Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Στρατιωτικοποίηση του Ψυχρού Πολέμου



Την περίοδο 1950–54 η αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ εξελίχθηκε σε κούρσα εξοπλισμών και ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεωνΤου Διονυση Xουρχουλη*
Η σύγχρονη ιστοριογραφία συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι το έτος 1950 αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία και εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου. Μέχρι τον Ιούνιο του 1950, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να ανασχέσουν την ΕΣΣΔ και την εξάπλωση του κομμουνισμού χρησιμοποιώντας μάλλον περιορισμένα μέσα: λόγου χάρη, με χορήγηση οικονομικής και –σε μικρότερη κλίμακα– στρατιωτικής βοήθειας και με αποστολή τεχνικών, διοικητικών και στρατιωτικών συμβούλων σε σύμμαχα κράτη. Αυτού του είδους η πολιτική της «ανάσχεσης» προϋπέθετε ότι ο «διεθνής κομμουνισμός» θα επιδίωκε να εξαπλωθεί ειρηνικά, και όχι μέσω ανοικτής ένοπλης επίθεσης εναντίον ανεξάρτητων κρατών.
Καταλύτης η επίθεση της Βορείου Κορέας
Η στρατιωτικοποίηση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον ανατολικό και τον δυτικό συνασπισμό δεν προκλήθηκε ξαφνικά ως απόρροια της έκρηξης του Πολέμου της Κορέας στις 25 Ιουνίου 1950. Η Σοβιετική Ενωση ουσιαστικά δεν είχε διακόψει την πολεμική κινητοποίηση της οικονομίας και βιομηχανίας της μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945, καθώς ο Στάλιν είχε θέσει ως απόλυτη προτεραιότητα την κατασκευή της ατομικής βόμβας και την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και ενός ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας. Παράλληλα, ο Κόκκινος Στρατός συνέχισε να εκσυγχρονίζεται. Από την άλλη, μέχρι και το 1949 η αμυντική αποτροπή του δυτικού κόσμου βασιζόταν στις ισχυρότατες αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και κυρίως στη στρατηγική αεροπορία τους και το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας. Ηδη όμως, αφενός η επιτυχής δοκιμή της ατομικής βόμβας από την ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1949, και αφετέρου η επικράτηση των κομμουνιστών του Μάο στον κινεζικό εμφύλιο τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, προκάλεσαν συζητήσεις για την αναθεώρηση της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Μια ad hoc επιτροπή αποτελούμενη από αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών και του Πενταγώνου συνέταξε ένα προσχέδιο εγγράφου, το NSC-68. Οι συντάκτες του πρόκριναν μία περισσότερο ισορροπημένη κατανομή δυνάμεων. Ανάμεσα σε άλλα πρότειναν τον τριπλασιασμό των αμερικανικών αμυντικών δαπανών, ώστε να ενισχυθούν πρωτίστως οι χερσαίες δυνάμεις των ΗΠΑ (ώς τα μέσα του 1950 αριθμούσαν μόλις 630.000 άντρες). Οι ΗΠΑ είχαν μεν τη δυνατότητα να αποτρέψουν έναν γενικό πόλεμο χάρη στη στρατηγική αεροπορία και την πυρηνική υπεροπλία τους, ωστόσο οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους δεν διέθεταν επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν κινήσεις των Σοβιετικών ή των δορυφόρων τους σε τοπικό επίπεδο.
Αρχικά η προεδρία Τρούμαν εμφανίστηκε διστακτική να εγκρίνει σημαντική αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού. Ωστόσο, η αιφνιδιαστική και απρόκλητη επίθεση της Βορείου Κορέας εναντίον της Νότιας Κορέας στις 25 Ιουνίου 1950 λειτούργησε ως καταλύτης στην κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου και στη στρατιωτικοποίησή του. Οι Αμερικανοί ιθύνοντες θεώρησαν ότι το καθεστώς του Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Ιλ Σουνγκ ενήργησε ακολουθώντας διαταγές του Στάλιν και ότι ο «διεθνής κομμουνισμός» είχε πλέον υιοθετήσει την πολιτική της απροκάλυπτης βίας, της ένοπλης εισβολής και της κατάκτησης ανεξάρτητων εθνών. Οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές κυβερνήσεις συμπέραναν ότι η σοβιετική απειλή είχε γίνει πρωτίστως στρατιωτική ως προς τη φύση της, πολύ περισσότερο επιθετική σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, και παγκόσμιας κλίμακας. Βάσει αυτής της ανάλυσης, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους όφειλαν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική τους ισχύ και να ενισχύσουν το παραγωγικό δυναμικό της αμυντικής βιομηχανίας τους, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε μελλοντική επιβουλή. Αλλωστε, το NSC-68 είχε προπαρασκευάσει την οδό και παράσχει το πλαίσιο για σημαντικής έκτασης επανεξοπλισμό. Πράγματι, οι ΗΠΑ τριπλασίασαν τον αμυντικό τους προϋπολογισμό, εγκατέστησαν ακόμη περισσότερες βάσεις ανά την υφήλιο και διατήρησαν στρατεύματα και αεροναυτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και την Ιαπωνία σε μόνιμη βάση. Παράλληλα, η τρίχρονη εμπλοκή σε κορεατικό έδαφος αεροναυτικών και κυρίως χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ και των συμμάχων τους από τη μια μεριά, και της κομμουνιστικής Κίνας από την άλλη, συνέβαλε στην κλιμάκωση της έντασης στον Ψυχρό Πόλεμο και της αντιπαλότητας Ανατολής-Δύσης.
Η στρατιωτικοποίηση του Ψυχρού Πολέμου επηρέασε και την εξέλιξη του ΝΑΤΟ. Το 1949-1950 η ανάπτυξη του ΝΑΤΟ υπήρξε αργή και η συμμαχία ιδιαίτερα αδύναμη στρατιωτικά. Αλλωστε, η στρατιωτική αντιμετώπιση ενδεχόμενης σοβιετικής εισβολής στη Δυτική Ευρώπη δεν είχε αποτελέσει πρωταρχικό μέλημα των ιδρυτών του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, μετά τα μέσα του 1950 οι ΗΠΑ κατέβαλαν σημαντική προσπάθεια να ενισχύσουν έμπρακτα την άμυνα της Δυτικής Ευρώπης. Το φθινόπωρο αποφασίστηκε η αποστολή σημαντικού αριθμού αμερικανικών στρατευμάτων στη Δυτική Γερμανία, ενώ η συμμαχία άρχισε να αποκτά τη στρατιωτική της δομή και διοικητική διάρθρωση με τον ορισμό του στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ως πρώτο Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης. Επίσης, το φθινόπωρο του 1951 αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΗ κατασκευή και δοκιμή της ατομικής βόμβας από τους Σοβιετικούς θορύβησε τους Αμερικανούς. Μία από τις πρώτες αντιδράσεις της προεδρίας Τρούμαν υπήρξε η εντολή προς την αμερικανική επιστημονική κοινότητα να προχωρήσει τάχιστα στην κατασκευή τής, κατά πολύ ισχυρότερης από την ατομική βόμβα, βόμβας υδρογόνου. Η κατασκευή υδρογονοβόμβας αποτέλεσε ύψιστη προτεραιότητα και της ΕΣΣΔ και οι δύο υπερδυνάμεις την απέκτησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Κατά τις πυρηνικές δοκιμές του 1953-54 καταδείχθηκε η καταστρεπτικότητα του νέου όπλου, καθώς δοκιμάστηκαν υδρογονοβόμβες με ισχύ έως και χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που είχε πλήξει τη Χιροσίμα τον Αύγουστο του 1945. Συνεπώς, η βόμβα υδρογόνου (ή αλλιώς, θερμοπυρηνικό όπλο) αποδείχθηκε ένα υπερόπλο ειδικής κατηγορίας, και όχι απλώς μια εξελιγμένη ατομική βόμβα. Πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, πυρηνικοί και άλλοι επιστήμονες και η παγκόσμια κοινή γνώμη συγκλονίστηκαν από την καταστρεπτική ισχύ της υδρογονοβόμβας. Περί το 1954-55 οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της ΕΣΣΔ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος που θα διεξήγετο με τέτοια όπλα θα επέφερε απόλυτη καταστροφή σε όλους τους εμπόλεμους, αν όχι σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.
Ωστόσο, η κατασκευή πυρηνικών όπλων όχι μόνο συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς, αλλά εξελίχθηκε ταχύτατα η τεχνολογία μεταφοράς των πυρηνικών κεφαλών, με την εφεύρεση τακτικών πυρηνικών όπλων και πυραύλων εκτοξευόμενων από τη στεριά και από υποβρύχια. Παράλληλα, μέχρι την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το φθινόπωρο του 1962, οι κρίσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων έγιναν συχνότερες. Η πυρηνική αποτροπή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της άμυνας τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας, ενώ και άλλα κράτη έβαλαν στόχο να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις. Εν τέλει, ήταν κοινή αντίληψη ότι η ασφάλεια κάθε υπερδύναμης απαιτούσε την επίδειξη της μέγιστης αποφασιστικότητας να προχωρήσει στη χρήση πυρηνικών όπλων.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι αμφότερες οι υπερδυνάμεις προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950: οι Αμερικανοί κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας απείλησαν με χρήση πυρηνικών το βορειοκορεατικό καθεστώς και την Κίνα του Μάο, ενώ προειδοποίησαν ξανά την Κίνα κατά τη διάρκεια των κρίσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν για την κυριαρχία στα νησιά Κεμόυ και Ματσού το 1954-55 και το 1958· οι Σοβιετικοί απείλησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το φθινόπωρο του 1956. Ωστόσο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα χρησιμοποίησαν την απειλή των πυρηνικών όπλων εναντίον πολύ πιο αδύναμων αντιπάλων, και όχι η μία εναντίον της άλλης. Το ίδιο ίσχυσε και κατά τη διάρκεια ευθείας αντιπαράθεσης των δύο υπερδυνάμεων, κατά τη διάρκεια των κρίσεων για το ζήτημα του Βερολίνου το 1958 και 1961 και κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962. Η δαμόκλειος σπάθη του πυρηνικού πολέμου πλανάτο βέβαια στην ατμόσφαιρα, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΣΣΔ προχώρησαν σε ευθεία απειλή η μία εναντίον της άλλης για εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι η γιγάντωση των πυρηνικών οπλοστασίων των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε σε μαρασμό τις χερσαίες τους δυνάμεις. Ο Αμερικανικός Στρατός αριθμούσε 1.500.000 άντρες το 1955. Ο Κόκκινος Στρατός, που ούτως ή άλλως απολάμβανε σημαντική αριθμητική υπεροχή, υπέστη ελαφρά μόνο μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Βόμβα υδρογόνου και ισορροπία τρόμου
Η κατασκευή και δοκιμή της ατομικής βόμβας από τους Σοβιετικούς θορύβησε τους Αμερικανούς. Μία από τις πρώτες αντιδράσεις της προεδρίας Τρούμαν υπήρξε η εντολή προς την αμερικανική επιστημονική κοινότητα να προχωρήσει τάχιστα στην κατασκευή τής, κατά πολύ ισχυρότερης από την ατομική βόμβα, βόμβας υδρογόνου. Η κατασκευή υδρογονοβόμβας αποτέλεσε ύψιστη προτεραιότητα και της ΕΣΣΔ και οι δύο υπερδυνάμεις την απέκτησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Κατά τις πυρηνικές δοκιμές του 1953-54 καταδείχθηκε η καταστρεπτικότητα του νέου όπλου, καθώς δοκιμάστηκαν υδρογονοβόμβες με ισχύ έως και χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που είχε πλήξει τη Χιροσίμα τον Αύγουστο του 1945. Συνεπώς, η βόμβα υδρογόνου (ή αλλιώς, θερμοπυρηνικό όπλο) αποδείχθηκε ένα υπερόπλο ειδικής κατηγορίας, και όχι απλώς μια εξελιγμένη ατομική βόμβα. Πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες, πυρηνικοί και άλλοι επιστήμονες και η παγκόσμια κοινή γνώμη συγκλονίστηκαν από την καταστρεπτική ισχύ της υδρογονοβόμβας. Περί το 1954-55 οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της ΕΣΣΔ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος που θα διεξήγετο με τέτοια όπλα θα επέφερε απόλυτη καταστροφή σε όλους τους εμπόλεμους, αν όχι σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.
Ωστόσο, η κατασκευή πυρηνικών όπλων όχι μόνο συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς, αλλά εξελίχθηκε ταχύτατα η τεχνολογία μεταφοράς των πυρηνικών κεφαλών, με την εφεύρεση τακτικών πυρηνικών όπλων και πυραύλων εκτοξευόμενων από τη στεριά και από υποβρύχια. Παράλληλα, μέχρι την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το φθινόπωρο του 1962, οι κρίσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων έγιναν συχνότερες. Η πυρηνική αποτροπή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της άμυνας τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας, ενώ και άλλα κράτη έβαλαν στόχο να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις. Εν τέλει, ήταν κοινή αντίληψη ότι η ασφάλεια κάθε υπερδύναμης απαιτούσε την επίδειξη της μέγιστης αποφασιστικότητας να προχωρήσει στη χρήση πυρηνικών όπλων.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι αμφότερες οι υπερδυνάμεις προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950: οι Αμερικανοί κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας απείλησαν με χρήση πυρηνικών το βορειοκορεατικό καθεστώς και την Κίνα του Μάο, ενώ προειδοποίησαν ξανά την Κίνα κατά τη διάρκεια των κρίσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν για την κυριαρχία στα νησιά Κεμόυ και Ματσού το 1954-55 και το 1958· οι Σοβιετικοί απείλησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ το φθινόπωρο του 1956. Ωστόσο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα χρησιμοποίησαν την απειλή των πυρηνικών όπλων εναντίον πολύ πιο αδύναμων αντιπάλων, και όχι η μία εναντίον της άλλης. Το ίδιο ίσχυσε και κατά τη διάρκεια ευθείας αντιπαράθεσης των δύο υπερδυνάμεων, κατά τη διάρκεια των κρίσεων για το ζήτημα του Βερολίνου το 1958 και 1961 και κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962. Η δαμόκλειος σπάθη του πυρηνικού πολέμου πλανάτο βέβαια στην ατμόσφαιρα, αλλά ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΣΣΔ προχώρησαν σε ευθεία απειλή η μία εναντίον της άλλης για εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι η γιγάντωση των πυρηνικών οπλοστασίων των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε σε μαρασμό τις χερσαίες τους δυνάμεις. Ο Αμερικανικός Στρατός αριθμούσε 1.500.000 άντρες το 1955. Ο Κόκκινος Στρατός, που ούτως ή άλλως απολάμβανε σημαντική αριθμητική υπεροχή, υπέστη ελαφρά μόνο μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
* Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Queen Mary University of London.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.