Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Ορθολογική ή ορθολογιστική πολιτική;

Γλώσσα και πολιτική
Ορθολογική ή ορθολογιστική πολιτική;


Χρήστος Ιακώβου

Συχνά ακούμε στο δημόσιο λόγο να εκφέρονται, κυρίως από πολιτικούς και δευτερευόντως από δημοσιογράφους, φράσεις που περιλαμβάνουν τα επίθετα ορθολογική και ορθολογιστική μαζί με το ουσιαστικό πολιτική, όπως λόγου χάριν, «η κυβέρνηση...το τάδε κόμμα...ο δείνα πολιτικός ακολουθούν ορθολογική πολιτική» ή «η κυβέρνηση...το τάδε κόμμα...ο δείνα πολιτικός ακολουθούν ορθολογιστική πολιτική». Εις αμφότερες τις περιπτώσεις τα επίθετα ορθολογική και ορθολογιστική χρησιμοποιούνται, ως επί το πλείστον, με την ίδια σημασία. Είναι όμως σωστό αυτό ή πρόκειται για διαφορετικές εννοιολογικές εκφράσεις;  

Το μοναδικό έργο που αποδίδεται στον φιλόσοφο Ηράκλειτο τον Εφέσιο είναι το «Περί Φύσεως», το οποίο διασώζεται αποσπασματικό και διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος ο φιλόσοφος ασχολείται με τη «θεωρία περί λόγου», δηλαδή με μία θεωρητική αναζήτηση για το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων. Στην ουσία πρόκειται για τον πρώτο φιλόσοφο που ασχολήθηκε συστηματικά με την έννοια του «Λόγου». Στην Ηρακλείτεια φιλοσοφία η έννοια «Λόγος» λαμβάνει πολλές σημασίες και εννοιολογικές αποχρώσεις. Μπορεί να αποδίδει την ομιλία, δηλαδή τον προφορικό λόγο ή μπορεί να σημαίνει τη σχέση των μερών μεταξύ τους και προς το σύνολο που ανήκουν, με άλλα λόγια, την κομβική αρχή η οποία διέπει την πραγματικότητα ως όλον και ταυτοχρόνως συνδέει τα πάντα με σχέσεις αναλογίας. Σε τελική ανάλυση, για τον Ηράκλειτο «Λόγος» είναι η αέναη (αεί -νάω [ρέω]) καθολική σχέση η οποία διέπει την πραγματικότητα, όπως αυτή εκφράζεται από η γλώσσα.

Οι έννοιες ορθός λόγος, λογική σκέψη, κοινή λογική (κοινός νους), «ξυνός λόγος» (κοινός λόγος) ταυτίζονται από τον Ηράκλειτο μέχρι σήμερα, και δηλώνουν τον καθορισμό και την σύνδεση με τη βαθύτερη φύση των πραγμάτων. Ο ορθός λόγος επιτρέπει στον άνθρωπο να καθορίζει τη μοίρα του, την ευτυχία και τη δυστυχία του, την πολιτική και πνευματική του συμπεριφορά, και όσα μπορεί να συνυφαίνει με τη θεωρία και την πράξη του.  Όλα τελούν σε ομο-λογία με το περιεχόμενο και τη λειτουργία του Λόγου. Γι' αυτό άλλωστε ο Ηράκλειτος  συνηρτούσε το «αληθεύειν» με το «κοινωνείν». Με αυτό τον τρόπο διαχωρίζεται η πολυμάθεια από την βαθύτερη γνώση των πραγμάτων.

Συνεπώς, ορθολογική (rational) είναι η σκέψη η οποία διέπεται από τον ορθό λόγο και διατείνεται ότι αληθινό είναι αυτό που συνάδει με τον ορθό λόγο. Ενώ αντιθέτως, ψευδές είναι ότι απάδει προς την ορθολογικότητα.

Στη αντίπερα πλευρά, ανορθολογική (irrational) είναι η σκέψη η οποία αρνείται παντελώς την όποια ισχύ του ορθού λόγου ή περιορίζει τη χρήση και τη σημασία του ορθού λόγου για την εξεύρεση της αλήθειας.     

Ορθολογιστική σκέψη (rationalistic) είναι εκείνη που εκλαμβάνει τον ορθό λόγο ως απόλυτη αξία, και τον ιεραρχεί στο ύψιστο σημείο σε σχέση με την κατανόηση της αλήθειας. Για την ορθολογιστική σκέψη, η αλήθεια δεν εννοείται άνευ του ορθού λόγου.

Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της ορθολογικής και της ορθολογιστικής σκέψης είναι ότι η πρώτη υποστηρίζει ότι η γνώση επιτυγχάνεται διά του ορθού λόγου ενώ η δεύτερη πρεσβεύει ότι η αλήθεια μπορεί να γνωσθεί αποκλειστικά και μόνο δια του ορθού λόγου. Με άλλα λόγια, η νόηση, ως ορθολογισμός, συμπροσδιορίζει την συμπεριφορά του ανθρώπου ταυτόχρονα με την ενόραση, την διαίσθηση, το συναίσθημα και την αίσθηση. Άρα ο ορθολογισμός  δεν είναι το παν για την επιτυχία της γνώσης.  Προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα ανεξάρτητης νόησης και ελευθερίας ενώ ο ορθολογιστικός λογισμός είναι η αποθέωση του ορθού λόγου και κατά συνέπεια τον ανάγει σε υπόθεση ατομικής εκδοχής. Ο ορθολογιστικός στοχασμός αναφέρεται στην υποκειμενική/ιδιωτική εκδοχή και συνεπώς καταντά ατομικός ενώ ο ορθολογισμός είναι εκ φύσεως κοινωνικός. Μπορεί οι δύο έννοιες να μην αποκλείονται αμοιβαία, όμως αποτελούν διαφορετικές και ενίοτε, αν τραβηχτούν στα άκρα, αντίθετες έννοιες. 

Εστιαζόμενοι επί του προκειμένου, της χρήσης δηλαδή στο δημόσιο πολιτικό λόγο των εκφράσεων «ορθολογική πολιτική» και «ορθολογιστική πολιτική», πρόκειται για δύο διαφορετικές εννοιολογικές εκφράσεις. «Ορθολογική πολιτική» είναι η πολιτική που εδράζεται σε επιλογές που γίνονται με βάση τον ορθό λόγο, την κοινή λογική, την λογική σκέψη προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. «Ορθολογιστική πολιτική» είναι οι επιλογές ενός και μόνο πολιτικού σύμφωνα με τη δική του νόηση και κατ' επέκταση «ορθολογιστική πολιτική» αναφέρεται στις επιλογές του πολιτικού-αυθεντία. Δηλαδή, όταν ένας πολιτικός πει ότι ακολουθώ «ορθολογιστική πολιτική» εννοεί ότι υπερεκτιμά τη δική του ορθολογικότητα, απολυτοποιώντας τον ατομικό του ορθό λόγο, θεωρώντας ότι η πολιτική αλήθεια είναι προϊόν του δικού του ορθού λόγου. Με άλλα λόγια κάνει τον «ήττονα λόγο κρείττονα», δηλαδή το λόγο ο οποίος δεν στηρίζεται κατ' ανάγκην σε γενική αποδεικτική βάση τον καθιστά «αποδεικτικά» ισχυρό. Η «ορθολογιστική πολιτική» όταν επεκταθεί και γίνει έκφανση κόμματος ή κυβέρνησης, κατά το «ορθολογιστική κομματική/κυβερνητική πολιτική», τότε το άτομο-αυθεντία αντικαθίσταται από τον κομματικό ή κυβερνητικό δογματισμό. Συνεπώς, η έκφραση «ορθολογιστική πολιτική» συρρικνώνει και ορίζει, άρα περιορίζει, τον ορθό λόγο στην υποκειμενική του εκδοχή. Κατ' αναλογίαν, προς τις εκφράσεις «ορθολογική πολιτική» και «ορθολογιστική πολιτική» ισχύει το ίδιο και για τις εκφράσεις «σοφή πολιτική» και «σοφιστική πολιτική».

Συμπερασματικώς, η έκφραση «ορθολογιστική πολιτική», στο άνωθεν πλαίσιο εντός του οποίου εκφέρεται στο δημόσιο πολιτικό λόγο, είναι αδόκιμη και γίνεται λόγω λανθασμένης χρήσης της γλώσσας. Η σωστή έκφραση είναι «ορθολογική πολιτική».

Βιβλιογραφικά βοηθήματα
Θεόφιλος Βέικος, «Ο λόγος και η τάξη του κόσμου των ανθρώπων στον Ηράκλειτο», Επετηρίς Φιλ. Σχολής Παν. Αθηνών1985.
Νίκος Ταμπάκης, Ηράκλειτος και Σύγχρονος Κόσμος, Αθήνα, 2006.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.