Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Αποψη: Η Ελλάδα στην Ευρώπη της πολιτικής παράκρουσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Τ​​α όσα περίεργα, στυφά, αλαζονικά και αλόγιστα εκφράζει η στάση της τρόικας απέναντι στην Ελλάδα, σε μία ακόμη διαπραγμάτευση έπειτα από έξι χρόνια κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εμπεριέχουν επί της ουσίας ένα διπλό πολιτικό μήνυμα: το πρώτο αφορά στην ελληνική πολιτική τάξη, η οποία θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν συμπαγής και το δεύτερο, ότι οι Βρυξέλλες και κυρίως βεβαίως το Βερολίνο, επιμένουν σε μία πολιτική αδιέξοδη, η οποία θα βυθίσει στο σκοτάδι σημαντικά κομμάτια του Νότου και αυτό δεν μπορεί να μην έχει τότε σημαντικές πολιτικές συνέπειες στην Ευρωζώνη. Η διαρκής άνοδος της κ. Λεπέν, για παράδειγμα, είναι πολύ χαρακτηριστική ένδειξη για το τι μπορεί να συμβεί ακόμη και μέσα στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Για την ελληνική πολιτική τάξη νομίζω ότι όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες είναι εξαιρετικά ευανάγνωστα και δεν χρειάζονται πολλές ερμηνείες. Το Βερολίνο (κυρίως), η Φρανκφούρτη και οι Βρυξέλλες μεταδίδουν απόλυτα ότι δεν ενδιαφέρονται για τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, ούτε για το εάν σήμερα είναι η μία ή αύριο η άλλη κυβέρνηση. Το μήνυμα είναι σαφές: ό,τι και να γίνει, με όποιον και να καθίσουμε στο τραπέζι, σήμερα ή αύριο, εμείς θα επιβάλουμε τους όρους μας! Εάν δεν σας αρέσει, σηκώστε εσείς την ιστορική απόφαση, να περάσετε έξω και οι αγορές σας περιμένουν... Το ίδιο αδιέξοδο, όμως, δείχνει και το σκηνικό όσον αφορά στην εξέλιξη της Ευρώπης συνολικά. Η αδυναμία εξόδου από την παρατεταμένη κρίση, έπειτα από τόσα χρόνια, αναδεικνύει την πολιτική ανεπάρκεια των ηγεσιών της. Το αυστηρό δόγμα της Γερμανίας, ειδικότερα, διαψεύδεται οικτρά και οδηγεί και την ίδια πλέον στην ύφεση, την ώρα που οι ΗΠΑ επιλύουν τα δικά τους προβλήματα. Δυστυχώς, ωστόσο, τίποτε δεν φαίνεται να αλλάζει και αυτό αυξάνει αναμφίβολα τους κινδύνους αποσταθεροποίησης στην Ευρωζώνη. Ενα σκηνικό πολιτικής παράκρουσης...
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Israel eyes pipeline to export natural gas to southern Europe

VILNIUS, Sept 10 (Reuters) - Israel's foreign minister said on Wednesday the preferred way to export its recently discovered natural gas reserves to Europe would be via a pipeline to southern Europe.
Israel initially looked to export most of its reserves in the form of liquefied natural gas (LNG) but after potential Australian investor Woodside Petroleum, an LNG specialist, bailed out of a joint development deal with Israel's Delek and U.S. Noble Energy earlier this year, its LNG export outlook diminished.
Another potential export route, via a pipeline to Turkey, has also been dealt a blow because of a deepening political rift over Israel's Gaza offensive.
"What looks ... possible to carry out is a pipeline to our neighbours in the EU, like Cyprus and Greece, and from Greece to all southern Europe, to Italy, maybe other countries," Israeli Foreign Minister Avigdor Lieberman told journalists during a visit to Lithuania, where the government has been considering the potential of future Israeli LNG imports.
The Israeli minister said the planned pipeline was estimated to cost $20-$30 billion.
"It's a huge project, and we are only in the beginning. But (the) first impression is that the right way to export this gas to Europe is through Cyprus and Greece," he added.
Israel has also been negotiating a deal to supply natural gas from its vast Leviathan field to its Arab neighbour Jordan under a 15-year, $15 billion agreement.
The Leviathan field, expected to come online by 2018, is estimated to have enough gas to meet Europe's needs for a year.
Despite Lieberman's preference for a pipeline to southern Europe, LNG is not fully off the table yet.
EU member Cyprus has also found gas offshore and proposed to export its reserves with Israel via a joint LNG export terminal on its shores. Cyprus has so far not discovered enough gas to warrant an LNG export terminal using only its own reserves.
There are also talks to pump Israeli gas to Egypt, from where it could be liquefied and exported as LNG via existing infrastructure. (Reporting by Andrius Sytas; Writing by Nerijus Adomaitis; Editing by Henning Gloystein and David Evans)
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Γκάμπριελ: Η γερμανική οικονομία εξαρτάται από το μέλλον της Ευρώπης

«Πρέπει να σταθεροποιήσουμε την Ευρώπη, διαφορετικά η ανεργία και η ύφεση θα έρθουν και στη χώρα μας», προειδοποίησε ο αρχηγός των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών (SPD) Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και υπεραμύνθηκε των προγραμμάτων στήριξης κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

«Δεν βοηθούμε τις άλλες χώρες μόνο επειδή είμαστε καλοί άνθρωποι, επειδή θέλουμε να καθησυχάσουμε την συνείδησή μας και να είμαστε καλοί. Βοηθούμε και επειδή εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα. Η Γερμανία δημιουργεί θέσεις εργασίας μόνο όταν οι χώρες γύρω μας είναι σε θέση να αγοράζουν τα προϊόντα μας», δήλωσε ο κ. Γκάμπριελ, απευθυνόμενος σήμερα σε μέλη των συνδικάτων ανθρακωρυχείων και χημικών (IGBCE) στο Ανόβερο και τόνισε ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί βάρος για την Γερμανία. «Αντιθέτως, το οικονομικό μας μέλλον εξαρτάται από το μέλλον της Ευρώπης», δήλωσε. Πρόσθεσε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη απορροφάται το μεγαλύτερο μέρος των γερμανικών εξαγωγών.
«Πώς θα ήταν η χώρα μας, η βιομηχανία μας, τα ποσοστά ανεργίας μας, εάν η Ευρώπη, ο βασικός προορισμός των προϊόντων μας, γονάτιζε;», διερωτήθηκε ο Γκάμπριελ, ο οποίος χαρακτήρισε την ανεργία των νέων ως «την μεγαλύτερη ντροπή της Ευρώπης».
Ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, ο οποίος αναμένεται να γίνει αντικαγκελάριος και να αναλάβει κάποιο από τα μεγάλα υπουργεία στον «μεγάλο συνασπισμό» υπό την Άγγελα Μέρκελ, δήλωσε ακόμη ότι το κόμμα του, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της προγραμματικής συμφωνίας, θα ασκήσει πίεση προκειμένου να εισαχθεί αυστηρότερος έλεγχος των τραπεζών και ισχυρότερη συμβολή του χρηματοοικονομικού τομέα στο κόστος της κρίσης της Ευρωζώνης, αναφερόμενος στον φόρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.
Πηγή: AMΠE
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Shanghai Blues, the European Union and John Kerry’s Turkey Visit

Secretary of State John Kerry is visiting Europeand Turkey at a time when EU-Turkish relations are at a stalemate and in desperate need of revival. U.S. efforts will be critical to breaking the stalemate at a time when Turkey out of frustration is actively looking for alternatives including the idea of joining the Shanghai Cooperation Organization (SCO). The U.S. could highlight the strategic value of Turkey to the West especially in economic terms and introduce the idea of including Turkey in an eventual Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP). The current picture is in some contrast to Bill Clinton’s visit to Turkey in 1999, where the U.S. played a critical role in contributing to the political process that announced Turkey as a candidate country for EU membership later that year. Subsequently, the engagement of Turkey by the EU culminated in unimaginable political reforms but also economic growth and transformation in Turkey’s foreign policy. However, soon after actual accession negotiations for membership started in 2005, relations began to turn sour between the two sides. Technically, for Turkish accession to be completed, 33 chapters representing the EU acquis, the corpus of EU laws and policies, have to be negotiated and closed. Croatia, which started accession negotiations at the same time as Turkey, completed them in late 2011 and will become a fully-fledged member of the EU in July this year. In Turkey’s case, so far only 13 chapters have been opened while eight chapters were suspended in December 2006 by the European Council. Another nine chapters are being blocked largely by France and Cyprus but also by Germany and Austria. No new chapters from among the three left have been opened since 2010, leaving Turkey’s EU accession process in a complete state of suspension. The causes behind this state of affairs are numerous, ranging from a deadlock over the failure to unite the island of Cyprus under the Annan Plan in 2004, to outright objections in Austria, France and Germany to the very notion of Turkish membership on the grounds that “Turkey is not in Europe”.
This has provoked a deep sense of cynicism, mistrust and resentment on the Turkish side. In an opinion survey published last month by the Istanbul based Center for Economic and Foreign Policy Studies (EDAM), only 33 per cent of those surveyed thought Turkey should persist with membership in the next five years. It is not surprising that against such a background, an MP from the governing party, who is also a constitutional law professor, chose in protest to declare that the most recent European Commission Progress Report critical of Turkey’s democracy should be thrown in the trash during an October 2012 live TV debate program in full view of the whole country. Similarly, the Minister responsible for relations with the EU argued that since Turkey was now doing so much better economically than the EU, Turkey did not need the EU any more. However, he added, if the economically crippled EU wanted, they could apply to join Turkey as a member. More recently, the Turkish Prime Minister, complaining about the very long years that Turkey has been kept waiting in front of the gates of the EU, exploded and revealed he had asked the Russian president if he could help with Turkey’s admittance to the Shanghai Cooperation Organization and that he was ready to give up on EU membership. This Shanghai Blues state of mind is particularly understandable considering that September 2013 will mark the 50th anniversary of the signing of the Ankara Association Agreement between the then EEC and Turkey, which promised membership to Turkey in due course. As much as these reactions curried favor with the public at large, particularly the remarks of the prime minister, they were also received with considerable concern by many businessmen, columnists and experts in Turkey who questioned the wisdom both economically and politically of distancing Turkey from the EU.
What can the Secretary of State do? During his trip across Europe and Turkey, there are a number of arguments that Kerry could bring up to try to break the stalemate in EU-Turkish relations. The first one is the traditional line that the U.S. has used since the issue of Turkey’s EU membership was taken up by the Clinton administration back in the 1990s: Turkey’s strategic importance. This is an argument that many in Europe have traditionally felt uncomfortable with and have even resented the U.S. for bringing it up. Here Kerry would need to tread his line softly not to turn the Shanghai Blues into a big requiem, as a European diplomat recently noted. However, compared to the past the strategic argument has changed in two important ways that might well make it more palatable to European tastes. Firstly, the balance in world affairs has changed tremendously, and not always to the benefit of those who have advocated a liberal economic and political world order. A Turkey that drifts away from the EU and gets closer to the SCO would surely impact this balance, not to the advantage of the West. Secondly, since the 1990s Turkey has become an important economic player precisely at a time when the EU is caught in a deep recession. In 1999, when Turkey was recognized as an EU candidate, its GDP, at just below 250 billion USD, was the 9th largest among EU member countries after Belgium. By 2012, Turkey’s economy had more than tripled to 783 billion USD, surpassing Belgium, the Netherlands and Sweden to become the 6th largest economy in the EU. Excluding Poland, Turkey’s economy is now almost larger than all the new member countries’ economies combined. Re-engaging Turkey on the path of membership will undoubtedly benefit the Turkish economy but possibly for the first time in EU-Turkish relations, would also benefit the EU itself. There would also be visible benefits to the EU in terms of employment and expanded Turkish FDI, especially in Bulgaria, Greece and Romania, but also in terms of enabling EU companies to reach markets in Turkey’s neighborhood and beyond.
In this particular context, it is of paramount importance that Kerry involves Turkey in the discussions concerning the negotiation of an EU-U.S. free trade area which are likely to be high on his agenda. The U.S. is uniquely positioned to help, although seating Turkey as an additional actor at the negotiating table for TTIP would be unrealistic. The U.S., however, could convince the EU to at least recognize Turkey’s grievances concerning free trade agreements such as TTIP, which the EU signs without consulting Turkey. This is critical because the customs union with the EU requires Turkey to take on all the obligations associated with such agreements, without binding third parties to extend any trade privileges to Turkey. Excluding Turkey from TTIP would not only be a sure way to exacerbate the already poor relations between the EU and Turkey, but would risk further nudging Turkey closer to the SCO with all its negative strategic consequences. On the other hand, if Turkey is allowed to participate in TTIP, its economy will grow, which will in turn increase the amount it imports from the EU as well as the U.S. Furthermore, a Turkish economy that continues to grow would also be an economic engine for its surrounding neighborhood. In addition, the more Turkey’s liberal market grows, the greater the demands for the consolidation of democracy and the rule of law in Turkey would be. Engaging Turkey in TTIP would have a positive impact equal to the opening of all the suspended and blocked chapters. It would also significantly heal the deeply entrenched mistrust Turkey has towards the EU, and for that matter the U.S. as well.
Beyond the revised traditional U.S. strategic argument in support of reviving EU-Turkish relations, Kerry should also point out that the manner in which France and a number of EU member countries are unilaterally blocking the opening of negotiations on a number of chapters is undermining both the letter and spirit of pacta sund servanda, a principle central to western liberal values. At a time when much of the emerging world is increasingly facing a choice between those who advocate state capitalism and sovereign democracy on the one hand and the Western market economy and liberal democracy on the other, the EU’s reluctance to live up its own values and discriminate against Turkey on thinly veiled cultural grounds is likely to backfire on the EU. This is especially important in terms of the EU’s credibility with respect to the post-Arab Spring Middle East’s transformation towards adopting more liberal economic and political values.
Finally, while in Turkey, Kerry must remind the Turkish side of the very complex nature of the challenges which face Turkey and its neighborhood and also add that Turkey must avoid policies that play into the hands of “naysayers” in the EU to Turkish accession. Turkey is much more likely to continue to be an inspiring example for economic and political transformation in its neighborhood if it reengages the EU rather than drifts away from it. Kerry can also point out that sheer numbers and economic logic speak for themselves. The economies of the EU and the U.S. put together are at least three times bigger than the economies of SCO member countries. A more important point for Turkey to see is that a Middle East which has just experienced the Arab Spring in the name of greater freedom, prosperity and rule of law, is not going to be impressed by a Turkey that chooses to associate itself with an organization whose members disregard such values. With these arguments, Kerry may be pleasantly surprised to find that he is not alone in Turkey. The painful events of 2012 in Syria, the difficult and increasingly precarious transformation process in Egypt and Tunisia (not to mention Iraq and Afghanistan), has once more reminded many in Turkey that an EU struggling with a recession may still be able to provide a much more stable economic and political security than any other arrangement. There is also growing recognition that some of the challenges of democratic reform Turkey faces have intensified since the weakening of EU-Turkish relations. In fact, when a survey conducted by EDAM asked experts in Turkey if the country should persist with EU membership, 87 percent of the 202 respondents polled said “yes” it should. This may also explain why early in February, both the Turkish President, while hosting his Serbian counterpart, and the Prime Minister, while visiting the Czech Republic, felt the need to unequivocally state that relations with the SCO cannot been seen as an alternative to EU membership. Indeed, by subtly raising his voice to break the EU-Turkish stalemate, Kerry could help to clear the Shanghai Blues state of mind and revitalize a process from which the EU, the U.S., Turkey and Turkey’s neighborhood would benefit. This of course does not mean that Turkey cannot develop economic ties with SCO members.

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Το Πρόβλημα της Ευρώπης

Ο τέως καγκελάριος της Δ. Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία σχετικά με το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Tράπεζας για τον μέχρι τότε πρόεδρό της, Jean-Claude Trichet. Σύμφωνα με τον τ. καγκελάριο "μια πολύ μεγαλύτερη απειλή για το μέλλον της Ευρώπης από τα υπερβολικά επίπεδα χρέους των επιμέρους χωρών της ζώνης του Ευρώ" είναι η "δραματική αποτυχία" της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας, μια "κραυγαλέα αδυναμία" για φαντασία και θάρρος, η οποία ντροπιάζει τη μνήμη των οραματιστών ιδρυτών της Ένωσης. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ το κομμάτι της ομιλίας του, όπου ο Χέλμουτ Σμιτ συνδέει το εθνικό συμφέρον με την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και υπενθυμίζει την ανάγκη για θαρραλέους ηγέτες και αλληλεγγύη:

"Η επιτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρύβεται, επομένως, στο εθνικό συμφέρον όλων μας, είτε είμαστε Γάλλοι ή Πολωνοί, Σλοβάκοι ή Έλληνες. Και θα διατηρήσουμε σίγουρα όλα εθνικά χαρακτηριστικά μας, τη γλώσσα μας και τα ξεχωριστά κράτη μας. Παρ 'όλα αυτά, πρέπει να συνεργαστούμε πολύ καλύτερα από ό, τι κάνουμε σήμερα. Και εκείνοι που είναι προσωρινά ισχυρότεροι πρέπει βεβαίως να βοηθήσουν εκείνους που είναι πιο αδύναμοι.

Από το Σχέδιο Schumann το 1950, ο πληθυσμός της Ευρώπης έχει σημειώσει πρόοδο που ήταν αδιανόητη εκείνη την εποχή. Σχεδόν όλη η Ευρώπη απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ειρήνη. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί ότι αυτό θα ήταν δυνατό;

Μας βοήθησαν σε αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μας βοήθησαν οι διορατικοί Ευρωπαίοι. Ανέφερα μερικούς από αυτούς νωρίτερα, και θα ήθελα επίσης να αναφέρω τον Winston Churchill, καθώς και τον Λεχ Βαλέσα και τον Vaclav Havel. Λάθη έγιναν, βέβαια, και υπήρξαν επίσης οπισθοδρομήσεις. Σήμερα βρισκόμαστε και πάλι σε μια πολύ δύσκολη φάση."

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την ομιλία στην ελληνική ιστοσελίδα του Foreign Affairs.
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Όνειδος για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια


Der Spiegel

Έντονα απασχολoύν τους Ευρωπαίους οι συνθήκες της εξαφάνισης του «πλοίου φάντασμα» Arctic Sea, που χάθηκε αιφνιδίως ενώ έπλεε σε Ευρωπαϊκά νερά ενωρίτερα αυτό τον μήνα. Το εμπορικό πλοίο εντοπίστηκε τελικά από το Ρωσικό ναυτικό στα ανοικτά του Πράσινου Ακρωτηρίου, στην Αφρική.

Την Τρίτη, ο Υπουργός Άμυνας της Μόσχας, επιβεβαίωσε την σύλληψη οκτώ ανδρών οι οποίοι κατηγορούνται για απαγωγή του 4.000 τόνων εμπορικού σκάφους, το οποίο είχε χαθεί από τις αρχές Αυγούστου. Η ομάδα, η οποία περιλαμβάνει Ρώσους, Εσθονούς και Λεττονούς, προφανώς απήγαγε το Arctic Sea, έθεσε εκτός λειτουργίας τα συστήματα εντοπισμού του και τον ανάγκασε να ακολουθήσει διαφορετική πορεία.

Όπως δήλωσε ο Ανατόλι Σερντιούκοφ, οι οκτώ συλληφθέντες, με το πρόσχημα ότι η βάρκα τους είχε παρουσιάσει βλάβη, επιβιβάστηκαν στο Arctic Sea, και με την χρήση όπλων, απαίτησαν από το πλήρωμα να ακολουθήσει χωρίς όρους τις οδηγίες τους. Ο Ρώσος Υπουργός Άμυνας πρόσθεσε ότι στη συνέχεια, το Arctic Sea αναγκάστηκε να ακολουθήσει πορεία προς την Αφρική, η οποία δόθηκε στον καπετάνιο από τους απαγωγείς.

Σύμφωνα ωστόσο με τις νεότερες εξελίξεις, το Arctic Sea δεν τελούσε υπό κατάληψη και μάλιστα με την χρήση όπλων, αφού όταν διενεργήθηκε η επιχείρηση ανακατάληψης του από το Ρωσικό ναυτικό, δεν ρίφθηκε ούτε μία σφαίρα.

Σε καλή κατάσταση οι ναύτες

Την Δευτέρα, η Ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε μάλιστα ότι το πλήρωμα του Arctic Sea έχαιρε άκρας υγείας, και είχε μεταφερθεί στην Ρωσική φρεγάτα Ladny. Σύμφωνα δε με πρακτορεία ειδήσεων στη Μόσχα, Ρώσοι ανακριτές δήλωσαν ότι οι απαγωγείς απήγαγαν το Arctic Sea με την χρήση ταχύπλοου σκάφους στις 24 Ιουλίου. Το συμβάν, πρόσθεσαν συνέβη στις 11 το βράδυ στα Σουηδικά χωρικά ύδατα, και ως αποτέλεσμα το σκάφος εξαναγκάστηκε να ακολουθήσει διαφορετική πορεία.

Οι πληροφορίες για την απαγωγή του Arctic Sea εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι αντιφατικές. Την περασμένη εβδομάδα τα μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι το σκάφος είχε καταληφθεί στις 24 Ιουλίου από οκτώ άνδρες οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι θα διενεργούσαν έρευνες για ναρκωτικά. Οι ύποπτοι πειρατές έθεσαν επίσης υπό ομηρία το Ρωσικό πλήρωμα, ωστόσο εγκατέλειψαν το πλοίο μετά από 12 ώρες, και χωρίς να έχουν αποσπάσει οτιδήποτε. Στη συνέχεια το Arctic Sea συνέχισε κανονικά την πορεία του με τελικό προορισμό την Αλγερία, και μεταφέροντας, όπως υποστηρίζεται, ξυλεία αξίας 1,3 εκατομμυρίων Ευρώ.

Παράλογες Θεωρίες

Η Βρετανική Ακτοφυλακή, έχασε επαφή με το Arctic Sea στις 28 Ιουλίου, καθώς διήρχετο από τα Βρετανικά χωρικά ύδατα. Μέχρι αυτό το Σαββατοκυρίακο, το δρομολόγιο και οι συνθήκες εξαφάνισης του, παραμένουν ένα μυστήριο. Όσο το πλοίο δεν εντοπιζόταν, τόσο πλήθυναν και οι θεωρίες σχετικά με τους λόγους της εξαφάνισης του. Μεταξύ των θεωριών περιλαμβάνονται η πειρατεία, η ανταρσία, η πολιτική δολοπλοκία, μέχρι και το λαθρεμπόριο επικίνδυνων και πολυτιμότερων προϊόντων από τα ναρκωτικά – όπως οπλισμός ή πυρηνικός εξοπλισμός.

Σύμφωνα εξάλλου με άλλες πληροφορίες, είχε υποβληθεί αίτημα για λύτρα ύψους $1,5 εκατομμυρίων, ενώ ακολούθησε και δεύτερη επίθεση εναντίον του πλοίου στα ανοικτά της Πορτογαλίας. Η κατάσταση είχε μάλιστα καταστεί ιδιαίτερα ανησυχητική, γεγονός που ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες να ασχοληθεί με το όλο ζήτημα.

Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, αεροναυτικές ομάδες έρευνας και διάσωσης από τουλάχιστον 20 χώρες, ενέτειναν τις προσπάθειες τους ώστε να εντοπίσουν το εξαφανισθέν πλοίο, το οποίο κατευθυνόταν στον Ατλαντικό ωκεανό. Η Ρωσία διέθεσε δύο πυρηνικά υποβρύχια και αρκετές φρεγάτες προς εντοπισμό του υπό σημαία της Μάλτας Arctic Sea, το οποίο ανήκει σε Φινλανδική ναυτιλιακή εταιρεία με Ρωσικές διασυνδέσεις. Το πλήρωμα του αποτελείται από 15 Ρώσους.

Ωστόσο το περασμένο Σαββατοκυρίακο, το Ρωσικό ναυτικό ανακοίνωσε ότι εντόπισε το πλοίο στα ανοικτά της Δυτικής Αφρικής, κοντά στο Πράσινο Ακρωτήριο. Παρά τις προσπάθειες διάσωσης του πληρώματος και της σύλληψης των απαγωγέων, η Ρωσική κυβέρνηση δεν έχει δώσει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες όσον αφορά τον τρόπο και τον λόγο για τους οποίους απήχθη. Ο Ρώσος Υπουργός Άμυνας προανήγγειλε μάλιστα ότι όλες οι λεπτομέρειες της υπόθεσης, θα αποκαλυφθούν αργότερα.

The New York Times Syndicate

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Πυρηνική ενέργεια στη Σουηδία


 Η κυβέρνηση, αγνοώντας δημοψήφισμα, επαναφέρει τη χρήση της – Αντιδρά η αντιπολίτευση 

Reuters, a.p., afp

ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ. Η κεντροδεξιά κυβέρνηση της Σουηδίας ανέκρουσε χθες πρύμναν στο θέμα της πυρηνικής ενέργειας, ανακοινώνοντας ότι οι 10 υπάρχοντες αντιδραστήρες μπορεί να αντικατασταθούν από νέους όταν φθάσουν στο τέλος της περιόδου λειτουργίας τους. Η κυβερνητική ανακοίνωση προξένησε αίσθηση, καθώς ανατρέπει την απόφαση που έλαβαν οι Σουηδοί με δημοψήφισμα το 1980 για πλήρη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας.


Απόφαση των τεσσάρων

Η απόφαση για επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας ανακοινώθηκε σε κοινή συνέντευξη Tύπου των τεσσάρων αρχηγών των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού. Οι δύο εξ αυτών (η Μοντ Ολοφσον του κεντρώου κόμματος και ο Γιέραν Χέγκλουντ του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος) ασπάστηκαν τη φιλοπυρηνική στάση του φιλελεύθερου πρωθυπουργού Φρέντρικ Ρέινφελντ μόλις την τελευταία εβδομάδα, αψηφώντας την έντονη εσωκομματική αντιπολίτευση.

Η Σουηδία καλύπτει το 50% των ενεργειακών της αναγκών από την πυρηνική ενέργεια, ενώ το υπόλοιπο προέρχεται κυρίως από υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Σύμφωνα με το δημοψήφισμα του 1980, τα πυρηνικά εργοστάσια επρόκειτο να κλείσουν ως το 2010. Το χρονοδιάγραμμα αυτό αποφασίστηκε να μην τηρηθεί το 1996 και ώς σήμερα έχουν κλείσει μόλις 2 από τους 12 αντιδραστήρες, αλλά η χώρα παρέμενε προσηλωμένη στον στόχο της σταδιακής εγκατάλειψης όλων των αντιδραστήρων όταν έφθαναν στο τέλος της ζωής τους, δηλαδή στη διάρκεια των προσεχών δύο δεκαετιών.

Η επάνοδος στην πυρηνική ενέργεια, πάγιο αίτημα της σουηδικής βιομηχανίας, παρουσιάστηκε ως τμήμα δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Μαζί με την επιστροφή των πυρηνικών εργοστασίων, η σουηδική κυβέρνηση ανακοίνωσε φιλόδοξα σχέδια για την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με στόχο «μια οικονομία χωρίς διοξείδιο του άνθρακα». Τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης απάντησαν κι αυτά με κοινή συνέντευξη Τύπου. «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια γρήγορη εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όχι μια αργή και πολυέξοδη επάνοδο της πυρηνικής ενέργειας», δήλωσε η αρχηγός των αντιπολιτευόμενων σοσιαλδημοκρατών Μόνα Σαλίν.

Παράλληλα, ο χριστιανοδημοκράτης ευρωβουλευτής Αντερς Βίκμαν, αντίθετος με την αλλαγή πλεύσης του κόμματός του, δήλωσε στο σουηδικό ραδιόφωνο ότι η επάνοδος της πυρηνικής ενέργειας είναι αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκεί η πυρηνική βιομηχανία. «Το να στηριζόμαστε στην πυρηνική ενέργεια για να μειώσουμε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι σαν να καπνίζουμε για να χάσουμε βάρος. Δεν είναι καθόλου καλή ιδέα», είπε η εκπρόσωπος τύπου της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace Μαρτίνα Κρούγκερ.

Αν το σουηδικό κοινοβούλιο υπερψηφίσει την κυβερνητική πρόταση, η Σουηδία θα ακολουθήσει στα βήματα της γειτονικής Φινλανδίας, της μοναδικής ευρωπαϊκής χώρας που βρίσκεται κοντά στην απόκτηση νέου πυρηνικού εργοστασίου. Το εργοστάσιο του Ολικιλουότο επρόκειτο να λειτουργήσει τον Απρίλιο του 2009, αλλά διάφορες, οφειλόμενες σε τεχνικούς λόγους, καθυστερήσεις έχουν μεταθέσει την προβλεπόμενη έναρξη λειτουργίας του κατά τρία χρόνια. Πρόσφατες έρευνες της Ε.Ε., που έδωσε στη δημοσιότητα η Greenpeace, κατέδειξαν ότι τα απόβλητά του θα είναι επτά φορές πιο ραδιενεργά από των συμβατικών αντιδραστήρων.

(Από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/02/2009)

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Έτοιμη η Ευρώπη να συνεργαστεί με τον Ομπάμα




Των Thom Shanker και Helene Cooper
New York Times


Μετά την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Μπους σε μία σειρά ζητημάτων, κυβερνήσεις ευρωπαϊκών κρατών δίνουν ενδείξεις ότι ίσως να είναι περισσότερο πρόθυμες να συνεργαστούν με τον εκλελεγμένο πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα σε ένα φάσμα θεμάτων που έχουν περιέλθει σε τέλμα, περιλαμβανομένης της μεταφοράς στο έδαφος τους κρατουμένων από την βάση του Γκουαντάναμο και ενίσχυσης των κυρώσεων κατά του Ιράν.

Ωστόσο αυτό δεν θα είναι χωρίς προβλήματα. Ευρωπαίοι διπλωμάτες δηλώνουν ότι θα πιέσουν τον Ομπάμα να διασκεδάσει τις ανησυχίες της Ρωσίας αναφορικά με τα σχέδια της Ουάσιγκτον για εγκατάσταση πυραυλικής ομπρέλας στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν βέβαιο ότι η κυβέρνηση Ομπάμα θα ασκήσει πιέσεις ώστε οι χώρες-σύμμαχοι να ενισχύσουν πρακτικά την δύναμη του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.

«Οι Ευρωπαίοι είναι πεπεισμένοι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ζητήσουν περισσότερα», δήλωσε ανώτατος Αμερικανός αξιωματούχος, προσθέτοντας ότι το ερώτημα είναι κατά πόσον θα υπάρξει και σε ποιο βαθμό ανταπόκριση.

Eνα ζήτημα που ίσως επανέλθει προς συζήτηση, είναι η μεταφορά κρατουμένων από το Γκουαντάναμο σε χώρες της Ευρώπης. Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ομοφωνία, εντούτοις ορισμένες χώρες, καθοδηγούμενες από την Γερμανία και την Πορτογαλία, δεν έχουν αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, νοουμένου ότι ο Ομπάμα θα τηρήσει την υπόσχεση του για οριστικό κλείσιμο της βάσης.

Ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης Τόμας Στεγκ, δήλωσε ότι μία τέτοια συμφωνία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πρόθεση του Ομπάμα να κλείσει την φυλακή, προσθέτοντας ωστόσο ότι η επανεγκατάσταση κρατουμένων σε χώρες της Ευρώπης θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης μεταξύ όλων των κρατών-μελών.

Παρόμοια στάση τηρεί και το Γαλλικό υπουργείο εξωτερικών, που ζητά την διαμόρφωση κοινής πολιτικής, ενώ ορισμένοι ευρωπαίοι διπλωμάτες έχουν ήδη δηλώσει ότι θα αρχίσουν να επεξεργάζονται συγκεκριμένα σχέδια.

Οι πληροφορίες περί της πρόθεσης ευρωπαικών χωρών να εξετάσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, έχουν εξοργίσει την απερχόμενη κυβέρνηση Μπους, που επανειλημμένα είχε πιέσει για την αποδοχή μίας τέτοιας πρότασης. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ντάνα Περίνο, έκανε λόγο για εποικοδομητικό βήμα, εκφράζοντας την ίδια στιγμή ικανοποίηση για το ότι ευρωπαϊκές χώρες είναι πρόθυμες να συνδράμουν τον αγώνα για αντιμετώπιση της διεθνούς τρομοκρατίας. Ο εκπρόσωπος του ”Στέιτ Ντιπάρτμεντ Σον Μακόρμακ, δήλωσε από πλευράς του ότι τα εύσημα θα πρέπει να δοθούν στην υπουργό εξωτερικών Κοντολίζα Ραις, τονίζοντας ότι η αλλαγή της στάσης ευρωπαϊκών κρατών, δεν συνέβη εν μία νυχτί.

Ο κύριος Μακόρμακ επαίνεσε ιδιαίτερα την Πορτογαλία, η οποία, όπως είπε, άνοιξε τον δρόμο για την υιοθέτηση μιας νέας στάσης εκ μέρους της Ευρώπης. Ο υπουργός εξωτερικών της χώρας Λουίς Αμάτο, κάλεσε μάλιστα πρόσφατα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να κλείσει το Γκουαντάναμο, αποδεχόμενες την μεταφορά στο έδαφος τους κρατουμένων από τρίτες χώρες. Ωστόσο σε ιδιωτικές συζητήσεις, ευρωπαίοι διπλωμάτες δήλωσαν ότι η πρόθεση τους να βοηθήσουν τον Ομπάμα, δεν έχει να κάνει με μία «βελούδινη περίοδο» στις σχέσεις των δύο μερών. Μία τέτοια κίνηση, πρόσθεσαν, θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις ευρωπαϊκών κρατών να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους ανάμεσα στον τοπικό μουσουλμανικό πληθυσμό. Οι σύμμαχοι της Αμερικής είναι ενδεχόμενο να είναι περισσότερο πρόθυμοι να βοηθήσουν τον Ομπάμα στο θέμα του Ιράν – νοουμένου, όπως δήλωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης, ότι θα τηρήσει την υπόσχεση του να εμπλακεί σε απευθείας και χωρίς όρους διαπραγματεύσεις με Ιρανούς αξιωματούχους.

Σε αντάλλαγμα, οι σύμμαχοι, θεωρείται βέβαιο ότι θα ζητήσουν επανεξέταση των σχεδίων για την δημιουργία αντιπυραυλικής ασπίδας στην Ευρώπη, που ως γνωστόν οδήγησε στην οργίλη αντίδραση της Μόσχας, φθάνοντας στο σημείο να προειδοποιήσει ακόμη και με την ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερα θορυβημένοι από την κλιμάκωση της έντασης, ευρωπαίοι διπλωμάτες δήλωσαν ότι θα ζητήσουν από την Υπουργό Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, να υιοθετήσει μια πιο συμφιλιωτική στάση έναντι της Μόσχας.

Αν και ο Ομπάμα δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει την θέση του επί αυτού του ζητήματος, εντούτοις έχει επανειλημμένα εκφράσει σκεπτικισμό ως προς την χρηματοδότηση του εγχειρήματος, μέχρις ότου κριθεί, όπως δήλωσε, η αποτελεσματικότητα του. Στο ζήτημα του πολέμου στο Αφγανιστάν ωστόσο, ο Ομπάμα έχει ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης της δράσης κατά των Ταλιμπάν. Ένδειξη τούτου είναι και η απόφαση να διατηρήσει στην θέση του τον Υπουργό Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς, ο οποίος έχει επικριθεί έντονα από ορισμένες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ όταν τις κατηγόρησε πως δεν πράττουν αρκετά.

Μέχρι σήμερα, η Βορειοατλαντική συμμαχία δεν έχει υλοποιήσει το πρόγραμμα της για ενίσχυση των χερσαίων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Ο Γκέιτς έχει καλέσει επανειλημμένα τις χώρες-μέλη, ακόμη και αυτές που αντιτίθενται στην εμπλοκή τους σε πολεμικές επιχειρήσεις, να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους. Για να ανταποκριθεί τις απαιτήσεις των στρατηγών, η κυβέρνηση Ομπάμα αναμένεται να αποστείλει στο Αφγανιστάν άλλους 20-30.000 στρατιώτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων θα αναπτυχθούν στην χώρα τους επόμενους έξι μήνες. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Η Ευρώπη της άμυνας και της ασφάλειας


Ανδρέας Πενταράς*

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας Ευρώπης με αμυντική αυτάρκεια έγινε το 1952 με τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ). Η ΕΑΚ βασίσθηκε σ ε σχέδιο που εκπόνησε ο Γάλλος πρωθυπουργός Rene Pleven το 1950, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον επανεξοπλισμό και τη στρατιωτική εξάρτηση της Δυτικής Γερμανίας από τους Αμερικανούς. Οι χώρες που υπέγραψαν την ίδρυση της ΕΑΚ ήταν οι ίδιες που ένα χρόνο πριν, το 1951, ίδρυσαν την Ένωση Χάλυβα και Άνθρακα, το προπάππο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την Ιταλία, Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Το τέλος της ΕΑΚ ήταν άδοξο, αφού η Γαλλική Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε να επικυρώσει την ιδρυτική της συνθήκη το 1955. Ο κυριότερος λόγος ήταν οι φόβοι της Γκωλλικής παράταξης για αναβίωση του Γερμανικού μιλιταρισμού, κάτι που θα μπορούσε να απειλήσει και πάλι τη Γαλλική ανεξαρτησία.
 
Ωστόσο οι προσδοκίες της Ευρώπης για μια αυτόνομη άμυνα δεν σταμάτησαν με το τέλος της ΕΑΚ. Το 1955, συγκροτείται η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) στη βάση της συνθήκης των Βρυξελλών η οποία υπογράφτηκε το 1948 από τη Γαλλία, τη Βρετανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Με το πρωτόκολλο των Παρισίων (1954), η συνθήκη τροποποιήθηκε και έγιναν μέλη η Δυτική Γερμανία και η Ιταλία. Σήμερα η ΔΕΕ έχει 10 κανονικά μέλη και άλλα 18 με το καθεστώς του συνδεδεμένου μέλους ή του παρατηρητή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στη συνθήκη των Βρυξελλών υπάρχει πρόνοια στο άρθρο V, η οποία προβλέπει αυτόματη βοήθεια με όλα τα μέσα από όλους τους συμβαλλομένους προς το κράτος –μέλος που θα δεχθεί ένοπλη επίθεση στην Ευρώπη. Το άρθρο IV της συνθήκης προβλέπει στενή συνεργασία και αποφυγή επικαλύψεων με το ΝΑΤΟ γεγονός που οδήγησε στην εκχώρηση των στρατιωτικών αρμοδιοτήτων της ΔΕΕ στο ΝΑΤΟ. Το 1992 με την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ και την επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ρόλος της ΔΕΕ επαναπροσδιορίζεται και καθορίζεται ως ο φορέας υλοποίησης της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΕΠΑΑ). Ρόλος, ο οποίος θα έμελλε να μείνει και πάλι στα χαρτιά, λόγω κυρίως των Βρετανικών αντιρρήσεων στην υλοποίηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Τα γεγονότα της πρώην Γιουγκοσλαβίας αίρουν τις Βρετανικές αντιρρήσεις και οι 15 αποφασίζουν στο Ελσίνκι το 1999 τη δραστηριοποίηση της Ένωσης στο τομέα της ΚΕΠΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμοδιότητες της ΔΕΕ αναφορικά με θέματα ασφάλειας και άμυνας μεταφέρονται εξ ολοκλήρου στην ΕΕ. Σήμερα η ΔΕΕ εξακολουθεί τυπικά να υπάρχει ασκώντας κάποιες αρμοδιότητες πολιτικής φύσεως.  
 
Η τρίτη προσπάθεια για την Ευρώπη της άμυνας έγινε όπως αναφέρθηκε πιο πάνω με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και τη καθιέρωση του πυλώνα της ΚΕΠΠΑ ο οποίος, σύμφωνα με τη συνθήκη, περιλαμβάνει όλα τα θέματα που αφορούν την ασφάλεια της Ένωσης περιλαμβανομένης της χάραξης κοινής αμυντικής πολιτικής η οποία εν καιρώ να οδηγήσει στη κοινή άμυνα. Επί του παρόντος δηλαδή και με δεδομένο ότι η άμυνα της Ευρώπης έχει ανατεθεί στο ΝΑΤΟ, η ΕΕ ασχολείται με θέματα ασφάλειας της Ένωσης. (Άμυνα είναι η δυνατότητα απόκρουσης εξωτερικής επίθεσης, ενώ ασφάλεια είναι η δημιουργία συνθηκών ειρήνης και σταθερότητας στην εξωτερική περίμετρο της Ευρώπης). Παρά τα προβλήματα που υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν, εξ αιτίας κυρίως των εθνικών συμφερόντων των κρατών – μελών, η Ένωση προχώρησε ταχύτατα στην οργάνωση της ΚΕΠΑΑ με την επιτυχή εκπλήρωση μέχρι σήμερα 17 ειρηνευτικών αποστολών στα πλαίσια του ΟΗΕ, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Αξιοσημείωτη είναι η συνεργασία της ΕΕ με το ΝΑΤΟ που καθιερώθηκε στα πλαίσια του διαλόγου Berlin (+) στη βάση τριών αρχών. Όπου εμπλέκεται το ΝΑΤΟ δεν εμπλέκεται η ΕΕ, όχι επικάλυψη αρμοδιοτήτων και τα μέσα του ΝΑΤΟ στη διάθεση της Ένωσης. Η απουσία απειλών κατά της εδαφικής ακεραιότητας της ΕΕ, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να έχει τη πρωτοκαθεδρία στο τομέα της άμυνας, μεταθέτουν το στόχο της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας για το μέλλον. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη το Ευρωπαϊκό δορυφορικό πρόγραμμα ´´Γαλιλαίος´´ και η κατασκευή των αεροσκαφών στρατηγικών μεταφορών “Air Bus– 400” παράλληλα με τη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας που έχει σαν σκοπό τη συνεργασία των Ευρωπαϊκών χωρών στην ανάπτυξη κοινών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η αυτοδέσμευση της ΕΕ ότι όλες οι δραστηριότητες στο τομέα της άμυνας και ασφάλειας θα γίνονται στα πλαίσια του ΟΗΕ, έδωσε κύρος και αξιοπιστία στην Ένωση ως ενός σοβαρού παράγοντα που μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.
 
*Υποστράτηγος ε.α.

Ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας

Φοίβος Κλόκκαρης*

Η ΕΕ το Δεκέμβριο συνέταξε τη Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας αφού έλαβε υπόψη το νέο Περιβάλλον Ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Το νέο περιβάλλον παρουσίασε πολλά θετικά στοιχεία που συνέβαλαν στην ευμάρεια και την ελευθερία σε πολλούς ανθρώπους, όπως το άνοιγμα των συνόρων, ο εκδημοκρατισμός και η ανάπτυξη της τεχνολογίας, του εμπορίου και των επενδύσεων. Παρέμειναν, όμως, πολλά προβλήματα άλυτα και ορισμένα χειροτέρεψαν κατά πολύ. Οι νέες διεθνείς προκλήσεις και κύριες απειλές διαμόρφωσαν ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα. 

Στρατηγικοί στόχοι
Το νέο περιβάλλον δυνατόν να δημιουργήσει σοβαρές απειλές κατά της Ευρώπης στο μέλλον. Αυτό θα εξαρτηθεί μερικώς και από τις ενέργειες της Ευρώπης, η οποία χρειάζεται να σκέπτεται σφαιρικά και να δρα τοπικά. Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η παραδοσιακή στρατηγική των κρατών της Ευρώπης για αυτοάμυνα, βασιζόταν στην αντιμετώπιση εισβολής, από μεγάλης κλίμακος κρατική απειλή. Με τις νέες απειλές, η πρώτη γραμμή άμυνας συχνά θα είναι εκτός συνόρων. Οι νέες απειλές (τρομοκρατία, όπλα μαζικής καταστροφής) παρουσιάζουν τέτοια δυναμική που αν αφεθούν να αναπτυχθούν, και δεν κτυπηθούν στα αρχικά στάδια εμφάνισής τους (πριν τη δημιουργία κρίσης) θα καταστούν επικίνδυνες. Σε αντίθεση με τη μαζική ορατή απειλή κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, καμία από τις νέες απειλές δεν είναι καθαρά στρατιωτικές ούτε αντιμετωπίζονται μόνο με στρατιωτικά μέσα, αλλά με ποικιλία μέσων. 

Για την αντιμετώπιση του νέου περιβάλλοντος ασφαλείας η ΕΕ έθεσε τρεις στρατηγικούς στόχους: α) Αντιμετώπιση των νέων απειλών, β) δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας γύρω από την Ευρώπη και γ) Ενίσχυση της Διεθνούς Τάξης η οποία να βασίζεται σε ενεργό πολυμερή συμμετοχή. 

Αντιμετώπιση των νέων απειλών

Η διάδοση των Όπλων Μαζικής Καταστροφής δυνατόν να περιορισθεί με ελέγχους εξαγωγών και πολιτική και οικονομική πίεση κατά χωρών που αναπτύσσουν τέτοια όπλα. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας δυνατόν να απαιτήσει ένα μείγμα μέσων αστυνομικής, στρατιωτικής και δικαστικής φύσεως καθώς και πληροφοριών. Στην περίπτωση της διάβρωσης και κατάρρευσης κρατών δυνατόν να απαιτηθούν στρατιωτικές δυνάμεις για να αποκαταστήσουν την έννομο τάξη και ανθρωπιστικής φύσεως αποστολές για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στις περιφερειακές συγκρούσεις απαιτούνται πολιτικές λύσεις αλλά και στρατιωτικά και αστυνομικά μέσα για τη φάση αμέσως μετά την κρίση καθώς και οικονομική ενίσχυση και χειρισμός κρίσεως των πολιτών. 

Δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας

Η ΕΕ ενδιαφέρεται να έχει γειτονικές χώρες με καλή διακυβέρνηση. Γειτονικές χώρες που εμπλέκονται σε βίαιες συγκρούσεις, αδύνατα κράτη στα οποία ανθεί η εγκληματικότητα, δυσλειτουργικές κοινωνίες και υπέρμετρη αύξηση του πληθυσμού στα σύνορα με την Ευρώπη αποτελούν σοβαρά προβλήματα που απασχολούν την ΕΕ. 

Η διεύρυνση της ΕΕ την έφερε πιο κοντά σε περιοχές με αστάθεια και προβλήματα. Στόχος της ΕΕ είναι η δημιουργία ενός δακτυλίου χωρών με καλή διακυβέρνηση στο ανατολικό τμήμα της ΕΕ και τη Μεσόγειο, με τις όποιες να έχει στενές σχέσεις και συνεργασία. Να επεκτείνεται σ’ αυτές οικονομικά οφέλη και πολιτική συνεργασία και να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων τους. Περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την ΕΕ είναι: τα Βαλκάνια, η περιοχή νοτίως του Καυκάσου, η Μέση Ανατολή και περιοχή της νότιας Μεσογείου. Σε όλες αυτές τις περιοχές υπάρχουν σοβαρά προβλήματα που σχετίζονται με οικονομική ύφεση, κοινωνικές αναταραχές και άλυτες διενέξεις. 

Ενίσχυση της Διεθνούς Τάξης

Σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης σε ό,τι αφορά τις απειλές, τις αγορές και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η ασφάλεια και ευημερία της ΕΕ εξαρτάται αυξητικά από τη δημιουργία ενός συστήματος με πολυμερή συμμετοχή. Στόχος, η ενίσχυση της διεθνούς νομιμότητας με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, ως κύρια υποδομή για την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων. Η ΕΕ στοχεύει στην ενίσχυση και δραστηριοποίηση όλων των οργανισμών που συμβάλλουν στη διεθνή νομιμότητα και την αντιμετώπιση απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, όπως του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, κά.

Η ΕΕ θεωρεί ότι η ποιότητα της διεθνούς κοινότητας εξαρτάται από την ποιότητα των κυβερνήσεων των κρατών. Η καλύτερη προστασία για την ασφάλεια της Ευρώπης είναι ένας κόσμος δημοκρατικών κρατών με καλή διακυβέρνηση, ο οποίος προσφέρει δικαιοσύνη και ίσες ευκαιρίες. Τα καλύτερα μέσα για την ενίσχυση της διεθνούς τάξης και νομιμότητας είναι η προώθηση προγραμμάτων βοήθειας από την ΕΕ που θα συμβάλουν στην: α) προώθηση δημοκρατικών κυβερνήσεων και β) στην υποστήριξη κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών που θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της διάβρωσης και διαφθοράς, της κατάχρησης εξουσίας και την επιβολή της έννομης τάξης και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση νέων απειλών στο περιβάλλον ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά το Ψυχρό Πόλεμο και έθεσε νέους στρατηγικούς στόχους. Χρειάζεται μεγαλύτερη ενεργοποίηση, αύξηση των ικανοτήτων και της συνοχής της για αποτελεσματικότερη συμβολή στην προσπάθεια για ένα ειρηνικό και ασφαλή κόσμο.  

* Αντιστράτηγος ε.α.

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Η ΕΕ μετά το «Οχι» της Ιρλανδίας


Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την (πολιτική) υγεία της Ευρώπης 


Μ. ΣΠΙΝΘΟΥΡΑΚΗΣ 

Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την πολιτική υγεία της Ευρώπης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που συνάγεται μετά το «Οχι» που ψήφισε το 53,4% των Ιρλανδών οι οποίοι έκαναν τον κόπο (ο ένας στους δύο) να προσέλθουν την Πέμπτη στις κάλπες προκειμένου να μετάσχουν στο δημοψήφισμα για την ψήφιση ή όχι της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ενα δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε μόνο στην Ιρλανδία μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, και αυτό επειδή ήταν συνταγματικώς επιβεβλημένο. 

Το παράδοξο με τους Ιρλανδούς είναι ότι ενώ εντάχθηκαν ενθουσιωδώς πριν από 36 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έκτοτε άρχισαν αφενός μεν να αυξάνουν εντυπωσιακά το βιοτικό τους επίπεδο - χάρη στα κοινοτικά κονδύλια -, αφετέρου δε να αμφισβητούν την αξία της συμμετοχής τους στην Ενωμένη Ευρώπη. Ετσι το 1972, οπότε το μέσο εισόδημα των Ιρλανδών αναλογούσε στο 58% του μέσου κοινοτικού, το 84% εξ αυτών ψήφισε υπέρ της προσχώρησης στην τότε ΕΟΚ. Σήμερα που το εισόδημά τους αναλογεί στο 130% του μέσου κοινοτικού ψηφίζουν κατά της προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 
Ωστόσο τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για τις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι δημοσκοπήσεις σκιαγραφούσαν από καιρό το αρνητικό κλίμα, οι ιθύνοντες της ΕΕ ήταν personae non gratae στο Δουβλίνο για να μην προκαλέσουν το κοινό αίσθημα και η πολιτική ηγεσία της χώρας αδυνατούσε να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του λαϊκισμού οι οποίες άλλοτε υποστήριζαν πως η Ευρώπη θέλει να επιτραπούν οι απαγορευμένες εκ του Συντάγματος της χώρας αμβλώσεις και άλλοτε ότι η ΕΕ προτιμά τα λατινοαμερικανικά κρέατα έναντι των ιρλανδικών. 
Από προχθές όμως ένα είναι το ερώτημα που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση: και τώρα τι γίνεται; 
Η πρώτη απάντηση ήλθε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος την Παρασκευή το απόγευμα κάλεσε τα οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη κυρώσει τη Συνθήκη της Λισαβόνας να το πράξουν, αδιαφορώντας για τα νέα από το Δουβλίνο. Με άλλα λόγια διευκρίνισε ότι στόχος είναι να κυρωθεί η Συνθήκη στα 26 από τα 27 κράτη-μέλη και στη συνέχεια να κληθεί η ιρλανδική πολιτική ηγεσία να προτείνει λύση, με την πλάτη στον τοίχο. Στο ίδιο μήκος κύματος εκινείτο και η κοινή γαλλογερμανική ανακοίνωση του κ. Σαρκοζί και της κυρίας Μέρκελ που ακολούθησε, δίδοντας λίγο - πολύ το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν οι διαβουλεύσεις στη σύνοδο κορυφής της Παρασκευής όπου το ιρλανδικό ζήτημα, μαζί με αυτό της ακρίβειας, μάλλον θα κυριαρχήσει. 
Οι πολιτικοί ιθύνοντες των Βρυξελλών θυμούνται άλλωστε το τι συνέβη το 2001. Οι Ιρλανδοί είπαν σε πρώτη φάση «Οχι» στη Συνθήκη της Νίκαιας την οποία στη συνέχεια επικύρωσαν, με δεύτερο δημοψήφισμα, αφού βεβαίως έλαβαν κάποια τυπική εν πολλοίς εγγύηση ότι δεν διακυβεύεται η παραδοσιακή ουδετερότητά τους στα διπλωματικά και στα αμυντικά ζητήματα. Πρόκειται για το καλύτερο και πλέον ανώδυνο πολιτικώς σενάριο το οποίο είναι βέβαιον ότι θα προωθήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας κ. Νικολά Σαρκοζί ο οποίος σε δύο εβδομάδες παραλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει όλες οι χώρες που απομένουν να κυρώσουν τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κάτι που ουδόλως είναι εξασφαλισμένο αφού μεταξύ αυτών των χωρών είναι η Βρετανία και η Τσεχία στις οποίες αφενός μεν επικρατεί αντιευρωπαϊκό εν γένει κλίμα, αφετέρου δε το ζήτημα της Ευρώπης αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης. 
Το δεύτερο πιθανό ενδεχόμενο είναι να προχωρήσουν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ στην εφαρμογή, έστω και εν μέρει, της Συνθήκης της Λισαβόνας, αφήνοντας ατύπως εκτός την Ιρλανδία. Από νομικής απόψεως το ενδεχόμενο αυτό είναι εξαιρετικά θολό και μάλλον θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει. 
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι το status quo, δηλαδή να συνεχίσει να λειτουργεί η ΕΕ με βάση την ισχύουσα σήμερα Συνθήκη της Νίκαιας. Εν προκειμένω τα προβλήματα είναι επίσης πολλά αφού η εν λόγω Συνθήκη δεν συντάχθηκε για την ΕΕ των 27 χωρών-μελών και η έκδοση των αποφάσεων θα είναι εφεξής ιδιαίτερα δυσχερής. 
Το τέταρτο ενδεχόμενο είναι η επαναδιαπραγμάτευση όλων των ζητημάτων εξαρχής. Αυτό σημαίνει ότι για τον επόμενο χρόνο η ΕΕ θα συνεχίσει τις αέναες συζητήσεις με στόχο την εκπόνηση νέας Συνθήκης, η οποία ακολούθως θα τεθεί εκ νέου υπό την κρίση των Ιρλανδών και οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα αρνηθούν να την εγκρίνουν, όπως θα έπραττε κάθε λογικός άνθρωπος με ένα κείμενο το οποίο δεν κατανοεί. 
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, όπως ανέφερε έμπειρος κοινοτικός διπλωμάτης, δύο συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν. Το πρώτο είναι ότι περίπλοκες διεθνείς συμβάσεις, όπως η εκάστοτε κοινοτική Συνθήκη, δεν είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενα δημοψηφισμάτων. Το δεύτερο είναι ότι οι ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει κάποτε να αντιληφθούν πως όσο επιδιώκουν να καρπώνονται οι ίδιοι τις όποιες επιτυχίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ταυτόχρονα να της χρεώνουν τα όποια προβλήματα τόσο το ένα «Οχι» θα διαδέχεται το άλλο στα δημοψηφίσματα για την Ευρώπη. 


Το ΒΗΜΑ, 15/06/2008 , Σελ.: A13
Κωδικός άρθρου: B15385A131
ID: 295246 Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Το όνειρο της Ευρώπης για μια συμμαχία με τη Ρωσία

Νίκος Ιτσινές / Καθημερινή

Στα τέλη του 2006 ρωσικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη ξεκίνησαν να πραγματοποιούν πτήσεις στις κλασικές διαδρομές των σοβιετικών πολεμικών αεροσκαφών πάνω από το Βόρειο Ατλαντικό.

Τα πρώτα ρωσικά αεροσκάφη έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη του 2006 και η πιο πρόσφατη πτήση τους έγινε στις 19 Μαρτίου του 2008 βόρεια της Ισλανδίας, ξυπνώντας αναμνήσεις από το παρελθόν και προκαλώντας ανησυχία στη Δύση και το ΝΑΤΟ.

Νατοϊκή απάντηση στις ρωσικές διαθέσεις

Αύριο, 5 Μαΐου, θα καταφτάσουν στην Ισλανδία τέσσερα γαλλικά καταδιωκτικά Mirage 2000 με σκοπό να "συναντήσουν" και να "προϋπαντήσουν" τα ρωσικά βομβαρδιστικά, που εισέρχονται στον εναέριο χώρο της μικρής γειτονικής τους χώρας. Η κίνηση της Γαλλίας αποτελεί μέρος ενός σχεδίου του ΝΑΤΟ που περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, τη Δανία, την Πολωνία και την Ισπανία, σύμφωνα με το οποίο οι χώρες αυτές θ' αναλάβουν εκ περιτροπής τον έλεγχο του εναέριου χώρου της Ισλανδίας, καθώς η μικρή σκανδιναβική χώρα δεν διαθέτει ένοπλες δυνάμεις.

Όμως εδώ υπάρχει και αρκετή ειρωνεία. Οι ΗΠΑ θεωρώντας πως δεν υπάρχει πλέον ανησυχία για το Βόρειο Πόλο, εγκατέλειψε πριν από 18 μήνες την αεροπορική βάση της στο Κέφλαβικ, που διατηρούσε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν υπολόγισε όμως την ανάγκη της Μόσχας να διατηρήσει τη ζώνη επιρροής της στην περιοχή.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Ισλανδίας, Μπγιορν Μπγιάρνασον - που εκτελεί και χρέη υπουργού Άμυνας - ζήτησε από το Ρώσο πρέσβη να εξηγήσει το σκοπό των πτήσεων αυτών (13 πτήσεις από τα τέλη του 2006). Η απάντηση της Ρωσίας ήταν αφοπλιστική. "Συνηθίστε το" διαμήνυσε ο Ρώσος πρέσβης στον Ισλανδό υπουργό και παρέπεμψε σε σχετική δήλωση του Βλαντιμίρ Πούτιν που έκανε τον Αύγουστο του προηγούμενου χρόνο.

Η δεύτερη ειρωνεία είναι πως ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να ξεκινήσει εκ νέου συνομιλίες για συμφωνία συνεργασίας με τη Ρωσία, τα γαλλικά πολεμικά αεροσκάφη μεταβαίνουν στην Ισλανδία, με σκοπό να διαμηνύσουν στη Μόσχα πως τα ρωσικά βομβαρδιστικά δεν είναι "φιλικά και συμμαχικά" και δεν δικαιούνται να μπαίνουν σε περιοχές που ανήκουν στο ΝΑΤΟ χωρίς προειδοποίηση.

Ευρωπαϊκά σχέδια για συμφωνία συνεργασίας

Μάλιστα, η Γαλλία που αναλαμβάνει την προεδρία τής ΕΕ τον Ιούνιο αναμένεται να παίξει ουσιαστικό ρόλο για την έναρξη του διαλόγου με τη Ρωσία για τη συμφωνία συνεργασίας. Εξάλλου η χρονική στιγμή φαίνεται ιδανική, καθώς ο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ αναλαμβάνει την προεδρία της Ρωσίας στις 7 Μαΐου και μια συμφωνία θα σήμαινε την έναρξη μιας νέας εποχής στις σχέσεις των δύο πλευρών. Μια συμφωνία που είναι αρκετή για να ξεχάσουν ορισμένοι την αμφιλεγόμενη εγκυρότητα των εκλογών, αλλά και τις απειλές τού Πούτιν για την αντιπυραυλική ασπίδα του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη.

ΠΛΑΙΣΙΟ
Μεντβέντεφ: Ο ιδανικός εταίρος
Ο Πούτιν φαίνεται να είναι εκείνος που σύμφωνα με τη Δύση εμποδίζει την προσέγγιση της Ρωσίας με την ΕΕ. Ως εκ τούτου, η εκλογή του στην προεδρία του κυβερνώντος κόμματος μόνο δυσαρέσκεια προκαλεί στην Ευρώπη, καθώς δεν ταιριάζει στα σχέδια των Βρυξελλών για συνεργασία με τη Μόσχα. Η ΕΕ θεωρεί ότι ένας "μη υποτελής" Μεντβέντεφ είναι ιδανικός για "μπίζνες", όπως θεωρούνταν παλιότερα στην πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ και ο "φιλελεύθερος" ηγέτης της, ο Γιούρι Αντρόποβ, στον οποίο άρεσε το ουίσκι κι η τζαζ. Ένας Μεντβέντεφ που θα δεχτεί να υιοθετήσει το Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που τόσα χρόνια απορρίπτει ο Πούτιν, είναι ο ιδανικός εταίρος για την Ευρώπη.

Ένα ακόμη εμπόδιο στην προσέγγιση των Βρυξελλών με τη Ρωσία είναι και οι χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, νυν κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Λιθουανία και η Πολωνία. Αυτές οι χώρες θα ζητήσουν ένα αυστηρό ενεργειακό σύμφωνο με τη Ρωσία, προκειμένου να μην αναμειγνύεται η Μόσχα στο εσωτερικό των χωρών αυτών και να τις απειλεί με περικοπές στη ροή του φυσικού αερίου και του πετρελαίου.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Σουηδική Εταιρεία Αμυντικών Ερευνών, από το 1992 έως το 2006 υπήρξαν 55 περιστατικά αυτού του είδους, όπου δηλαδή η Μόσχα χρησιμοποίησε το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο ως διπλωματικό μέσο. Εξάλλου, η κυβέρνηση της Λιθουανίας κατήγγειλε 41 τέτοια περιστικά μόνο μέσα στο 2006.
Φυσικά, δεν υπάρχει Ψυχρός Πόλεμος. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που τον αντικατέστησε, του μοιάζει πάρα πολύ.

Κωδικός άρθρου: 790467

ΠΟΛΙΤΗΣ - 04/05/2008, Σελίδα: 42 Διαβάστε περισσότερα...