Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας

Πώς καταρρίφθηκε το αξίωμα των νικητών για αφοπλισμό, δέκα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Της Κωνσταντινας Ε. Μποτσιου*

Δέκα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα δύο κράτη που είχαν προκύψει από τη διαίρεση της Γερμανίας επανεξοπλίστηκαν. Η μεν (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μέσω της ένταξής της στο ΝΑΤΟ (1955), η δε (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία με τη συμμετοχή της στο νεότευκτο Σύμφωνο της Βαρσοβίας (1956). Καταρρίφθηκε τότε ένα θεμελιώδες αξίωμα των νικητών του πολέμου. Ο αφοπλισμός προσδιορίστηκε στη Διάσκεψη του Πότσνταμ (Ιούλιος-Αύγουστος 1945) ως προϋπόθεση για την αναμόρφωση της Γερμανίας, το πρώτο από τα περίφημα τέσσερα «Ds»: αφοπλισμός (Disarmament), αποναζιστοποίηση (Denazification), εκδημοκρατισμός (Democratisation), αποκέντρωση (Decentralization). Αποφασίστηκε μάλιστα η καταστροφή όχι μόνον του στρατιωτικού υλικού, αλλά και των υποστηρικτικών βιομηχανικών υποδομών, πλην ελαχίστων που θα εξασφάλιζαν απλώς ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Η συμμαχική πολιτική ανατράπηκε άρδην από τη μεταπολεμική πραγματικότητα. Σε συνθήκες ριζικής αποβιομηχάνισης, η Γερμανία αδυνατούσε να σιτίσει τον πληθυσμό της, που περιελάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια πρόσφυγες από εδάφη δοσμένα πλέον στην Πολωνία και την ΕΣΣΔ. Η παράλυση της Γερμανίας εμπόδιζε την ανασυγκρότηση και της υπόλοιπης Ευρώπης εξαιτίας της κομβικής της θέσης στον ηπειρωτικό πλουτοπαραγωγικό και βιομηχανικό ιστό. Την πρώτη αναθεώρηση πολιτικής αποτέλεσε τον Σεπτέμβριο του 1946 η επίσημη αποκήρυξη του σχεδίου Μοργκεντάου περί εξαγροτισμού της Γερμανίας από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς (ομιλία της Στουτγάρδης). Την επόμενη τομή προκάλεσε η συμπερίληψη της Γερμανίας στο σχέδιο Μάρσαλ (1947-48). Ο σοβιετικός αποκλεισμός του Βερολίνου (1948-49) και η συνακόλουθη ίδρυση των δύο γερμανικών κρατών (1949) άνοιξαν τον δρόμο για την οικονομική ενδυνάμωση του «δυτικού» κράτους – οι Σοβιετικοί ακολούθησαν πιο αδιάλλακτη πολιτική κατοχής και αποζημιώσεων στην ανατολική ζώνη. Η γερμανική αποβιομηχάνιση τερματίστηκε το 1951, όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) επέβαλε ευρωπαϊκό υπερεθνικό έλεγχο στις βιομηχανικές –και στρατιωτικές– πρώτες ύλες των «Εξι».
Ο Ψυχρός Πόλεμος και το «Σχέδιο Πλεβέν»
Το «πράσινο φως» για την αποκατάσταση της βιομηχανικής παραγωγής δόθηκε εν μέσω της διαπραγμάτευσης για τη συγκρότηση ευρωπαϊκού στρατού με γερμανική συμμετοχή. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ) προτάθηκε από τη Γαλλία διά στόματος του πρωθυπουργού Ρενέ Πλεβέν στις 24 Οκτωβρίου 1950, λίγους μήνες μετά την πρόταση του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν για τη συγκρότηση της ΕΚΑΧ (9 Μαΐου 1950). Η Συνθήκη που υπεγράφη από τα έξι μέλη της ΕΚΑΧ (Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) στις 27 Μαΐου 1952 περιόριζε εμφανώς τη γερμανική πλευρά: αποκλεισμό από τις ανώτερες στρατιωτικές βαθμίδες, στέρηση Γενικού Επιτελείου, στρατιωτική ολοκλήρωση μόνο σε επίπεδο Συντάγματος, δυνατότητα σύνδεσης αλλά όχι ένταξης στο ΝΑΤΟ.
Οι γαλλικές πρωτοβουλίες για την ΕΚΑΧ και την ΕΑΚ, που καθόρισαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, απέρρεαν από το μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Η έκρηξη του Πολέμου της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 πυροδότησε, στη λογική της αποτελεσματικότερης ευρωπαϊκής «αυτοάμυνας», τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς χώρες εκτεθειμένες, ικανές να συμβάλουν με στρατεύματα υψηλής αποτρεπτικής και αμυντικής αξίας. Ανοιξε η διαβούλευση για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά μόνον οι δύο πρώτες εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ, το 1952.
Η πρόταση για την ΕΑΚ αποσκοπούσε εν πολλοίς να αποτρέψει τον γερμανικό επανεξοπλισμό μέσα από σχήματα αμερικανικής ή βρετανικής κοπής, όπου η Γαλλία θα ασκούσε μικρή επιρροή. Η Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ήδη εγκρίνει πρόταση του Ουίνστον Τσώρτσιλ για γερμανική συμμετοχή σε έναν ευρωπαϊκό στρατό συνδεδεμένο με το ΝΑΤΟ (12 Αυγούστου 1950). Η αμερικανική πρόταση επανεξοπλισμού μέσω ΝΑΤΟ αναμενόταν να εγκριθεί επί της αρχής από το συμμαχικό Συμβούλιο Υπουργών στις 18 Οκτωβρίου 1950. Σε περίπτωση γαλλικής ένστασης, προβλεπόταν εναλλακτικά η ενσωμάτωση γερμανικών δυνάμεων στα αμερικανικά στρατεύματα που έδρευαν στο γερμανικό έδαφος. Για να προλάβει τις εξελίξεις, στις 15 Οκτωβρίου 1950 ο Ρομπέρ Σουμάν προανήγγειλε στους Αμερικανούς την πρόταση Πλεβέν για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, που επισημοποιήθηκε εννέα μέρες αργότερα.
Οι Γάλλοι κατανόησαν κατ’ αρχήν το αδήριτο του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Ο Πόλεμος της Κορέας επιβεβαίωνε την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου, που σηματοδότησαν ήδη το 1949 η εγκαθίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας στην Κίνα (Οκτώβριος 1949) και η έκρηξη της πρώτης σοβιετικής ατομικής βόμβας (Αύγουστος 1949). Παρότι οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν ήταν άμεσα ευάλωτες στη σοβιετική συμβατική και πυρηνική απειλή -έως την ανάπτυξη σοβιετικών διηπειρωτικών πυραύλων το 1957- επιτεινόταν η αδυναμία της Δυτικής Ευρώπης έναντι του Κόκκινου Στρατού, ιδιαίτερα ενόψει πιθανής απόσπασης αμερικανικών δυνάμεων σε άλλα μέτωπα. Σε αυτές τις συνθήκες, η Γαλλία αναγνώριζε ότι οι εταίροι της θα αποδέχονταν, με ορισμένες προϋποθέσεις, το μέχρι πρότινος αδιανόητο: τον επανεξοπλισμό των Γερμανών. Ο Ψυχρός Πόλεμος επισκίαζε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το «Σχέδιο Πλεβέν» κέρδισε την υποστήριξη των Αμερικανών, των Βρετανών και των Γερμανών. Ο Γερμανός καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ αποδέχθηκε τους γαλλικούς όρους, πεπεισμένος ότι ο επανεξοπλισμός διευκόλυνε την ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας. Επέμεινε, παρά τη σφοδρή αντίδραση αντιπολίτευσης, συμπολίτευσης και ενός δυναμικού αντιπολεμικού λαϊκού κινήματος που αυτοπροσδιορίστηκε από το σύνθημα «Χωρίς εμένα» («Ohne mich»).
Ωστόσο, η Συνθήκη για την ΕΑΚ ναυάγησε στην ίδια τη Γαλλία το 1954. Βασική αιτία ήταν η αίσθηση αδυναμίας που καλλιέργησαν στο Παρίσι αφενός ο πυρηνικός σχεδιασμός των ΗΠΑ, αφετέρου η αποαποικιοποίηση. Παράλληλα με τη διαδικασία κύρωσης της ΕΑΚ (1952-54), ωρίμασε στη Γαλλία η ιδέα της ανάπτυξης εθνικής πυρηνικής δύναμης. Στόχος ήταν να εξισορροπηθεί η μείωση της αμερικανικής πυρηνικής αξιοπιστίας αφότου η Ουάσιγκτον υιοθέτησε, στον απόηχο του Πολέμου της Κορέας, το δόγμα των «μαζικών αντιποίνων» (1954). Ηταν άδηλο αν οι ΗΠΑ υπολόγιζαν την Ευρώπη στα εδάφη «ζωτικού συμφέροντος», τα οποία ήταν διατεθειμένες να προστατεύσουν με μαζική χρήση πυρηνικών όπλων. Οι πρωτοβουλίες για την ύφεση μετά τον θάνατο του Στάλιν (Μάρτιος 1953) γεννούσαν επιπλέον αμφιβολίες για το εάν η Ουάσιγκτον θα θυσίαζε την αμερικανοσοβιετική ισορροπία χάριν της δυτικοευρωπαϊκής άμυνας. Η Γαλλία επηρεάστηκε, επίσης, από τη συντριπτική ήττα της στην Ινδοκίνα (Μάιος 1954). Μοναδικό αξιόπιστο αντίβαρο στην απώλεια αποικιακής ισχύος θεωρήθηκε τότε η απόκτηση ατομικών όπλων. Με πληγωμένο εθνικό κύρος, η γαλλική Εθνοσυνέλευση καταψήφισε τελικά τη Συνθήκη για την ΕΑΚ τον Αύγουστο του 1954.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στο ΝΑΤΟ
Η απόρριψη της ΕΑΚ -«μια μαύρη μέρα για την Ευρώπη» κατά τον Αντενάουερ- ανάγκασε τη Γαλλία να αποδεχθεί την ένταξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ στις 24 Οκτωβρίου 1954 (σε ισχύ από 6 Μαΐου 1955). Βάσει κοινής αμερικανοβρετανικής πρωτοβουλίας, το Σύμφωνο των Βρυξελλών του 1948 (Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) διευρύνθηκε σε Δυτικοευρωπαϊκή Ενωση (ΔΕΕ) με την προσχώρηση της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Για να καθησυχάσει τους Γάλλους έναντι του γερμανικού στρατού, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ενέκρινε την πρόσδεση της ΔΕΕ στη ρήτρα συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ. Για τον ίδιο σκοπό διατηρήθηκαν ισχυρά αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα στη Δυτική Ευρώπη.
Μία νέα σύμβαση τερμάτισε το καθεστώς κατοχής εκχωρώντας σημαντικό μερίδιο εθνικής κυριαρχίας στη Βόννη. Σε αντάλλαγμα, η γερμανική πλευρά παραιτήθηκε επισήμως από την παραγωγή ατομικών, βιολογικών και χημικών όπλων και δεσμεύθηκε να επιδιώξει την επανένωση της Γερμανίας μόνο με ειρηνικά μέσα. Παράπλευρη ωφέλεια για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αποτέλεσε η ενσωμάτωση της περιοχής του Σάαρ από την 1η Ιανουαρίου 1957.
Ο γερμανικός στρατός συγκροτήθηκε βραδύτερα και σε μικρότερη έκταση από το προβλεπόμενο των 12 μεραρχιών με 560.000 άνδρες. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μεταβολές της πυρηνικής στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Κατ’ αρχάς, το δόγμα των μαζικών αντιποίνων περιχαράκωσε την αξία των συμβατικών δυνάμεων σε αμυντικούς κυρίως στόχους, ενώ παρέμεινε χαμηλή η γερμανική επιρροή στο κύριο επιθετικό μέσο, τα πυρηνικά. Λόγω της ρήξης Γαλλίας - ΗΠΑ στη συνέχεια (1958-1967), το στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ, άρα και οι επιμέρους εθνικές στρατιωτικές υποχρεώσεις των μελών του, παρέμειναν επί μακρόν σε εκκρεμότητα. Η αξία των συμβατικών δυνάμεων αναβαθμίστηκε όταν η αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας (1966) επέτρεψε την υιοθέτηση του δόγματος της ευέλικτης ή κλιμακωτής ανταπόδοσης (flexible response), το 1967.
Στο μεταξύ όμως, είχε εμπεδωθεί η γαλλογερμανική συνεννόηση, κυρίως λόγω της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ για μια πολυμερή γαλλοκεντρική ευρωπαϊκή άμυνα εκτός ΝΑΤΟ, που οδήγησε στη γαλλογερμανική Συνθήκη των Ηλυσίων, στις 22 Ιανουαρίου 1963. Οχι τυχαία, η Συνθήκη συνομολογήθηκε οκτώ ημέρες μετά την απόρριψη της βρετανικής αίτησης για ένταξη στην ΕΟΚ και ένα μήνα ακριβώς μετά τη Συμφωνία του Νασσάου για την ανάπτυξη κοινού αμερικανοβρετανικού πυρηνικού προγράμματος. Τη γαλλογερμανική συναίνεση ενθάρρυναν εκατέρωθεν δυσαρέσκειες έναντι των ΗΠΑ. Τον μεν Ντε Γκωλ είχε αποξενώσει η απροθυμία της Ουάσιγκτον να διαβουλευθεί με τους νατοϊκούς εταίρους της κατά την κρίση της Κούβας (Οκτώβριος 1962), τον δε Αντενάουερ η συγκαταβατική αμερικανική αντίδραση στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου (Αύγουστος 1961).
Γαλλογερμανική συνεργασία και Ευρωπαϊκές Κοινότητες
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ακολούθησε τη Γαλλία στη ρήξη με τις ΗΠΑ. Η σταθερή συμμετοχή στο ΝΑΤΟ αποτελούσε προϋπόθεση υλοποίησης των εθνικών γερμανικών στόχων. Βόννη και Παρίσι ταυτίζονταν, όμως, στην εκτίμηση ότι, σε περίπτωση «εγκατάλειψης» από τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι όφειλαν να διαθέτουν επαρκή αυτόνομη αμυντική ικανότητα.
Το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που δέσποσε στην ευρωπαϊκή πολιτική της δεκαετίας του 1950, αναβάθμισε τη γαλλο-γερμανική συνεργασία. Παρότι τελικά έτυχε «ατλαντικής» λύσης, καθόρισε έμμεσα τη σύσταση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως σχηματισμού με κεντροευρωπαϊκή νοοτροπία. Ζωτικής σημασίας ήταν ο αποκλεισμός της Βρετανίας στην κρίσιμη περίοδο διαμόρφωσης, αρχικά αυτοβούλως, αργότερα από τον Ντε Γκωλ – με τη μομφή περί «Δούρειου Ιππου» των ΗΠΑ. Συνεργαζόμενοι με τη Γαλλία, χωρίς φόβο για την αιρετική της στάση, οι Γερμανοί κέρδισαν την απαραίτητη εμπιστοσύνη για να συνομιλούν μαζί της επί ίσοις όροις σε ευρωπαϊκά ζητήματα. Από την άλλη πλευρά, παραχωρώντας εθνική κυριαρχία στη γείτονά της, η Γαλλία διεκδίκησε με επιτυχία τον ρόλο «πρώτου μεταξύ ίσων» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ρόλο που η Βρετανία δεν επέτυχε να διαδραματίσει και η Γερμανία δεν δικαιούνταν να διεκδικήσει.
* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.