Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Ο τουρκικός Γολγοθάς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο




Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)

Οι ηγέτες της ελληνικής μειονότητας της Πόλης, περιλαμβανομένου του ίδιου του Πατριάρχη, είχαν ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας της Τουρκίας για την ΕΕ, για τους ίδιους λόγους που την υποστήριζε και το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας των πολιτών στην Τουρκία. Το σκεπτικό ήταν ότι θα υποχρέωνε η ΕΕ την Τουρκία να εκσυγχρονίσει το αυταρχικό πολιτικό της σύστημα, μια αλλαγή που μόνο ευεργετική μπορεί να είναι για τις μειονότητες.

Παρά τις αρχικές μεγάλες προσδοκίες, δεν υπάρχει σήμερα τίποτα το αισιόδοξο για την Ελληνική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη. Φθίνει ολοένα: το Συμβούλιο της Ευρώπης υπολογίζει ότι έχουν απομείνει περίπου 1.000-1.500 άτομα. Τα σχολεία έχουν περίπου 240 μαθητές και στις δώδεκα τάξεις, από τους οποίους σχεδόν το ένα τρίτο είναι παιδιά Χριστιανών Αράβων και όχι Ελλήνων.

Εξίσου μη ικανοποιητική είναι και η κατάσταση με το Πατριαρχείο. Στην πραγματικότητα, ο Πατριάρχης είναι σεβαστός ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200 εκατομμυρίων Ορθοδόξων ανά τον κόσμο, ως «πρώτος μεταξύ ίσων» δηλαδή εκ των πέντε πρεσβυγενών Πατριαρχών των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Τουρκία, όμως, τον αναγνωρίζει απλώς ως τον θρησκευτικό ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας εντός των συνόρων της. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα, κάτι που είναι άγνωστο σχεδόν στους πάντες εκτός Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό καθεστώς και επομένως και ιδιοκτησία.

Η Τουρκία μπορεί να μην έχει πρόβλημα να παραχωρήσει στο Πατριαρχείο το καθεστώς τουρκικού ιδρύματος. Όμως το Πατριαρχείο απαιτεί ένα ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση, και παράλληλα να το προστατεύει από τις επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής πολιτικής, που τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν πληρώσει ακριβά.

Επίσης, άλλες προφανείς παραβάσεις διεθνών κανόνων σχετίζονται με την τεράστια περιουσία που ανήκει στα μειονοτικά ιδρύματα στην Κωνσταντινούπολη. Μία απόφαση του Συμβουλίου του Κράτους του 1974 επέτρεψε στις τουρκικές αρχές να κατάσχουν όλη την περιουσία που δεν είχαν δηλώσει τα μειονοτικά ιδρύματα σε μία καταγραφή του 1936. Ό,τι έχουν αποκτήσει έκτοτε τα ιδρύματα, μέσω δωρεών ή αγορών, έχουν θεωρηθεί παράνομα, καθώς τα ιδρύματα των μειονοτήτων (ελληνικής και αρμενικής) θεωρήθηκαν «αλλοδαπά» και επομένως δεν είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν ακίνητα στην Τουρκία. Έτσι, αυτά τα ακίνητα έπρεπε να επιστραφούν στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν (κάτι που συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις) το ακίνητο κατάσχεται από το κράτος. Από το 1974, εκατοντάδες υποθέσεις καταλήγουν στα δικαστήρια και κάθε λίγους μήνες κάποιο ακίνητο μιας από αυτές τις θρησκευτικές κοινότητες κατάσχεται. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, οι αρχές της Κωνσταντινούπολης συνήθως αρνούνται να χορηγήσουν πιστοποιητικά κληρονομιάς σε Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, με την προφανή ελπίδα ότι κάποια μέρα η συναφής περιουσία θα μπορέσει και αυτή να κατασχεθεί. Παράλληλα, έχουν επιτρέψει μόνο μία φορά, το 1991, την εκλογή διοικητικών συμβουλίων των ελληνικών ιδρυμάτων – με τρόπους που συχνά επέφεραν αποτελέσματα ευνοϊκά για τις αρχές.

Το άλλο μείζον πρόβλημα, πέρα από το ζήτημα των ακινήτων, έγκειται στους περιορισμούς του κλήρου του Πατριαρχείου που ενδέχεται να κάνουν πολύ δύσκολη τη στελέχωση αυτού του θεσμού στην επόμενη γενιά. Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην Πόλη.

Παράλληλα, η θεολογική σχολή που προετοιμάζει τους νέους κληρικούς, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αναγκάστηκε να κλείσει το 1971, όταν όλα τα μη τουρκικά πανεπιστήμια εκτουρκίστηκαν. Το Πατριαρχείο δεν είχε καμία εγγύηση ότι θα μπορούσε να ελέγχει την ιερατική σχολή σε περίπτωση που θα γινόταν τουρκικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Είχε επίσης πολλές βάσιμες υποψίες απέναντι στις τουρκικές αρχές εκείνη την εποχή, δεδομένου ότι εφάρμοζαν στη σχολή έναν νόμο για τα πανεπιστήμια παρ’ όλο που την είχαν καθαιρέσει από πανεπιστήμιο σε σχολή κατάρτισης το 1964. Έτσι, το Πατριαρχείο επέλεξε να κλείσει την ιερατική σχολή.

Σήμερα, η Τουρκία δηλώνει ότι θέλει να επιτρέψει στην ιερατική σχολή να λειτουργήσει ως τμήμα Θεολογικής Σχολής που πρόκειται να ιδρυθεί σύντομα στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Οι πατριαρχικές αρχές ζητούν εγγυήσεις για τα κριτήρια εισαγωγής, τη διοίκηση και το διδακτικό πρόγραμμα, έτσι ώστε να γίνει πραγματική ιερατική σχολή, ανοικτή σε ορθοδόξους από την Τουρκία και το εξωτερικό, στους οποίους μετά θα επιτρέπεται να ενταχθούν στο Πατριαρχείο, να αποκτήσουν την τουρκική υπηκοότητα και εν τέλει να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες. Υπάρχει, όμως, η καχυποψία ότι αυτό μπορεί να είναι απλώς ένα βήμα προς την οριστική ανάληψη της ιερατικής σχολής και της πολύτιμης περιουσίας της από το κράτος.

www.geopolitics-gr.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Το ζοφερό μέλλον του Πατριαρχείου Αντιοχείας




Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)

Οι χριστιανοί σήμερα στη Συρία αποτελούν το 10% με 12% του πληθυσμού της χώρας, με πιο μεγάλη ομάδα αυτή των Ορθοδόξων, οι οποίοι αριθμούν περίπου δύο εκατομμύρια και θεσμικά αντιπροσωπεύονται από το Πρεσβυγενές Πατριαρχείο Αντιοχείας.

Η ιστορική εξέλιξη το Πατριαρχείου, όπως και των άλλων τριών Πρεσβυγενών Πατριαρχείων (Κωνσταντινουπόλεως, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας), επηρεάστηκε καθοριστικά από το γεγονός ότι βρίσκεται από τον 7ο αιώνα μέσα σε πλειοψηφικό μουσουλμανικό περιβάλλον. Αυτή η πραγματικότητα το αναγκάζει εδώ και αιώνες να έχει σοβαρούς περιορισμούς στη δράση του. 

Από το 1724 μέχρι το 1898 η ανωτάτη ιεραρχία του Πατριαρχείου ήταν ελληνική. Αυτό συνέβη λόγω της συστηματικής και έντονης δράσης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που οδήγησε στην ίδρυση του Πατριαρχείου των Ουνιτών, δηλαδή των Ορθοδόξων οι οποίοι έγιναν Καθολικοί με αποτέλεσμα τόσο οι Επίσκοποι του Πατριαρχείου όσο και το ποίμνιο, βλέποντας την διαβρωτική δράση των Ρωμαιοκαθολικών, να ζητήσουν να τους σταλεί Έλληνας Πατριάρχης. 

Στα μέσα του 19ου αιώνος, κατά την εκλογή του Πατριάρχη Ιεροθέου, (1850-1884) ηγέρθη το αίτημα από το Αραβικό ποίμνιο του Πατριαρχείου για εκλογή Άραβα Πατριάρχη. Η περίοδος από την πατριαρχία του Ιεροθέου μέχρι και την παραίτηση του τελευταίου Έλληνα Πατριάρχη Αντιοχείας Σπυρίδωνος (καταγόταν από τον Άγιο Νικόλαο Πάφου) το 1898, υπήρξε ταραγμένη. Το αραβικό ποίμνιο, έχοντας την διαρκή υποστήριξη της Ρωσικής εκκλησίας, η οποία μέσω της ίδρυσης το 1882 της «Ορθοδόξου Ρωσικής Αυτοκρατορικής Παλαιστινείου Εταιρείας» και της δημιουργίας ενός δικτύου υπηρεσιών προς τους Άραβες Ορθοδόξους Χριστιανούς (μοναστήρια, σχολεία και νοσοκομεία) κατάφερε να προωθήσει τα ρωσικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή διαβρώνοντας την ελληνική παρουσία στα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Τελικώς, το 1899, μετά από παλινωδίες της Υψηλής Πύλης και υπόγειες παρεμβάσεις της Ρωσικής εκκλησίας εξελέγη Άραβας Πατριάρχης Αντιοχείας, ο Μελέτιος Ντουμάνι.

Η εκλογή Άραβα Πατριάρχη σηματοδοτεί σε μεγάλο βαθμό την ενσωμάτωση του Πατριαρχείου στις εσωτερικές εξελίξεις της Συρίας και συνεπώς την εξάρτησή του από τις κατά καιρούς πολιτικές διακυμάνσεις, όντας θεσμός ο οποίος αντιπροσωπεύει μειονότητα. Η ελληνική παρουσία στην ανωτάτη ιεραρχία προσέδιδε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στο Πατριαρχείο κρατώντας το σε απόσταση από τις  εσωτερικές εξελίξεις, ενώ αντιθέτως, η μετέπειτα παρουσία των Αράβων Πατριαρχών μετέτρεψε το Πατριαρχείο σε καθαρά τοπικό θεσμό. 

Η τρέχουσα συριακή κρίση έλαβε από την αρχή θρησκευτική διάσταση, η οποία θα κρίνει τόσο την έκβαση όσο και το μέλλον της Συρίας. Η προοπτική της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ και η αντικατάστασή του με ισλαμικό σουνιτικό χαλιφάτο μόνο φόβο και ανασφάλεια προκαλεί στις μειονότητες (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Κούρδοι, κά). Μπορεί το καθεστώς Άσαντ, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία για 43 χρόνια, να υπήρξε καταπιεστικό, εντούτοις λειτούργησε προστατευτικά για τις μειονότητες έναντι της όποιας προσπάθειας θρησκευτικής κυριαρχίας των σουνιτών στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται και σημαντική παρουσία των χριστιανών στη συριακή κρατική μηχανή. Το ίδιο άλλωστε το καθεστώς στηρίχθηκε στη μειονότητα των Αλαουιτών, από την οποία προέρχεται η οικογένεια Άσαντ. 

Παρά το ότι μέχρι σήμερα οι επιθέσεις εναντίον των χριστιανών είναι μεμονωμένες και δεν αποτελούν το επίκεντρο των συγκρούσεων, λόγω του ότι η προτεραιότητα των αντικαθεστωτικών είναι η ανατροπή του Άσαντ, η ανησυχία στους κόλπους του Ορθοδόξου Πατριαρχείου Αντιοχείας φουντώνει μήπως επαναληφθεί το σκηνικό με το γειτονικό Ιράκ, μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσείν. 

Το παράδειγμα του Ιράκ με τους Χαλδαίους Ασσυρίους Χριστιανούς, οι οποίοι αποτελούσαν, όπως και στη Συρία, μειονότητα με δεσπόζουσα οικονομική θέση και έντονη κοινωνική και πολιτική παρουσία στο Ιράκ, με την ανατροπή του καθεστώτος Σαντάμ Χουσείν έγιναν στόχος επιθέσεων από τους Σαλιφιστές και τα παρακλάδια της Αλ Κάιντα. Στα τελευταία δέκα χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από το Ιράκ, αφού οι δολοφονίες πλέον έγινα συνηθισμένο φαινόμενο. Το 2003, όταν έγινε η ανατροπή του Σαντάμ Χουσείν, ζούσαν στο Ιράκ περίπου δύο εκατομμύρια χριστιανοί, ενώ σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από μισό εκατομμύριο. Ένας αριθμός διακοσίων χιλιάδων προσφύγων χριστιανών βρήκαν καταφύγια στη Συρία, η οποία μέχρι το 2011 προσέφερε ασφάλεια. Σήμερα αντιμετωπίζουν τον ίδιο κίνδυνο για δεύτερη φορά και συνεπώς η ανησυχία γίνεται ακόμη πιο έντονη, αφού οι επιλογές μετακίνησης εκ νέου στη Μέση Ανατολή έχουν περιοριστεί.

Οι Σαλαφιστές, τόσο στο Ιράκ όσο και στη Λιβύη, έχουν στηρίξει την πολιτική των διώξεων κατά των χριστιανών της Συρίας τους οποίους χαρακτήρισαν συνεργάτες και στυλοβάτες του καθεστώτος Άσαντ. Συνεπώς σε περίπτωση ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, οι Χριστιανοί δεν θα αποτελέσουν μέρος της διαδικασίας αλλαγής καθεστώτος και κατ’ επέκταση θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Ακόμη και η αδράνεια και παθητικότητα που επιδεικνύουν σήμερα οι χριστιανοί για τον συριακό εμφύλιο πόλεμο είναι για τους Σαλαφιστές τεκμήριο ενοχής.

Το Πατριαρχείο Αντιοχείας, πιο ειδικά, θα δεχθεί μεγάλο πλήγμα αφού θα στερηθεί ενός μεγάλου μέρους του ποιμνίου του και θα απολέσει την προνομιακή θέση την οποία απελάμβανε τα τελευταία 43 χρόνια. Ο κίνδυνος εκτεταμένης συρρίκνωσης του ποιμνίου δεν είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Προπορεύεται ήδη ιστορικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, του οποίου τόσο το ποίμνιο συνερικνώθη ανησυχητικά όσο και ακόμη πιο ανησυχητικό παραμένει το ενδεχόμενο μελλοντικής αποστέρησής του από κλήρο, λόγω της συνεχιζομένης απαγόρευσης λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Το μέλλον της Ορθοδοξίας στο κόσμο του Ισλάμ είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο το οποίο θα πρέπει να συζητηθεί σε βάθος και να αναζητηθούν λύσεις οι οποίες να αντέξουν μέσα στο χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Τουρκικά παιγνίδια με τις ελληνικές περιουσίες στην Κων/πολη


Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)


Στις 27 Αυγούστου δημοσιεύθη στην επίσημη Εφημερίδα της Τουρκικής Κυβερνήσεως διάταγμα για την επιστροφή ακινήτων περιουσιών που ανήκαν σε ευαγή μειονοτικά ιδρύματα (βακούφια) και κατασχέθηκαν στο παρελθόν από το Τουρκικό κράτος. Το εν λόγω διάταγμα, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση Ερντογάν, τροποποιεί τον υπάρχοντα νόμο περί βακουφίων του 2008.

Ως γνωστόν, στις 20 Φεβρουαρίου του 2008, η Τουρκική εθνοσυνέλευση ψήφισε το νόμο 5555, γνωστό ως Νόμο περί των Μειονοτικών Ιδρυμάτων. Το πάγιο αίτημα των μειονοτικών ιδρυμάτων στην Τουρκία, στο πλαίσιο εναρμόνισης της χώρας με το κοινοτικό κεκτημένο, είναι η επιστροφή των ακινήτων περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία στο παρελθόν κατεσχέθησαν από το τουρκικό κράτος. Στην ουσία, το πρόσφατο κυβερνητικό διάταγμα δεν διαφέρει σε τίποτα από το νόμο 5555, ο οποίος ήταν ένας τακτικός ελιγμός για να αποφύγει η Τουρκία το ενδεχόμενο καταδίκης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Στην ίδια λογική εγγράφεται και το πρόσφατο κυβερνητικό διάταγμα, το οποίο προέκυψε λόγω της πίεσης που δημιούργησε η περσινή απόφαση του ΕΔΑΔ για επιστροφή του κτιρίου του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σήμερα, 161 μειονοτικά ιδρύματα στην Τουρκία (η πλειοψηφία ελληνικά, 75 στον αριθμό), υπέβαλαν αιτήσεις για την επιστροφή 2.252 ακινήτων που, κατά το παρελθόν, μεταβιβάσθηκαν σε τούρκους ιδιώτες ή περιήλθαν στην κυριότητα του τουρκικού δημοσίου. Το ζήτημα αυτό ήρθε στην επιφάνεια στα μέσα του 2002, όταν στα πλαίσια εκπλήρωσης των κριτηρίων της ΕΕ αναφορικά με το σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων, οι τουρκικές κυβερνήσεις δεσμεύτηκαν να επιτρέψουν στα μειονοτικά ιδρύματα να πάρουν τίτλους ιδιοκτησίας για την ακίνητη περιουσία τους, παρέχοντας σε αυτά το δικαίωμα να την διαχειριστούν, όπως ακριβώς προβλέπει και η συνθήκη της Λωζάννης.

Το πρόβλημα με τους τίτλους ιδιοκτησίας των μειονοτικών ιδρυμάτων, όπως προέκυψε σήμερα, πάει πολύ πίσω χρονικώς. Συγκεκριμένα, το 1936 η τότε τουρκική κυβέρνηση του Κεμάλ Ατατούρκ ζήτησε από τις ενορίες και τα μειονοτικά ιδρύματα να υποβάλουν αναλυτικές δηλώσεις με τα ακίνητα που κατείχαν. Η Διεύθυνση Μειονοτικών Ιδρυμάτων θεώρησε ως τελικές και αμετάκλητες τις δηλώσεις αυτές και δεκαετίες αργότερα, με αυθαίρετες αποφάσεις, αφαίρεσε από τα ιδρύματα την κυριότητα όλων των ακινήτων που είτε από παράλειψη δεν δηλώθησαν, είτε απεκτήθησαν, μέσω δωρεάς, αγοράς και διαθήκης, μετά το 1936.

Οι κατασχεμένες περιουσίες των ελληνικών ιδρυμάτων χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: α) οι περιουσίες που κατεσχέθησαν από το τουρκικό κράτος, β) τα μοναστήρια που υφαρπάχθησαν από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, και γ) τα ελληνικά νεκροταφεία, τα οποία υφαρπάχθησαν από τους Δήμους ή κατελήφθησαν παράνομα από ιδιώτες.

Ο νόμος 5555, όπως προηγουμένως και οι δύο εκτελεστικοί κανονισμοί του 2003 και 2004, αλλά και το τελευταίο κυβερνητικό διάταγμα του Ερντογάν, αν και καλούν τα μειονοτικά ιδρύματα να υποβάλουν αιτήσεις για να παραλάβουν τίτλους ιδιοκτησίας για τις ακίνητες περιουσίες τους, στην ουσία αποκλείει ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου του 1936. Επιπλέον, με τον νόμο αυτό, τα ελληνικά ιδρύματα, όπως και άλλα μη-μουσουλμανικά, δεν μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή των κατασχεμένων περιουσιών (τα καλούμενα τουρκιστί mazbut) που ήδη έγιναν αντικείμενο αρπαγής από το τουρκικό δημόσιο ή μεταβιβάσθηκαν σε τούρκους ιδιώτες. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ζητήσουν τίτλους ιδιοκτησίας γι’ αυτά που δεν κατεσχέθησαν.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά το σύνολο των κατασχεμένων ελληνικών περιουσιών στην Τουρκία, αλλά μόνο ένα μικρό τμήμα. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις ιδιωτικές περιουσίες που δημεύθησαν κατά καιρούς. Σύμφωνα με υπολογισμούς της ελληνικής κοινότητας της Πόλης, περίπου 11.900 τίτλοι ιδιοκτησίας ακινήτων στην Τουρκία ανήκουν σε Έλληνες, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους απελαθέντες από το 1964. Πολλά από τα ακίνητα αυτά βρίσκονται σε περιοχές με μεγάλη εμπορική δραστηριότητα και ως εκ τούτου, προσήλκυαν και προσελκύουν μεγάλο ενδιαφέρον από επιτήδειους που συστηματικά συνεργάζονται με το κεμαλικό κατεστημένο. Η εμπορική αξία της ακίνητης κατασχεμένης περιουσίας που ανήκει σε Έλληνες της Πόλης, με τουρκική ιθαγένεια, ξεπερνά το 11 δισ. ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσό για τις περιουσίες των απελαθέντων προσεγγίζει το 2,5 δις. ευρώ. Μέχρι το 2000, 70% της περιουσίας της ελληνικής μειονότητας περιήλθε στην κατοχή του τουρκικού κράτους. Αυτές οι περιουσίες θεωρούνται οριστικά χαμένες αφού ο νέος νόμος δεν προβλέπει τίποτα γι’ αυτές.

Πρόωρα λοιπόν, διάφοροι κύκλοι στην Αθήνα έσπευσαν να πανηγυρίσουν για την απόφαση της κυβέρνησης Ερντογάν, μεταφράζοντας απλώς τα δημοσιεύματα του Τουρκικού Τύπου. Στην ουσία, όμως, επιβεβαίωσε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τις επιφυλάξεις πολλών που διέβλεπαν σκοπιμότητα και προσπάθεια εντυπωσιασμού πίσω από τη συζήτηση για τα μειονοτικά ιδρύματα, όπου στο τέλος αντί να αποκαθιστά την αδικία, την νομιμοποιεί και καθιστά το διάταγμα αυτό ασυμβίβαστο με το κοινοτικό κεκτημένο.


www.geopolitics-gr.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Λειτουργία στη Σουμελά: Σε γεωπολιτικό αδιέξοδο, όπως η Ελλάδα;


του Σάββα Καλεντερίδη
Η λειτουργία στην Παναγία Σουμελά, το Δεκαπενταύγουστο του 2010, υπήρξε ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας, αφού τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα του κόσμου κάλυψαν εκτενώς το θέμα, με αναφορές στην ιστορία της μονής και τη σημασία της επαναλειτουργίας της μετά από σχεδόν έναν αιώνα.
Παρότι η απόφαση του αρμοδίου υπουργού μιλούσε για λειτουργία της Σουμελά για τα επόμενα χρόνια μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου που θα όριζε ο Νομάρχης Τραπεζούντας, τελικά και φέτος πρόκειται να γίνει και πάλι η λειτουργία στις 15 Αυγούστου, παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη, κ. Βαρθολομαίου. Όπως πληροφορούμεθα, η πληρότητα των ξενοδοχείων τις ημέρες εκείνες στην Τραπεζούντα και στις παρακείμενες κωμοπόλεις προσεγγίζει το 100%, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε ότι και φέτος η προσέλευση θα είναι μεγάλη.

Όσον αφορά τα οργανωτικά, πέρυσι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε παραχωρήσει 500 προσκλήσεις με τη σειρά, στον Ιβάν Σαββίδη, που -για να λέμε και του στραβού το δίκιο- ήταν από εκείνους που ξεκίνησαν και άνοιξαν το δρόμο για την θεσμοθέτηση της λειτουργίας στην ιστορική μονή, στους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος που ήταν παρόντες, και στην Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος. Οι κάτοχοι των προσκλήσεων εισήλθαν στο χώρο της Μονής, ενώ οι υπόλοιποι παρακολούθησαν τη λειτουργία από γιγαντοοθόνες που είχαν στηθεί ση Παναΐας το Ποτάμ'. Ακριβώς επειδή πέρυσι η διανομή των προσκλήσεων είχε γίνει μέρος του γεωπολιτικού του εκκλησιαστικού και του παιχνιδιού επιρροής που παίζεται με αφορμή τη λειτουργία στη Σουμελά και το Ποντιακό γενικότερα, φαίνεται ότι φέτος το Οικουμενικό Πατριαρχείο κρατάει προς το παρόν (22-7) κλειστά τα χαρτιά του για τον τρόπο που θα γίνει η επιλογή εκείνων που θα παρακολουθήσουν τη λειτουργία από το εσωτερικό της Μονής.
Και μια που αναφερθήκαμε σε γεωπολιτικά και εκκλησιαστικά παιχνίδια, που στην περίπτωση αυτή είναι απολύτως αλληλένδετα, στη φετινή λειτουργία, εκτός του Οικουμενικού Πατριάρχη και των επικεφαλής των Μητροπόλεων Δράμας, Δημητριάδος, Πειραιώς και Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως, θα παραστεί ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, κ. Δημήτριος, με παράλληλη απουσία αξιωματούχων της Ρωσικής Εκκλησίας. Στο σημείο αυτό θεωρούμε ότι βρίσκεται και το πρόβλημα, αφού, ενώ παρατηρείται η παρουσία του Αμερικής, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας μάλλον δεν θα υπάρχει υψηλόβαθμη παρουσία της Ρωσικής Εκκλησίας. Να υπενθυμίσουμε ότι πέρυσι ήταν παρόντες και συμμετείχαν στη λειτουργία ο Επίσκοπος Ποντόλσκ και ο βικάριος του Πατριαρχείου Μόσχας Τύχωνας, εκπροσωπώντας τη Ρωσική Εκκλησία, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος είχε απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση προς τον Πατριάρχη της Μόσχας, κ. Κύριλο, να συλλειτουργήσουν στην ιστορική μονή.
Είναι προφανές ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέλεξε να καλέσει τον ηγέτη των Ορθοδόξων της Αμερικής, που εκ των πραγμάτων διατηρεί στενές σχέσεις με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και αποτελεί κατά κάποιον τρόπο αντίβαρο στον ρωσικό εθνικισμό, στο βαθμό που αυτός εκφράζεται από τη Ρωσική Εκκλησία τους λειτουργούς και τους υποστηρικτές της. Η κίνηση αυτή του Πατριάρχη μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια εξισορρόπησης της όποιας απόπειρας έγινε τα προηγούμενα χρόνια για εισπήδηση της Ρωσικής Εκκλησίας στην περιοχή του Πόντου και συγκεκριμένα της Τραπεζούντας και της Σουμελά.
Ένα από τα πρόσωπα το όνομα του οποίου αναμειγνύεται στο θέμα, είναι ο Ιβάν Σαββίδης, που επαναλαμβάνουμε, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο Έθνος και στο Ποντιακό, αφού κινήθηκε με όραμα και άνοιξε το δρόμο για την άσκηση πιέσεων στην τουρκική κυβέρνηση και την επαναλειτουργία της Παναγίας Σουμελά, όταν άλλοι φορείς στην Αθήνα, τη Νέα Υόρκη και αλλού "εκάθευδαν τον ύπνον του Δικαίου". Όμως, παρότι του αναγνωρίζουμε τις προσπάθειες που κατέβαλε και τις υπηρεσίες που προσέφερε, είμαστε υποχρεωμένοι να σημειώσουμε και τις απόπειρες που του αποδίδονται ότι έκανε (πληροφορίες που διαθέτουμε, δυστυχώς επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο), να διαταράξει την εκκλησιαστική τάξη στην περιοχή του Πόντου αλλά και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Επειδή υπάρχουν χειροπιαστά δείγματα της άσβεστης φλόγας και αγάπης που έχει για τον Πόντο ο εκ της ηρωικής Σαντάς καταγόμενος Έλλην ευπατρίδης και επειδή αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη, παράλληλα με το εθνικό-ποντιακό του χρέος, να εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Ρωσίας, της οποίας είναι βουλευτής, θεωρούμε ότι ο ίδιος θα πρέπει να επιδιώξει να λυθούν τα όποια προβλήματα σε ανώτατο πολιτικό και εκκλησιαστικό επίπεδο και όχι να αναμειγνύεται και αναλαμβάνει ο ίδιος βάρη που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σηκώσει.
Θα πρέπει να σημειώσουμε δε ότι η κατάσταση αυτή, μπορεί να αποτελέσει αιτία διχασμού του ποντιακού Ελληνισμού, αφού ένα μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων της Ρωσίας, που είναι ποντιακής καταγωγής και ανήκει εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας, στην ουσία αποκλείεται από τη λειτουργία και οι Πόντιοι της Ρωσίας αντιμετωπίζονται ως πιστοί β΄ κατηγορίας, σε σχέση με τους συμπατριώτες μας που ανήκουν στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, που φυσικά ανήκουν στην α΄ κατηγορία. Και όλα αυτά γίνονται τη στιγμή που η Ρωσία ήταν το διαχρονικό αποκούμπι των Ελλήνων του Πόντου, όταν αντιμετώπιζαν τα γνωστά προβλήματα με την οθωμανική διοίκηση.
Είναι προφανές ότι η Σουμελά έχει ήδη καταστεί πεδίον σύγκρουσης γεωπολιτικών και εκκλησιαστικών συμφερόντων, και σ' αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο που φαίνεται ότι έχει ξεσπάσει, είναι προφανές ότι θα υπάρχουν και 'θύματα'. Από το αδιέξοδο αυτό μπορούμε να βγούμε αν υπάρχει πολιτικός χειρισμός του όλου θέματος σε υψηλότατο επίπεδο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από την Ελληνική Κυβέρνηση, με το Πατριαρχείο της Μόσχας και τη Ρωσική Κυβέρνηση αντίστοιχα. Ελπίζουμε αυτό να γίνει σύντομα και αποτελεσματικά, για να μην έχουμε και στο ζήτημα της Σουμελά και της ενότητας των απανταχού Ποντίων τα τραγικά αποτελέσματα των ανεπιτυχών χειρισμών και επιλογών που έγιναν στις ελληνορωσικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο από πλευράς ελληνικών κυβερνήσεων, χωρίς να έχουμε να επιδείξουμε κανένα όφελος και κέρδος από τη μονοδιάστατη προσέγγιση προς την Ουάσιγκτον.
Όσοι έχουν τις τύχες των πιστών και του Έθνους στα χέρια τους πρέπει να προσέξουν, γιατί οι παλαιοί έλεγαν ότι όταν "τ' άλλογα ταλασέυνε, τρών' τα λάχτας τα γαϊδούρια". Και οι παλαιοί πάντα εξέρναν ντο έλεαν!
Κύριο άρθρο στο 29ο φύλλο της ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ
Μηνιαία Εφημερίδα ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ, Φιλελλήνων 14, Σύνταγμα
Ετήσια συνδρομή: 20 ευρώ
Πληροφορίες κ. Σοφία Κεσίδου, 210 3316036, gnomi@infognomon.gr

http://infognomonpolitics.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Τουρκία: Το Πατριαρχείο δεν έχει νομική προσωπικότητα

Δηλώσεις του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Μπουλέντ Αρίντς για το ζήτημα της νομικού καθεστώτος του Ορθόδοξου Πατριαρχείου.

Η Άγκυρα δεν είναι ακόμα έτοιμη να αντιμετωπίσει το θέμα της αναγνώρισης νομικής προσωπικότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και άλλων χριστιανικών εκκλησιών στην Τουρκία, δήλωσε ο αντιπρόεδρος τη τουρκικής κυβέρνησης κ. Μπουλέντ Αρίντς.

«Ο θεσμός που εκπροσωπείται από τον ελληνορθόδοξο Πατριάρχη Βαρθολομαίο, δεν έχει νομική προσωπικότητα στο ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς της Τουρκία. Δεν έχει νομική προσωπικότητα, αλλά υπάρχει», είπε ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια επίσκεψης που πραγματοποίησε στην εφημερίδα Today’s Zaman για να τιμήσει την 4η επέτειο από την κυκλοφορία της.

«Διερευνούμε μια λύση που θα αναγνωρίζει την ύπαρξη του Πατριαρχείου αλλά να του παραχωρεί νομική προσωπικότητα, σύμφωνα με την συνθήκη της Λοζάννης και τους νόμους μας», είπε ο κ. Αρίντς.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογράμμισε ότι το ίδιο ισχύει και για την καθολική εκκλησία στην Τουρκία. «Προς το παρόν δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν τα αιτήματα του Βατικανού για μια νομική προσωπικότητα της Καθολικής Εκκλησίας την Τουρκία» είπε.

«Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους φόβους, τις παραισθήσεις και τις προκαταλήψεις», είπε ο κ. Aρίντς. «Αυτό που έχει σημασία είναι οι διαφορές θρησκευτικές ομάδες στην Τουρκία να μπορούν να ζήσουν ελεύθερα, ειρηνικά και να μπορούν να ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα τους» είπε ακόμα ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης και κατέληξε ότι «αυτή είναι η απόφαση και η προσέγγιση του AKP (του κυβερνητικού Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης), ακόμη και αν ορισμένοι πολιτικοί βρίσκουν την προσέγγιση αυτή η επικίνδυνη». «Θα κάνουμε οτιδήποτε επιβάλλεται από το νόμο επιπλέον θα πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα αν ορισμένοι νόμοι δεν αρκούν για να ικανοποιήσουν τα αιτήματα, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι τα δικαιώματα και είμαστε πολύ προσεκτικοί σε αυτό», είπε .

Ο κ. Αρίντς, που πρόσφατα επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο Φανάρι, επανέλαβε ότι η Άγκυρα θέλει να διευρύνει τα δικαιώματα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων και να επιλύσει προβλήματα που αντιμετωπίζoυν, όπως την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (19/01/2011)
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

BBC: Οι Έλληνες της Πόλης και ο φόβος της επιβίωσης



Το φόβο επιβίωσης της ελληνικής χριστιανικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη προβάλλει με δημοσίευμά τουτο βρετανικό BBC. Με αφορμή την γιορτή των Θεοφανείων, το δίκτυο ρίχνει φως στην ελληνική κοινότητα που πλέον μετρά λιγότερους από 3.000 κατοίκους.

Όπως αναφέρεται, πίσω από το λιμάνι Kadikoy της Πόλης υψώνεται ένα πανέμορφο κτίριο 140 ετών με εντυπωσιακά παράθυρα, σε αντίθεση με τις μονότονες μονοκατοικίες που το περιβάλλουν. Είναι ένα από τα 22 σχολεία της περιοχής που χτίστηκαν για να εξυπηρετούν όλη τη ελληνική κοινότητα.

Αλλά σήμερα, στο Δημοτικό σχολείο του Kadikoy φοιτά μόλις ένας μαθητής, ο 10χρονος Βαλάντης Μιχαηλίδης, που κάνει μαθήματα με έναν Έλληνα και έναν Τούρκο δάσκαλο.

«Η κατάσταση είναι πολύ λυπηρή», λέει ο Γιώργος Ιστεφανόπουλος, ένας Τουρκο-έλληνας καθηγητής που προσφέρθηκε εθελοντικά να διευθύνει το σχολείο.

«Όταν εγώ ήμουν μαθητής στη δεκαετία του ’60 υπήρχαν έξι γεμάτες τάξεις», προσθέτει.

Σύμφωνα με το BBC, «οι Έλληνες ζουν στην περιοχή εδώ και 3.000 χρόνια. Έως το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν περίπου δύο εκατομμύρια, οπότε και κυριαρχούσαν στις εμπορικές σχέσεις».

Αλλά όλα αυτά άλλαξαν βιαίως με την επικράτηση της τουρκικής δημοκρατίας το 1923 και το διωγμό των Ελλήνων.
Η σημαντική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη, όμως, απηλλάγη, και μέχρι τα μέσα του 1950, υπήρχαν ακόμη περίπου 70.000 Έλληνες… Μέχρι το 1955 και την κρίση στην Κύπρο. Η εχθρότητα για τους Έλληνες της Πόλης συνεχίστηκε για πολλά χρόνια έκτοτε, αναγκάζοντας χιλιάδες να την εγκαταλείψουν.

Η κατάσταση αρχίσει να βελτιώνεται μόλις τα τελευταία χρόνια καθώς η τουρκική κυβέρνηση ακολουθεί μία πιο ήπια πολιτική απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες έτσι ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

http://www.epikaira.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Η «διπλωματία της θρησκείας» από την πλευρά Ερντογάν

Ανώδυνα ανοίγματα προς την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, την ώρα που η πίεση διεθνώς αυξάνεται για την προστασία του Πατριαρχείου

Του Αθανασιου Eλλις


Αν το Ερζερούμ αποτελεί τον τελευταίο κρίκο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, υπήρξαν κι άλλοι τη χρονιά που πέρασε οι οποίοι έδειξαν την εκατέρωθεν διάθεση για αλλαγή του κλίματος. Ετσι, σε μια ιδιότυπη «διπλωματία της θρησκείας» έχει επιδοθεί τους τελευταίους μήνες ο Ταγίπ Ερντογάν, με θετικές κινήσεις προς την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, οι οποίες είναι ανώδυνες και χωρίς πολιτικό κόστος στο εσωτερικό, και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο βελτίωσης των διμερών σχέσεων. Μερικές από αυτές είναι απόρροια πρωτοβουλιών του Τούρκου πρωθυπουργού, ενώ άλλες γίνονται υπό την πίεση δικαστικών αποφάσεων ή αρνητικών σχολίων σε διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Πιο πρόσφατη από αυτές ήταν η χορήγηση τουρκικής υπηκοότητας σε μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξέλιξη που θα δώσει λύση στη διαφαινόμενη αδυναμία διαδοχής που θα αντιμετώπιζε μελλοντικά το Φανάρι, ενώ στις 3 Νοεμβρίου, το Δικαστήριο της Πριγκίπου ενέκρινε την επιστροφή του Ορφανοτροφείου στην κυριαρχία του Πατριαρχείου συμμορφούμενο με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Είχε προηγηθεί η απόφαση του Τούρκου πρωθυπουργού να επιτρέψει την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην Παναγία Σουμελά τον Δεκαπενταύγουστο.

Με αυτές τις διπλωματικές ενέργειες, ο κ. Ερντογάν εμφανίζεται ανεκτικός έναντι της Ορθοδοξίας και γενναιόδωρος έναντι της Ελλάδας, κυρίως σε επίπεδο συμβολισμού, καθώς δεν προβαίνει στην οποιαδήποτε παραχώρηση επί των ουσιαστικών διαφορών που χωρίζουν τις δύο χώρες. Ταυτόχρονα, επιχειρεί εν μέρει να απαντήσει και στις πολύχρονες πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. για τη διασφάλιση της θρησκευτικής ελευθερίας στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Στο ίδιο πνεύμα, των ανώδυνων κινήσεων στο «μέτωπο» των θρησκευτικών ελευθεριών που δυνητικά προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην ίδια την Τουρκία, εντάσσεται και η σκέψη περί επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία κυοφορείται εδώ και χρόνια, τον τελευταίο χρόνο με αισθητά μεγαλύτερη έμφαση.

Το Φανάρι και η Αθήνα διαπιστώνουν θετικές προθέσεις, αλλά η Σχολή δεν έχει ακόμη ανοίξει, παρά τις δραματικές εκκλήσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη, ο οποίος προ ολίγων μηνών διαβεβαίωσε για πολλοστή φορά ότι «όλα είναι έτοιμα για να λειτουργήσει ξανά η Σχολή και το μόνο που χρειάζεται είναι μια υπογραφή». Για να συμπληρώσει με τη νηφαλιότητα που τον διακρίνει: «Εμείς εμμένουμε και αναμένουμε...»

Πάντως, εκτιμάται ότι η ισχυροποίηση του Ταγίπ Ερντογάν μετά την υπερψήφιση της μεταρρύθμισης του Συντάγματος στο κρίσιμο δημοψήφισμα, που διεξήχθη στις 12 Σεπτεμβρίου, θα του επιτρέψει στο βραχυπρόθεσμο μέλλον να δώσει το πράσινο φως για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής.

Οι πιέσεις υπέρ της απρόσκοπτης λειτουργίας του Φαναρίου εντείνονται, καθώς προβάλλονται εκτενώς από κορυφαία αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Η απόφαση για τη χορήγηση τουρκικής υπηκοότητας σε μητροπολίτες δεν μπορεί να είναι άσχετη με την κριτική που ασκούν η Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες, αλλά και έγκυρα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ΗΠΑ, η φύση του προβλήματος είναι τέτοια που έχει κινήσει το ενδιαφέρον σημαντικών Αμερικανών δημοσιογράφων, ενώ στην ανάδειξή του έχει συμβάλλει και η έντονη ενεργοποίηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, η οποία θρησκευτικά υπάγεται στο Φανάρι.

Οι επικοινωνιακές κινήσεις του Τούρκου πρωθυπουργού δημιουργούν ταυτόχρονα το υπόβαθρο για να θέτει πιεστικά θέμα αμοιβαιότητας σε ό,τι αφορά τους μουσουλμάνους της Θράκης, αλλά και την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα. Σε ό,τι αφορά τη Θράκη, η Ελλάδα έχει ξεπεράσει τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει προχωρήσει σε σημαντικά βήματα, ανταποκρινόμενη στις υποχρεώσεις της ως ώριμης ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Αντίθετα, εκκρεμεί η δημιουργία τεμένους στην Αθήνα, η οποία έχει αποφασισθεί και έχει επανειλημμένα ανακοινωθεί, αλλά ακόμη δεν έχει υλοποιηθεί.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Οι Μουφτήδες και ο Πατριάρχης



Ηλίας Σταμπολιάδης
Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης


Διπλωματικότατος ο Τούρκος Πρωθυπουργός, στην ερώτηση εάν αποδέχεται την οικουμενικότητα του Ορθόδοξου Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, απάντησε ότι εφόσον οι προκάτοχοί του το έχουν αποδεχθεί δεν είναι αυτός που θα το απορρίψει. Εξηγώντας δε γιατί μετά από αυτό δεν αποδέχεται η Τουρκία την εκλογή του Πατριάρχη από την διεθνή Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά κρατά το δικαίωμα του διορισμού του και μάλιστα μεταξύ Τούρκων υπηκόων είπε ότι, το ίδιο κάνει και η Ελλάδα με το διορισμό του Μωαμεθανού Έλληνα Μουφτή. Εδώ ο Τούρκος Πρωθυπουργός συγκρίνει δύο θεσμούς που ο καθένας αντιπροσωπεύει διαφορετικό επίπεδο εξουσίας, εάν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο για θρησκευτικούς αρχηγούς.

Ο Μουφτής έχει τοπικό θρησκευτικό ρόλο που θα μπορούσε να συγκριθεί με τον τοπικό Επίσκοπο μιας περιοχής ή το πολύ τον Αρχιεπίσκοπο μίας χώρας. Επιπλέον ο Μουφτής έχει και δικαστική εξουσία στις διαφορές Μωαμεθανών πολιτών της περιοχής του. Επομένως ο Έλληνας Μουφτής ως θρησκευτικός ηγέτης των Ελλήνων Μωαμεθανών και μάλιστα με δικαστική εξουσία δεν θα μπορούσε να μην διορίζεται από τις Ελληνικές Αρχές.


Αντίθετα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν έχει μόνο το ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη των Τούρκων υπηκόων Χριστιανών αλλά εκπροσωπεί και όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ανά τον κόσμο όπως π.χ. ο Πάπας Ρώμης εκπροσωπεί τους Καθολικούς Χριστιανούς. Αυτή ακριβώς είναι και η έννοια της Οικουμενικότητας, την οποία ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογκάν είπε ότι αποδέχεται ερχόμενος σε αντίφαση όταν τη σύγκρινε με τον Μουφτή . Εξάλλου για τους Τούρκους η Οικουμενικότητα του Πατριάρχη, ως εκπροσώπου όλων των Χριστιανών ασχέτως εθνικότητας και όχι μόνο των Ελλήνων, απορρέει και από την πρακτική που εφάρμοζαν οι Σουλτάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι διοικούσαν και έλεγχαν τους υπηκόους της αυτοκρατορίας τους κατά θρησκείες και όχι κατά εθνότητες.

Είναι προφανές επομένως ότι ο ρόλος και ο χώρος επιρροής ενός Μουφτή έχει τοπικό εθνικό χαρακτήρα και είναι διαφορετικός από αυτόν του Πατριάρχη, που έχει Οικουμενικό, δηλαδή διεθνή χαρακτήρα. Αυτή η διαφορά θα μπορούσε να γίνει σαφέστερη εάν το Πατριαρχείο, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποφάσιζαν σε μία Πατριαρχική Σύνοδο (Εκκλησίες Κρήτης, Δυτ. Ευρώπης, Βαλτικών Χωρών, Αμερικής, Ωκεάνιας, Ασίας κ.λπ.) την ίδρυση Εθνικής Τούρκικης Αρχιεπισκοπής με Τούρκικη γλώσσα. Οι επίσκοποι αυτής να ορίζονται ή να χαίρουν της αποδοχής της Τουρκικής Κυβέρνησης έτσι ώστε να ξεχωρίσει η Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σε διαφορετικό επίπεδο ιεράρχησης. Η ίδια Σύνοδος να ορίσει τον τρόπο εκλογής του Οικουμενικού Πατριάρχη και τη γλώσσα λειτουργίας του θεσμού, η οποία θα πρέπει να είναι η Ελληνική, για τη συνέχεια του Πατριαρχείου, αλλά και ως η γλώσσα των Ευαγγελίων.

Αν και η πρόταση αυτή ενέχει την πιθανότητα εκλογής Πατριάρχη άλλης εθνικότητας από την Ελληνική αυτός πάντα θα μιλάει Ελληνικά και με τον τρόπο αυτό θα αποδεικνύει την Οικουμενικότητα του και τον υπερεθνικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου αλλά και του Χριστιανισμού. Φυσικά το κοσμικό κράτος που θα τον φιλοξενεί θα απολαμβάνει τα σχετικά διεθνή εύσχημα της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο έδαφος του, παρά τις τυχόν αντιδράσεις ορισμένων μη Χριστιανών υπηκόων του. Οι τελευταίοι δεν θα έχουν τόσο ισχυρά κίνητρα για την απόρριψη μίας Τούρκικης Χριστιανικής Εκκλησίας ούτε για την απόρριψη ενός μη ελεγχόμενου από την Τουρκία Οικουμενικού Πατριαρχείου που δεν θα έχει πλέον τον χαρακτήρα του Ελληνικού, πράγμα που αποτελεί και το κόκκινο πανί των Μωαμεθανών φουνταμενταλιστών. Ας μη μας διαφεύγει ότι μετά την Αλεξανδρινή περίοδο και μέχρι την άλωση της Πόλης οι Έλληνες δεν συμμετείχαν στην διαμόρφωση της ιστορίας με το όνομα τους αλλά με τη γλώσσα τους, τη νέα Χριστιανική θρησκεία τους και τον πολιτισμό τους. Παράδειγμα ο Ιουστινιανός αλλά και ο Παλαιολόγος, οι οποίοι αν και ονομαζόταν Ρωμαίοι Αυτοκράτορες εντούτοις μιλούσαν Ελληνικά.

Θα μου πείτε μπορούν οι Νεοέλληνες να αναλάβουν ένα τέτοιο επιχείρημα με όλα τα ρίσκα που μπορεί να περιέχει μέχρι την επίτευξη του στόχου και την απαλλαγή από την αλλοτρίωση; Η απάντηση είναι μία, ένα ασφαλές έθνος είναι ένα νεκρό έθνος.

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Οικουμενικό Πατριαρχείο και Χάλκη



Αν και ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου έσπευσε να επισημάνει ότι το θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως και αυτό της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης δεν είναι διμερή, αλλά θέματα τήρησης των κανόνων διεθνούς δικαίου από κάθε χώρα, και τα δύο ζητήματα συζητήθηκαν. Ο κ. Παπανδρέου χαρακτήρισε «όφελος» για την Τουρκία το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ υπεραμύνθηκε των πρωτοβουλιών του για τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας. Ο κ. Ερντογάν ζήτησε μεν αναγνώριση του εκλεγμένου μουφτή, στις δηλώσεις του όμως αναφέρθηκε σε «μουσουλμανική μειονότητα», αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει τον όρο «τουρκική». Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δήλωσε ότι η Οικουμενικότητα του Πατριάρχη δεν τον ενοχλεί.


Για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη δέσμευση. Ο Τούρκος πρωθυπουργός περιορίσtηκε σε μια γενική αναφορά ότι αναμένει θετικά αποτελέσματα. Τα «δώρα» που αντάλλαξαν οι ηγέτες των δύο χωρών ήταν άλλα. Ο κ. Ερντογάν ανακοίνωσε ότι το Ορφανοτροφείο της Πριγκίπου θα αποδοθεί σύντομα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μόλις δημοσιευθεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Εξέφρασε παράλληλα την επιθυμία να δει το Φετιγιέ Τζαμί στην Αθήνα να αναπαλαιώνεται. Αμεση ήταν η «απάντηση» του κ. Παπανδρέου, ο οποίος, δηλώνοντας ότι έχει ένα δώρο για τον κ. Ερντογάν, ανακοίνωσε την απόφαση για έναρξη εργασιών αποκατάστασης του Φετιγιέ.

http://news.kathimerini.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Τουρκικοί επικοινωνιακοί ελιγμοί με τον Πατριάρχη


Χρήστος Ιακώβου


Τις τελευταίες μέρες άρχισε να πλασάρεται στον τουρκικό Τύπο η ιδέα ότι θα πρέπει ο πρωθυπουργός Ερντογάν να συνοδεύεται κατά το επικείμενο ταξίδι του στην Αθήνα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Αν και τίποτα μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί, ελπίζουμε ότι ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας δεν θα υποπέσει στο σοβαρό σφάλμα να μετατραπεί σε υποκείμενο επικοινωνιακής και πολιτικής εκμετάλλευσης από τον Ερντογάν. Αν αυτό το ενδεχόμενο μετατραπεί σε γεγονός, τότε ο Τούρκος πρωθυπουργός θα αποκομίσει δύο πλεονεκτήματα: πρώτον, θα καταφέρει να εκπέμψει προς την ΕΕ την εικόνα κράτους που σέβεται τον πλουραλισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα και, δεύτερον, θα νομιμοποιηθεί σε αυτό που πιθανότατα προτίθεται να πράξει, δηλαδή, να θέσει σκληρά αιτήματα έναντι της Ελλάδος για τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης.
Η ανώτερη ιεραρχία της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του Οικουμενικού Πατριάρχη, είχαν ταχθεί υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ με το σκεπτικό ότι η ΕΕ θα ανάγκαζε την Τουρκία να εκσυγχρονίσει το πολιτικό της σύστημα, μια αλλαγή η οποία θα απέβαινε επωφελής για το μέλλον της μειονότητας και του Πατριαρχείου.



Παρά τα τέσσερα χρόνια ενταξιακού διαλόγου, δεν υπάρχει σήμερα κάτι το αισιόδοξο για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Φθίνει διαρκώς και υπολογίζεται ότι έχουν απομείνει περίπου 1.000-1.200 άτομα. Τα σχολεία έχουν περίπου 240 μαθητές και στις δώδεκα τάξεις, από τους οποίους σχεδόν το ένα τρίτο είναι παιδιά χριστιανών Αράβων και όχι Ελλήνων.
Επιπλέον, μη ικανοποιητική είναι και η κατάσταση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διεθνώς, ο Πατριάρχης τυγχάνει σεβασμού ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200 εκατομμυρίων Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο, δηλαδή, ως «πρώτος μεταξύ ίσων» των πέντε παραδοσιακών πατριαρχών των ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Για τη νομοθεσία της Τουρκίας, όμως, είναι απλώς ο θρησκευτικός ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα, κάτι που είναι άγνωστο στους πλείστους εκτός Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό καθεστώς και, επομένως, ιδιοκτησία. Μπορεί η Τουρκία να εκλαμβάνει και να αντιμετωπίζει, εκ των πραγμάτων, το Πατριαρχείο ως τουρκικό ίδρυμα, το Πατριαρχείο, όμως, απαιτεί και διεκδικεί ένα ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση και, παράλληλα, να το προστατεύει από τις επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής πολιτικής, την οποία τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν πληρώσει τραγικά και ακριβά.
'Αλλες ολοφάνερες παραβάσεις διεθνών κανόνων έχουν να κάνουν με την τεράστια περιουσία των μειονοτικών ιδρυμάτων στην επικράτεια της Κωνσταντινούπολης. Με μία απόφαση του Συμβουλίου του Κράτους το 1974, το τουρκικό κράτος μπόρεσε να κατάσχει όλη την περιουσία που δεν είχε δηλωθεί από τα μειονοτικά ιδρύματα κατά την καταγραφή του 1936. Με βάση την απόφαση του 1974, ό,τι έχει αποκτηθεί μετά το 1936 από τα ιδρύματα μέσω δωρεών ή αγορών θεωρείται παράνομο, αφού τα ελληνικά, όπως και τα αρμενικά μειονοτικά ιδρύματα θεωρήθηκαν «αλλοδαπά», άρα δεν ήταν κατοχυρωμένα νομικώς να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Τουρκία. Έτσι, κάνοντας χρήση αυτής της απόφασης, το τουρκικό κράτος ανάγκασε το Πατριαρχείο να επιστρέψει τα ακίνητα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, όπως συνέβαινε στις πλείστες των περιπτώσεων, η ακίνητη περιουσία περιήρχετο στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους. Με αυτή τη διαδικασία τα τελευταία 35 χρόνια μεγάλος αριθμός υποθέσεων κατέληγε στα δικαστήρια και με συνοπτικές διαδικασίες ένα σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατασχέθηκε.
Το τουρκικό κράτος φροντίζει επιμελώς να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, με το να αρνείται να χορηγήσει πιστοποιητικά κληρονομιάς σε Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη που ζουν στο εξωτερικό, ευελπιστώντας ότι αργά ή γρήγορα η περιουσία τους θα περιέλθει «νόμιμα» στην κυριότητα του τουρκικού κράτους.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν προσμετρήσει κάποιος και τα δύο άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με το Πατριαρχείο. Το πρώτο αφορά στους περιορισμούς που θέτει η Τουρκία για τον κλήρο του Πατριαρχείου κάτι που ενδέχεται να δυσχεράνει σημαντικά τη στελέχωση αυτού του αρχαιότερου σήμερα θεσμού των Βαλκανίων στην επόμενη γενιά. Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν επίσκοποι ή πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Το δεύτερο αφορά στο (από το 1971) κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο τον εκπαίδευση νέου κλήρου που θα στελεχώσει στο μέλλον το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η ευδιάκριτη διαπίστωση που μπορεί κάποιος να κάνει μέσα από αυτά τα δεδομένα είναι ότι η Τουρκία συνεχίζει την ευρωπαϊκή της πορεία ενώ οι μεγάλες προσδοκίες για παράλληλη βελτίωση της κατάστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξελίσσονται σε φρούδες ελπίδες. Αυτή την πραγματικότητα δεν θα πρέπει να την αγνοήσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε περίπτωση που του ζητηθεί από τον Τούρκο πρωθυπουργό να τον συνοδεύσει κατά το επίσημο ταξίδι του στην Αθήνα.

www.geopolitics-gr.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Η τραγική απόγνωση του Πατριάρχη


Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών


Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ, ο Οικουμενικός Πατριάρχης προέβη σε κάποια δήλωση μιλώντας σε μια από τις πιο δημοφιλείς εκπομπές της χώρας. Η δήλωση αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από την Τουρκική κυβέρνηση και τα Τουρκικά ΜΜΕ, αφού την θεώρησαν ως ζημιογόνα και αμαυρωτική για την εικόνα που θέλει να εκπέμπει, ειδικά αυτήν την περίοδο, η Τουρκική κυβέρνηση στον Δυτικό κόσμο.

Η δήλωση του Πατριάρχη έχει ως εξής: «Το παλαιότερο μοναστήρι του κόσμου βρίσκεται στην Αίγυπτο, στην έρημο του Σινά. Εκεί υπάρχει μια επιστολή, που έγραψε ο Μωάμεθ απευθυνόμενος στους Μουσουλμάνους. Ο Προφήτης διατάσσει τους πιστούς να προστατεύσουν τους Χριστιανούς του μοναστηριού και να σέβονται την πίστη τους σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια ειρωνεία. Επισκέφθηκα πολλές φορές τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, αλλά δεν έτυχα βοήθειας. Τα εδάφη αυτά εδώ είναι για μας ιερά όσο η Ιερουσαλήμ. Αν και καμιά φορά σταυρωνόμαστε, προτιμούμε να παραμείνουμε εδώ».

Τι είπε και τι ζήτησε ουσιαστικά ο Πατριάρχης με αυτή τη δήλωση; «Η Θεολογική Σχολή ετοίμασε ανθρώπους, που εισηγούνταν την ειρήνη, την ενότητα και την αγάπη. Τώρα δεν δίνεται η δυνατότητα αυτή. Προβάλλεται το ανθρώπινο γόητρο. Επισκέφθηκα τον πρωθυπουργό Ερντογάν και του διατύπωσα τα προβλήματά μας και του είπα “γιατί”; Του ζήτησα βοήθεια, αλλά δεν πήρα απάντηση».

Αυτό που είπε ο Πατριάρχης ήταν το αυτονόητο και η αποτύπωση της πραγματικότητας με απλά λόγια. Η δυσανάλογη, σε ένταση και έκταση, αντίδραση των Τούρκων αποτυπώνει μία άλλη διάσταση, αυτήν της απογοήτευσης από τις φρούδες ελπίδες που καλλιέργησε σε πολλούς που ευαγγελίζοντο τον «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας μέσα από την ενταξιακή της πορεία.




Διεθνώς, ο Πατριάρχης τυγχάνει σεβασμού ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200 εκατομμυρίων Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο, δηλαδή ως «πρώτος μεταξύ ίσων» των πέντε παραδοσιακών Πατριαρχών των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Για την νομοθεσία της Τουρκίας, όμως, είναι απλώς ο θρησκευτικός ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα, κάτι που είναι άγνωστο στους πλείστους εκτός Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό καθεστώς και επομένως και ιδιοκτησία. Μπορεί η Τουρκία να εκλαμβάνει και να αντιμετωπίζει, εκ των πραγμάτων, το Πατριαρχείο ως τουρκικό ίδρυμα, το Πατριαρχείο, όμως, απαιτεί και διεκδικεί ένα ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση, και παράλληλα να το προστατεύει από τις επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής πολιτικής, την οποία τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν πληρώσει τραγικά και ακριβά. Γι’ αυτό και η Τουρκία αντέδρασε στις δηλώσεις αφού αυτές κατέδειξαν τη διάσταση του Πατριαρχείου που δεν θέλει να αναγνωρίσει η Τουρκία.

Η Τουρκία συστηματικά παραβιάζει διεθνείς κανόνες που έχουν να κάνουν με την τεράστια περιουσία των μειονοτικών ιδρυμάτων στην επικράτεια της Κωνσταντινούπολης. Με μία απόφαση του Συμβουλίου του Κράτους το 1974, το Τουρκικό κράτος μπόρεσε να κατάσχει όλη την περιουσία που δεν είχε δηλωθεί από τα μειονοτικά ιδρύματα κατά την καταγραφή του 1936. Με βάση το την απόφαση του 1974, ό,τι έχει αποκτηθεί μετά το 1936 από τα ιδρύματα, μέσω δωρεών ή αγορών, θεωρείται παράνομο, αφού τα Ελληνικά, όπως και τα Αρμενικά μειονοτικά ιδρύματα θεωρήθηκαν «αλλοδαπά» άρα δεν ήταν κατοχυρωμένα νομικώς να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Τουρκία. Έτσι, κάνοντας χρήση αυτής της απόφασης, το Τουρκικό κράτος ανάγκασε το Πατριαρχείο να επιστρέψει τα ακίνητα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, όπως συνέβαινε στις πλείστες των περιπτώσεων, η ακίνητη περιουσία περιήρχετο στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους. Με αυτή τη διαδικασία τα τελευταία 35 χρόνια, μεγάλος αριθμός υποθέσεων κατέληγε στα δικαστήρια και με συνοπτικές διαδικασίες ένα σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατασχέθηκε.

Το Τουρκικό κράτος φροντίζει επιμελώς να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, με το να αρνείται να χορηγήσει πιστοποιητικά κληρονομιάς σε Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη που ζουν στο εξωτερικό, ευελπιστώντας ότι αργά ή γρήγορα η περιουσία τους θα περιέλθει «νόμιμα» στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν προσμετρήσει κάποιος και τα δύο άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με το Πατριαρχείο. Το πρώτο αφορά στους περιορισμούς που θέτει η Τουρκία για το κλήρο του Πατριαρχείου κάτι που ενδέχεται να δυσχεράνει σημαντικά τη στελέχωση αυτού του αρχαιότερου σήμερα θεσμού των Βαλκανίων στην επόμενη γενιά. Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Το δεύτερο αφορά στο, από το 1971 κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την εκπαίδευση νέου κλήρου που θα στελεχώσει στο μέλλον το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η ευδιάκριτη διαπίστωση που μπορεί κάποιος να κάνει μέσα από το γεγονός που προέκυψε είναι ότι η κραυγή απόγνωσης του Οικουμενικού Πατριάρχη συνδέεται με την υπαρξιακή αγωνία για το μέλλον του Πατριαρχείου και ταυτόχρονα υπομιμνήσκει το αυτονόητο ότι δηλαδή η Τουρκία συνεχίζει την Ευρωπαϊκή της πορεία ενώ οι μεγάλες προσδοκίες για παράλληλη βελτίωση της κατάστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξελίσσονται σε φρούδες ελπίδες.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Ο Πατριάρχης και ο Μέγας Μάγιστρος


του Μάριου Ευρυβιάδη

Η δήλωση του Οικουμενικού Πατριάρχη σε μια τηλεοπτική εκπομπή στις ΗΠΑ, από τις δημοφιλέστερες με δεκάδες εκατομμύρια τηλεθεατές, ότι το τουρκικό καθεστώς τον «σταυρώνει» και ότι αυτός και το λιγοστό ποίμνιό του είναι πολίτες «δεύτερης κατηγορίας», προκάλεσε αμηχανία όσο και οργισμένες αντιδράσεις στην Τουρκία.
Εγώ θα περιορισθώ σε αυτές του Μέγα Μάγιστρου της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, του γνωστού μας Αχμέτ Νταβούτογλου. Ο Τούρκος αξιωματούχος χαρακτήρισε «ατυχείς» τις δηλώσεις στου Πατριάρχη. Είπε ότι θέλει να πιστεύει ότι έγιναν «εκ παραδρομής», ότι δεν συνάδουν με την «προσωπικότητα» του Βαρθολομαίου και ότι, και αυτή είναι η ουσία, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντίθετα μάλιστα, η Τουρκία, κατά τον Νταβούτογλου είναι κράτος δικαίου, δεν κάνει διακρίσεις έναντι των Τούρκων πολιτών και ότι «στην ιστορία μας και στα δικά μας έθιμα δεν υπήρξε σταύρωση, ούτε θα υπάρξει». Εδώ αξίζει και έχει σημασία να ανατρέξουμε και στις πρόσφατες δηλώσεις του ομοϊδεάτη του Ισλαμιστή Πρωθυπουργού Ερτογάν, ότι οι Μουσουλμάνοι εκ πίστεώς τους δεν διενεργούν σφαγές και γενοκτονίες.
Για τους μη Τούρκους και μη μουσουλμάνους προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα. Μα είναι δυνατόν να λένε και να πιστεύουν αυτά τα πράγματα; Που βρίσκονται; Σε ποιον κόσμο ζούν; Ας περιορισθούμε στην σύγχρονη Τουρκία. Την διαφημίζουν ως κοσμικό κράτος αλλά και με έναν πληθυσμό που ασπάζεται κατά 99% τον μουσουλμανισμό. Πως όμως έγινε η σύγχρονη Τουρκία 99% μουσουλμανική, όταν στις αρχές του 20ου αιώνα η Μικρά Ασία είχε έναν πληθυσμό 13 περίπου εκατομμυρίων από τα οποία τουλάχιστον τα 5 εκατομμύρια ήταν μη Τούρκοι και μη μουσουλμάνοι; Τι έπαθα και που πήγαν οι άνθρωποι αυτοί που ξεπερνούσαν το 40% του πληθυσμού;



Ένας Πρωθυπουργός και ένας Υπουργός Εξωτερικών μιας χώρας δεν μπορεί να είναι τόσο «άσχετοι» και να λειτουργούν τόσο εξωπραγματικά σε σχέση με τα πολύ πρόσφατα γεγονότα. Είναι δυνατόν, διερωτάται κανείς, να μην γνωρίζει ο κ. Νταβούτογλου ότι ο δρόμος μπροστά στο Φανάρι που βρίσκεται ο Πατριαρχικός Οίκος ονομάζεται «Σατρατζάμ Αλί Πασά» πρις τιμήν του Οθωμανού αξιωματούχου που διέταξε τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε; Έπρεπε δηλαδή να τον είχαν σταυρώσει τον Γρηγόριο ώστε η εκτέλεσή του να μην συγκρούεται με την ιστορία και τα «έθιμα» του Νταβούτογλου;
Κάτι άλλο προφανώς πρέπει να συμβαίνει και συμβαίνει. Είναι κάτι που εμείς οι μη μουσουλμάνοι δεν κατανοούμε για μια σειρά από λόγους ένας εκ των οποίων άλλα όχι μοναδικός, είναι ότι δεν γνωρίζουμε, δεν καταλαβαίνουμε και ακόμα χειρότερα, δεν θέλουμε να μάθουμε ούτε και να παραδεχθούμε τι είναι η μουσουλμανική θρησκεία, τι πρεσβεύει, τι απαιτεί και επιβάλλει στους πιστούς και πως αντιλαμβάνεται και συμπεριφέρεται προς τους μη μουσουλμάνους – τους καφούρ- τους άπιστους.
Σε σύγκριση με τον χριστιανισμό – δεν μιλάω για την Παλαιά αλλά για την Καινή Διαθήκη – το Ισλάμ δεν είναι θρησκεία αγάπης και ανοχής. Αντίθετα. Και για να προκαταλάβω τον «πολιτικά ορθό λόγο» που κυριαρχεί στην εποχή μας, εννοώ τα διδάγματα του Χριστού συγκρινόμενα με τα διδάγματα του Μωάμεθ. Διότι στο τέλος της ημέρας έχουμε δυο σημεία αναφοράς . Το ένα είναι ο λόγος του Χριστού. Το άλλο δεν είναι ακριβώς ο λόγος του Μωάμεθ, αλλά ο λόγος του Θεού μέσω του Μωάμεθ. Το Κοράνι κατά το Ισλάμ είναι «θεόπνευστο» και ο τελευταίος λόγος του Θεού. Τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Χριστού δηλαδή, τα έγραψαν άνθρωποι, αφορούν σε έναν προφήτη αλλά ο λόγος του προφήτη αυτού, που οι Μουσουλμάνοι παραδέχονται, είναι ημιτελής και ελλιπής. Η αλήθεια του Θεού είναι η αλήθεια του Ισλάμ. Είναι η αλήθεια των μουσουλμάνων. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε παρακατιανοί, είμαστε δεύτερης και τρίτης τάξης άνθρωποι.
Δεν θέλω να υπεισέλθω σε θεολογικά ζητήματα. Αλλά από την ισλαμική θεολογία και θεώρηση προκύπτουν κάποια πολύ πρακτικά και σημαντικά πολιτικά θέματα, άμεσα σχετικά με τον Πατριάρχη, τον Νταβούτογλου, και ναι, με το Κυπριακό αν θέλετε και ποια λύση πρέπει να προσλάβει το ζήτημα αυτό.
Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος και πρακτικός. Κατά την ισλαμική θεώρηση όλοι επιβάλλεται και πρέπει να γίνουμε μουσουλμάνοι. Και είναι ιερό καθήκον του κάθε μουσουλμάνου να μας εξισλαμίσει και του κάθε Ghazy ή πολεμιστή της πίστης να το κάνει με την βία, εάν δεν είμαστε «πρόθυμοι» να αλλαξοπιστήσουμε.
Επειδή ο μωαμεθανισμός αποδέχεται τον Αβράαμ ως Πατριάρχη όλων, αποδέχεται τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό (και τον ζωροαστρισμό). Δείχνει μια «ανοχή» προς τους πιστούς των θρησκειών αυτών. Είναι, λέει το Κοράνι, εβραίοι, χριστιανοί και ζωροάστρες «οι λαοί της Βίβλου», προπομποί του Ισλάμ. Και τους διαφοροποιεί από τους υπολοίπους μη μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Να εξισλαμίζονται ή αποκεφαλίζονται. Στους «λαούς της Βίβλου» παρέχεται μια επιλογή. Να μην εξισλαμισθούν, να δικαιούνται να ασκούν την θρησκεία τους και να «προστατεύονται» από το κυρίαρχο πλέον Ισλάμ, αλλά υπό όρους υποτέλειας. Οι όροι αυτοί είναι πολύ συγκεκριμένοι. Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της υποτέλειας είναι αυτό που οι χριστιανοί ονομάζουν ραγιαδισμός και οι Εβραίοι dhimmitude (από το αραβικό dhimma που σημαίνει προστασία υπό όρους). Αυτό συνεπάγεται πρωτίστως την πληρωμή φόρου (jizya), του γνωστού «κεφαλικού φόρου» που ονομάστηκε έτσι διότι με ένα λουρί μετρούσαν τον λαιμό και το κεφάλι των αρρένων για να διαπιστωθεί αν είχαν περάσει τα 14 έτη για να φορολογούνται. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ραγιάς ή dhimmi σήμαινε την απουσία κάθε μορφής αξιοπρέπειας έναντι των μουσουλμάνων, σήμαινε απόλυτη αυθαιρεσία σήμαινε δούλευση, σήμαινε surgun (μαζικές μετακινήσεις / εξορία), σήμαινε devshirme (παιδομάζωμα / γενιτσαρισμό), σήμαινε εκπόρνευση στα χαρέμια και στις αγορές, σήμαινε ότι ο μουσουλμάνος είχε πάντα δίκαιο και ότι μπορούσε να λειτουργεί και να ζεί ληστρικά έναντι των ραγιάδων και των dhimmis.

Τώρα εάν τα παραπάνω παντρευτούν με τον εγγενή ρατσισμό του τουρκισμού και του κεμαλισμού αυτά δηλαδή που εκπροσωπεί σήμερα ο Μέγας Μάγιστρος Νταβούτογλου, τότε οι αντιδράσεις του τελευταίου και των ομοϊδεατών του έναντι του Πατριάρχη ίσως μας γίνουν κατανοητές. Ο Πατριάρχης, στην απόγνωσή του, τόλμησε να παραβιάσει την dhimma και την ανοχή που του επιδεικνύει τόσο μεγαλόψυχα το τουρκικό κράτος. Τόλμησε να «χαλάσει» την εικόνα της τουρκικής ιστοριογραφίας και τα «έθιμα» του Νταβούτογλου.

Υ.Γ.: Και κάτι ακόμη. Επειδή τα τελευταία χρόνια ο αντισημιτισμός έχει εκτιναχθεί στα ύψη στην Τουρκία και επειδή το γεγονός αυτό έχει ακυρώσει μια «άγραφη συμφωνία» μεταξύ των κρατών της Τουρκίας και του Ισραήλ, ένα τουλάχιστον μέρος των διανοούμενων εβραϊκής καταγωγής έχει βγάλει τα γάντια. Ως αποτέλεσμα άρχισε η επιστημονική αποδόμηση ενός περίτεχνου μύθου, που οικοδομήθηκε για εργαλειακούς λόγους από παλιές γενιές Εβραίων μελετητών (με πιο επιφανή και συνεχιστή σήμερα τον πολύ γνωστό τουρκολόγο Bernard Lewis, και ο οποίος θέλει την Οθωμανική και σύγχρονη Τουρκία ως «παράδεισο» ανοχής θρησκευτικών μειονοτήτων και κυρίως των Εβραίων. Οι ενδιαφερόμενοι μπορεί, ως αρχή να ανατρέξουν στους : Joseph Hacker στο συλλογικό έργο Ottoman and Turkish Jewery (1992), Bat Ye’or The Dhimmi: Jews and Christians under Islam (1985) και τα δύο πολύ πρόσφατα έργα του Andrew G. Bostom, The Legacy of Jihad:: Islamic Holy War and the Fate of Non-Muslims (2005), και The Legacy of Islamic Anti-Semitism (2008)

Πηγή http://infognomonpolitics.blogspot.com/

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Το όραμα του Πατριάρχη των πέντε φάσεων


Tercüman
(23/12/2009)

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει στο μυαλό του ένα σχέδιο, βάσει του οποίου προσδοκία του είναι να καταργήσει το καθεστώς που του παρέχει η συνθήκη της Λωζάνης, να γίνει Οικουμενικός και να δημιουργήσει στην Κων/πολη ένα Βατικανό.

Ιδού οι φάσεις που έχει κατά νου ο Πατριάρχης:

1. Να απαλλαγεί από την ‘κηδεμονία’ και την παρεμπόδιση των νόμων της Τουρκικής Δημοκρατίας και να εξασφαλίσει την οικουμενικότητα.
2. Να δημιουργήσει ξανά εντός των τειχών της Κων/πολης την παλιά Κων/πολη υπό την σφραγίδα της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου.
3. Να ανοίξουν όλες οι χριστιανικές χώρες, που έχουν Πρεσβείες στην Άγκυρα, «Θρησκευτικά Γραφεία» γύρω από το Πατριαρχείο.
4. Η ιστορική εντός των τειχών Κων/πολη να μετατραπεί σε «Ανοικτή Πόλη» και να τεθεί υπό συζήτηση η κυριαρχία της Τουρκίας.
5. Στην πέμπτη φάση θα συσταθεί το ‘Βατικανό’ και υπό την πρωτοπορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα ιδρυθεί και πάλι το Βυζάντιο.




Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Το Πατριαρχείο του Φαναρίου δεν είναι οικουμενικό


Sabah
(22/12/2009)

Ο καθηγητής Ιστορίας Χαλίλ Ιναλτζίκ, μετά από τις δηλώσεις του Πατριάρχη “Φαναρίου” «αν και κατά καιρούς σταυρωνόμαστε, παραμένουμε εδώ», προέβη σε δήλωση στην Sabah. Ο Ιναλτζίκ αναφέρθηκε στο πραγματικό καθεστώς του Πατριαρχείου επί οθωμανικής αυτοκρατορίας και, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, «στις αντίθετες με την ιστορία και τη Συνθήκη της Λωζάνης δραστηριότητες του Πατριάρχη».

Ο Ιναλτζίκ είπε ότι κατά την οθωμανική περίοδο ο Σουλτάνος, ο οποίος είχε εκατομμύρια Ορθόδοξους υπηκόους στην Κων/πολη και στα Βαλκάνια, είχε δώσει στον Πατριάρχη ένα έγγραφο δικαιοδοσίας που τον αναγνώριζε ως θρησκευτικό ηγέτη της κοινότητας μόνο για θρησκευτικές πράξεις, όπως οι γάμοι, οι κληρονομιές κτλ.

Σύμφωνα με τον Ιναλτζίκ, «με αυτό το έγγραφο, που δόθηκε από τον Πορθητή, η εξουσία του Πατριάρχη ίσχυε μόνο για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Πατριαρχείο δεν ήταν μια Αρχή που εκπροσωπούσε τους Ορθοδόξους όλου του κόσμου. Ο Πατριάρχης ήταν ένας θρησκευτικός παράγοντας και υπάλληλος μέσα στο κράτος, ο οποίος διορίστηκε με ένα έγγραφο δικαιοδοσίας από το Σουλτάνο. Κάθε εξουσία, διοικητική και πολιτική, για τον ρωμαίικο λαό ήταν του Σουλτάνου.



Ο Πατριάρχης έχει το θράσος να λέει ότι δεν θα ενταχθούμε στην Ε.Ε., στην περίπτωση που δεν επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή. Τα μεγάλα κράτη έχουν την τάση να χρησιμοποιούν ως διπλωματικό μέσο τέτοιου είδους ισχυρισμούς στις σχέσεις τους με την Τουρκική Δημοκρατία και αυτό, επειδή μια ισχυρή Τουρκία μπορεί να χαλάσει τα παιγνίδια των κρατών αυτών στη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να διατηρείται ως αδύναμη και εξαρτημένη. Θεωρώ καθήκον μου ως Ιστορικού να αναφέρω αυτό στην τουρκική κοινή γνώμη».

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Η Τουρκία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ΕΕ


Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής Κυπριακού Κέντρου Μελετών


Η ανώτερη ιεραρχία της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, συμπεριλαμβανομένου και του οικουμενικού Πατριάρχη, είχαν ταχθεί υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ με το σκεπτικό ότι η ΕΕ θα ανάγκαζε την Τουρκία να εκσυγχρονίσει το πολιτικό της σύστημα, μια αλλαγή η οποία θα απέβαινε επωφελής για το μέλλον της μειονότητας και του Πατριαρχείου.

Παρά τα τέσσερα χρόνια ενταξιακού διαλόγου, δεν υπάρχει σήμερα κάτι το αισιόδοξο για τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Φθίνει διαρκώς και υπολογίζεται ότι έχουν απομείνει περίπου 1.000-1.200 άτομα. Τα σχολεία έχουν περίπου 240 μαθητές και στις δώδεκα τάξεις, από τους οποίους σχεδόν το ένα τρίτο είναι παιδιά Χριστιανών Αράβων και όχι Ελλήνων.

Επιπλέον, μη ικανοποιητική είναι και η κατάσταση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διεθνώς, ο Πατριάρχης τυγχάνει σεβασμού ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200 εκατομμυρίων Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο δηλαδή ως «πρώτος μεταξύ ίσων» των πέντε παραδοσιακών Πατριαρχών των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Για την νομοθεσία της Τουρκίας, όμως, είναι απλώς ο θρησκευτικός ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα, κάτι που είναι άγνωστο στους πλείστους εκτός Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό καθεστώς και επομένως και ιδιοκτησία. Μπορεί η Τουρκία να εκλαμβάνει και να αντιμετωπίζει, εκ των πραγμάτων, το Πατριαρχείο ως τουρκικό ίδρυμα, το Πατριαρχείο, όμως, απαιτεί και διεκδικεί ένα ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση, και παράλληλα να το προστατεύει από τις επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής πολιτικής, την οποία τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν πληρώσει τραγικά και ακριβά.

Άλλες ολοφάνερες παραβάσεις διεθνών κανόνων έχουν να κάνουν με την τεράστια περιουσία των μειονοτικών ιδρυμάτων στην επικράτεια της Κωνσταντινούπολης. Με μία απόφαση του Συμβουλίου του Κράτους το 1974, το Τουρκικό κράτος μπόρεσε να κατάσχει όλη την περιουσία που δεν είχε δηλωθεί από τα μειονοτικά ιδρύματα κατά την καταγραφή του 1936. Με βάση το την απόφαση του 1974, ό,τι έχει αποκτηθεί μετά το 1936 από τα ιδρύματα, μέσω δωρεών ή αγορών, θεωρείται παράνομο, αφού τα Ελληνικά, όπως και τα Αρμενικά μειονοτικά ιδρύματα θεωρήθηκαν «αλλοδαπά» άρα δεν ήταν κατοχυρωμένα νομικώς να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Τουρκία. Έτσι, κάνοντας χρήση αυτής της απόφασης, το Τουρκικό κράτος ανάγκασε το Πατριαρχείο να επιστρέψει τα ακίνητα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, όπως συνέβαινε στις πλείστες των περιπτώσεων, η ακίνητη περιουσία περιήρχετο στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους. Με αυτή τη διαδικασία τα τελευταία 35 χρόνια, μεγάλος αριθμός υποθέσεων κατέληγε στα δικαστήρια και με συνοπτικές διαδικασίες ένα σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατασχέθηκε.

Το Τουρκικό κράτος φροντίζει επιμελώς να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, με το να αρνείται να χορηγήσει πιστοποιητικά κληρονομιάς σε Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη που ζουν στο εξωτερικό, ευελπιστώντας ότι αργά ή γρήγορα η περιουσία τους θα περιέλθει «νόμιμα» στην κυριότητα του Τουρκικού κράτους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν προσμετρήσει κάποιος και τα δύο άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με το Πατριαρχείο. Το πρώτο αφορά στους περιορισμούς που θέτει η Τουρκία για το κλήρο του Πατριαρχείου κάτι που ενδέχεται να δυσχεράνει σημαντικά τη στελέχωση αυτού του αρχαιότερου σήμερα θεσμού των Βαλκανίων στην επόμενη γενιά. Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη. Το δεύτερο αφορά στο, από το 1971 κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο τον εκπαίδευση νέου κλήρου που θα στελεχώσει στο μέλλον το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η ευδιάκριτη διαπίστωση που μπορεί κάποιος να κάνει μέσα από αυτά τα δεδομένα είναι ότι η Τουρκία συνεχίζει την Ευρωπαϊκή της πορεία ενώ οι μεγάλες προσδοκίες για παράλληλη βελτίωση της κατάστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξελίσσονται σε φρούδες ελπίδες. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Ανταλλάγματα για τη λειτουργία της Χάλκης ζήτησε ο Μπ.Ομπάμα από τον κ. Βαρθολομαίο


Αξιώσεις για τη Θράκη http://www.tanea.gr/default.asp?pid=41&nid=1004335

Τις αξιώσεις της Τουρκίας να δώσει η Αθήνα ανταλλάγματα σε σχέση με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, προκειμένου να επιτραπεί η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, φέρεται να μετέφερε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ο Μπαράκ Ομπάμα.

Σύμφωνα με πληροφορίες των Νέων, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι το ζήτημα του έθεσε ο Τούρκος πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ κατά τη συνάντησή τους στην Αγκυρα. 

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, έφερε τον κ. Βαρθολομαίο σε δύσκολη θέση, καθώς «ξαφνικά βρέθηκε απολογούμενος εκ μέρους της Αθήνας, να υπογραμμίζει ότι το Πατριαρχείο είναι ξεχωριστό θέμα και σε καμιά περίπτωση δεν συνδέεται με το ζήτημα της μειονότητας στη Θράκη». 

Η Τουρκία, στη λογική της «αμοιβαιότητας», θέτει ως προϋπόθεση για το άνοιγμα της Χάλκης, αντίστοιχες κινήσεις της Αθήνας για την εκπαίδευση της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη που συνδέονται, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, με την απαίτησή της για τη λειτουργία περισσότερων μειονοτικών σχολείων. 

Παράλληλα, η Αγκυρα συνδέει το σύστημα ανάδειξης νέων ιερωμένων στη δομή του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την ικανοποίηση της διεκδίκησής της για εκλογή των μουφτήδων στην Ξάνθη και την Κομοτηνή. 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη φορά που το θέμα τέθηκε επί τάπητος επί της αμερικανικής κυβέρνησης ήταν στη συνάντηση που είχε στην Ουάσιγκτον η Χίλαρι Κλίντον με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο. Όταν ο κ. Δημήτριος μίλησε για την ανάγκη επαναλειτουργίας της Χάλκης, η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών απάντησε ότι χρειάζεται να δοθούν ανταλλάγματα που συνδέονται με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. 

Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα Ντάνιελ Σπέκχαρντ είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει το θέμα και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, δηλώνοντας ότι η Χ. Κλίντον «απλώς μετέφερε στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο τις σκέψεις των Τούρκων αξιωματούχων».

Τέλος, το ίδιο θέμα έθεσε και στην υπουργό Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη ο Τούρκος ομόλογός της Αλί Μπαμπατζάν στη συνάντηση που είχαν στην Κωνσταντινούπολη στο περιθώριο του Φόρουμ για τη Συμμαχία των Πολιτισμών Διαβάστε περισσότερα...