Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Αθήνα – Τελ Αβίβ «Παιχνίδια με την φωτιά»


Γκάφα ολκής πάνω από το Αιγαίο

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου 

Στη δίνη νέας διεθνούς κρίσης φέρνει τη χώρα η ελληνοϊσραηλινή άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης» με στόχο την Τεχεράνη – Ενεργοποιήθηκαν για πρώτη φορά τα ρωσικά συστήματα αεράμυνας

Για μια από τις δυνητικά πιο επικίνδυνες και ζημιογόνες «εθνικές γκάφες» στην ιστορία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κάνουν λόγο υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι ΥΕΘΑ και ΥΠΕΞ, με αφορμή την απόφαση της Αθήνας να σηκώσει πάνω από, εκατό μαχητικά για μια γιγαντιαία άσκηση που οι πάντες, εκτός από την ίδια, αντελήφθησαν ως άσκηση προσομοίωσης βομβαρδισμού του Ιράν.

Σύμφωνα με αξιόπιστες διπλωματικές πηγές, για την άσκηση, στην οποία συμμετείχαν πάνω από εκατό ισραηλινά αεροσκάφη, ενεργοποιήθηκαν πλήρως τα ρωσικά συστήματα αεράμυνας (OSA, TOR-M1 και S-300) που έχει εγκατεστημένα η Ελλάδα στο Αιγαίο και την Κρήτη. 

Να σημειωθεί ότι, η Ελλάδα επελέγη, μεταξύ άλλων, για τη συγκεκριμένη άσκηση επειδή είναι η μόνη δυτική χώρα που διαθέτει τα ρωσικά αυτά συστήματα αεράμυνας, αντίστοιχα με εκείνα του Ιράν. 

Τα πράγματα θα είναι ακόμη χειρότερα, εάν έχουν δοθεί από την ελληνική Αεροπορία στοιχεία και κωδικοί που αφορούν τα συγκεκριμένα συστήματα αεράμυνας και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό και την καταστροφή τους! Η άσκηση ονομάστηκε «Ένδοξος Σπαρτιάτης», συμπίπτοντας με την «πολιτιστική» επίθεση κατά του Ιράν, που εντάσσεται στην ισραηλινή προπαγανδιστική προετοιμασία νέου πολέμου στην Μέση Ανατολή.

Μεγάλο ρίσκο 

Με την άσκηση η Ελλάδα ενεπλάκη άμεσα, άνευ προφανούς λόγου και ανταλλάγματος, αλλά με πολύ ορατά ρίσκα και κόστη στην πιο επικίνδυνη παγκόσμια κρίση των τελευταίων δεκαετιών.

Η άσκηση έγινε, ενώ ο Ισραηλινός υφυπουργός Άμυνας έκανε λόγο για αναπόφευκτη σύρραξη με το Ιράν, εναντίον του οποίου συνεχίζεται πολυετής διπλωματική, πολιτική και προπαγανδιστική επίθεση, όπως αυτή που προηγήθηκε της εισβολής στο Ιράκ. 

Πρόσφατα, ο Αμερικανός πρέσβης Μπόλτον,(φωτο) κορυφαίος νεοσυντηρητικός, ανήγγειλε πόλεμο εναντίον του Ιράν σε περίπτωση εκλογής του Ομπάμα, πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. 

Κορυφαίοι Αμερικανοί σχολιαστές παρομοίασαν την ιρανική κρίση με « κρίση Κούβας, σε αργή κίνηση». Σε περίπτωση πραγματοποίησης της επίθεσης, η σύγκρουση δύσκολα θα περιοριστεί. Κινδυνεύει να εξελιχθεί σε πυρηνική, γιγαντιαία «σύγκρουση πολιτισμών», διεθνή οικονομική κρίση και περιβαλλοντική καταστροφή περιφερειακών, αν όχι παγκόσμιων διαστάσεων. 

Ο πόλεμος στο Ιράκ θα μοιάζει με ανέκδοτο. Η απόφαση για τον πόλεμο δεν έχει ληφθεί, καθώς συνεχίζεται σφοδρή σύγκρουση στο εσωτερικό του ισραηλινού και αμερικανικού πυρήνα εξουσίας για το τι δέον γενέσθαι.

Στοχοποίηση 

Αν γίνει ο πόλεμος, κράτη που βοηθούν την επίθεση κινδυνεύουν να «στοχοποιηθούν», μόνο αθεράπευτα ανόητοι πιστεύουν ότι οι «Κλουζό» των ελληνικών υπηρεσιών μπορούν να αποδειχθούν καλύτεροι από τους Βρετανούς ή Ισπανούς συναδέλφους τους. Αν δεν γίνει πόλεμος, το Ιράν αναδεικνύεται σε μείζονα δύναμη.

Η διπλωματία μας θα το βρίσκει μπροστά της σε κάθε ζήτημα που την απασχολεί. Άντε μετά να περάσουμε απόφαση από την Ισλαμική Διάσκεψη. 

Η άσκηση κινδυνεύει να αποδειχθεί τεράστιο «δώρο διαρκείας» στην Άγκυρα και μας οδηγεί στο «κατόρθωμα» μια κατάστασης «lose-lose» (χάνεις σε κάθε περίπτωση), εκτός αν είναι τόσο θαμπωμένοι από την ισραηλινή και αμερικανική ισχύ ορισμένοι επιτελείς, που νομίζουν ότι θα επικρατήσει εύκολα η Αμερική και το Ισραήλ και θέλουν να πάνε εγκαίρως με τους νικητές. Αν είναι έτσι, μόνο αυτοί το έχουν καταλάβει, ιδίως με τα «Βατερλό» σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λίβανο!

Αλλαγή πλεύσης

Η άσκηση συνιστά μείζονα τομή σε σχέση με την πολιτική δεκαετιών της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή, που ακολούθησαν πιστά πολύ διαφορετικές δυνάμεις, από την άκρα Αριστερά μέχρι την άκρα Δεξιά, από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου, όχι λόγω ιδεολογικών προτιμήσεων, αλλά βαθύτερης κοινής γεωπολιτικής αντίληψης. 

Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος του ισλάμ είναι αξιοσημείωτη παγκόσμια δύναμη, πολιτική, οικονομική, στρατιωτική, όπως απεδείχθη πρόσφατα με τις στρατηγικές ήττες ΗΠΑ, Ισραήλ και ΝΑΤΟ. «Οι μουσουλμάνοι είναι 1,2 δισεκατομμύρια. Θέλουμε να τους ενώσουμε στην αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι εχθρική χώρα, χώρα σταυροφόρων;», διερωτάται κορυφαίος διπλωμάτης, ο οποίος συμπληρώνει σαρκαστικά: « Μάλλον ανεγκέφαλος παρά ένδοξος κινδυνεύει να αποδειχθεί αυτός ο “Σπαρτιάτης”».

Μας «έδωσαν» 

Το Ισραήλ, αφού περίμενε να τελειώσει η άσκηση, «έδωσε» κανονικότατα την Ελλάδα, αποδεικνύοντας την αξία της «φιλίας και στρατηγικής συνεργασίας», που νόμιζε – ίσως- ότι «οικοδομούσε» η Αθήνα. 

Αιφνιδιασμένη, η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν αφορούσε το Ιράν η άσκηση, παρά τη διεθνή συγκυρία και το γεγονός ότι, από πλευράς μετεωρολογικών συνθηκών, απόστασης, γεωγραφικής μορφολογίας, τύπου μαχητικών, αεράμυνας, η Ελλάδα είναι ό, τι κοντινότερο στο Ισραήλ. Κανείς διεθνώς δεν έδωσε σημασία στις ελληνικές διαβεβαιώσεις. 

Ο πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, Ελ Μπαραντέι, (φωτό)απείλησε με παράιτηση, προειδοποιώντας ότι τυχόν επίθεση θα μετατρέψει όλη την περιοχή σε «μπάλα φωτιάς». Σκληρή δήλωση έκανε και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, με «θεούς και δαίμονες» απείλησε, υπό μορφή αντιποίνων, η διοίκηση των ιρανικών Επαναστατικών Φρουρών».

Το Ισραήλ αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει, ο Τύπος της χώρας, όμως, αναγνώρισε ότι η άσκηση «έμοιαζε» με προσομοίωση πλήγματος στο Ιράν. Το πετρέλαιο «τσίμπησε» τρία δολάρια!

Εκ του προχείρου 

Όταν σταματάνε τις ελάχιστα πειστικές διαψεύσεις, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι κάνουν λόγο για αναγκαία αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ και αφήνουν να εννοηθεί ότι το «ρουσφέτι» το ζήτησε ο Σαρκοζί. 

Ακόμη κι αν αποδειχθεί κανείς ότι χρειάζεται «εξισορρόπηση» σχέσεων με το Ισραήλ, η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων αποδεικνύει ότι επελέγη πολύ λάθος τρόπος και η όποια σχέση οικοδομείται σε πολύ λάθος βάση. 

Ακόμα πιο εξωφρενικό είναι το επιχείρημα ότι, έτσι κι αλλιώς, οι Ισραηλινοί κάνουν ό, τι θέλουν στο Αιγαίο, άρα καλύτερα να το κάνουν μαζί μας παρά εναντίον μας! 

Αδυνατούν, άλλωστε, οι αρμόδιοι να περιγράψουν τι κέρδισε η χώρα σε αντάλλαγμα κολοσσιαίας παραχώρησης και μεγάλου ρίσκου. 

Παράλληλα με την άσκηση, οι Ισραηλινοί παρενέβαιναν στην Ουάσινγκτον, για να μην εμποδίσουν οι Αρμένιοι τη σύναψη συμφωνίας πυρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ-Τουρκίας. 

Επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση αυτή η απουσία στην Ελλάδα αξιόπιστων μηχανισμών παρακολούθησης και ανάλυσης της διεθνούς πραγματικότητας, πολύ περισσότερο χάραξης στρατηγικής, γεγονός που καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε ξένες στρατηγικές. 

Η Αθήνα δεν διαθέτει καλά καλά τα μέσα και εργαλεία για σοβαρή παρέμβαση απέναντι στην Τουρκία, στην εκρηκτική Μέση Ανατολή ονειρεύεται να «παίξει ρόλο»; Ας μην επιδεινώνει τουλάχιστον τη θέση της, τονίζει πεπειραμένος διπλωμάτης, ο οποίος προσθέτει ότι ο στρατός είναι εργαλείο, όχι υποκατάστατο πολιτικής. 

Πηγή:Κόσμος του Επενδυτή
αρ.φυλ.293
σελ.18-19


Διαβάστε περισσότερα...

Ο πατριωτισμός του Συντάγματος

Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Από Φιλελέυθερο ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ: 17492 Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, επιχειρώντας να προσδιορίσει ένα νέο είδος πατριωτισμού και εθνικής ταυτότητας για το γερμανικό έθνος, του οποίου η οντότητα στις εθνικές διαστάσεις της ετρώθη καίρια με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη ναζιστική θηριωδία και τη γενοκτονία των Εβραίων, ανέπτυξε την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίληψη ενός νέου πατριωτισμού, ο οποίος παρέπεμπε στο Σύνταγμα, την υπόσταση του κράτους και την υπεράσπιση της δημοκρατικής δομής ενός κράτους δικαίου από το σύνολο του συλλογικού υποκειμένου που αποτελεί την κοινωνία και τον κρατικό λαό. Με την έννοια αυτή, το σύνολο του λαού έχει ως αφετηρία του εθνικού του αυτοπροσδιορισμού τη δημοκρατική δομή του Συντάγματος, δηλαδή τη δημοκρατική αρχή, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες, αξιακό σύστημα το οποίο προασπίζεται ατομικά και συλλογικά ως υπέρτατη επιταγή της κοινωνίας και του κράτους. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο Χάμπερμπας επιχειρεί μια υπέρβαση της κλασικής έννοιας της εθνικής ή πολιτικής ταυτότητας που ούτως ή άλλως εκφράζει «τον κοινό τρόπο βίου», που σημαίνει τον τρόπο που ένα συλλογικό υποκείμενο οργανώνει τις καθημερινές του ανάγκες, θεσπίζει κανόνες, δημιουργεί. Ένας «τρόπος» που διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία. Βασική προϋπόθεση εμπέδωσης αυτής της αντίληψης του «συνταγματικού πατριωτισμού» αποτελεί η ύπαρξη της δημοκρατικής αρχής, η οποία λειτουργεί ενιαία, καθολικά και αδιαίρετα για το σύνολο του λαού, άνευ εξαιρέσεων. Ο «συνταγματικός πατριωτισμός» θα μπορούσε να αποτελέσει και μια πρόταση για χώρες που ταλανίζονται από εθνικές συγκρούσεις ή εθνικές διαφορές και αντιπαραθέσεις και που αναζητούν τρόπους και διεξόδους νομικής περισσότερο και πολιτικής εν τέλει ρύθμισης της σύγκρουσης. Η περίπτωση της Κύπρου αποτελεί ένα ενδιαφέρον υπόδειγμα, με την έννοια του δέοντος, ενός τέτοιου φαινομένου, όπου η αναζήτηση προσέγγισης των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο της καλούμενης «διζωνικής ομοσπονδίας» δεν λαμβάνει σε καμιά περίπτωση το σύνολο του λαού υπόψιν, ούτε ένα Σύνταγμα που να καλύπτει το «συλλογικό υποκείμενο» ως όλον, αλλά έχει ως αφετηρία της την προσέγγιση δύο απολύτως αυτόνομων και αυτοτελών κοινοτήτων-οντοτήτων, οι οποίες θα οργανωθούν ως αυτόνομες οντότητες και θα συνδέονται με ένα κοινό σχήμα εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στο ομοσπονδιακό επίπεδο, χωρίς όμως να προβλέπονται κανόνες κοινωνικής και πολιτικής δυάδας. Το πρόβλημα της Κύπρου από το '60 και εντεύθεν μπορεί να οφειλόταν εν πολλοίς στον εξωτερικό παρεμβατικό παράγοντα, ο οποίος από το 1974 και εντεύθεν εκδηλώνεται διά της τουρκικής εισβολής και κατοχής, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε πως και στο Σύνταγμα του '60 η βασική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας επέβαλε την αυτοτελή, αυτόνομη και μοναχική πορεία της κάθε κοινότητας, ενώ δεν προβλεπόταν πουθενά η ύπαρξη ενός πολιτικού συνόλου δηλαδή ενός πολιτικού λαού. Στη συζήτηση που γίνεται σήμερα λοιπόν, η οποία βασίζεται στο ομοσπονδιακό μοντέλο της διζωνικότητας, οφείλουμε να απαλλαγούμε από την αντίληψη της νομικής και πολιτικής απόλυτης αυτονομίας και ξεχωριστής διαδρομής του καθενός αλλά να επιδιώξουμε, σκεπτόμενοι πολιτικά και με βάση το υπόβαθρο του «συνταγματικού πατριωτισμού», διατηρώντας πάντοτε την εθνική πολιτιστική ταυτότητα του καθενός, να βρούμε τη συνάντηση των δύο στο σύνολο του πολιτικού λαού. Ο λαός αυτός δύναται, μέσα από δράσεις και διαδράσεις πολιτικές που αναφέρονται στο κοινό κράτος και τις κοινές πολιτικές αξίες και τους νομικούς κανόνες ρύθμισης του «κοινού βίου», να αναπτύξει τη συνείδηση του ενιαίου πολιτικού λαού, ο οποίος θα υπερασπίζεται το ομοσπονδιακό κράτος του και το ενιαίο δημόσιο συμφέρον που προέρχεται από το κοινό κράτος. Αν δεν υπάρξουν οι πολιτικές και κοινωνικές δυνατότητες ανάπτυξης ενός ενιαίου συστήματος, που να είναι αποφασισμένοι όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας να υπερασπιστούν, ενός πλαισίου αξιών, αρχών και κανόνων, το όποιο ομοσπονδιακό κράτος δεν έχει μέλλον. Ενθυμούμαστε, τέλος, τη ρήση του Ερνστ Ρενάν, ο οποίος ήδη από τον περασμένο αιώνα μάς υπογράμμισε πως έθνος, και εν προκειμένω πολιτικό έθνος, υφίσταται ως καθημερινό δημοψήφισμα υποστήριξης της ύπαρξής του στο πλαίσιο ενός κοινού κράτους.

* Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Διαβάστε περισσότερα...

Η πτυχή της ασφάλειας στη λύση του Κυπριακού

Το φάκελο έγραψαν οι Χρήστος Ιακώβου,

 Φοίβος Κλόκκαρης και Ανδρέας Πενταράς

Κωδικός άρθρου: 803341

ΠΟΛΙΤΗΣ - 29/06/2008, Σελίδα: 20

Η ασφάλεια είναι θεμελιακής σημασίας παράγοντας για την ύπαρξη και επιβίωση ενός κράτους. Για την περίπτωση του κυπριακού προβλήματος, όπως αποδείχτηκε από το δημοψήφισμα του 2004, ο παράγοντας ασφάλεια παίζει τον καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή ή απόρριψη ενός σχεδίου επίλυσης του προβλήματος. Προσφάτως το Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ) διοργάνωσε επιστημονική ημερίδα με αντικείμενο την πτυχή της ασφάλειας στη λύση του Κυπριακού. Στο φάκελο αυτό παρουσιάζονται τα πιο βασικά σημεία της συζήτησης.

ΘΕΜΑ 1

Υψηλή στρατηγική, γεωπολιτική και ο παράγων ασφάλεια

ΕΝΘΕΤΟ
Απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση της υψηλής στρατηγικής είναι η επισήμανση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων σε εθνικό επίπεδο ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους κινδύνους και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες


Χρήστος Ιακώβου

Τα κράτη μέλη του διεθνούς συστήματος έχουν ορισμένους στρατηγικούς στόχους, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι μακροχρόνιοι ή βραχυπρόθεσμοι, έχουν συνοχή ή είναι αντιφατικοί. Με αυτό τον τρόπο, το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον μιας χώρας δημιουργεί διάφορες απαιτήσεις και είναι η πηγή προκλήσεων και ευκαιριών για την πραγματοποίηση των στόχων και των επιδιώξεων του κράτους. Η στρατηγική της προσαρμογής, που επιλέγει ένα κράτος, αποτελεί την απόδειξη για το ότι οι εθνικές δομές εξουσίας προσαρμόζονται στην αλληλεξάρτηση του εθνικού και διεθνούς συστήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη λειτουργούν ως προσαρμοζόμενες οντότητες που προσπαθούν με την εξωτερική τους πολιτική, καθώς επίσης και με την πολιτική ασφάλειας που διαμορφώνουν, να διατηρήσουν τις βασικές δομές τους, δηλαδή τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά τους χαρακτηριστικά σε αποδεκτά όρια. Τα πιο πάνω συνιστούν την πεμπτουσία για τη διαμόρφωση αυτού που στις στρατηγικές σπουδές ονομάζεται Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy). Με άλλα λόγια, η υψηλή στρατηγική θέτει ιεραρχημένους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη το διεθνές περιβάλλον και την επιθυμητή θέση μιας χώρας, με σκοπό να κινητοποιήσει το ευρύτερο εθνικό δυναμικό και τους πόρους του κράτους προκειμένου να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους, α) σταθερότητα, β) ευημερία και γ) ασφάλεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση της υψηλής στρατηγικής είναι η επισήμανση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων σε εθνικό επίπεδο, ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους κινδύνους και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες. 
Ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση της υψηλής στρατηγικής είναι η γεωπολιτική, δηλαδή η ερμηνεία και ανάλυση της αλληλεξάρτησης μεταξύ του γεωγραφικού χώρου και των πολιτικών επιλογών που κάνει ένα κράτος προκειμένου να αξιοποιήσει και να αυξήσει τη στρατιωτική, την οικονομική και τη διπλωματική του ισχύ. Επομένως, η γεωπολιτική ανάλυση λαμβάνει υπόψιν την ύπαρξη διεθνών ανταγωνισμών σε σχέση με τον στρατηγικό σχεδιασμό σε διάφορους τομείς, όπως της στρατιωτικής ισχύος (γεωστρατηγική), της οικονομίας (γεωοικονομίας), του φυσικού περιβάλλοντος, των δημογραφικών τάσεων, κτλ. 
Στην περίπτωση του κυπριακού προβλήματος, όπως αυτό διεμορφώθη μετά το 1974, η αλληλεξάρτηση μεταξύ υψηλής στρατηγικής, γεωπολιτικής και του παράγοντα ασφάλεια σε σχέση με τον στρατηγικό στόχο επίλυσης του προβλήματος επηρεάστηκε καθοριστικά από τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόστηκαν αμφότερες, Τουρκία και Ελλάδα, σε σχέση προς τα στρατηγικά δεδομένα που δημιούργησε η σύγκρουση του 1974. 
Έκτοτε, η Ελλάδα και η Τουρκία ακολούθησαν δύο διαφορετικά πρότυπα προσαρμογής του συστήματος εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό. Η διαφορά αυτή αντανακλά σε ένα μεγάλο βαθμό τόσο τα νέα στρατηγικά δεδομένα που δημιούργησε η εισβολή του 1974 όσο και τις στρατηγικές προτεραιότητες που έδιδαν αμφότερα τα κράτη στο ζήτημα της Κύπρου. Η μεν Ελλάδα ακολούθησε το πρότυπο της συναινετικής προσαρμογής, η δε Τουρκία το πρότυπο της αδιάλλακτης προσαρμογής.

Ελλάδα - Συναινετική Προσαρμογή
Οι εσωτερικές αλλαγές που επέφερε η πτώση της Χούντας το 1974 στην Ελλάδα έθεσαν ως προτεραιότητα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων τη συνέχιση του εκδημοκρατισμού της χώρας, τη διατήρηση των δομών του κοινωνικού συστήματος και την οικονομική ανάπτυξη. Για τις ελληνικές κυβερνήσεις αυτό μπορούσε να επιτευχθεί με την αποδοχή και συναίνεση των ορίων που έθεταν στην Ελλάδα οι απαιτήσεις τόσο του διεθνούς όσο και του περιφερειακού περιβάλλοντος. Όσον αφορά το διεθνές περιβάλλον, οι απαιτήσεις επέβαλαν συνέχιση των καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ και αργότερα ενσωμάτωση στην υπό διαμόρφωση Ευρώπη. Αυτοί οι στόχοι τέθηκαν από την αρχή σε υψηλότερη προτεραιότητα από οποιουσδήποτε άλλους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική εξωτερική πολιτική να υποβιβάσει στις προτεραιότητές της τις περιφερειακές προκλήσεις και κατά συνέπεια να θεωρήσει το Κυπριακό δευτερεύον ζήτημα. Οι διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εδραίωσαν την άποψη ότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να επαναφέρει τα στρατηγικά δεδομένα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο στην προ του 1974 κατάσταση, αφού θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν τις απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό μετά το 1974 διέπεται από τη λογική ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής των στρατηγικών επιπτώσεων σε βάρος της Κύπρου ήταν ουσιαστικά ένα παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος από το οποίο η Ελλάδα θα έβγαινε ηττημένη. Έτσι, η λύση θα έπρεπε να βρεθεί στη βάση ενός επώδυνου συμβιβασμού. Αυτό κατέστησε την ελληνική πολιτική στο Κυπριακό ιδιαίτερα επιρρεπή στην ξένη επιρροή, με αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται ευνοϊκά στις υποδείξεις του διεθνούς περιβάλλοντος.

Αυτή η εκτίμηση στο επίπεδο της πολιτικής ελίτ της Ελλάδας για τη μορφή και το χαρακτήρα του διεθνούς και περιφερειακού συστήματος προσάρμοσε συναινετικά την ελληνική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό και αναπόφευκτα οδήγησε σε χειρισμούς, που έθεσαν τη λύση του στη βάση της αποδοχής των στρατηγικών κεκτημένων της Τουρκίας. Η θετική ανταπόκριση της ελληνικής κυβέρνησης, το 2002, έναντι του σχεδίου Ανάν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το αρνητικό ψυχολογικό κλίμα που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου, αποτελεί εξόφθαλμη συνέχεια της λογικής της δογματικής συναίνεσης που χαρακτηρίζει τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό.

ΠΛΑΙΣΙΟ
Τουρκία - Αδιάλλακτη προσαρμογή
Η τουρκική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά το 1974, ακολούθησε το μοντέλο της αδιάλλακτης προσαρμογής. Η στρατηγική νίκη της Τουρκίας, που συνετελέσθη με την εισβολή, καθώς επίσης και η εμφανής στρατηγική αδυναμία στην οποία ευρέθη η ελληνική πλευρά μετά το 1974 ευνόησαν σημαντικά την Τουρκία να εφαρμόσει αυτό το πρότυπο προσαρμογής.

Μετά το 1974, η Τουρκία προσπάθησε να μετατρέψει τον στρατηγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, και πιο ειδικά εκεί όπου υπήρχε σύγκρουση ελληνοτουρκικών συμφερόντων, έτσι ώστε να είναι σύμφωνος με τις ανάγκες του πολιτικού της συστήματος. Δηλαδή, το τουρκικό κράτος δεν έδειξε ότι θα μετέβαλλε την εξωτερική του πολιτική και το πολιτικό του σύστημα εξαιτίας των αιτημάτων που προέρχονται από το διεθνές περιβάλλον. Αυτό ευνοήθηκε ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, ως η συμμαχική υπερδύναμη της Τουρκίας, θεωρούσαν και θεωρούν ότι το στρατογραφειοκρατικό κατεστημένο της Άγκυρας αποτελεί την πιο σημαντική εγγύηση για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή και, ως εκ τούτου, θα πρέπει και αυτές να υποστηρίζουν τον ηγεμονικό του ρόλο στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αυξημένης αυτοπεποίθησης που δίδει η υποστήριξη των ΗΠΑ, καθώς επίσης και η γεωπολιτική νίκη του 1974, οι διαμορφωτές των αποφάσεων της τουρκικής εξωτερικής στο Κυπριακό πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου σίγουρα θα είναι νικητές.

Η εφαρμογή δύο εντελώς αντιθέτων μοντέλων συμπεριφοράς εξωτερικής πολιτικής ήταν αναπόφευκτο να έχει αντανακλάσεις σε ένα σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, όπως το σχέδιο Ανάν, όπου εσωτερικεύει το μεγαλύτερο μέρος των στρατηγικών στόχων της Τουρκίας στην Κύπρο με την ταυτόχρονη απαίτηση από την ελληνική πλευρά να συναινέσει σε ένα πλαίσιο στρατηγικού συμβιβασμού.

Το γεωπολιτικό περιβάλλον της Κύπρου έχει μεγάλο έλλειμμα ασφαλείας για τρεις λόγους: α) η τουρκική στοχοθεσία ηγεμονικών αξιώσεων παραμένει αμείωτη, β) η αστάθεια στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται (συγκρούσεις και ασύμμετρες απειλές) και γ) η όποια εγγύηση ασφαλείας εκ μέρους της ΕΕ βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προσδοκίας. Ως εκ τούτου, ο παράγων ασφάλεια συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα που θα πρέπει να υλοποιείται σε ένα σχέδιο λύσης προκειμένου να εξασφαλισθεί η σταθερότητα και η ευημερία του μορφώματος που θα προκύψει μέσα από τη λύση.

ΘΕΜΑ 2

Αποστρατιωτικοποίηση και λύση

ΕΝΘΕΤΟ
* Η Κύπρος βρίσκεται σε περιοχή μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας και σε περίπτωση οποιασδήποτε κρίσης η αποστρατιωτικοποίηση θα παραβιασθεί από δυνάμεις γειτονικών ή άλλων χωρών.


Φοίβος Κλόκκαρης


Σήμερα όλες οι χώρες της ΕΕ διαθέτουν Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ) για την ασφάλειά τους, περιλαμβανομένης της Μάλτας που έχει περίπου την έκταση της επαρχίας Πάφου. Ένα μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων των ΕΔ της Μάλτας αφορά την αντιμετώπιση του προβλήματος των λαθρομεταναστών από την Αφρική.

Οι ΕΔ αποτελούν τον βασικότερο συντελεστή της αμυντικής ικανότητας ενός κράτους, αναγκαίας για την αντιμετώπιση απειλών κατά της ασφάλειάς του. Είναι το κύριο μέσο για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του στην ξηρά, τη θάλασσα, τον αέρα, και την προστασία των εθνικών του συμφερόντων.

Σε περίπτωση λύσης του κυπριακού προβλήματος, θα πρέπει να αποστρατιωτικοποιηθεί η Κύπρος από τα ξένα στρατεύματα, αλλά το κυπριακό κράτος δεν πρέπει να στερηθεί το δικαίωμα της αυτοάμυνας και της διάθεσης ιδίων Ενόπλων Δυνάμεων κατά τη βούλησή του.

Κατά την άποψή μου δεν εξυπηρετεί την Κύπρο η υποστήριξη της θέσης για πλήρη αποστρατιωτικοποίηση σε περίπτωση λύσης, για τους παρακάτω λόγους:
* Το δικαίωμα της αυτοάμυνας είναι συνυφασμένο με την έννοια του κράτους και κατοχυρώνεται από τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (Άρθρο 51), γιατί συμβάλλει στο αγαθό της ασφάλειας και της ειρήνης. Η ειρήνη είναι συνάρτηση του συσχετισμού δυνάμεων.
* Η Κύπρος βρίσκεται σε περιοχή μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας και, σε περίπτωση οποιασδήποτε κρίσης, η αποστρατιωτικοποίηση θα παραβιασθεί από δυνάμεις γειτονικών ή άλλων χωρών.
* Η Κύπρος βρίσκεται πλησίον της ασταθούς περιοχής της Μέσης Ανατολής, στο πλέον ευαίσθητο τμήμα των συνόρων της ΕΕ, από όπου ενδέχεται να προκύψουν απειλές κατά της ασφάλειάς της, αλλά και της ασφάλειας της ΕΕ (τρομοκρατία, λαθρομετανάστευση, όπλα μαζικής καταστροφής, λαθρεμπόριο όπλων κλπ).
* Δεν θα είναι δυνατή η εξασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Κυπριακού Κράτους στην ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα, ούτε δυνατή ουσιαστική συμμετοχή της στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ.
* Εξυπηρετεί την Τουρκία, η οποία, λόγω εγγύτητας προς την Κύπρο, θα έχει τη δυνατότητα άμεσης στρατιωτικής επέμβασης χωρίς να αντιμετωπίσει αντίσταση.
* Εξυπηρετεί τη Βρετανία, η οποία θα εκμεταλλεύεται μονοπωλιακά τα στρατηγικά πλεονεκτήματα από τη γεωστρατηγική θέση της Κύπρου.
Εκτιμάται ότι οι κατά προτεραιότητα ευμενέστερες επιλογές για την Τουρκία (δυσμενέστερες για μας) στα θέματα ασφάλειας είναι:

1η Επιλογή (όπως Σχέδιο Ανάν)
Η Τουρκία διατηρεί επεμβατικά δικαιώματα και στρατεύματα στην Κύπρο.
Η Κύπρος αφοπλίζεται.

2η Επιλογή (πλήρης αποστρατιωτικοποίηση)
Η Κύπρος αφοπλίζεται.

3η Επιλογή (ευμενέστερη για την Κύπρο)
Η Τουρκία δεν διατηρεί επεμβατικά δικαιώματα και στρατεύματα στην Κύπρο.
Η Κύπρος διατηρεί το δικαίωμα της αυτοάμυνας και διάθεσης ιδίων Ενόπλων Δυνάμεων κατά τη βούλησή της.

Από ορισμένους προβάλλεται το επιχείρημα ότι η Κύπρος δεν μπορεί να έχει μικτές ΕΔ (στρατιωτικές μονάδες αμιγείς από Ε/Κ και Τ/Κ υπό μικτό προϊστάμενο επιτελείο) γιατί υπάρχει κίνδυνος να επέλθει σύγκρουση μεταξύ τους, προφανώς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης και εξάρτησης των Τ/Κ από την Τουρκία. Κατά τη γνώμη μου, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εμπιστοσύνης και απεξάρτησης από την Τουρκία, δεν θα είναι δυνατή η αποτελεσματική λειτουργία και των βασικών εξουσιών του Κοινού Κράτους (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική), των οποίων κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων του Κυπριακού Κράτους. Θα υπάρχει μια συνεχής υπόσκαψη στους κόλπους των εξουσιών αυτών, που θα στοχεύει στην εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων της Τουρκίας, με αποτέλεσμα το υπό σύσταση Κράτος να καταστεί θνησιγενές (π.χ. στο μικτό υπουργικό συμβούλιο θα συζητούνται τα υψίστης σημασίας θέματα Εθνικής Ασφάλειας και συμφέροντα της Κύπρου - οικονομικά, πολιτικά κλπ). Με απλά λόγια, αν δεν μπορούμε να έχουμε κοινές ΕΔ, δεν μπορούμε να έχουμε και κοινό Κράτος, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπάρξει και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.


 ΘΕΜΑ 3

Εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα

ΕΝΘΕΤΟ
Η Τουρκία το 1974 θα πραγματοποιούσε την εισβολή στην Κύπρο είτε υπήρχε η συνθήκη εγγυήσεων είτε δεν υπήρχε. Θα την πραγματοποιούσε επειδή, κατά τη δική της εκτίμηση, με το πραξικόπημα θα γινόταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αυτό ανέτρεπε μια στρατηγική 50 και πλέον χρόνων, που αφορούσε την ασφάλεια του "μαλακού της υπογαστρίου".

Ανδρέας Πενταράς
To γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκε πρόοδος στην πτυχή της ασφάλειας, παρά τις συναντήσεις που έγιναν από τις ομάδες εργασίας, αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι η πτυχή αυτή αποτελεί ίσως το πιο ακανθώδες ζήτημα στη λύση του Κυπριακού. Ο κυριότερος λόγος είναι επειδή στην πτυχή της ασφάλειας εμπλέκεται άμεσα η Τουρκία, η οποία τον τελευταίο μισό αιώνα έκτισε μια στρατηγική αναφορικά με την αντίληψη που έχει για την ασφάλεια του "μαλακού της υπογαστρίου" (νότια και νοτιοανατολική Τουρκία) και η οποία αποσκοπεί στον γεωστρατηγικό έλεγχο της Κύπρου, αλλά και ευρύτερα της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Οι επιδιώξεις αυτές της Τουρκίας, οι οποίες χρονολογούνται από τα μέσα της δεκαετίας του '50, έγιναν κατορθωτές μέσω της συνθήκης εγγυήσεων και της συνθήκης συμμαχίας που, μαζί με τη συνθήκη εγκαθίδρυσης, αποτέλεσαν τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Μέσω των δύο αυτών συνθηκών η Τουρκία πέτυχε να αποκλείσει εσαεί την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, η ίδια να καταστεί μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, να διαθέτει μόνιμα στην Κύπρο στρατιωτικό απόσπασμα και να συμμετέχε, μέσω του τριμερούς στρατηγείου, στο σχεδιασμό και διεξαγωγή της άμυνας της Κύπρου. Ένας δεύτερος λόγος είναι η δικαιολογημένη στάση της ε/κ πλευράς απέναντι στο πιο πάνω σύστημα ασφάλειας και ιδιαίτερα στη συνθήκη εγγυήσεων, με τα λεγόμενα "επεμβατικά δικαιώματα" των εγγυητριών δυνάμεων. Δυστυχώς, η προσέγγιση μιας μεγάλης μερίδας της ε/κ κοινής γνώμης πάνω στο ζήτημα αυτό, η οποία έχει την άποψη περί ύπαρξης επεμβατικών δικαιωμάτων, παρά το γεγονός ότι γίνεται με καλή πρόθεση, στο τέλος ταυτίζεται με την Τουρκία, γιατί είναι η μόνη χώρα η οποία υποστηρίζει ότι η συνθήκη εγγυήσεων της παρείχε το δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο το 1974. Ποια είναι η πραγματικότητα, όμως, πάνω στο θέμα αυτό;
 Αν ανατρέξουμε στη συνθήκη εγγυήσεων και διαβάσουμε τη σχετική παράγραφο, λέει ότι "...Εκάστη των εγγυητριών δυνάμεων επιφυλάσσει εις εαυτήν το δικαίωμα να ενεργήσει (to take action) προς τον αποκλειστικό σκοπό της αποκατάστασης της τάξης των πραγμάτων της καθιερουμένης δια της παρούσας συνθήκης". Το ότι η διατύπωση αυτή δεν έδινε κανένα δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης στις εγγυήτριες δυνάμεις, αποδεικνύεται και από τα παρακάτω στοιχεία και γεγονότα:
 α. Αμέσως μετά την υπογραφή της, η συνθήκη εγγυήσεων κατατέθηκε στη Γραμματεία του ΟΗΕ, σύμφωνα με το άρθρο 102 του καταστατικού του χάρτη. Η Γραμματεία την έστειλε στη νομική υπηρεσία του ΟΗΕ προκειμένου να γνωματεύσει στο κατά πόσο η φράση "to take action" σήμαινε και στρατιωτική δράση. Η απάντηση της νομικής υπηρεσίας ήταν σαφής. "...Σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ανάληψη στρατιωτικής δράσης".
 β. Το 1963, όταν ο Μακάριος ετοίμαζε τα 13 σημεία αναθεώρησης του Συντάγματος, απέστειλε τον Γλαύκο Κληρίδη στην Αγγλία προκειμένου να πάρει νομική συμβουλή από έγκριτο νομικό οίκο, εξειδικευμένο στα θέματα διεθνούς δικαίου. Ο Γλαύκος Κληρίδης απευθύνθηκε στον διεθνούς φήμης δικηγόρο Frank Soskice, o οποίος του έδωσε την απάντηση: "Yπό τις συνθήκες αυτές, ακόμα και αν οι λέξεις 'να αναλάβουν δράση' θεωρηθούν ότι σημαίνουν στρατιωτική δράση, τέτοια δράση δεν μπορεί να αναληφθεί χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας".
 γ. Στις 19 Δεκεμβρίου 1963 ο Γλαύκος Κληρίδης συναντά τον ύπατο αρμοστή της Βρετανίας προκειμένου να συζητήσουν τα 13 σημεία αναθεώρησης του Συντάγματος. Σε ερώτηση του Γλαύκου Κληρίδη κατά πόσο η Βρετανία, στην περίπτωση ενδοκοινοτικών συγκρούσεων, θα μπορούσε να διαθέσει στρατεύματα ως εγγυήτρια δύναμη προκειμένου να επιβάλουν την τάξη, η απάντηση του ύπατου αρμοστή ήταν: "Η Βρετανική κυβέρνηση δεν δικαιούται να επέμβει στρατιωτικώς στην Κύπρο άνευ προγενεστέρας συγκατάθεσης του Συμβουλίου Ασφαλείας".
 δ. Στις 20 Ιουλίου 1974 συνήλθε το Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ προκειμένου να μελετήσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και εξέδωσε ομόφωνα το γνωστό ψήφισμα 353, με το οποίο απορρίπτει τις αιτιάσεις της Τουρκίας για ειρηνευτική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε με βάση τα δικαιώματα που της παρείχε η συνθήκη εγγυήσεων, και την καλεί να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο.
 ε. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου όπως και στις επόμενες που ακολούθησαν, απορρίπτει επίσης τις αιτιάσεις της Τουρκίας περί του δικαιώματος επέμβασης και της επιδικάζει τις γνωστές αποζημιώσεις. Όλοι οι επιδρομείς και όλοι οι κατακτητές πάντοτε θα επικαλούνται κάποια συνθήκη ή κάποιο καταστατικό χάρτη για να δικαιολογήσουν την πράξη τους απέναντι στη διεθνή κοινή γνώμη. Γι' αυτές τις πράξεις τους όμως δεν φταίνε οι συνθήκες. Φταίνε οι ίδιοι οι επιδρομείς και οι κατακτητές. Η Τουρκία το 1974 θα πραγματοποιούσε την εισβολή στην Κύπρο είτε υπήρχε η συνθήκη εγγυήσεων είτε δεν υπήρχε. Θα την πραγματοποιούσε επειδή, κατά τη δική της εκτίμηση, με το πραξικόπημα θα γινόταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αυτό ανέτρεπε μια στρατηγική 50 και πλέον χρόνων που αφορούσε την ασφάλεια του "μαλακού της υπογαστρίου".
 Αν θέλουμε δε να απαντήσουμε στο ερώτημα αν θα πρέπει να καταργηθεί ή όχι η συνθήκη εγγυήσεων, η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα να καταργηθεί. Όχι όμως επειδή παρέχει επεμβατικά δικαιώματα στις εγγυήτριες δυνάμεις, αλλά επειδή, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο καταρτίσθηκε. Επειδή δεν παράγει ασφάλεια ούτε για την εδαφική ακεραιότητα, ούτε για την ανεξαρτησία, ούτε για τη συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διαβάστε περισσότερα...

ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ: Η ΕΥΝΟΪΚΟΤΕΡΗ ΕΩΣ ΤΩΡΑ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

International Crisis Group

Europe Report N°194 

23 June 2008 

ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Μια νέα ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο προσφέρει την καλύτερη –εδώ και δεκαετίες- ευκαιρία για να δωθεί ένα τέλος στην αδιέξοδη διχοτόμηση του νησιού. Η μεταστροφή αυτή οφείλεται εν πολλοίς στην απροσδόκητη εκλογή του κου Δημήτρη Χριστόφια στην Ελληνοκυπριακή Προεδρία. Μαζί με τον Τουρκοκύπριο ομόλογό του, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, εκδηλώνουν την πολιτική βούληση να καταστήσουν τις πρόσφατες συνομιλίες, που διεξάγονται υπό την διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών, επιτυχείς. Ο ρόλος σημαντικών παραγόντων, όπως η Τουρκία, είναι εποικοδομητικός. Ο υπόλοιπος κόσμος, ιδιαίτερα τα Ηνωμένα Έθνη και η Ευρωπαική Ένωση, χρειάζεται να δραστηριοποιηθεί προς υποστήριξη μιας ολοκληρωμένης διευθέτησης που θα βελτιώσει την ασφάλεια και την ευημερία της Κύπρου, θα επιτρέψει στην Τουρκία να συνεχίσει την ενταξιακή πορεία της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και θα ξεπεράσει ένα πρόβλημα ολοένα και πιο ζημιογόνο για την πολιτική της ΕΕ στην περιοχή. 

Από την πρώτη συνάντηση τους στις 21 Μαρτίου 2008, οι κύριοι Χριστόφιας και Ταλάτ έχουν ανοίξει ένα νέο δίαυλο στην οδό Λήδρας, στην πρωτεύουσα Λευκωσία, και έχουν σημειώσει σταθερή πρόοδο στις προπαρασκευαστικές συνομιλίες. Σε κοινή δήλωσή τους, στις 23 Μαϊου, δεσμεύτηκαν για την σύσταση μιας δι-κοινοτικής, διζονικής ομοσπονδίας (σαν συνεταιρισμό) με μια ενιαία διεθνή ταυτότητα και δύο ισότιμα συστατικά κράτη-μέλη. Οι δύο πρόεδροι αναμένεται να συναντηθούν εκ νέου στα τέλη Ιουνίου και να ανακοινώσουν την συμφωνία τους σε μια σειρά μέτρων για την βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των δύο κοινοτήτων στους τομείς της υγείας, της οδικής ασφάλειας και του περιβάλλοντος.

Και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι αυτή είναι μόνο η αρχή, αλλά συνάμα κι η τελευταία ευκαιρία για την επανένωση του νησιού στο προσεχές μέλλον. Πολλές δυνάμεις που προωθούν τη διχοτόμιση έχουν αναδειχθεί, αφ’ότου το Σχέδιο Ανάν έγινε δεκτό από τους Τουρκοκύπριους αλλά απορρίφθηκε από τους Ελληνοκύπριους με το δημοψήφισμα του 2004. Ενδεχόμενη αποτυχία σε αυτές τις διαπραγματεύσεις θα πυροδοτούσε έναν κύκλο πολιτικής μνησικακίας και δυσπιστίας στο νησί, θα περιέπλεκε περαιτέρω τις Ευρω-Τουρκικές και Ευρω-Νατοϊκές σχέσεις, θα καθιστούσε το Κυπριακό μια διαρκή ενόχληση στην καρδιά της Ε.Ε., και -αν ληφθεί ως ενδεικτική η ρητορική του 2007 με αφορμή τις έρευνες για εντοπισμό πετρελαίου στην Κύπρο- θα προκαλούσε νέες στρατιωτικές εντάσεις στο νησί.

Κατά την προετοιμασία και στη διάρκεια των ολοκληρωμένων συνομιλίων, ομάδες εργασίας και τεχνικές επιτροπές θα πρέπει να συνεχίσουν να συσκέπτονται για την ανάπτυξη εναλλακτικών, τις οποίες θα εξετάσουν οι ηγέτες. Η δεδομένη δυναμική θα πρέπει να διατηρηθεί. Σε αμφότερα τα μέρη οι σκεπτικιστές και οι εθνικιστές περιμένουν την ευκαιρία για να υποδαυλίσουν τις συνομιλίες. Πράγματι, οι επικρίσεις κατά της διαδικασίας από τους αδιάλλακτους πρώην ηγέτες, Τάσσο Παπαδόπουλο -τον Ελληνοκύπριο πρόεδρο, ο οποίος δεν επανεξελέγη τον Φεβρουάριο του 2008- και τον Ραούφ Ντενκτάς –για χρόνια κυρίαρχο στην Τουρκοκυπριακή πλευρά- προσδίδουν ιδιαίτερη έμφαση στην προσήλωση των κυρίων Χριστόφια και Ταλάτ για την εξεύρεση μιας λύσης. 

Η θέση της Τουρκίας είναι ζωτικής σημασίας, δεδομένης της γεωγραφικής εγγύτητας, των στρατευμάτων που διαθέτει στο νησί, και της ευρείας υποστήριξης που παρέχει στην Τουρκοκυπριακή διοίκηση. Το κυβερνόν κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, όπως και το 2004, υποστηρίζει τη διαδικασία διευθέτησης και το Υπουργείο Εξωτερικών δηλώνει αποφασισμένο να βρεθεί μια λύση. Οι Τουρκικές ένοπλες δυνάμεις επιμένουν, όπως το 2004, στην αποδοχή της απόσυρσης των στρατευμάτων ως αντάλλαγμα σε μια ορθή συμφωνία και ο μέχρι στιγμής ρόλος τους έχει υπάρξει εποικοδομητικός. Η Τουρκοκυπριακή πλευρά δηλώνει ότι απολαμβάνει της πλήρους υποστήριξης της Άγκυρας για την εξεύρεση συμφωνίας μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών. Οι πιθανότητες για επιτυχή έκβαση θα ήταν αυξημένες σε περίπτωση που ήταν λιγότερο έντονη η εσωτερική πολιτική αναστάτωση, η οποία προκλήθηκε στην Τουρκία από τη δικαστική προσφυγή εναντίον του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά οι εσωτερικές διενέξεις δεν υποδαυλίζουν την πρόοδο που σημειώνεται στην Κύπρο.

Σημανικό εμπόδιο αποτελεί η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των Ελληνοκύπριων και της Τουρκίας. Η Άγκυρα παραμένει επιφυλακτική σχετικά με τις προθέσεις των Ελληνοκυπρίων, παρά την μεταστροφή στις θέσεις τους υπό την ηγεσία του κυρίου Χριστόφια, και οι Ελληνοκύπριοι παραμένουν πεπεισμένοι οτι η Τουρκία είναι ανειλικρινής και αναξιόπιστη. Τα δύο μέρη γνωρίζονται ελάχιστα μεταξύ τους, μη διατηρώντας επικοινωνία για 40 χρόνια, και όλοι φαντάζουν έτοιμοι να πιστέψουν την ακραία ρητορική των εθνικιστικών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Η Άγκυρα πρέπει να έρθει σε επικοινωνία με τους Ελληνοκύπριους, παρότι αρνείται να αναγνωρίσει ότι η κυβέρνησή τους εκπροσωπεί τα ενδιαφέροντα ολόκληρου του νησιού, όπως ακριβώς και οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να εργαστούν πιο πρόθυμα με τον επί μακρόν υφιστάμενο Τουρκοκυπριακό διοικητικό μηχανισμό. Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλοι εξωτερικοί παράγοντες μπορούν να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των μερών. 

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει να ορίσει έναν νέο υψηλά ιστάμενο ειδικό απεσταλμένο για να διευκολύνει τις συνομίλιες και να καταστήσει βέβαιο ότι όλοι οι περιφερειακοί και διεθνείς δρώντες είναι πλήρως ενήμεροι και εκδηλώνουν την συμπαράστασή τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ενδέχεται να υποστεί φθορά σε πολλούς τομείς της πολιτικής της, σε περίπτωση που διαρραγούν οι σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκίας, οφείλει να εμπλακεί εντονότερα στην διαδικασία, προετοιμάζοντας από τώρα τους ανάλογους οικονομικούς μηχανισμούς υποστήριξης της όποιας διευθέτησης.

Η οικονομία και η ασφάλεια των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, όπως επίσης και της Τουρκίας, θα επωφεληθούν σημαντικά από μια ορθή και ολοκληρωμένη διευθέτηση υπό την στέγη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς θα εργάζονται για δύσκολους συμβιβασμούς, όλα τα μέρη θα πρέπει να ξεπεράσουν επώδυνες μνήμες και την πρότερη δυσπιστία, για να επικεντρωθούν στο δεδομένο στόχο. 

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Προς την Ελληνοκυπριακή πλευρά:

1. Να μεταχειριστεί τους Τουρκοκυπρίους ομολόγους σαν ισότιμους εταίρους, ανακαλώντας, ιδιαίτερα, την απαγόρευση που είχε επιβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση στις επισκέψεις απεσταλμένων της Ε.Ε. στο γραφείο του κυρίου Ταλάτ στο βόρειο τμήμα, και μετριάζοντας, έστω και προσωρινά, τους περιορισμούς στις διεθνείς δραστηριότητες των Τουρκοκυπριακών αθλητικών, εκπαιδευτικών και πολιτιστικών σωματείων. 

2. Να εφαρμόσει μονομερώς -ούτως ώστε να εκδηλώσει την προσήλωσή της στην επίτευξη μιας προσεκτικά διαπραγματευθείσας, ολοκληρωμένης τελικής διευθέτησης βασισμένης στο έως τώρα εμπεδομένο έργο των Ηνωμένων Εθνών- τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Απευθείας Εμπόριο, ώστε να επιτρέψει το ελεύθερο, απευθείας εμπόριο μεταξύ των Τουρκοκυπρίων και της Ε.Ε. μέσω των δικών τους λιμένων.

3. Να αιτηθεί την θέσπιση της Τουρκικής ως επίσημης γλώσσας της Ε.Ε., όπως είναι στην Κύπρο, και να αρχίσει προετοιμασίες για την συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων ψηφοφόρων και υποψηφίων στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2009.

4. Να συμπληρώσει τις δηλώσεις υποστήριξης προς την τελική πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. με έμπρακτη αρωγή στην ενταξιακή πορεία της, θέτωντας τέλος στο `πάγωμα` των διαπραγματεύσεων μιας σειράς κεφαλαίων του σχεδίου για την Συμφωνία Ένταξης μεταξύ Τουρκίας –Ε.Ε., και αποφεύγοντας αναίτιες επιθέσεις κατά της Τουρκίας και απόπειρες να διαταράξει τις σχέσεις μεταξύ της Άγκυρας και των Τουρκοκυπρίων. 

Προς την Τουρκοκυπριακή πλευρά:

5. Να επιδείξουν περισσότερη ευελιξία στο διάλογο για εξεύρεση εναλλακτικών κατά τις συζητήσεις που θα λάβουν χώρα στις ομάδες εργασίας και στις τεχνικές επιτροπές.

6. Να `παγώσουν`, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα σε χώρους Ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας στο Βορρά.

Προς την Τουρκική Κυβέρνηση:

7. Να εκκινήσει συνομιλίες με τους Ελληνοκυπρίους αξιωματούχους, να επιδείξει πιο ενεργή προσήλωση στην επίλυση της διαμάχης μέσω δημοσίων δηλώσεων προς υποστήριξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας και να καταστήσει την παρουσία των στρατευμάτων της στην Κύπρο λιγότερο αισθητή.

8. Να εφαρμόσει μονομερώς –σαν εκδήλωση της δέσμευσής της προς την επίτευξη μιας προσεκτικά διαπραγματευθείσας και ολοκληρωμένης τελικής διευθέτησης, βασισμένης στο μέχρι στιγμής εμπεδομένο έργο των Ηνωμένων Εθνών- την δέσμευσή της στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο του 2005 της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, και να ανοίξει τους αερολιμένες και τους θαλάσσιους λιμένες της σε Ελληνοκυπριακή χρήση.

Προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε.:

9. Να προσπαθήσουν ενεργά να προσεγγίσουν τους ηγέτες που είναι υπέρ της εξεύρεσης λύσης σε αμφότερα τα μέρη υποστηρίζοντας μια διαδικασία που να υποκινείται από Κυπρίους. Να επιμείνουν σε μια δίκαιη εφαρμογή της Ευρωπαϊκής βοήθειας και της πολιτικής εμπορίου που θα επιτρέψουν στους Τουρκοκύπριους την άμεση πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και προγράμματα. Να επανεκκινήσουν συνομιλίες με την Τουρκία μέσω υψηλού επιπέδου επισκέψεων ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την διευθέτηση του Κυπριακού και να ενθαρρύνουν την ευρωπαϊκή σύγκλιση της Τουρκίας.

10. Να προετοιμάσουν ένα οικονομικό πακέτο προς υποστήριξη μιας λύσης, όπως στην περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας, συμπεριλαμβάνοντας οικονομικούς μηχανισμούς που να εγγυώνται ένα σχέδιο αποζημίωσης των περιουσιών, όπως επίσης και οικονομική βοήθεια προς περιορισμό του οικονομικού χάσματος μεταξύ των μελλοντικών συστατικών κρατών-μελών. Να παρασχεθεί αρωγή στο μελλοντικό Τουρκοκυπριακό συστατικό κράτος-μέλος ώστε να εκπληρώσει τα κριτήρια της Ε.Ε. Να παράσχουν βοήθεια για την κατασκευή των δεκάδων χιλιάδων σπιτιών απαραίτητων για τη στέγαση Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων.

11. Πιο συγκεκριμένα οι κυβερνήσεις τις Μ. Βρετανίας, Ελλάδας και Κύπρου θα πρέπει να συζητήσουν μια νέα Αρχιτεκτονική Ασφάλειας για την Κύπρο και την ανατολική Μεσόγειο που θα μπορεί συγχρόνως να ικανοποιεί την εξωτερική πολιτική και τους αμυντικούς σκοπούς της Ε.Ε. και να συμπληρώνει τα συμφέροντα και τις ανάγκες μιας Τουρκίας σε ενταξιακή πορεία προς την Ε.Ε.

Προς το Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. και την Γραμματεία:

12. Να ορίσουν έναν/ μία ειδικό σύμβουλο μέσα στις προσεχείς εβδομάδες και να τον/ την πλαισιώσουν με μία ομάδα, στην οποία να συμμετέχουν εκπρόσωποι από ισχυρά Μ.Μ.Ε. σε τοπικό πεδίο (με τοπικές προσβάσεις;) και πλήρως εξουσιοδοτημένοι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι. 

13. Να διευκολύνει μαζί με την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο (UNFICYP), την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στον προσδιορισμό μιας λύσης και στην ανάδειξη των πλεονεκτημάτων της, ιδιαίτερα μέσα από τη σφιγμομέτρηση της κοινής γνώμης που να συνδιάζεται με τις διαπραγματεύσεις και την οργάνωση διακοινοτικών συναντήσεων με τη συμμετοχη εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, εξεχόντων οικονομικών παραγόντων και επαγγελματικών οργανώσεων.

Λευκωσία/ Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες, 23 Ιουνίου 2008 Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Το γκρίζο σκηνικό στις διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο


Χρήστος Ιακώβου



Σε επανάληψη του παρελθόντος οδηγούνται οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για το θέμα του Αιγαίου, οι οποίες άρχισαν από τον περασμένο Ιανουάριο. Παρά τις προσπάθειες της Ελλαδικής κυβέρνησης να συντηρήσει έστω και τη διαδικασία, οι συζητήσεις εμπεριέχουν τον κίνδυνο εκτροπής και διολίσθησης σε διαπραγματεύσεις εφ’ όλης της ύλης για το καθεστώς του Αιγαίου, θέση η οποία είναι πάγιος τακτικός στόχος της Τουρκίας. 

Για την Ελλάδα το πρόβλημα του Αιγαίου περιορίζεται στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δηλαδή στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους του στο θαλάσσιο χώρο πέρα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και η διαδικασία που προτείνει είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία επιδιώκει πολιτική λύση, δηλαδή στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας πέρα από τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, με βάση τη διμερή διαπραγμάτευση. Το κομβικό σημείο της Τουρκικής διεκδίκησης είναι ο ισχυρισμός ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ως εκ τούτου η οριοθέτησή της θα πρέπει να γίνει με βάση τη μέση γραμμή από βορρά προς νότο, μεταξύ τουρκικών παραλίων και των παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδος. Σε περίπτωση υιοθέτησης αυτής της λύσης συνεπάγεται ότι τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα περιβάλλονται από τουρκική υφαλοκρηπίδα με τις όποιες συνέπειες για την ασφάλειά τους. Επιπλέον, τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ένα ντόμινο τουρκικών διεκδικήσεων, όπως χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση. 

Ιστορικώς, το θέμα ήλθε στην επιφάνεια το Νοέμβριο του 1973 όταν η τουρκική κυβέρνηση δημοσίευσε απόφαση και χάρτη όπου εκχωρούσε το μισό περίπου βόρειο Αιγαίο στην κρατική εταιρία πετρελαίων για έρευνα και εκμετάλλευση. Το θέμα, όμως, της παραπομπής στη Χάγη άνοιξε τον Ιανουάριο του 1975 όταν η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε για πρώτη φορά επισήμως την πρόταση προς την κυβέρνηση της Τουρκίας. Έκτοτε σημειώθηκαν δύο σημαντικές ελληνοτουρκικές κρίσεις που έφεραν τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου, μία το 1975 με το «Χόρα» και η άλλη το 1987 με το «Σισμίκ». 

Συνεκδοχικώς, η Τουρκία επιδιώκει μέσα από τις τρέχουσες διερευνητικές επαφές να εξασφαλίσει δύο τακτικά σημεία που θα τις επιτρέψουν να προχωρήσει σε υλοποίηση του στρατηγικού της στόχου: α) να εξασφαλίσει την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης περισσοτέρων της μίας διαφορών στο Αιγαίο, β) την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης γκρίζων ζωνών και συγκατάθεσής της για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο ν’ αποφανθεί για την κυριαρχία σε δεκάδες νησιά και βραχονησίδες που ανήκουν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελλορίζου. 

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών της υδάτων από 6, όπως είναι σήμερα, σε 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει η συνθήκη του Montego Bay του 1982, την οποία η Τουρκία δεν υπέγραψε και η Ελλάδα επεκύρωσε το 1995, εκ των πραγμάτων δεν θα υπάρχει υφαλοκρηπίδα προς διευθέτηση, διότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα είτε θα καλύψουν λόγω επέκτασης τους μεγάλο μέρος των διεθνών υδάτων ο βυθός των οποίων είναι η υφαλοκρηπίδα, είτε θα «εγκλωβίσουν» ένα άλλο μέρος των διεθνών υδάτων. Αυτό το πλεονέκτημα προκύπτει από τη γεωγραφική διάταξη των νησιών που σχηματίζουν ένα κλοιό απέναντι στα τουρκικά παράλια. Το Αιγαίο αποτελεί σύμπλεγμα 2.463 διεσπαρμένων από τις 3.100 που είναι συνολικώς στην ελληνική επικράτεια, οι νήσοι, οι νησίδες και οι βραχονησίδες, οι περισσότερες εκ των οποίων ευρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της ασιατικής Τουρκίας. 

Το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των συναφών ελληνικών δικαιωμάτων έχουν στοιχειώσει τρεις ελληνοτουρκικές συμφωνίες κορυφής, ο οποίες υπεγράφησαν μετά από ελληνοτουρκικές κρίσεις. Η πρώτη είναι το πρακτικό της Βέρνης, μετά την κρίση του 1976 μεταξύ Καραμανλή και Ντεμιρέλ, σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν οι δύο χώρες να μην προβούν σε ενέργειες που θα παρενοχλούσαν τις διαπραγματεύσεις. Η δεύτερη είναι η συμφωνία του Νταβός το 1988, μετά την κρίση του Μάρτη το 1987, μεταξύ Α. Παπανδρέου και Τ. Οζάλ, σύμφωνα με την οποία οι δύο χώρες συμφώνησαν να περιορίσουν την ερευνητική τους δραστηριότητα για ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου στην αιγιαλίτιδα ζώνη τους. Τέλος, η τρίτη, είναι η συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, μεταξύ Σημίτη και Ντεμιρέλ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμεύτηκε να μην προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες όπως αποκαλείται η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων (επέκταση χωρικών υδάτων, έρευνες στην υφαλοκρηπίδα κλπ.). 

Η στρατηγική της Τουρκίας στο Αιγαίο, από τις αρχές του 1970 και εντεύθεν, υπήρξε σταθερή. Οι κατά καιρούς κρίσεις δεν ήσαν πολιτικές συμπτώσεις ή σπασμωδικές αντιδράσεις κάποιων φιλοπόλεμων κύκλων του στρατιωτικού κατεστημένου της Άγκυρας, αλλά προσχεδιασμένες και συστηματικώς μονομερείς επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος. 

Κατά την τελευταία εννέα χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μία ριζική αναθεώρηση των σχέσεών με την Τουρκία, προσδοκώντας σε μία ουσιαστική βελτίωση του κλίματος με απώτερο στόχο την επίλυση όλων των διμερών προβλημάτων και τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Την προσδοκία αυτή καλλιέργησε η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται τα τελευταία χρόνια είναι κατά πόσον υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές στην τουρκική πολιτική και με ποιους χειροπιαστούς τρόπους αποδεικνύεται κάτι τέτοιο καθημερινά. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής είναι ο αριθμός των τουρκικών παραβάσεων και παραβιάσεων που σημειώνονται στα όρια του εθνικού εναέριου χώρου και είναι άμεσα συνδεδεμένο με το γενικότερο ζήτημα του Αιγαίου. Μετά τη σύνοδο κορυφής στο Ελσίνκι το 1999, οι παραβάσεις και παραβιάσεις των τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών έχουν αυξηθεί δραματικά. Συγκεκριμένα:
• Ο αριθμός των τουρκικών αεροσκαφών που εισέρχονται στο Αιγαίο αυξήθηκε κατά 485% 
• Οι παραβιάσεις κανόνων εναέριας κυκλοφορίας κατά 467% 
• Οι παραβιάσεις εθνικού εναέριου χώρου κατά 358% 
• Τα οπλισμένα τουρκικά αεροσκάφη κατά 522% 
• Οι εμπλοκές των τουρκικών αεροσκαφών σε αερομαχίες με ελληνικά κατά 586%
Καθοριστικό σημείο για την ελληνική διπλωματία υπήρξε η σύνοδος κορυφής της ΕΕ στις 17 Δεκεμβρίου 2004, όπου η Τουρκία έλαβε ημερομηνία έναρξης ενταξιακού διαλόγου. Παρά την αύξηση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο στις παραμονές της συνόδου κορυφής, πολλοί επέμεναν στη λογική των «συνηθισμένων περιστατικών». H ανάλυση αυτή απεδείχθει ανεπαρκής να ερμηνεύσει τότε την Τουρκική συμπεριφορά. 

H στρατογραφειοκρατική ελίτ της Tουρκίας δεν εκλαμβάνει την ένταξη της χώρας στην ΕΕ ως παραχώρηση μέρους της κυριαρχίας της στους θεσμούς της Ευρώπης και στις εποπτικές διαδικασίες του κάθε ευρωπαίου επιτρόπου. Επιδιώκει να διαπραγματευθεί με την EE το ειδικό γεωπολιτικό της βάρος στην Ανατολική Μεσόγειο. Eν ολίγοις, η Tουρκία προσπαθεί να διαπραγματευθεί όχι στην βάση των αρχών του κοινοτικού πολιτικού πολιτισμού αλλά με βάση την παραδοσιακή Νατοϊκή αντίληψη προβάλλοντας τη λογική του μεγάλου και ισχυρού κράτους που μπορεί να προωθήσει τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία, μπορεί να είναι η τελευταία στους οικονομικούς δείκτες, αν και όταν θα καταστεί πλήρες μέλος, αλλά από τώρα απαιτεί και προσπαθεί να επιβάλει καθεστώς και συμπεριφορά των άλλων απέναντί της ως ηγεμονικής δύναμης, η ένταξη της οποίας θα αλλάξει τα γεωπολιτικά δεδομένα στις νοτιονατολικές παρυφές της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι η ουσία της τουρκικής διαπραγμάτευσης θα είναι κυρίως γεωπολιτική, η Άγκυρα φρόντισε από το 2004 να παραμερίσει ορισμένα εμπόδια στον τομέα αυτόν. Έτσι ερμηνεύεται τότε η στάση της στο θέμα του Αιγαίου καθώς επίσης και η σημερινής της ακαμψία. 

Mπορεί η Aθήνα να επέμενε ότι αναγνωρίζει ως μοναδικό πρόβλημα την υφαλοκρηπίδα, αλλά οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και οι παραβάσεις του FIR Αθηνών από τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη, αποσκοπούσαν ακριβώς στην «ευρωπαϊκή» καταγραφή των μονομερών διεκδικήσεων της Άγκυρας στα θέματα του ελληνικού εναέριου χώρου, του FIR Aθηνών και των χωρικών υδάτων της Ελλάδας. Το τουρκικό στρατογραφειοκρατικό κατεστημένο, με τις ενέργειες αυτές δεν είχε ως στόχο την πρόκληση κάποιας μίνι κρίσης στο Aιγαίο. Eπιθυμούσε, απλώς, να καταδείξει και να καταγράψει με εντυπωσιακό τρόπο, τότε που όλοι οι Eυρωπαϊκοί προβολείς ήσαν στραμμένοι πάνω της, όλο το φάσμα των διεκδικήσεών της στο Aιγαίο, καθώς και τις μεθόδους με τις οποίες εννοεί να τις προβάλλει. Για την Tουρκία, είχε τεράστια σημασία, να γνωστοποιηθούν εκείνη την περίοδο στους Eυρωπαίους, τόσο οι διεκδικήσεις της στο Aιγαίο όσο και οι στρατιωτικές μέθοδοι προβολής τους που χρησιμοποιεί. O λόγος είναι πολύ απλός: αν οι Eυρωπαίοι, έπειτα από όλα αυτά, δεν έκαναν καμιά αναφορά στα σχετικά προβλήματα στην απόφαση της συνόδου κορυφής που θα αποφάσιζε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων τότε διά της σιωπής τους θα εξέφραζαν, αν όχι τη συμφωνία τους, σίγουρα την ανοχή τους προς την τουρκική στάση.
Με αυτό τον τρόπο, η Άγκυρα κατοχύρωσε, εκ των πραγμάτων, πως τα ελληνοτουρκικά προβλήματα και η στάση της σ’ αυτά δεν συνιστούν εμπόδιο, άρα δεν αντίκεινται στα κριτήρια της Kοπεγχάγης, οπότε ούτε οι τουρκικές διεκδικήσεις και προκλήσεις θα μπορούν να εγερθούν μελλοντικά στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας, ως λόγοι αναβολής ή ματαίωσης της τουρκικής ένταξης. Με άλλα λόγια η Τουρκία κατοχύρωσε εμμέσως πως το θέμα του Αιγαίου είναι διμερής διαφορά που θα πρέπει να λυθεί με διαπραγματεύσεις.   Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Η ΕΕ μετά το «Οχι» της Ιρλανδίας


Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την (πολιτική) υγεία της Ευρώπης 


Μ. ΣΠΙΝΘΟΥΡΑΚΗΣ 

Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την πολιτική υγεία της Ευρώπης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που συνάγεται μετά το «Οχι» που ψήφισε το 53,4% των Ιρλανδών οι οποίοι έκαναν τον κόπο (ο ένας στους δύο) να προσέλθουν την Πέμπτη στις κάλπες προκειμένου να μετάσχουν στο δημοψήφισμα για την ψήφιση ή όχι της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ενα δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε μόνο στην Ιρλανδία μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, και αυτό επειδή ήταν συνταγματικώς επιβεβλημένο. 

Το παράδοξο με τους Ιρλανδούς είναι ότι ενώ εντάχθηκαν ενθουσιωδώς πριν από 36 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έκτοτε άρχισαν αφενός μεν να αυξάνουν εντυπωσιακά το βιοτικό τους επίπεδο - χάρη στα κοινοτικά κονδύλια -, αφετέρου δε να αμφισβητούν την αξία της συμμετοχής τους στην Ενωμένη Ευρώπη. Ετσι το 1972, οπότε το μέσο εισόδημα των Ιρλανδών αναλογούσε στο 58% του μέσου κοινοτικού, το 84% εξ αυτών ψήφισε υπέρ της προσχώρησης στην τότε ΕΟΚ. Σήμερα που το εισόδημά τους αναλογεί στο 130% του μέσου κοινοτικού ψηφίζουν κατά της προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 
Ωστόσο τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για τις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι δημοσκοπήσεις σκιαγραφούσαν από καιρό το αρνητικό κλίμα, οι ιθύνοντες της ΕΕ ήταν personae non gratae στο Δουβλίνο για να μην προκαλέσουν το κοινό αίσθημα και η πολιτική ηγεσία της χώρας αδυνατούσε να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του λαϊκισμού οι οποίες άλλοτε υποστήριζαν πως η Ευρώπη θέλει να επιτραπούν οι απαγορευμένες εκ του Συντάγματος της χώρας αμβλώσεις και άλλοτε ότι η ΕΕ προτιμά τα λατινοαμερικανικά κρέατα έναντι των ιρλανδικών. 
Από προχθές όμως ένα είναι το ερώτημα που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση: και τώρα τι γίνεται; 
Η πρώτη απάντηση ήλθε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος την Παρασκευή το απόγευμα κάλεσε τα οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη κυρώσει τη Συνθήκη της Λισαβόνας να το πράξουν, αδιαφορώντας για τα νέα από το Δουβλίνο. Με άλλα λόγια διευκρίνισε ότι στόχος είναι να κυρωθεί η Συνθήκη στα 26 από τα 27 κράτη-μέλη και στη συνέχεια να κληθεί η ιρλανδική πολιτική ηγεσία να προτείνει λύση, με την πλάτη στον τοίχο. Στο ίδιο μήκος κύματος εκινείτο και η κοινή γαλλογερμανική ανακοίνωση του κ. Σαρκοζί και της κυρίας Μέρκελ που ακολούθησε, δίδοντας λίγο - πολύ το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν οι διαβουλεύσεις στη σύνοδο κορυφής της Παρασκευής όπου το ιρλανδικό ζήτημα, μαζί με αυτό της ακρίβειας, μάλλον θα κυριαρχήσει. 
Οι πολιτικοί ιθύνοντες των Βρυξελλών θυμούνται άλλωστε το τι συνέβη το 2001. Οι Ιρλανδοί είπαν σε πρώτη φάση «Οχι» στη Συνθήκη της Νίκαιας την οποία στη συνέχεια επικύρωσαν, με δεύτερο δημοψήφισμα, αφού βεβαίως έλαβαν κάποια τυπική εν πολλοίς εγγύηση ότι δεν διακυβεύεται η παραδοσιακή ουδετερότητά τους στα διπλωματικά και στα αμυντικά ζητήματα. Πρόκειται για το καλύτερο και πλέον ανώδυνο πολιτικώς σενάριο το οποίο είναι βέβαιον ότι θα προωθήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας κ. Νικολά Σαρκοζί ο οποίος σε δύο εβδομάδες παραλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει όλες οι χώρες που απομένουν να κυρώσουν τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κάτι που ουδόλως είναι εξασφαλισμένο αφού μεταξύ αυτών των χωρών είναι η Βρετανία και η Τσεχία στις οποίες αφενός μεν επικρατεί αντιευρωπαϊκό εν γένει κλίμα, αφετέρου δε το ζήτημα της Ευρώπης αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης. 
Το δεύτερο πιθανό ενδεχόμενο είναι να προχωρήσουν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ στην εφαρμογή, έστω και εν μέρει, της Συνθήκης της Λισαβόνας, αφήνοντας ατύπως εκτός την Ιρλανδία. Από νομικής απόψεως το ενδεχόμενο αυτό είναι εξαιρετικά θολό και μάλλον θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει. 
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι το status quo, δηλαδή να συνεχίσει να λειτουργεί η ΕΕ με βάση την ισχύουσα σήμερα Συνθήκη της Νίκαιας. Εν προκειμένω τα προβλήματα είναι επίσης πολλά αφού η εν λόγω Συνθήκη δεν συντάχθηκε για την ΕΕ των 27 χωρών-μελών και η έκδοση των αποφάσεων θα είναι εφεξής ιδιαίτερα δυσχερής. 
Το τέταρτο ενδεχόμενο είναι η επαναδιαπραγμάτευση όλων των ζητημάτων εξαρχής. Αυτό σημαίνει ότι για τον επόμενο χρόνο η ΕΕ θα συνεχίσει τις αέναες συζητήσεις με στόχο την εκπόνηση νέας Συνθήκης, η οποία ακολούθως θα τεθεί εκ νέου υπό την κρίση των Ιρλανδών και οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα αρνηθούν να την εγκρίνουν, όπως θα έπραττε κάθε λογικός άνθρωπος με ένα κείμενο το οποίο δεν κατανοεί. 
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, όπως ανέφερε έμπειρος κοινοτικός διπλωμάτης, δύο συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν. Το πρώτο είναι ότι περίπλοκες διεθνείς συμβάσεις, όπως η εκάστοτε κοινοτική Συνθήκη, δεν είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενα δημοψηφισμάτων. Το δεύτερο είναι ότι οι ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει κάποτε να αντιληφθούν πως όσο επιδιώκουν να καρπώνονται οι ίδιοι τις όποιες επιτυχίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ταυτόχρονα να της χρεώνουν τα όποια προβλήματα τόσο το ένα «Οχι» θα διαδέχεται το άλλο στα δημοψηφίσματα για την Ευρώπη. 


Το ΒΗΜΑ, 15/06/2008 , Σελ.: A13
Κωδικός άρθρου: B15385A131
ID: 295246 Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Εθνικισμός και μειονότητες στην Τουρκία

Η πολιτική του Πογκρόμ


Χρήστος Ιακώβου

Κυκλοφόρησε στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Εστίας, η διδακτορική διατριβή (υπεβλήθη στο Πανεπιστήμιο του Μπόχουμ της Γερμανίας) της τουρκάλας ιστορικού Ντιλέκ Γκιουβέν με τίτλο: «Εθνικισμός, Κοινωνικές Μεταβολές και Μειονότητες: Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας, 6/7 Σεπτεμβρίου 1955 ». Το βιβλίο αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε το «βαθύ κράτος» της Τουρκίας στα «Σεπτεμβριανά» το 1955. Η έρευνά της στηρίχθηκε στο ανέκδοτο υλικό του στρατιωτικού δικαστή Φαχρί Τσοκέρ, ο οποίος διεξήγαγε τις ανακρίσεις και συνέταξε τη δικογραφία της υπόθεσης. Για πρώτη φορά δημοσιεύονται έγγραφα, στην πλειοψηφία τους επίσημα, που επιβεβαιώνουν την ενεργή συμμετοχή του στρατού και της αστυνομίας στα γεγονότα μέσα σε ένα γενικότερο σχέδιο όπου, κατά τη συγγραφέα, «όλα είχαν σχεδιαστεί από καιρό με κάθε λεπτομέρεια και αποτελούσαν μέρος ενός γενικότερου σχεδίου κατά των μειονοτήτων».

O βασικός σκοπός της κρίσης, σύμφωνα με την Γκιουβέν, ήταν να αποδυναμωθούν αριθμητικά οι μειονότητες. Η έκρηξη στη Θεσσαλονίκη ήταν η αφορμή, ενώ το κυπριακό ζήτημα δεν αποτελούσε τη βασική αιτία για τις επιθέσεις. Την περίοδο βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη η δημιουργία του «εθνικού κράτους» που είχε ξεκινήσει με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Από τη δεκαετία του ’20 η ηγεσία της Τουρκίας δεν εμπιστευόταν τις μειονότητες, φοβούμενη ότι θα συνεργάζονταν με τους ομοεθνείς τους, που ζούσαν στα γειτονικά ανεξάρτητα κράτη. Για τον λόγο αυτό προηγήθηκε μια σειρά από ενέργειες σε βάρος των μειονοτήτων όπως ο φόρος Περιουσίας ή ο εκτοπισμός των Αρμενίων και των Εβραίων από την περιφέρεια τη δεκαετία του ’30. Σε έκθεση που είχε συνταχθεί το 1944 υπογραμμιζόταν ότι «οι Ρωμιοί είναι η πολυπληθέστερη και η πλέον επικίνδυνη μειονότητα γιατί μπορεί να συνεργαστεί με την Ελλάδα». Αυτό μαρτυρεί γιατί οι Έλληνες δέχθηκαν τον μεγαλύτερο όγκο των επιθέσεων χωρίς ωστόσο να είναι οι μόνοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα «Σεπτεμβριανά» του 1955 δεν χτυπήθηκαν μόνον οι Έλληνες. Στους καταλόγους που κρατούσαν στα χέρια τους οι καθοδηγητές, τους οποίους παραθέτει στο βιβλίο της η Γκιουβέν, υπήρχαν και τα αρμενικά καταστήματα και οι αρμενικές οικογένειες. Κατά συνέπεια αν η αιτία ήταν το Κυπριακό για ποιο λόγο στράφηκαν εναντίον και των δύο άλλων κοινοτήτων;

Όλα έγιναν με απόλυτη μυστικότητα και το βέβαιο είναι ότι συνεργάστηκαν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες. Το σχέδιο, σύμφωνα με την έρευνα της τουρκάλας ιστορικού, υλοποίησαν στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος, οι μυστικές υπηρεσίες, των οποίων τα μέλη ήταν κυρίως στρατιωτικοί και το σωματείο «Η Κύπρος είναι τουρκική». Στις 6 Σεπτεμβρίου, στις ρωμαίικες συνοικίες έκαναν την εμφάνισή τους ομάδες 20-30 ανδρών. Πριν ακόμη κυκλοφορήσει η έκτακτη έκδοση της εφημερίδας Istanbul Express, έγινε γνωστό ότι «έβαλαν βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ» Οι φοιτητές άρχισαν να βγάζουν εμπρηστικούς λόγους σε διάφορα μέρη, κυρίως στην πλατεία Ταξίμ. Σε κάθε ομάδα υπήρχε ένας ή ακόμη και τρεις καθοδηγητές που υπεδείκνυαν στο φανατισμένο πλήθος πού να χτυπήσει σύμφωνα με τους καταλόγους τους. Έτσι ξεχώριζαν ένα ελληνικό κατάστημα από ένα τούρκικο, το οποίο άφηναν άθικτο. Σύμφωνα με το γαλλικό αρχειακό υλικό, που παραθέτει η συγγραφέας, οι κατάλογοι αυτοί ετοιμάστηκαν από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην πραγματικότητα, το καθεστώς των Νεοτούρκων που εγκαθιδρύθηκε το 1908, πέρα από το ότι εγκαινίασε τις πολιτικές διαστάσεις μίας επανάστασης στρατιωτικών, αποπειράθηκε επίσης να προβεί σε μία πιο άμεση παρέμβαση στην οικονομική ζωή της Αυτοκρατορίας. Όντας υπό την επιρροή μίας θετικιστικής ιδεολογίας που οδηγούσε κατευθείαν στην ελιτιστική κοινωνική οργάνωση, οι νεότουρκοι θεωρούσαν ότι ήταν θεμελιακής σημασίας η δημιουργία μίας «εθνικής οικονομίας». Μη έχοντας πλέον εμπιστοσύνη στην αναδυόμενη αστική τάξη των Ελλήνων και Αρμενίων, επειδή ήσαν υπερβολικά προσδεδεμένη στα ξένα συμφέροντα, άρχισαν να προωθούν τη λιγότερο μεταπρατική αστική τάξη μουσουλμανικού θρησκεύματος. Για τον σκοπό αυτό, επεχείρησαν να επιστρατεύσουν τον ιδιαίτερα ενισχυμένο στρατιωτικό – γραφειοκρατικό μηχανισμό προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας ωστόσο, παρεμποδίστηκε για δύο τουλάχιστον λόγους: πρώτο, το εξωτερικό χρέος της Αυτοκρατορίας είχε δημιουργήσει μία κατάσταση εξάρτησης από τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις αφού μπορούσαν να ελέγξουν τους περισσότερους από τους οικονομικούς πόρους που ήταν δυνατό να επιστρατευθούν: η διαχείριση του εξωτερικού χρέους απαιτούσε άμεσα περισσότερο του ενός τετάρτου των κρατικών εσόδων και ασκούσε υπερβολική επίδραση, επειδή ο κρατικός προϋπολογισμός είχε γίνει χρόνια ελλειμματικός, με το έλλειμμα να καλύπτεται μέσα από ετήσιες επισωρεύσεις στην εξωτερική χρέωση. Δεύτερο, η ομάδα της επίδοξης αστικής τάξης που επιλέχθηκε να προωθηθεί από τους νεότουρκους δεν βρισκόταν σε κέντρο του εμπορίου αλλά στην περιφέρεια και δεν μπορούσε να διαμορφώσει μία ανεξάρτητη βάση οικονομικής εξουσίας. Έτσι, αντί μίας συμμαχίας, η κατάσταση ήταν πλησιέστερα σε μία κηδεμονία, με την στρατογραφειοκρατική ελίτ να ελέγχει τις πηγές του πλεονάσματος, που το κατένειμε μέσα από μία επιλεκτική χρησιμοποίηση των παραδοσιακών προνομίων του κράτους.

Η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων και Αρμενίων κατά τη διάρκεια της περιόδου 1916-1923, επέτρεψε στη στρατογραφειοκρατική ελίτ να αποκτήσει μεγάλο μέρος στον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο της χώρας, όχι όμως πλήρως. Η αδυναμία των μουσουλμανικών αλλά και των λιγοστών εναπομεινάντων μη-μουσουλμανικών αστικών οικογενειών να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας στη δεκαετία του ’20, περίοδο κατά την οποία η Συνθήκη της Λωζάνης έθετε διάφορους περιορισμούς στη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Ατατούρκ, έδωσε την ευκαιρία στην στρατο-γραφειοκρατική ελίτ, μέσω της εφαρμογής του κρατικισμού (etatism), να νομιμοποιήσει την παρέμβαση του κράτους σε όλους σχεδόν τους τομείς της εθνικής οικονομίας. Με τα Σεπτεμβριανά πλέον, συντελείται η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, δηλαδή της πλήρους τουρκοποίησης της οικονομίας.

Στο βιβλίο είναι σημαντική η εκτεταμένη κάλυψη του ρόλου της Βρετανικής διπλωματίας. Τον Αύγουστο του 1955 αποφασίσθηκε η διάσκεψη του Λονδίνου οπότε και η Τουρκία εμπλέκεται πλέον οριστικά στο Κυπριακό. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι ένα χρόνο πριν από τα γεγονότα Άγγλος διπλωμάτης που υπηρετούσε στην Αθήνα σε τηλεγράφημά του ενημέρωνε το Λονδίνο ότι «αρκεί ένα χτύπημα στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη για να προκληθεί μείζονα κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες την περίοδο αυτή είναι άριστες». Τα γεγονότα εξυπηρετούσαν τους Βρετανούς και γι’ αυτό στα βρετανικά αρχεία, που διήλθε η συγγραφέας, δεν γίνεται λόγος για τις επιθέσεις κατά Αρμενίων και Εβραίων παρά μόνο πως «Τούρκοι και Έλληνες συγκρούσθηκαν για το Κυπριακό». Ταυτόχρονα απέτρεψαν τις ΗΠΑ να σταθούν στο πλευρό της Ελλάδας, η οποία σκόπευε να φέρει το πρόβλημα της Κύπρου στον ΟΗΕ.

Μετά τα γεγονότα κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και ξεκίνησε η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Στην πρώτη δίκη οι κατηγορούμενοι ανάμεσα στους οποίους και τα μέλη του σωματείου «Η Κύπρος είναι τουρκική» αθωώθηκαν, προκειμένου να μην αποκαλύψουν τα ονόματα των οργανωτών των επιθέσεων. Ο Φαχρί Τσόκερ, το αρχείο του οποίου αποτελεί τη βάση του βιβλίου, ήταν ο δικαστής του 2ου Δικαστηρίου Μπέγιογλου. Τότε του είχαν ζητήσει να αποκρύψει τα στοιχεία που προέκυπταν από την έρευνά του, προκειμένου να επιρρίψουν τις ευθύνες για τα γεγονότα στους κομμουνιστές. Για 45 χρόνια φύλαγε τον φάκελο με τα αποδεικτικά έγγραφα, κατηγορητήρια, τον κατάλογο των συλληφθέντων, τα ονόματα των ιδιοκτητών των καταστημάτων που καταστράφηκαν, καθώς επίσης και περίπου 200 φωτογραφίες τραβηγμένες από την Ασφάλεια και ξένους δημοσιογράφους. Στις φωτογραφίες φαίνονται οι αστυνομικοί να γελούν και να βοηθούν τους δράστες, ακόμη και να καταστρέφουν. Επίσης πολλά από τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι σημαδεμένα με ένα σταυρό και δίπλα υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις όπως «είναι ο Τζιχάρ που μένει στο Τζιχανγκίρ». Οι δράστες δηλαδή δεν ήταν ένα απρόσωπο πλήθος, αλλά είχαν αναγνωρισθεί. Ο συνταξιούχος στρατηγός, ίσως επειδή τον ενοχλούσε η συνείδησή του, άφησε το φάκελο αυτό στο Ίδρυμα Ιστορίας ζητώντας να αξιοποιηθεί, όπως και έγινε, μετά τον θάνατό του. Διαβάστε περισσότερα...

Κοινή Διακήρυξη του Πρωθυπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας για την άμυνα και την ασφάλεια




Αθήνα, 6 Ιουνίου 2008
Εμείς, ο Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας και ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, αποφασίσαμε να εγκαθιδρύσουμε στρατηγική εταιρική σχέση ασφάλειας και άμυνας. Η εταιρική αυτή σχέση, εδραιωμένη στην αμοιβαία πολιτική αλληλεγγύη και στην αμοιβαία υποστήριξη, θα ενισχύσει την Ευρώπη της Άμυνας και την Ατλαντική Συμμαχία. Διαπιστώσαμε ότι η εξέλιξη του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος ασφάλειας και άμυνας δημιουργεί για τις δύο χώρες μας στενά συναρτημένα συμφέροντα ασφάλειας. Εκτός από τις περιφερειακές κρίσεις, το περιβάλλον αυτό περιλαμβάνει και νέες απειλές, που απορρέουν από τη διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής και των μέσων προώθησής τους, την τρομοκρατία, την πειρατεία και το οργανωμένο έγκλημα. Η ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των συνόρων της και των θαλασσίων προσβάσεών της, βασισμένη στο σεβασμό του διεθνούς δικαίου, του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και, ιδίως, στην αποφυγή προσφυγής στην απειλή ή στη χρήση βίας, αποτελεί τον πρωταρχικό μας στόχο. Η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στα Βαλκάνια, καθώς και στην περιοχή της Μεσογείου, την οποία μοιράζονται η Ελλάδα και η Γαλλία, αποτελούν κεντρικές προτεραιότητές μας. Η Ελλάδα και η Γαλλία είναι μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών που έχουν ταχθεί ενεργότερα υπέρ της ανάπτυξης της άμυνάς τους και είναι αποφασισμένες να συνεχίσουν την προσπάθεια αυτή σε βάθος χρόνου. Οι δύο χώρες μας επιθυμούν να συνεισφέρουν από κοινού στην οικοδόμηση ισχυρής Ευρώπης της Άμυνας, που θα συνεισφέρει στην ειρήνη και τη ασφάλεια στην ήπειρό μας και στον κόσμο.
Προς το σκοπό αυτό:
- καλούμε για την ενίσχυση των στρατιωτικών και μη στρατιωτικών δυνατοτήτων διαχείρισης κρίσεων που είναι απαραίτητες για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας,
- καλούμε για τη θεμελίωση των δυνατοτήτων αυτών στην ανάπτυξη ισχυρής και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας,
- θα προχωρήσουμε, επί διμερούς βάσεως, σε ανταλλαγή σπουδαστών των στρατιωτικών σχολών με την προοπτική δημιουργίας ευρωπαϊκού δικτύου στρατιωτικής εκπαίδευσης. Επιβεβαιώνουμε την προσήλωσή μας στην Ατλαντική Συμμαχία, που αποτελεί τη βάση της συλλογικής άμυνας των μελών της. Έχουμε ταχθεί από κοινού υπέρ της ασφάλειας και της σταθερότητας στα Βαλκάνια και στο Αφγανιστάν. Θεωρούμε ότι η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας είναι συμπληρωματικές και συνιστούν τις δύο όψεις ενιαίας πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, με πλήρη σεβασμό της αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Επιβεβαιώνουμε την υποστήριξή μας στην ευρωπαϊκή και ατλαντική προοπτική των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρωθούν τα θεσμοθετημένα κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων καλής γειτονίας. Προς υποστήριξη των δράσεων αυτών αποφασίσαμε να ενισχύσουμε τη διμερή αμυντική συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Γαλλίας.
Για το σκοπό αυτό συμφωνήσαμε:
- να αναπτύξουμε την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των ελληνικών και γαλλικών δυνάμεων. Για τις αεροπορικές, χερσαίες και ναυτικές επιχειρήσεις, την επιτήρηση των ακτών, τον έλεγχο και την απαγόρευση παράνομων φορτίων.
- να γενικευθούν οι ανταλλαγές, οι από κοινού εκπαίδευση και ασκήσεις των δυνάμεών μας, με σκοπό την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των μέσων ασφάλειας και άμυνας, συμβάλλοντας έτσι στη διαλειτουργικότητα των εθνικών μέσων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
- να θεμελιωθούν οι δράσεις αυτές στη βιομηχανική και τεχνολογική συνεργασία για τις επιλογές του αμυντικού υλικού μας, συνεισφέροντας έτσι στη διατήρηση και ανάπτυξη στο έδαφος των χωρών μας των τεχνολογιών που είναι απαραίτητες για την εθνική κυριαρχία, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:
• Ελικόπτερα: χαιρετίζουμε στο πλαίσιο αυτό την υφιστάμενη ελληνο-γαλλική συνεργασία στον τομέα ελικοπτέρων έρευνας και διάσωσης και υποστηρίζουμε το δανεισμό δύο ελικοπτέρων στην Ελλάδα εν όψει μελλοντικής παράδοσης άλλων.
• Αεροπλάνα : εκφράζουμε την ικανοποίηση μας για τη συμφωνία συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ της Dassault Aviation και της Miltech Hellas και ενθαρρύνουμε τη δημιουργία κοινοπραξίας μεταξύ της Thales και της Ελληνικής Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας εν όψει της εγκαθίδρυσης κοινής δομής ενσωμάτωσης ηλεκτρονικών συστημάτων στην Ελλάδα.
• Ναυπήγηση πολεμικών σκαφών: εκφράζουμε την ικανοποίησή μας για τη βιομηχανική συμφωνία μεταξύ της DCNS και των Ναυπηγείων Ελευσίνας για την κατασκευή πολεμικών σκαφών στην Ελευσίνα.
• Ελαφρά τεθωρακισμένα οχήματα: χαιρετίζουμε τη συνέχιση της συνεργασίας εξοπλισμού μεταξύ του ελληνικού Στρατού Ξηράς και της Panhard και, για τις μελλοντικές προμήθειες, ενθαρρύνουμε την προοπτική συμπαραγωγής των οχημάτων αυτών στις δύο χώρες μας.
Κώστας Καραμανλής
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας

Νικολά Σαρκοζύ
Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας

Αναδημοσίευση από http://www.strategy-geopolitics.blogspot.com/ Διαβάστε περισσότερα...