καταγωγής τους τη Σμύρνη. Και βεβαίως στους Σμυρνιούς θα πρέπει να προστεθούν οι Μπουρνοβαλήδες, οι Κουκλουτζαλήδες, οι Νηφιώτες, οι Βουρλιώτες, οι Τσεσμελήδες κ.ά. Σμυρνιός ήταν ο Γιαννακός Καρόγλου, ο επικεφαλής της Ιωνικής Φάλαγγας, που συγκροτήθηκε αποκλειστικά από Μικρασιάτες και αποτέλεσε ένα ανεξάρτητο επαναστατικό σώμα που πολέμησε κατά του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, με τον Καραϊσκάκη στη μάχη της Αράχοβας, και αλλού. Από την Καππαδοκία ήταν ο Χατζησάββας Καισαρέας, Ελληνας που εγκατέλειψε το τάγμα των γενίτσαρων, όπου τον είχε κατατάξει το παιδομάζωμα, και κατέφυγε στην Ελλάδα για να καταταγεί στο σώμα του Πλαπούτα και να ανδραγαθήσει. Οι Πόντιοι της Τραπεζούντας αντιπροσωπεύονται από ένα σημαντικό αριθμό αγωνιστών, που δήλωναν Τραπεζανλήδες, Γκιουμουσχανετζήδες (από την Αργυρούπολη) ή γενικώς Καραντενιζλήδες (Μαυροθαλασσίτες).
Τέλος, στους Μικρασιάτες οφείλεται η επιτυχία της πρώτης προσπάθειας για δημιουργία ακομμάτιστου εθνικού στρατιωτικού σχηματισμού, που έπειτα, βέβαια, από πολλές και κοπιώδεις προσπάθειες κατέληξε στη δημιουργία τακτικού στρατού. Η δημιουργία τακτικού στρατού στην επαναστατημένη Ελλάδα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη συμμετοχή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Ολους αυτούς πρέπει να τους θυμόμαστε και κάποτε να τους τιμήσουμε ξεχωριστά.
* Νομικός, συγγραφέας του βιβλίου «Η Μικρά Ασία στην Επανάσταση του 1821» (εκδ. Ιδρ. Μείζ. Ελληνισμού)
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

http://mikrasiatis.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας

Πώς καταρρίφθηκε το αξίωμα των νικητών για αφοπλισμό, δέκα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Της Κωνσταντινας Ε. Μποτσιου*

Δέκα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα δύο κράτη που είχαν προκύψει από τη διαίρεση της Γερμανίας επανεξοπλίστηκαν. Η μεν (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μέσω της ένταξής της στο ΝΑΤΟ (1955), η δε (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία με τη συμμετοχή της στο νεότευκτο Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1956). Καταρρίφθηκε τότε ένα θεμελιώδες αξίωμα των νικητών του πολέμου. Ο αφοπλισμός προσδιορίστηκε στη Διάσκεψη του Πότσνταμ (Ιούλιος-Αύγουστος 1945) ως προϋπόθεση για την αναμόρφωση της Γερμανίας, το πρώτο από τα περίφημα τέσσερα «Ds»: αφοπλισμός (Disarmament), αποναζιστοποίηση (Denazification), εκδημοκρατισμός (Democratisation), αποκέντρωση (Decentralization). Αποφασίστηκε μάλιστα η καταστροφή όχι μόνον του στρατιωτικού υλικού, αλλά και των υποστηρικτικών βιομηχανικών υποδομών, πλην ελαχίστων που θα εξασφάλιζαν απλώς ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Η συμμαχική πολιτική ανατράπηκε άρδην από τη μεταπολεμική πραγματικότητα. Σε συνθήκες ριζικής αποβιομηχάνισης, η Γερμανία αδυνατούσε να σιτίσει τον πληθυσμό της, που περιελάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια πρόσφυγες από εδάφη δοσμένα πλέον στην Πολωνία και την ΕΣΣΔ. Η παράλυση της Γερμανίας εμπόδιζε την ανασυγκρότηση και της υπόλοιπης Ευρώπης εξαιτίας της κομβικής της θέσης στον ηπειρωτικό πλουτοπαραγωγικό και βιομηχανικό ιστό. Την πρώτη αναθεώρηση πολιτικής αποτέλεσε τον Σεπτέμβριο του 1946 η επίσημη αποκήρυξη του σχεδίου Μοργκεντάου περί εξαγροτισμού της Γερμανίας από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς (ομιλία της Στουτγάρδης). Την επόμενη τομή προκάλεσε η συμπερίληψη της Γερμανίας στο σχέδιο Μάρσαλ (1947-48). Ο σοβιετικός αποκλεισμός του Βερολίνου (1948-49) και η συνακόλουθη ίδρυση των δύο γερμανικών κρατών (1949) άνοιξαν τον δρόμο για την οικονομική ενδυνάμωση του «δυτικού» κράτους – οι Σοβιετικοί ακολούθησαν πιο αδιάλλακτη πολιτική κατοχής και αποζημιώσεων στην ανατολική ζώνη. Η γερμανική αποβιομηχάνιση τερματίστηκε το 1951, όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) επέβαλε ευρωπαϊκό υπερεθνικό έλεγχο στις βιομηχανικές –και στρατιωτικές– πρώτες ύλες των «Εξι».
Ο Ψυχρός Πόλεμος και το «Σχέδιο Πλεβέν»
Το «πράσινο φως» για την αποκατάσταση της βιομηχανικής παραγωγής δόθηκε εν μέσω της διαπραγμάτευσης για τη συγκρότηση ευρωπαϊκού στρατού με γερμανική συμμετοχή. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ) προτάθηκε από τη Γαλλία διά στόματος του πρωθυπουργού Ρενέ Πλεβέν στις 24 Οκτωβρίου 1950, λίγους μήνες μετά την πρόταση του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν για τη συγκρότηση της ΕΚΑΧ (9 Μαΐου 1950). Η Συνθήκη που υπεγράφη από τα έξι μέλη της ΕΚΑΧ (Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) στις 27 Μαΐου 1952 περιόριζε εμφανώς τη γερμανική πλευρά: αποκλεισμό από τις ανώτερες στρατιωτικές βαθμίδες, στέρηση Γενικού Επιτελείου, στρατιωτική ολοκλήρωση μόνο σε επίπεδο Συντάγματος, δυνατότητα σύνδεσης αλλά όχι ένταξης στο ΝΑΤΟ.
Οι γαλλικές πρωτοβουλίες για την ΕΚΑΧ και την ΕΑΚ, που καθόρισαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, απέρρεαν από το μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Η έκρηξη του Πολέμου της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 πυροδότησε, στη λογική της αποτελεσματικότερης ευρωπαϊκής «αυτοάμυνας», τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς χώρες εκτεθειμένες, ικανές να συμβάλουν με στρατεύματα υψηλής αποτρεπτικής και αμυντικής αξίας. Ανοιξε η διαβούλευση για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά μόνον οι δύο πρώτες εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ, το 1952.
Η πρόταση για την ΕΑΚ αποσκοπούσε εν πολλοίς να αποτρέψει τον γερμανικό επανεξοπλισμό μέσα από σχήματα αμερικανικής ή βρετανικής κοπής, όπου η Γαλλία θα ασκούσε μικρή επιρροή. Η Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ήδη εγκρίνει πρόταση του Ουίνστον Τσώρτσιλ για γερμανική συμμετοχή σε έναν ευρωπαϊκό στρατό συνδεδεμένο με το ΝΑΤΟ (12 Αυγούστου 1950). Η αμερικανική πρόταση επανεξοπλισμού μέσω ΝΑΤΟ αναμενόταν να εγκριθεί επί της αρχής από το συμμαχικό Συμβούλιο Υπουργών στις 18 Οκτωβρίου 1950. Σε περίπτωση γαλλικής ένστασης, προβλεπόταν εναλλακτικά η ενσωμάτωση γερμανικών δυνάμεων στα αμερικανικά στρατεύματα που έδρευαν στο γερμανικό έδαφος. Για να προλάβει τις εξελίξεις, στις 15 Οκτωβρίου 1950 ο Ρομπέρ Σουμάν προανήγγειλε στους Αμερικανούς την πρόταση Πλεβέν για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, που επισημοποιήθηκε εννέα μέρες αργότερα.
Οι Γάλλοι κατανόησαν κατ’ αρχήν το αδήριτο του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Ο Πόλεμος της Κορέας επιβεβαίωνε την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου, που σηματοδότησαν ήδη το 1949 η εγκαθίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας στην Κίνα (Οκτώβριος 1949) και η έκρηξη της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας (Αύγουστος 1949). Παρότι οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν ήταν άμεσα ευάλωτες στη σοβιετική συμβατική και πυρηνική απειλή -έως την ανάπτυξη σοβιετικών διηπειρωτικών πυραύλων το 1957- επιτεινόταν η αδυναμία της Δυτικής Ευρώπης έναντι του Κόκκινου Στρατού, ιδιαίτερα ενόψει πιθανής απόσπασης αμερικανικών δυνάμεων σε άλλα μέτωπα. Σε αυτές τις συνθήκες, η Γαλλία αναγνώριζε ότι οι εταίροι της θα αποδέχονταν, με ορισμένες προϋποθέσεις, το μέχρι πρότινος αδιανόητο: τον επανεξοπλισμό των Γερμανών. Ο Ψυχρός Πόλεμος επισκίαζε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το «Σχέδιο Πλεβέν» κέρδισε την υποστήριξη των Αμερικανών, των Βρετανών και των Γερμανών. Ο Γερμανός καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ αποδέχθηκε τους γαλλικούς όρους, πεπεισμένος ότι ο επανεξοπλισμός διευκόλυνε την ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας. Επέμεινε, παρά τη σφοδρή αντίδραση αντιπολίτευσης, συμπολίτευσης και ενός δυναμικού αντιπολεμικού λαϊκού κινήματος που αυτοπροσδιορίστηκε από το σύνθημα «Χωρίς εμένα» («Ohne mich»).
Ωστόσο, η Συνθήκη για την ΕΑΚ ναυάγησε στην ίδια τη Γαλλία το 1954. Βασική αιτία ήταν η αίσθηση αδυναμίας που καλλιέργησαν στο Παρίσι αφενός ο πυρηνικός σχεδιασμός των ΗΠΑ, αφετέρου η αποαποικιοποίηση. Παράλληλα με τη διαδικασία κύρωσης της ΕΑΚ (1952-54), ωρίμασε στη Γαλλία η ιδέα της ανάπτυξης εθνικής πυρηνικής δύναμης. Στόχος ήταν να εξισορροπηθεί η μείωση της αμερικανικής πυρηνικής αξιοπιστίας αφότου η Ουάσιγκτον υιοθέτησε, στον απόηχο του Πολέμου της Κορέας, το δόγμα των «μαζικών αντιποίνων» (1954). Ηταν άδηλο αν οι ΗΠΑ υπολόγιζαν την Ευρώπη στα εδάφη «ζωτικού συμφέροντος», τα οποία ήταν διατεθειμένες να προστατεύσουν με μαζική χρήση πυρηνικών όπλων. Οι πρωτοβουλίες για την ύφεση μετά τον θάνατο του Στάλιν (Μάρτιος 1953) γεννούσαν επιπλέον αμφιβολίες για το εάν η Ουάσιγκτον θα θυσίαζε την αμερικανοσοβιετική ισορροπία χάριν της δυτικοευρωπαϊκής άμυνας. Η Γαλλία επηρεάστηκε, επίσης, από τη συντριπτική ήττα της στην Ινδοκίνα (Μάιος 1954). Μοναδικό αξιόπιστο αντίβαρο στην απώλεια αποικιακής ισχύος θεωρήθηκε τότε η απόκτηση ατομικών όπλων. Με πληγωμένο εθνικό κύρος, η γαλλική Εθνοσυνέλευση καταψήφισε τελικά τη Συνθήκη για την ΕΑΚ τον Αύγουστο του 1954.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στο ΝΑΤΟ
Η απόρριψη της ΕΑΚ -«μια μαύρη μέρα για την Ευρώπη» κατά τον Αντενάουερ- ανάγκασε τη Γαλλία να αποδεχθεί την ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ στις 24 Οκτωβρίου 1954 (σε ισχύ από 6 Μαΐου 1955). Βάσει κοινής αμερικανοβρετανικής πρωτοβουλίας, το Σύμφωνο των Βρυξελλών του 1948 (Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) διευρύνθηκε σε Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση (ΔΕΕ) με την προσχώρηση της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Για να καθησυχάσει τους Γάλλους έναντι του γερμανικού στρατού, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ενέκρινε την πρόσδεση της ΔΕΕ στη ρήτρα συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ. Για τον ίδιο σκοπό διατηρήθηκαν ισχυρά αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα στη Δυτική Ευρώπη.
Μία νέα σύμβαση τερμάτισε το καθεστώς κατοχής εκχωρώντας σημαντικό μερίδιο εθνικής κυριαρχίας στη Βόννη. Σε αντάλλαγμα, η γερμανική πλευρά παραιτήθηκε επισήμως από την παραγωγή ατομικών, βιολογικών και χημικών όπλων και δεσμεύθηκε να επιδιώξει την επανένωση της Γερμανίας μόνο με ειρηνικά μέσα. Παράπλευρη ωφέλεια για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αποτέλεσε η ενσωμάτωση της περιοχής του Σάαρ από την 1η Ιανουαρίου 1957.
Ο γερμανικός στρατός συγκροτήθηκε βραδύτερα και σε μικρότερη έκταση από το προβλεπόμενο των 12 μεραρχιών με 560.000 άνδρες. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μεταβολές της πυρηνικής στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Κατ’ αρχάς, το δόγμα των μαζικών αντιποίνων περιχαράκωσε την αξία των συμβατικών δυνάμεων σε αμυντικούς κυρίως στόχους, ενώ παρέμεινε χαμηλή η γερμανική επιρροή στο κύριο επιθετικό μέσο, τα πυρηνικά. Λόγω της ρήξης Γαλλίας - ΗΠΑ στη συνέχεια (1958-1967), το στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, άρα και οι επιμέρους εθνικές στρατιωτικές υποχρεώσεις των μελών του, παρέμειναν επί μακρόν σε εκκρεμότητα. Η αξία των συμβατικών δυνάμεων αναβαθμίστηκε όταν η αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας (1966) επέτρεψε την υιοθέτηση του δόγματος της ευέλικτης ή κλιμακωτής ανταπόδοσης (flexible response), το 1967.
Στο μεταξύ όμως, είχε εμπεδωθεί η γαλλογερμανική συνεννόηση, κυρίως λόγω της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ για μια πολυμερή γαλλοκεντρική ευρωπαϊκή άμυνα εκτός ΝΑΤΟ, που οδήγησε στη γαλλογερμανική Συνθήκη των Ηλυσίων, στις 22 Ιανουαρίου 1963. Οχι τυχαία, η Συνθήκη συνομολογήθηκε οκτώ ημέρες μετά την απόρριψη της βρετανικής αίτησης για ένταξη στην ΕΟΚ και ένα μήνα ακριβώς μετά τη Συμφωνία του Νασσάου για την ανάπτυξη κοινού αμερικανοβρετανικού πυρηνικού προγράμματος. Τη γαλλογερμανική συναίνεση ενθάρρυναν εκατέρωθεν δυσαρέσκειες έναντι των ΗΠΑ. Τον μεν Ντε Γκωλ είχε αποξενώσει η απροθυμία της Ουάσιγκτον να διαβουλευθεί με τους νατοϊκούς εταίρους της κατά την κρίση της Κούβας (Οκτώβριος 1962), τον δε Αντενάουερ η συγκαταβατική αμερικανική αντίδραση στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου (Αύγουστος 1961).
Γαλλογερμανική συνεργασία και Ευρωπαϊκές Κοινότητες
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ακολούθησε τη Γαλλία στη ρήξη με τις ΗΠΑ. Η σταθερή συμμετοχή στο ΝΑΤΟ αποτελούσε προϋπόθεση υλοποίησης των εθνικών γερμανικών στόχων. Βόννη και Παρίσι ταυτίζονταν, όμως, στην εκτίμηση ότι, σε περίπτωση «εγκατάλειψης» από τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι όφειλαν να διαθέτουν επαρκή αυτόνομη αμυντική ικανότητα.
Το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που δέσποσε στην ευρωπαϊκή πολιτική της δεκαετίας του 1950, αναβάθμισε τη γαλλο-γερμανική συνεργασία. Παρότι τελικά έτυχε «ατλαντικής» λύσης, καθόρισε έμμεσα τη σύσταση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως σχηματισμού με κεντροευρωπαϊκή νοοτροπία. Ζωτικής σημασίας ήταν ο αποκλεισμός της Βρετανίας στην κρίσιμη περίοδο διαμόρφωσης, αρχικά αυτοβούλως, αργότερα από τον Ντε Γκωλ – με τη μομφή περί «Δούρειου Ιππου» των ΗΠΑ. Συνεργαζόμενοι με τη Γαλλία, χωρίς φόβο για την αιρετική της στάση, οι Γερμανοί κέρδισαν την απαραίτητη εμπιστοσύνη για να συνομιλούν μαζί της επί ίσοις όροις σε ευρωπαϊκά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, παραχωρώντας εθνική κυριαρχία στη γείτονά της, η Γαλλία διεκδίκησε με επιτυχία τον ρόλο «πρώτου μεταξύ ίσων» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ρόλο που η Βρετανία δεν επέτυχε να διαδραματίσει και η Γερμανία δεν δικαιούνταν να διεκδικήσει.
* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Η Μέση Ανατολή σε αναβρασμό



Η εκθρόνιση του βασιλιά Φαρούκ τον Ιούλιο του 1952 και η επικράτηση του Νάσερ στην Αίγυπτο
Του Γιαννη Σακκα*
Το 1882 οι Βρετανοί, προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή, κατέλαβαν την Αίγυπτο και το 1914 τη μετέτρεψαν σε προτεκτοράτο, το οποίο διατηρήθηκε ώς το 1922. Ομως ακόμα και μετά την κατάργηση του προτεκτοράτου συνέχισαν να έχουν τον πρώτο λόγο στη χώρα ιδιαίτερα σε σχέση με τέσσερα ζητήματα: τη διώρυγα του Σουέζ, την εθνική άμυνα, την προστασία των ξένων συμφερόντων και των μειονοτήτων, και τον έλεγχο του γειτονικού Σουδάν. Την περίοδο του μεσοπολέμου ο ρόλος του «βρετανικού παράγοντα» αποτέλεσε αντικείμενο οξείας διαμάχης ανάμεσα στον πιστό στους Βρετανούς βασιλιά Αχμαντ Φουάντ (1917-36) και τους φιλελεύθερους του κόμματος Ουάφντ. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1919 ώς το 1936 σχηματίστηκαν είκοσι κυβερνήσεις και διεξήχθησαν οκτώ γύροι διαπραγματεύσεων, κατά τους οποίους οι Αιγύπτιοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να εξαλείψουν τα βρετανικά προνόμια στη χώρα.
Με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Αίγυπτος διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με τη Γερμανία και την Ιταλία, χωρίς όμως να τους κηρύξει τον πόλεμο -μάλιστα ο νέος βασιλιάς Φαρούκ (1936-52) ήταν θετικά διακείμενος προς τις δυνάμεις του Αξονα-, ενώ στο Κάιρο εγκαταστάθηκε η βρετανική Διοίκηση Μέσης Ανατολής. Στις αρχές του 1942, ενώ η στρατιά του Ρόμελ στη βόρεια Αφρική προχωρούσε ακάθεκτη προς την Αλεξάνδρεια, οι Βρετανοί πίεσαν τον Φαρούκ να επαναφέρει στην εξουσία το φιλοδυτικό Ουάφντ. Οταν ο μονάρχης αρνήθηκε, βρετανικές μονάδες τεθωρακισμένων περικύκλωσαν τα ανάκτορα και τον ανάγκασαν να αλλάξει γνώμη. Η ωμή αυτή επέμβαση των Βρετανών στις εσωτερικές υποθέσεις της Αιγύπτου είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ του φιλελεύθερου πολιτικού κόσμου και του παλατιού και την ενίσχυση της πεποίθησης ενός κύκλου νεότερων αξιωματικών του στρατού ότι μόνο η ανατροπή του παραδοσιακού πολιτικού κατεστημένου θα απελευθέρωνε οριστικά τη χώρα τους από τη βρετανική εξάρτηση.Το 1950 το Ουάφντ ζήτησε την αναθεώρηση της αγγλοαιγυπτιακής συνθήκης του 1936. Οι διαπραγματεύσεις όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, καθώς η Βρετανία, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, δεν ήταν διατεθειμένη να αποσύρει τις βάσεις της από το Σουέζ. Ανταρτικές ομάδες, αποτελούμενες κυρίως από μέλη της ισλαμικής οργάνωσης Μουσουλμανική Αδελφότητα, άρχισαν τότε επιθέσεις κατά βρετανικών στόχων και τον Ιανουάριο του 1952, μετά την κατάληψη της πόλης Ισμαϊλίγια από τους Βρετανούς, κάτοικοι του Καΐρου πυρπόλησαν κυβερνητικά και εμπορικά κτίρια στο κέντρο της πόλης. Ο πρωθυπουργός Μουσταφά Ναχάς του Ουάφντ υπέβαλε την παραίτησή του και στη χώρα επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος.
Ο στρατός στην εξουσία
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Αίγυπτος ήταν ένα σύμφυρμα από πολιτικές και κοινωνικές εκρηκτικές ύλες: κυριαρχία του βρετανικού παράγοντα, πολιτική αστάθεια, κρατική και παλατιανή διαφθορά, μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες, αίσθημα ταπείνωσης μετά την ήττα από το Ισραήλ το 1948. Πυροκροτητής των αλλαγών που θα μεταμόρφωναν τη χώρα και θα επηρέαζαν ολόκληρο τον αραβικό κόσμο ήταν μια νέα πολιτική - στρατιωτική δύναμη, η επιτροπή των Ελεύθερων Αξιωματικών. Η επιτροπή αυτή συστάθηκε στα τέλη του 1949, περιλάμβανε εννέα χαμηλόβαθμους αξιωματικούς, μέλη διαφόρων αντι-βρετανικών οργανώσεων (του Εθνικού Κόμματος, της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, των ακροδεξιών Νέων Αιγυπτίων, του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.ά.) και είχε πρόεδρο τον αντισυνταγματάρχη Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Τα επόμενα δύο χρόνια, οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί επικέντρωσαν τις ενέργειές τους στη διεύρυνση της βάσης τους στο σώμα των αξιωματικών, εκτυπώνοντας και διανέμοντας μυστικά διάφορα προπαγανδιστικά φυλλάδια που κατέκριναν την κρατούσα πολιτική κατάσταση. Τον Δεκέμβριο του 1951 κατόρθωσαν να εκλέξουν στη θέση του προέδρου της Λέσχης Αξιωματικών τον δικό τους υποψήφιο ταξίαρχο Μωχάμετ Ναγκίμπ. Λίγους μήνες αργότερα, ανακοίνωσαν τους σκοπούς της επιτροπής τους (τις Εξι Αρχές της Επανάστασης): εξουδετέρωση της αποικιοκρατίας και των ντόπιων συνεργατών της, καταστροφή του φεουδαρχισμού, τερματισμό της παντοδυναμίας του κεφαλαίου, εγκαθίδρυση κοινωνικής δικαιοσύνης, δημιουργία ισχυρού στρατού και θεμελίωση ορθού δημοκρατικού βίου. Το σχεδιαζόμενο κίνημα, που σημειωτέον επρόκειτο να πραγματοποιηθεί με την ανοχή των Αμερικανών, οι οποίοι φοβούνταν μια λαϊκή εξέγερση ή ένα καθοδηγούμενο από το Κομμουνιστικό Κόμμα πραξικόπημα, ήταν πια ζήτημα χρόνου.
Το πραξικόπημα
Κατά τις μεσονύκτιες και πρώτες πρωινές ώρες της 23ης Ιουλίου 1952 οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί κινητοποίησαν ισχυρές μονάδες στρατού, κατέλαβαν το κεντρικό στρατόπεδο στην Αμπασίγια και συνέλαβαν τον αρχηγό του ΓΕΣ, στρατηγό Φαρίντ, και άλλα νομιμόφρονα ανώτατα στρατιωτικά στελέχη. Στη συνέχεια, ενώ ο πρωθυπουργός και πολλοί υπουργοί του βρίσκονταν για τις θερινές διακοπές τους στην Αλεξάνδρεια, κατέλαβαν άλλα νευραλγικά σημεία για την επικράτηση του εγχειρήματος: αεροδρόμια, το ραδιοφωνικό και το τηλεπικοινωνιακό κέντρο στο Κάιρο και τους κυριότερους οδικούς κόμβους. Στις 7 το πρωί ο Ανουάρ Σαντάτ, μέλος των Ελεύθερων Αξιωματικών και μετέπειτα πρόεδρος της Αιγύπτου, έκανε την πρώτη ανακοίνωση για το πραξικόπημα από το κρατικό ραδιόφωνο. Αφού αναφέρθηκε στην πολιτική παρακμή ως νομιμοποιητική βάση του κινήματος, τόνισε πως οι αποτελούντες τη νέα κατάσταση ήταν υπεράνω κομμάτων και ότι σκοπός τους ήταν «να απαλλάξουν το έθνος από τους τυράννους του». Στις 26 Ιουλίου ο βασιλιάς Φαρούκ, τον οποίο οι αξιωματικοί θεωρούσαν τον κύριο εκπρόσωπο του ancien régime και υπεύθυνο για τα πρόσφατα δεινά της χώρας, εγκατέλειψε τον θρόνο και κατέφυγε με την οικογένειά του στην Ιταλία. Πέθανε το 1965 σε ηλικία 45 ετών.
Οι κινηματίες δεν είχαν σαφές ιδεολογικό στίγμα, κοινή πολιτική συνείδηση και συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους. Ομως ανήκαν στην ίδια γενιά, είχαν την ίδια κοινωνική προέλευση, αντιμετώπιζαν παρόμοια οικονομικά προβλήματα, είχαν δοκιμαστεί στα πεδία των μαχών και επιθυμούσαν διακαώς την κατάληψη της εξουσίας. Μετά την επιτυχή έκβαση του πραξικοπήματος συγκρότησαν 15μελές Συμβούλιο Επαναστατικής Διοίκησης (ΣΕΔ) υπό την ηγεσία του Ναγκίμπ, το οποίο στις 18 Ιουνίου 1953 κήρυξε την Αίγυπτο δημοκρατία, κατάργησε τη μοναρχία και έθεσε τέλος στη μακρόχρονη δυναστεία του Μωχάμετ Αλη (από το 1805). Ο Ναγκίμπ ορίστηκε πρώτος πρόεδρος της χώρας και ο Νάσερ αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εσωτερικών.
Εύθραυστη ισορροπία
Παρά την επιτυχία της επανάστασης, το νεοπαγές καθεστώς σχοινοβατούσε σε μια εύθραυστη ισορροπία. Ο Ναγκίμπ ήταν σεβαστό πρόσωπο στους κύκλους των ανώτατων αξιωματικών και αγαπητός στον λαό. Ο Νάσερ όμως διέθετε μεγαλύτερη ισχύ, επειδή ασκούσε καταλυτική επιρροή στα περισσότερα μέλη του ΣΕΔ και ήλεγχε τον στρατό, τις υπηρεσίες ασφαλείας, τον Τύπο, τα συνδικάτα και τις οργανώσεις νεολαίας. Ενώ ο Ναγκίμπ επιθυμούσε τη μείωση της πολιτικής επιρροής του στρατού και την επιστροφή της χώρας στην πολιτική διακυβέρνηση, ο Νάσερ θεωρούσε τον στρατό καθοριστικό παράγοντα στη νέα τάξη πραγμάτων. Στα τέλη Μαρτίου 1954 ο Ναγκίμπ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την προεδρία του ΣΕΔ και την πρωθυπουργία και τον Νοέμβριο και από την προεδρία της Αιγύπτου. Στις 23 Ιουνίου 1956 ο Νάσερ εκλέχτηκε νέος πρόεδρος της χώρας ύστερα από δημοψήφισμα.
Η επίδραση της επανάστασης στον αραβικό κόσμο
Η σημαντικότερη συμβολή των πρωτεργατών της επανάστασης του 1952 ήταν ότι πρόσφεραν στον αιγυπτιακό λαό την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, την πεποίθηση ότι μόνος του, χωρίς εξωτερικές δεσμεύσεις και επεμβάσεις, μπορούσε να ρυθμίσει τα του οίκου του και να προοδεύσει, το όραμα ενός ενωμένου και ισχυρού αραβικού έθνους και ένα αίσθημα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας για την ενεργό ανάμειξη της χώρας στις αραβικές και διεθνείς υποθέσεις. Επιπλέον κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια πρωτόγνωρη κοινωνική, διαταξική συναίνεση. Ο νασερισμός, ως ιδεολογία και πολιτικό σύστημα, ως ύφος και ήθος, υποστηρίχθηκε απ’ όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα: από τους ακτήμονες αγρότες, οι οποίοι με την αγροτική μεταρρύθμιση μεταβλήθηκαν σε μικροϊδιοκτήτες· από «μικρομεσαίους», που διακατέχονταν από αντι-ιμπεριαλιστικά αισθήματα, πίστευαν στα οφέλη του κρατικού παρεμβατισμού και φοβούνταν την «πληβειακή βαρβαρότητα»· από τη λεγόμενη κρατική αστική τάξη (αλληλένδετη με τους γαιοκτήμονες και άλλους εισοδηματίες)· από ημιαπασχολούμενους, άνεργους και απόκληρους, που ανακουφίστηκαν από τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας. Η επίδραση της επανάστασης δεν περιορίστηκε στην Αίγυπτο. Γρήγορα ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα και απλώθηκε σε άλλες αραβικές χώρες (Συρία, Λίβανο, Ιορδανία, Υεμένη), ενσωματώθηκε σε σημαντικά πολιτικά κινήματα, όπως των Ελεύθερων Αξιωματικών του Καντάφι και των Αράβων Εθνικιστών του Ζορζ Χαμπάς, και επηρέασε το καθεστώς των αδελφών Αριφ (1964-68) στο Ιράκ. Νασερικά - παναραβικά πολιτικά κόμματα υπάρχουν σήμερα σε όλες σχεδόν τις αραβικές χώρες. Οι πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες του Νάσερ, ο φιλολαϊκός χαρακτήρας του καθεστώτος του και κυρίως το όραμά του για ανεξαρτησία και ενότητα όλων των Αράβων εξακολουθούν να εμπνέουν μεγάλο τμήμα του αραβικού πληθυσμού.
* Ο κ. Γιάννης Σακκάς είναι καθηγητής στο τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας

Πώς καταρρίφθηκε το αξίωμα των νικητών για αφοπλισμό, δέκα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Της Κωνσταντινας Ε. Μποτσιου*
Δέκα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα δύο κράτη που είχαν προκύψει από τη διαίρεση της Γερμανίας επανεξοπλίστηκαν. Η μεν (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μέσω της ένταξής της στο ΝΑΤΟ (1955), η δε (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία με τη συμμετοχή της στο νεότευκτο Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1956). Καταρρίφθηκε τότε ένα θεμελιώδες αξίωμα των νικητών του πολέμου. Ο αφοπλισμός προσδιορίστηκε στη Διάσκεψη του Πότσνταμ (Ιούλιος-Αύγουστος 1945) ως προϋπόθεση για την αναμόρφωση της Γερμανίας, το πρώτο από τα περίφημα τέσσερα «Ds»: αφοπλισμός (Disarmament), αποναζιστοποίηση (Denazification), εκδημοκρατισμός (Democratisation), αποκέντρωση (Decentralization). Αποφασίστηκε μάλιστα η καταστροφή όχι μόνον του στρατιωτικού υλικού, αλλά και των υποστηρικτικών βιομηχανικών υποδομών, πλην ελαχίστων που θα εξασφάλιζαν απλώς ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Η συμμαχική πολιτική ανατράπηκε άρδην από τη μεταπολεμική πραγματικότητα. Σε συνθήκες ριζικής αποβιομηχάνισης, η Γερμανία αδυνατούσε να σιτίσει τον πληθυσμό της, που περιελάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια πρόσφυγες από εδάφη δοσμένα πλέον στην Πολωνία και την ΕΣΣΔ. Η παράλυση της Γερμανίας εμπόδιζε την ανασυγκρότηση και της υπόλοιπης Ευρώπης εξαιτίας της κομβικής της θέσης στον ηπειρωτικό πλουτοπαραγωγικό και βιομηχανικό ιστό. Την πρώτη αναθεώρηση πολιτικής αποτέλεσε τον Σεπτέμβριο του 1946 η επίσημη αποκήρυξη του σχεδίου Μοργκεντάου περί εξαγροτισμού της Γερμανίας από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς (ομιλία της Στουτγάρδης). Την επόμενη τομή προκάλεσε η συμπερίληψη της Γερμανίας στο σχέδιο Μάρσαλ (1947-48). Ο σοβιετικός αποκλεισμός του Βερολίνου (1948-49) και η συνακόλουθη ίδρυση των δύο γερμανικών κρατών (1949) άνοιξαν τον δρόμο για την οικονομική ενδυνάμωση του «δυτικού» κράτους – οι Σοβιετικοί ακολούθησαν πιο αδιάλλακτη πολιτική κατοχής και αποζημιώσεων στην ανατολική ζώνη. Η γερμανική αποβιομηχάνιση τερματίστηκε το 1951, όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) επέβαλε ευρωπαϊκό υπερεθνικό έλεγχο στις βιομηχανικές –και στρατιωτικές– πρώτες ύλες των «Εξι».
Ο Ψυχρός Πόλεμος και το «Σχέδιο Πλεβέν»
Το «πράσινο φως» για την αποκατάσταση της βιομηχανικής παραγωγής δόθηκε εν μέσω της διαπραγμάτευσης για τη συγκρότηση ευρωπαϊκού στρατού με γερμανική συμμετοχή. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ) προτάθηκε από τη Γαλλία διά στόματος του πρωθυπουργού Ρενέ Πλεβέν στις 24 Οκτωβρίου 1950, λίγους μήνες μετά την πρόταση του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν για τη συγκρότηση της ΕΚΑΧ (9 Μαΐου 1950). Η Συνθήκη που υπεγράφη από τα έξι μέλη της ΕΚΑΧ (Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) στις 27 Μαΐου 1952 περιόριζε εμφανώς τη γερμανική πλευρά: αποκλεισμό από τις ανώτερες στρατιωτικές βαθμίδες, στέρηση Γενικού Επιτελείου, στρατιωτική ολοκλήρωση μόνο σε επίπεδο Συντάγματος, δυνατότητα σύνδεσης αλλά όχι ένταξης στο ΝΑΤΟ.
Οι γαλλικές πρωτοβουλίες για την ΕΚΑΧ και την ΕΑΚ, που καθόρισαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, απέρρεαν από το μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Η έκρηξη του Πολέμου της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 πυροδότησε, στη λογική της αποτελεσματικότερης ευρωπαϊκής «αυτοάμυνας», τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς χώρες εκτεθειμένες, ικανές να συμβάλουν με στρατεύματα υψηλής αποτρεπτικής και αμυντικής αξίας. Ανοιξε η διαβούλευση για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά μόνον οι δύο πρώτες εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ, το 1952.
Η πρόταση για την ΕΑΚ αποσκοπούσε εν πολλοίς να αποτρέψει τον γερμανικό επανεξοπλισμό μέσα από σχήματα αμερικανικής ή βρετανικής κοπής, όπου η Γαλλία θα ασκούσε μικρή επιρροή. Η Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ήδη εγκρίνει πρόταση του Ουίνστον Τσώρτσιλ για γερμανική συμμετοχή σε έναν ευρωπαϊκό στρατό συνδεδεμένο με το ΝΑΤΟ (12 Αυγούστου 1950). Η αμερικανική πρόταση επανεξοπλισμού μέσω ΝΑΤΟ αναμενόταν να εγκριθεί επί της αρχής από το συμμαχικό Συμβούλιο Υπουργών στις 18 Οκτωβρίου 1950. Σε περίπτωση γαλλικής ένστασης, προβλεπόταν εναλλακτικά η ενσωμάτωση γερμανικών δυνάμεων στα αμερικανικά στρατεύματα που έδρευαν στο γερμανικό έδαφος. Για να προλάβει τις εξελίξεις, στις 15 Οκτωβρίου 1950 ο Ρομπέρ Σουμάν προανήγγειλε στους Αμερικανούς την πρόταση Πλεβέν για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, που επισημοποιήθηκε εννέα μέρες αργότερα.
Οι Γάλλοι κατανόησαν κατ’ αρχήν το αδήριτο του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Ο Πόλεμος της Κορέας επιβεβαίωνε την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου, που σηματοδότησαν ήδη το 1949 η εγκαθίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας στην Κίνα (Οκτώβριος 1949) και η έκρηξη της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας (Αύγουστος 1949). Παρότι οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν ήταν άμεσα ευάλωτες στη σοβιετική συμβατική και πυρηνική απειλή -έως την ανάπτυξη σοβιετικών διηπειρωτικών πυραύλων το 1957- επιτεινόταν η αδυναμία της Δυτικής Ευρώπης έναντι του Κόκκινου Στρατού, ιδιαίτερα ενόψει πιθανής απόσπασης αμερικανικών δυνάμεων σε άλλα μέτωπα. Σε αυτές τις συνθήκες, η Γαλλία αναγνώριζε ότι οι εταίροι της θα αποδέχονταν, με ορισμένες προϋποθέσεις, το μέχρι πρότινος αδιανόητο: τον επανεξοπλισμό των Γερμανών. Ο Ψυχρός Πόλεμος επισκίαζε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το «Σχέδιο Πλεβέν» κέρδισε την υποστήριξη των Αμερικανών, των Βρετανών και των Γερμανών. Ο Γερμανός καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ αποδέχθηκε τους γαλλικούς όρους, πεπεισμένος ότι ο επανεξοπλισμός διευκόλυνε την ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας. Επέμεινε, παρά τη σφοδρή αντίδραση αντιπολίτευσης, συμπολίτευσης και ενός δυναμικού αντιπολεμικού λαϊκού κινήματος που αυτοπροσδιορίστηκε από το σύνθημα «Χωρίς εμένα» («Ohne mich»).
Ωστόσο, η Συνθήκη για την ΕΑΚ ναυάγησε στην ίδια τη Γαλλία το 1954. Βασική αιτία ήταν η αίσθηση αδυναμίας που καλλιέργησαν στο Παρίσι αφενός ο πυρηνικός σχεδιασμός των ΗΠΑ, αφετέρου η αποαποικιοποίηση. Παράλληλα με τη διαδικασία κύρωσης της ΕΑΚ (1952-54), ωρίμασε στη Γαλλία η ιδέα της ανάπτυξης εθνικής πυρηνικής δύναμης. Στόχος ήταν να εξισορροπηθεί η μείωση της αμερικανικής πυρηνικής αξιοπιστίας αφότου η Ουάσιγκτον υιοθέτησε, στον απόηχο του Πολέμου της Κορέας, το δόγμα των «μαζικών αντιποίνων» (1954). Ηταν άδηλο αν οι ΗΠΑ υπολόγιζαν την Ευρώπη στα εδάφη «ζωτικού συμφέροντος», τα οποία ήταν διατεθειμένες να προστατεύσουν με μαζική χρήση πυρηνικών όπλων. Οι πρωτοβουλίες για την ύφεση μετά τον θάνατο του Στάλιν (Μάρτιος 1953) γεννούσαν επιπλέον αμφιβολίες για το εάν η Ουάσιγκτον θα θυσίαζε την αμερικανοσοβιετική ισορροπία χάριν της δυτικοευρωπαϊκής άμυνας. Η Γαλλία επηρεάστηκε, επίσης, από τη συντριπτική ήττα της στην Ινδοκίνα (Μάιος 1954). Μοναδικό αξιόπιστο αντίβαρο στην απώλεια αποικιακής ισχύος θεωρήθηκε τότε η απόκτηση ατομικών όπλων. Με πληγωμένο εθνικό κύρος, η γαλλική Εθνοσυνέλευση καταψήφισε τελικά τη Συνθήκη για την ΕΑΚ τον Αύγουστο του 1954.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στο ΝΑΤΟ
Η απόρριψη της ΕΑΚ -«μια μαύρη μέρα για την Ευρώπη» κατά τον Αντενάουερ- ανάγκασε τη Γαλλία να αποδεχθεί την ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ στις 24 Οκτωβρίου 1954 (σε ισχύ από 6 Μαΐου 1955). Βάσει κοινής αμερικανοβρετανικής πρωτοβουλίας, το Σύμφωνο των Βρυξελλών του 1948 (Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) διευρύνθηκε σε Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση (ΔΕΕ) με την προσχώρηση της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Για να καθησυχάσει τους Γάλλους έναντι του γερμανικού στρατού, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ενέκρινε την πρόσδεση της ΔΕΕ στη ρήτρα συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ. Για τον ίδιο σκοπό διατηρήθηκαν ισχυρά αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα στη Δυτική Ευρώπη.
Μία νέα σύμβαση τερμάτισε το καθεστώς κατοχής εκχωρώντας σημαντικό μερίδιο εθνικής κυριαρχίας στη Βόννη. Σε αντάλλαγμα, η γερμανική πλευρά παραιτήθηκε επισήμως από την παραγωγή ατομικών, βιολογικών και χημικών όπλων και δεσμεύθηκε να επιδιώξει την επανένωση της Γερμανίας μόνο με ειρηνικά μέσα. Παράπλευρη ωφέλεια για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αποτέλεσε η ενσωμάτωση της περιοχής του Σάαρ από την 1η Ιανουαρίου 1957.
Ο γερμανικός στρατός συγκροτήθηκε βραδύτερα και σε μικρότερη έκταση από το προβλεπόμενο των 12 μεραρχιών με 560.000 άνδρες. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μεταβολές της πυρηνικής στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Κατ’ αρχάς, το δόγμα των μαζικών αντιποίνων περιχαράκωσε την αξία των συμβατικών δυνάμεων σε αμυντικούς κυρίως στόχους, ενώ παρέμεινε χαμηλή η γερμανική επιρροή στο κύριο επιθετικό μέσο, τα πυρηνικά. Λόγω της ρήξης Γαλλίας - ΗΠΑ στη συνέχεια (1958-1967), το στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, άρα και οι επιμέρους εθνικές στρατιωτικές υποχρεώσεις των μελών του, παρέμειναν επί μακρόν σε εκκρεμότητα. Η αξία των συμβατικών δυνάμεων αναβαθμίστηκε όταν η αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας (1966) επέτρεψε την υιοθέτηση του δόγματος της ευέλικτης ή κλιμακωτής ανταπόδοσης (flexible response), το 1967.
Στο μεταξύ όμως, είχε εμπεδωθεί η γαλλογερμανική συνεννόηση, κυρίως λόγω της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ για μια πολυμερή γαλλοκεντρική ευρωπαϊκή άμυνα εκτός ΝΑΤΟ, που οδήγησε στη γαλλογερμανική Συνθήκη των Ηλυσίων, στις 22 Ιανουαρίου 1963. Οχι τυχαία, η Συνθήκη συνομολογήθηκε οκτώ ημέρες μετά την απόρριψη της βρετανικής αίτησης για ένταξη στην ΕΟΚ και ένα μήνα ακριβώς μετά τη Συμφωνία του Νασσάου για την ανάπτυξη κοινού αμερικανοβρετανικού πυρηνικού προγράμματος. Τη γαλλογερμανική συναίνεση ενθάρρυναν εκατέρωθεν δυσαρέσκειες έναντι των ΗΠΑ. Τον μεν Ντε Γκωλ είχε αποξενώσει η απροθυμία της Ουάσιγκτον να διαβουλευθεί με τους νατοϊκούς εταίρους της κατά την κρίση της Κούβας (Οκτώβριος 1962), τον δε Αντενάουερ η συγκαταβατική αμερικανική αντίδραση στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου (Αύγουστος 1961).
Γαλλογερμανική συνεργασία και Ευρωπαϊκές Κοινότητες
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ακολούθησε τη Γαλλία στη ρήξη με τις ΗΠΑ. Η σταθερή συμμετοχή στο ΝΑΤΟ αποτελούσε προϋπόθεση υλοποίησης των εθνικών γερμανικών στόχων. Βόννη και Παρίσι ταυτίζονταν, όμως, στην εκτίμηση ότι, σε περίπτωση «εγκατάλειψης» από τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι όφειλαν να διαθέτουν επαρκή αυτόνομη αμυντική ικανότητα.
Το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που δέσποσε στην ευρωπαϊκή πολιτική της δεκαετίας του 1950, αναβάθμισε τη γαλλο-γερμανική συνεργασία. Παρότι τελικά έτυχε «ατλαντικής» λύσης, καθόρισε έμμεσα τη σύσταση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως σχηματισμού με κεντροευρωπαϊκή νοοτροπία. Ζωτικής σημασίας ήταν ο αποκλεισμός της Βρετανίας στην κρίσιμη περίοδο διαμόρφωσης, αρχικά αυτοβούλως, αργότερα από τον Ντε Γκωλ – με τη μομφή περί «Δούρειου Ιππου» των ΗΠΑ. Συνεργαζόμενοι με τη Γαλλία, χωρίς φόβο για την αιρετική της στάση, οι Γερμανοί κέρδισαν την απαραίτητη εμπιστοσύνη για να συνομιλούν μαζί της επί ίσοις όροις σε ευρωπαϊκά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, παραχωρώντας εθνική κυριαρχία στη γείτονά της, η Γαλλία διεκδίκησε με επιτυχία τον ρόλο «πρώτου μεταξύ ίσων» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ρόλο που η Βρετανία δεν επέτυχε να διαδραματίσει και η Γερμανία δεν δικαιούνταν να διεκδικήσει.
* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Στρατιωτικοποίηση του Ψυχρού Πολέμου



Την περίοδο 1950–54 η αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ εξελίχθηκε σε κούρσα εξοπλισμών και ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεωνΤου Διονυση Xουρχουλη*
Η σύγχρονη ιστοριογραφία συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι το έτος 1950 αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία και εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου. Μέχρι τον Ιούνιο του 1950, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να ανασχέσουν την ΕΣΣΔ και την εξάπλωση του κομμουνισμού χρησιμοποιώντας μάλλον περιορισμένα μέσα: λόγου χάρη, με χορήγηση οικονομικής και –σε μικρότερη κλίμακα– στρατιωτικής βοήθειας και με αποστολή τεχνικών, διοικητικών και στρατιωτικών συμβούλων σε σύμμαχα κράτη. Αυτού του είδους η πολιτική της «ανάσχεσης» προϋπέθετε ότι ο «διεθνής κομμουνισμός» θα επιδίωκε να εξαπλωθεί ειρηνικά, και όχι μέσω ανοικτής ένοπλης επίθεσης εναντίον ανεξάρτητων κρατών.
Καταλύτης η επίθεση της Βορείου Κορέας
Η στρατιωτικοποίηση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον ανατολικό και τον δυτικό συνασπισμό δεν προκλήθηκε ξαφνικά ως απόρροια της έκρηξης του Πολέμου της Κορέας στις 25 Ιουνίου 1950. Η Σοβιετική Ενωση ουσιαστικά δεν είχε διακόψει την πολεμική κινητοποίηση της οικονομίας και βιομηχανίας της μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945, καθώς ο Στάλιν είχε θέσει ως απόλυτη προτεραιότητα την κατασκευή της ατομικής βόμβας και την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και ενός ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας. Παράλληλα, ο Κόκκινος Στρατός συνέχισε να εκσυγχρονίζεται. Από την άλλη, μέχρι και το 1949 η αμυντική αποτροπή του δυτικού κόσμου βασιζόταν στις ισχυρότατες αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και κυρίως στη στρατηγική αεροπορία τους και το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας. Ηδη όμως, αφενός η επιτυχής δοκιμή της ατομικής βόμβας από την ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1949, και αφετέρου η επικράτηση των κομμουνιστών του Μάο στον κινεζικό εμφύλιο τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, προκάλεσαν συζητήσεις για την αναθεώρηση της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Μια ad hoc επιτροπή αποτελούμενη από αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών και του Πενταγώνου συνέταξε ένα προσχέδιο εγγράφου, το NSC-68. Οι συντάκτες του πρόκριναν μία περισσότερο ισορροπημένη κατανομή δυνάμεων. Ανάμεσα σε άλλα πρότειναν τον τριπλασιασμό των αμερικανικών αμυντικών δαπανών, ώστε να ενισχυθούν πρωτίστως οι χερσαίες δυνάμεις των ΗΠΑ (ώς τα μέσα του 1950 αριθμούσαν μόλις 630.000 άντρες). Οι ΗΠΑ είχαν μεν τη δυνατότητα να αποτρέψουν έναν γενικό πόλεμο χάρη στη στρατηγική αεροπορία και την πυρηνική υπεροπλία τους, ωστόσο οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους δεν διέθεταν επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν κινήσεις των Σοβιετικών ή των δορυφόρων τους σε τοπικό επίπεδο.
Αρχικά η προεδρία Τρούμαν εμφανίστηκε διστακτική να εγκρίνει σημαντική αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού. Ωστόσο, η αιφνιδιαστική και απρόκλητη επίθεση της Βορείου Κορέας εναντίον της Νότιας Κορέας στις 25 Ιουνίου 1950 λειτούργησε ως καταλύτης στην κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου και στη στρατιωτικοποίησή του. Οι Αμερικανοί ιθύνοντες θεώρησαν ότι το καθεστώς του Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Ιλ Σουνγκ ενήργησε ακολουθώντας διαταγές του Στάλιν και ότι ο «διεθνής κομμουνισμός» είχε πλέον υιοθετήσει την πολιτική της απροκάλυπτης βίας, της ένοπλης εισβολής και της κατάκτησης ανεξάρτητων εθνών. Οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές κυβερνήσεις συμπέραναν ότι η σοβιετική απειλή είχε γίνει πρωτίστως στρατιωτική ως προς τη φύση της, πολύ περισσότερο επιθετική σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, και παγκόσμιας κλίμακας. Βάσει αυτής της ανάλυσης, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους όφειλαν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική τους ισχύ και να ενισχύσουν το παραγωγικό δυναμικό της αμυντικής βιομηχανίας τους, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε μελλοντική επιβουλή. Αλλωστε, το NSC-68 είχε προπαρασκευάσει την οδό και παράσχει το πλαίσιο για σημαντικής έκτασης επανεξοπλισμό. Πράγματι, οι ΗΠΑ τριπλασίασαν τον αμυντικό τους προϋπολογισμό, εγκατέστησαν ακόμη περισσότερες βάσεις ανά την υφήλιο και διατήρησαν στρατεύματα και αεροναυτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και την Ιαπωνία σε μόνιμη βάση. Παράλληλα, η τρίχρονη εμπλοκή σε κορεατικό έδαφος αεροναυτικών και κυρίως χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ και των συμμάχων τους από τη μια μεριά, και της κομμουνιστικής Κίνας από την άλλη, συνέβαλε στην κλιμάκωση της έντασης στον Ψυχρό Πόλεμο και της αντιπαλότητας Ανατολής-Δύσης.
Η στρατιωτικοποίηση του Ψυχρού Πολέμου επηρέασε και την εξέλιξη του ΝΑΤΟ. Το 1949-1950 η ανάπτυξη του ΝΑΤΟ υπήρξε αργή και η συμμαχία ιδιαίτερα αδύναμη στρατιωτικά. Αλλωστε, η στρατιωτική αντιμετώπιση ενδεχόμενης σοβιετικής εισβολής στη Δυτική Ευρώπη δεν είχε αποτελέσει πρωταρχικό μέλημα των ιδρυτών του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, μετά τα μέσα του 1950 οι ΗΠΑ κατέβαλαν σημαντική προσπάθεια να ενισχύσουν έμπρακτα την άμυνα της Δυτικής Ευρώπης. Το φθινόπωρο αποφασίστηκε η αποστολή σημαντικού αριθμού αμερικανικών στρατευμάτων στη Δυτική Γερμανία, ενώ η συμμαχία άρχισε να αποκτά τη στρατιωτική της δομή και διοικητική διάρθρωση με τον ορισμό του στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ως πρώτο Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης. Επίσης, το φθινόπωρο του 1951 αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΗ κατασκευή και δοκιμή της ατομικής βόμβας από τους Σοβιετικούς θορύβησε τους Αμερικανούς. Μία από τις πρώτες αντιδράσεις της προεδρίας Τρούμαν υπήρξε η εντολή προς την αμερικανική επιστημονική κοινότητα να προχωρήσει τάχιστα στην κατασκευή τής, κατά πολύ ισχυρότερης από την ατομική βόμβα, βόμβας υδρογόνου. Η κατασκευή υδρογονοβόμβας αποτέλεσε ύψιστη προτεραιότητα και της ΕΣΣΔ και οι δύο υπερδυνάμεις την απέκτησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Κατά τις πυρηνικές δοκιμές του 1953-54 καταδείχθηκε η καταστρεπτικότητα του νέου όπλου, καθώς δοκιμάστηκαν υδρογονοβόμβες με ισχύ έως και χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που είχε πλήξει τη Χιροσίμα τον Αύγουστο του 1945. Συνεπώς, η βόμβα υδρογόνου (ή αλλιώς, θερμοπυρηνικό όπλο) αποδείχθηκε ένα υπερόπλο ειδικής κατηγορίας, και όχι απλώς μια εξελιγμένη ατομική βόμβα. Πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, πυρηνικοί και άλλοι επιστήμονες και η παγκόσμια κοινή γνώμη συγκλονίστηκαν από την καταστρεπτική ισχύ της υδρογονοβόμβας. Περί το 1954-55 οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της ΕΣΣΔ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος που θα διεξήγετο με τέτοια όπλα θα επέφερε απόλυτη καταστροφή σε όλους τους εμπόλεμους, αν όχι σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.
Ωστόσο, η κατασκευή πυρηνικών όπλων όχι μόνο συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς, αλλά εξελίχθηκε ταχύτατα η τεχνολογία μεταφοράς των πυρηνικών κεφαλών, με την εφεύρεση τακτικών πυρηνικών όπλων και πυραύλων εκτοξευόμενων από τη στεριά και από υποβρύχια. Παράλληλα, μέχρι την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το φθινόπωρο του 1962, οι κρίσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων έγιναν συχνότερες. Η πυρηνική αποτροπή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της άμυνας τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας, ενώ και άλλα κράτη έβαλαν στόχο να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις. Εν τέλει, ήταν κοινή αντίληψη ότι η ασφάλεια κάθε υπερδύναμης απαιτούσε την επίδειξη της μέγιστης αποφασιστικότητας να προχωρήσει στη χρήση πυρηνικών όπλων.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι αμφότερες οι υπερδυνάμεις προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950: οι Αμερικανοί κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας απείλησαν με χρήση πυρηνικών το βορειοκορεατικό καθεστώς και την Κίνα του Μάο, ενώ προειδοποίησαν ξανά την Κίνα κατά τη διάρκεια των κρίσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν για την κυριαρχία στα νησιά Κεμόυ και Ματσού το 1954-55 και το 1958· οι Σοβιετικοί απείλησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το φθινόπωρο του 1956. Ωστόσο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα χρησιμοποίησαν την απειλή των πυρηνικών όπλων εναντίον πολύ πιο αδύναμων αντιπάλων, και όχι η μία εναντίον της άλλης. Το ίδιο ίσχυσε και κατά τη διάρκεια ευθείας αντιπαράθεσης των δύο υπερδυνάμεων, κατά τη διάρκεια των κρίσεων για το ζήτημα του Βερολίνου το 1958 και 1961 και κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962. Η δαμόκλειος σπάθη του πυρηνικού πολέμου πλανάτο βέβαια στην ατμόσφαιρα, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΣΣΔ προχώρησαν σε ευθεία απειλή η μία εναντίον της άλλης για εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι η γιγάντωση των πυρηνικών οπλοστασίων των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε σε μαρασμό τις χερσαίες τους δυνάμεις. Ο Αμερικανικός Στρατός αριθμούσε 1.500.000 άντρες το 1955. Ο Κόκκινος Στρατός, που ούτως ή άλλως απολάμβανε σημαντική αριθμητική υπεροχή, υπέστη ελαφρά μόνο μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Βόμβα υδρογόνου και ισορροπία τρόμου
Η κατασκευή και δοκιμή της ατομικής βόμβας από τους Σοβιετικούς θορύβησε τους Αμερικανούς. Μία από τις πρώτες αντιδράσεις της προεδρίας Τρούμαν υπήρξε η εντολή προς την αμερικανική επιστημονική κοινότητα να προχωρήσει τάχιστα στην κατασκευή τής, κατά πολύ ισχυρότερης από την ατομική βόμβα, βόμβας υδρογόνου. Η κατασκευή υδρογονοβόμβας αποτέλεσε ύψιστη προτεραιότητα και της ΕΣΣΔ και οι δύο υπερδυνάμεις την απέκτησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Κατά τις πυρηνικές δοκιμές του 1953-54 καταδείχθηκε η καταστρεπτικότητα του νέου όπλου, καθώς δοκιμάστηκαν υδρογονοβόμβες με ισχύ έως και χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που είχε πλήξει τη Χιροσίμα τον Αύγουστο του 1945. Συνεπώς, η βόμβα υδρογόνου (ή αλλιώς, θερμοπυρηνικό όπλο) αποδείχθηκε ένα υπερόπλο ειδικής κατηγορίας, και όχι απλώς μια εξελιγμένη ατομική βόμβα. Πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, πυρηνικοί και άλλοι επιστήμονες και η παγκόσμια κοινή γνώμη συγκλονίστηκαν από την καταστρεπτική ισχύ της υδρογονοβόμβας. Περί το 1954-55 οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της ΕΣΣΔ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος που θα διεξήγετο με τέτοια όπλα θα επέφερε απόλυτη καταστροφή σε όλους τους εμπόλεμους, αν όχι σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.
Ωστόσο, η κατασκευή πυρηνικών όπλων όχι μόνο συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς, αλλά εξελίχθηκε ταχύτατα η τεχνολογία μεταφοράς των πυρηνικών κεφαλών, με την εφεύρεση τακτικών πυρηνικών όπλων και πυραύλων εκτοξευόμενων από τη στεριά και από υποβρύχια. Παράλληλα, μέχρι την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το φθινόπωρο του 1962, οι κρίσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων έγιναν συχνότερες. Η πυρηνική αποτροπή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της άμυνας τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας, ενώ και άλλα κράτη έβαλαν στόχο να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις. Εν τέλει, ήταν κοινή αντίληψη ότι η ασφάλεια κάθε υπερδύναμης απαιτούσε την επίδειξη της μέγιστης αποφασιστικότητας να προχωρήσει στη χρήση πυρηνικών όπλων.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι αμφότερες οι υπερδυνάμεις προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950: οι Αμερικανοί κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας απείλησαν με χρήση πυρηνικών το βορειοκορεατικό καθεστώς και την Κίνα του Μάο, ενώ προειδοποίησαν ξανά την Κίνα κατά τη διάρκεια των κρίσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν για την κυριαρχία στα νησιά Κεμόυ και Ματσού το 1954-55 και το 1958· οι Σοβιετικοί απείλησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το φθινόπωρο του 1956. Ωστόσο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα χρησιμοποίησαν την απειλή των πυρηνικών όπλων εναντίον πολύ πιο αδύναμων αντιπάλων, και όχι η μία εναντίον της άλλης. Το ίδιο ίσχυσε και κατά τη διάρκεια ευθείας αντιπαράθεσης των δύο υπερδυνάμεων, κατά τη διάρκεια των κρίσεων για το ζήτημα του Βερολίνου το 1958 και 1961 και κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962. Η δαμόκλειος σπάθη του πυρηνικού πολέμου πλανάτο βέβαια στην ατμόσφαιρα, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΣΣΔ προχώρησαν σε ευθεία απειλή η μία εναντίον της άλλης για εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι η γιγάντωση των πυρηνικών οπλοστασίων των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε σε μαρασμό τις χερσαίες τους δυνάμεις. Ο Αμερικανικός Στρατός αριθμούσε 1.500.000 άντρες το 1955. Ο Κόκκινος Στρατός, που ούτως ή άλλως απολάμβανε σημαντική αριθμητική υπεροχή, υπέστη ελαφρά μόνο μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
* Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Queen Mary University of London.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

The Real Cuban Missile Crisis



Customers in the electronics section of a department store watch as JFK addresses the nation, October 22, 1962. (Ralph Crane/Time-Life Pictures/Getty)

On october 16, 1962, John F. Kennedy and his advisers were stunned to learn that the Soviet Union was, without provocation, installing nuclear-armed medium- and intermediate-range ballistic missiles in Cuba. With these offensive weapons, which represented a new and existential threat to America, Moscow significantly raised the ante in the nuclear rivalry between the superpowers—a gambit that forced the United States and the Soviet Union to the brink of nuclear Armageddon. On October 22, the president, with no other recourse, proclaimed in a televised address that his administration knew of the illegal missiles, and delivered an ultimatum insisting on their removal, announcing an American “quarantine” of Cuba to force compliance with his demands. While carefully avoiding provocative action and coolly calibrating each Soviet countermeasure, Kennedy and his lieutenants brooked no compromise; they held firm, despite Moscow’s efforts to link a resolution to extrinsic issues and despite predictable Soviet blustering about American aggression and violation of international law. In the tense 13‑day crisis, the Americans and Soviets went eyeball-to-eyeball. Thanks to the Kennedy administration’s placid resolve and prudent crisis management—thanks to what Kennedy’s special assistant Arthur Schlesinger Jr. characterized as the president’s “combination of toughness and restraint, of will, nerve, and wisdom, so brilliantly controlled, so matchlessly calibrated, that [it] dazzled the world”—the Soviet leadership blinked: Moscow dismantled the missiles, and a cataclysm was averted.

Read more http://www.theatlantic.com/magazine/archive/2013/01/the-real-cuban-missile-crisis/309190/?single_page=true
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Βρέθηκε φωτογραφία του ατομικού μανιταριού της Χιροσίμα τραβηγμένη από το έδαφος


Μία φωτογραφία του ατομικού μανιταριού που αφάνισε τη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945 ανακαλύφθηκε στο βάθος μίας σχολικής βιβλιοθήκης της πόλης, ανακοίνωσε σήμερα συντηρήτρια του Μουσείου για την Ειρήνη της ιαπωνικής πόλης.
Θεωρείται ότι αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία ελήφθη από το έδαφος 30 λεπτά μετά την έκρηξη και από απόσταση δέκα χιλιομέτρων από το επίκεντρο. Το θανατηφόρο σύννεφο φαίνεται ότι υψώνεται από δύο σημεία.
"Η ύπαρξη αυτής της φωτογραφίας αναφερόταν στα εγχειρίδια της ιστορίας, αλλά είναι η πρώτη φορά που βρίσκουμε ένα αντίτυπο», εξήγησε η συντηρήτρια.
Η φωτογραφία βρέθηκε ανάμεσα σε σωρό άρθρων και εγγράφων σχετικών με την έκρηξη στη βιβλιοθήκη δημοτικού σχολείου της Χιροσίμα.
Οι γνωστότερες φωτογραφίες της έκρηξης και του ατομικού μανιταριού έχουν ληφθεί από την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ.
Η βόμβα «Little Boy», η οποία ρίχθηκε από το αμειρκανικό βομβαρδιστικό B-29 Enola Gay, προκάλεσε τον θάνατο 140.000 ανθρώπων. Η δεύτερη ατομική βόμβα που έπληξε τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου, το Ναγκασάκι, προκάλεσε τον θάνατο 70.000 ανθρώπων.
Πηγή: ΑΜΠΕ
Διαβάστε περισσότερα...