| Συριακή οβίδα έπεσε κοντά στο τουρκικό χωριό Μπεζασλάν. |
| Το τουρκικό πυροβολικό απάντησε σήμερα σε επίθεση με συριακή οβίδα στο τουρκικό έδαφος από την οποία δεν προκλήθηκαν θύματα, μετέδωσε το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Ανατολή. Η συριακή οβίδα έπεσε κοντά στο τουρκικό χωριό Μπεζασλάν, στο νότιο τμήμα της επαρχίας Χατάι, στην περιοχή των συνόρων, μετέδωσε το πρακτορείο, σύμφωνα με το οποίο σημειώνονται συγκρούσεις ανάμεσα στους αντάρτες και τις δυνάμεις του 'Ασαντ στη συριακή πόλη Χαράμ. Η Τουρκία απαντά συστηματικά κάθε φορά που το έδαφός της δέχεται επιθέσεις από το συριακό πυροβολικό, μετά το θάνατο πέντε Τούρκων στις 3 Οκτωβρίου σε μια τέτοια επίθεση. Στις 19 Οκτωβρίου, το τουρκικό πυροβολικό απάντησε δυο φορές όταν συριακές οβίδες έπεσαν σε ένα άδειο στρατόπεδο στην επαρχία Χατάι. Η τετραήμερη εκεχειρία που συμφωνήθηκε μεταξύ ανταρτών και καθεστώτος στη διάρκεια της μουσουλμανικής γιορτής Αΐντ αλ-'Αντχα, έλαβε οριστικό τέλος το Σάββατο. Πηγή: ΑΜΠΕ |
Επιστημονικό-ενημερωτικό ιστολόγιο με βαρύτητα σε θέματα γεωπολιτικής,εξωτερικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων. geopoliticsgr@gmail.com
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012
Απάντηση του πυροβολικού της Τουρκίας στη Συρία
Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012
Πρόσκληση
Εθνικόφρονα Σωματεία
«Αντρέας και Νίκος
Ονησιφόρου» Κολοσσίου
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Προσκαλείστε στην
ομιλία
του διευθυντή του
Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)
κου Χρήστου Ιακώβου
με θέμα:
«Πως οι εξελίξεις
στην Ανατολική Μεσόγειο επηρεάζουν την Κύπρο.
Φυσικό αέριο, Κρίση
στη Συρία και Κουρδικό»
Παρασκευή 2
Νοεμβρίου, 6.00 μ.μ.
Οίκημα του Σωματείου,
Κολόσσι
ΤΟ PKK ΑΠΕΙΛΕΙ ΓΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ... ΘΑ ΠΑΡΕΧΟΥΜΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ...
Ενώπιον της αύξησης του αριθμού των επιθέσεων κατά των Κούρδων της Συρίας, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) δήλωσε ότι θα υποχρεωθεί να παρέχει στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση νέων επιθέσεων.
Οι Μονάδες της Λαϊκής Άμυνας (YPG), ο κουρδικός στρατός στη Συρία, κατηγόρησαν με τη σειρά τους την ταξιαρχία του Salahuddin Al-Ayoubi ότι συμμετείχε στην επίθεση κατά των Κούρδων στο Χαλέπι, ενώ μια άλλη ομάδα που συνδέεται με την Τουρκία επιτέθηκε στις 28 Οκτ σε ένα κουρδικό χωριό στην περιοχή του Αφρίν.
«Οι επιτιθέμενες ομάδες πρέπει να σταματήσουν τις επιθέσεις τους εναντίον του κουρδικού λαού. Δεν πρέπει να είναι οι δολοφόνοι του κουρδικού λαού εμπιστευόμενοι την Τουρκία. Αν επιμείνουν για αυτές τις επιθέσεις, θα πρέπει να ξέρουν ότι εμείς, ως κίνημα για την απελευθέρωση του Κουρδιστάν, θα υποχρεωθούμε να παρέχουμε στρατιωτική υποστήριξη στον λαό μας του Δυτικού Κουρδιστάν», δήλωσε το PKK σε ανακοίνωση.
«Εμείς δεν θέλουμε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση και να συμμετάσχουμε στη συριακή σύγκρουση. Ο λαός μας θέλει θα συνεχίσει την ουδέτερη θέση του», πρόσθεσε η οργάνωση που διεξαγάγει έναν ένοπλο και λαϊκό αγώνα για 30 χρόνια έναντι της Άγκυρας για τα θεμελιώδη δικαιώματα του κουρδικού λαού.
Καλώντας τη συριακή αντιπολίτευση να μην πέσει στις παγίδες της Τουρκίας, το ΡΚΚ, δήλωσε: «Αντ 'αυτού, οι ομάδες της αντιπολίτευσης θα πρέπει να εργαστούν για την ενότητα στο πλαίσιο της αναγνώρισης των νόμιμων δικαιωμάτων του κουρδικού λαού».
«’Ολος ο κόσμος πρέπει να ξέρει ότι το Δυτικό Κουρδιστάν έχει την υποστήριξη ολοκλήρου του κουρδικού λαού και ότι αυτός ο λαός έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να ανταποκριθεί στις επιθέσεις», υπογράμμισε το PKK.
Ποιος είναι πίσω από αυτές τις επιθέσεις;
Στις 26 Οκτωβρίου, δεκάδες «αντάρτες» διεισδύσαν στο Achrafiye, κουρδική περιοχή στο Χαλέπι, ανοίγοντας πυρ εναντίον κατοίκους. Σύμφωνα με κουρδικές πηγές, 10 κάτοικοι σκοτώθηκαν και 25 άλλοι τραυματίστηκαν κατά αυτή την επίθεση. Σε αντίποινα, οι κουρδικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση ενάντια σε αυτές τις ομάδες, σκοτώνοντας τουλάχιστον 19 από αυτούς, αιχμαλωτίζοντας ένα μεγάλο αριθμό, κατασχέσαντας μεγάλες ποσότητες όπλων και οχημάτων. Όλοι οι εισβολείς εκδιώχθηκαν από την περιοχή των Κούρδων.
«Δεν θεωρούμε δράστη τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (ΕΣΣ)», δήλωσε ο Sipan Hamo, ένας κυβερνήτης του YPG. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η επίθεση πραγματοποιήθηκε από «φατρίες» από τις οποίες τη ταξιαρχία Salahuddin Al-Ayoubi, που συνδέεται με το πολιτικό κόμμα Azadi που υποστηρίζεται από την Τουρκία.
Επτά από τους δεκαεννέα «αντάρτες» που σκοτώθηκαν από το YPG κατά τη διάρκεια των αντίποινων ήταν κουρδικής καταγωγής, επιβεβαίωσε ο διοικητής του YPG, προσθέτοντας ότι δύο άλλοι δράστες κουρδικής καταγωγής συνελήφθησαν.
Ζητώντας «διευκρινίσεις» για αυτή την επίθεση, το YPG προειδοποίησε το κόμμα Azadi: «Αν δεν προβεί σε μια καθαρή δήλωση, θα θεωρηθεί ως εταίρος της σφαγής και θα σκληρήνουμε τη στάση μας εναντίον αυτού του κόμματος».
«Το συριακό καθεστώς και οι ένοπλες ομάδες προσπαθούν να μας ωθήσουν στο πόλεμο. Έχουμε πληροφορίες ότι ορισμένες από αυτές τις ένοπλες ομάδες συνδέονται με το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ», δήλωσε το YPG.
Μια ομάδα που συνδέεται με την Τουρκία επιτέθηκε σε κουρδικό χωριό
Μια άλλη ομάδα που υποστηρίζεται από την Τουρκία, η Ammar Dadika, που είναι γνωστή ως «Αμπού Ομάρ Νταντικά», επιτέθηκε στις 28 Οκτωβρίου εναντίον του κουρδικού χωριού Qestel στην περιοχή του Αφρίν, σύμφωνα με τοπικές πηγές. Πρόκειται για μια ομάδα Τουρκομάνων που οπλίζεται από την Τουρκία. Η απάντηση του YPG ήταν γρήγορη. Οι επιτιθέμενοι απωθήθηκαν χωρίς τραυματισμούς.
150 Κούρδοι απελευθερώθηκαν
Επιπλέον, περισσότεροι από 150 Κούρδοι άμαχοι όμηροι από τις ομάδες που λένε ότι έχουν σχέση με τον ΕΣΣ αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από διαπραγματεύσεις με το YPG. Συνολικά, 300 Κούρδοι συνελήφθησαν από αυτές τις ομάδες σε ένα σημείο ελέγχου μεταξύ των πόλεων Χαλεπίου και Αφρίν. Η απελευθέρωση όλων των Κούρδων πολιτών αναμένεται.
Βομβαρδισμός από τον συριακό στρατό
Την παραμονή της επίθεσης κατά της κουρδικής γειτονιάς στο Χαλέπι, στις 25 Οκτωβρίου, ο στρατός του Μπασάρ αλ-Άσαντ βομβάρδισε την περιοχή Achrafiye, σκοτώνοντας 15 άτομα μεταξύ των οποίων 3 Αράβων και ένος Τουρκμένου. Πάνω από 15 άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του Κούρδου τηλεοπτικού δημοσιογράφου Ronahi, Κένταλ Welat και του ανταποκριτή του κουρδικού πρακτορείου ειδήσεων Firat, Cudi Ronahi τραυματίστηκαν στη βομβιστική επίθεση.
Το YPG δήλωσε ότι το Achrafiyé όπως και η κοντινή γειτονιά Σέιχ Maqsood, είναι και θα παραμείνουν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του.
Οι Μονάδες της Λαϊκής Άμυνας, των οποίων ο αριθμός των μαχητών εκτιμάται σε περισσότερα από 10.000, δημιούργησαν μέχρι στιγμής τέσσερις ταξιαρχίες στην κουρδική περιοχή. Βρίσκονται στο Αφρίν, Καμισλό, Κομπανί και Σερέ Κανιγιέ.
Ο συριακός κουρδικός πληθυσμός εκτιμάται σε 3,5 εκατ. ευρώ, ήτοι το 15% του πληθυσμού της χώρας, συμπεριλαμβανομένων μισό εκατομμύριο στη Δαμασκό και 600.000 στις δύο περιοχές του Χαλεπίου, Sheikh Maqsood και Achrafiye. Η ασφάλεια των δύο αυτών περιοχών εξασφαλίζεται από τις κουρδικές δυνάμεις, όπως στο Συριακό Κουρδιστάν.
Η Ταξιαρχία Salahuddin Al-Ayoubi
Στις 27 Σεπτεμβρίου, η ταξιαρχία Salahuddin Al-Ayoubi Saleh, της οποίας ο επικεφαλής Σαλήχ Abdoulkadir κατοικεί στην Τουρκία είχε επιτεθεί σε ένα σπίτι που ανήκει σε μέλος του YPG στο χωριό Iska στην περιοχή του Αφρίν, υπό τον έλεγχο των Κούρδων. Το μέλος του YPG και δύο επιτιθέμενοι σκοτώθηκαν σε αυτή την επίθεση.
Σε ανακοίνωση του, το YPG είχε καλέσει την ομάδα αυτή να αφοπλιστεί, προειδοποιώντας: «Δεν θα ανεχτούμε την παρουσία καμίας δύναμης που υποστηρίζονται από ξένους. Αν αυτή η ομάδα δεν παραδοθεί, θα ξεκινήσουμε μια νομιμοποιημένη επιχείρηση εξαθλίωσης».
Τα κουρδικά ΜΜΕ είχαν αποκαλύψει τον Ιούνιο 2012 ένα μυστικό έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας που απευθυνόταν στο τουρκικό προξενείο στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν, για την αποσταθεροποίηση της περιοχής των Κούρδων. Το έγγραφο μίλαγε για συναντήσεις μεταξύ των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών και του Saleh Abdoulkadir για να αναγκάσει τις ένοπλες κουρδικές δυνάμεις να ενταχθούν στην αραβική αντιπολίτευση.
Turkey: Another emerging Islamist autocracy
|
| Bernard Lewis, one of the world’s greatest experts on the Islamic world, told me a few years ago that the emerging younger Iranian generation and the alienated middle class would bring about regime change. However, he also predicted that Turkey would evolve into an aggressive Islamist dictatorship and could become the greatest threat to Israel. Alas, his prediction about Turkey is being realized. Read more http://www.jpost.com/LandedPages/PrintArticle.aspx?id=289170 |
WILL TURKEY GO TO WAR?
On October 3rd, a mother, her three children, and a visiting relative were killed in the Turkish border town Akcakale when a Syrian bomb hit near their home. The Turkish military retaliated, shelling Syrian military targets just across the border. The following day, the Turkish parliament passed a motion allowing military force to be used in Syria. Then, on October 10th, a Syrian Airlines passenger jet en route from Russia was forced to land in Turkey, where Turkish authorities searched it for weapons. These incidents were the latest in a series of calamities that has all but shredded the long border between Turkey and Syria, which had once been allies. But the tension had been building for a long time.
Read more http://www.newyorker.com/online/blogs/newsdesk/2012/10/will-turkey-go-to-war-with-syria.html#ixzz2AimY21qW
Διαβάστε περισσότερα...
Read more http://www.newyorker.com/online/blogs/newsdesk/2012/10/will-turkey-go-to-war-with-syria.html#ixzz2AimY21qW
Turkey Reassesses Its Ties To Syria’s Opposition

Turkish soldiers monitor the border area between Turkey and Syria at a Turkish military base near the village of Hacipasa in Hatay province, southern Turkey, on Oct. 14, 2012. (photo by REUTERS/Osman Orsal )
By: Youssef al-Sharif posted on Thursday, Oct 25, 2012
Two months ago, political and media quarters in Turkey seemed optimistic about a possible change in Washington's position on the Syrian crisis after the United States presidential election.
Read more: http://www.al-monitor.com/pulse/politics/2012/10/turkey-reasseses-its-friendship-with-syrias-opposition.html?utm_source=&utm_medium=email&utm_campaign=4956#ixzz2Aim7cBve
Syria: Christian community faces another northern Cyprus, Iraq and Kosovo
Helmut Joachim Schmidt and Lee Jay Walker
Modern Tokyo Times
Northern Cyprus, Iraq, Kosovo and now Syria all have one binding feature and that is the collapse of Christianity always follows in the wake of Western meddling. It appears that the policy of Saudi Arabia, which does not tolerate one non-Muslim place of worship, is being enacted by elites in London and Washington when it comes to their respective foreign policy. Despite this, the vast majority of churches in the West either remain silent, or they have accepted that the Christian faith is in decline and not worth defending.
Throughout Africa, Asia, Europe and North America, nations like Saudi Arabia are intent on spreading a conservative version of Islam which seeks no compromise. Yet political elites in these nations are not demanding that Saudi Arabia and other draconian nations, open up to other non-Muslim faiths and other sects within Islam. It is a clear win-win policy for Saudi Arabia. Therefore, religious and political elites in Riyadh must be laughing at such a spineless international community, which is working in collusion with the most draconian nation on this planet.
It must be pointed out that moderate Islam and non-Muslims are bearing the hatred of radical Sunni Islam, which seeks a monoculture and to destroy moderate forces. In Turkey the Alevi suffer persecution, in Pakistan and Indonesia the Ahmadiyya Muslim community suffers greatly and many Shia Muslims are killed in Pakistan. When moderate Sunni Muslim voices challenge the Sunni Islamist inquisition, then they are also put in the firing line. Likewise, in Libya and northern Mali the Sufi faith is under threat from Islamists, which have been destroying Sufi shrines and other areas related to this branch of Islam. Even moderate versions of Islam in Pakistan within various Sunni branches are being influenced by the harbingers of hatred.
Archbishop Chrysostomos of Cyprus referred to the fact that the government of Bashar al-Assad in Syria stands by all minorities and the various Christian communities. The thought of the FSA emerging victorious along with various different Islamist terrorist groups is certainly creating fear and panic to the Archbishop of Cyprus. He commented about the plight of Christians within the Middle East and stated that “certainly Christianity is in danger, especially in Syria.”
This comment would have been laughed at in early 2011 because under the government of Bashar al-Assad the Christian community and all faith groups had hope. Likewise, women never had to worry about what the future held for them under an Islamist state like Saudi Arabia, where women are forbidden to drive and to dress how they like. However, once nations like Saudi Arabia, Qatar and Turkey saw an opening in Syria and had the support of America, France and the United Kingdom; then political elites in Ankara, Doha and Riyadh decided to embark on supporting sectarianism, terrorism and spreading Salafi ideology. They did this with the full backing of elites in Washington, London and Paris but while America and the United Kingdom appear to be cooling – the same destabilization policies are continuing.
In Kosovo it was stated by Modern Tokyo Times that “The Turks could never destroy the ‘spirit and soul’ of the Orthodox Christian community in Kosovo despite the enslavement of young Christian boys being converted to Islam, dhimmitude, wars, heavy taxation and other factors. Fascism also couldn’t destroy this community during World War Two. However, the American political leadership and British political leadership laid down the foundations for the destruction of this embattled community.”
Therefore, whenever London and Washington weave their geopolitical games in the Balkans and the Middle East, the end result is always the same. This applies to the weakening of all minority faiths and clearly the Christians, Alawites, the Shia and other communities like the Druze, have much to fear in Syria if the Free Syrian Army (FSA) and outside meddling overthrows the government of Syria. Indeed, mainstream Sunni Muslim religious leaders like the Grand Mufti of Syria also have much to fear. After all, just like Sufi shrines are now being destroyed in Libya, the same Islamists will also try to destroy liberal Sunni Islamic values in Syria.
The Russian Federation understands the reality of Islamism and terrorism because many parts of the Caucasus face serious problems. In other parts of this nation like in Tatarstan, the Sufi leadership also faces death and hatred by Islamists just like in Dagestan in the Caucasus region. The heart and soul of Islam is being challenged by Islamists in many parts of the world. Therefore, even when Muslims are small minorities, it is clear that Islamists seek to fill any vacuum open to them in order to spread divisions and sow the seeds of hatred.
In Iraq vast numbers of people fled the carnage which followed the American led invasion. The percentage of Christians which left Iraq was enormous and now the same fate awaits them in Syria. Therefore, within parts of the Balkans and the Middle East the same geopolitical policies of Washington and London keep on helping to cleanse the various Christian communities. It also matters not if during war or during so-called peacetime because the ongoing destruction of Orthodox Christianity continues in northern Cyprus and Kosovo. Indeed, many Orthodox Christians have been killed by the mainly Muslim Albanians in Kosovo since the ending of the conflict. Yet, and this is important, how many Kosovo Albanians are in prison for killing Orthodox Christians during peacetime in Kosovo?
Syria under the current leader, Bashar al-Assad, not only protects all faith groups but this nation under his leadership took in millions of refugees from several nations within the Middle East. Many of these refugees came from Iraq because of terrorism and sectarianism which was unleashed after the US led invasion of this nation. During this crisis the elites in Damascus welcomed refugees irrespective of faith. Therefore, vast numbers of Sunni Muslims, Shia Muslims, Christians and other faith communities were given sanctuary in Syria.
However, this nation is now being destabilized by many outside nations which desire to alter the religious and political map of the Middle East. Christians, and all Syrians who support the mosaic of this nation, have much to fear given the reality of what happened in Afghanistan, Iraq, Libya and Kosovo.
Bishop Antoine Audo stated about his beloved Syria that “In the city of Homs, home to what was the country’s second-largest Christian community, all but a few of the faithful were forced to leave after a wave of persecution — all the churches desecrated.”
Bishop Antoine Audo also states that “If Christians in my country were reduced to a token few; it would be disastrous because, until now, ours has been one of the last remaining strong Christian centers in the whole of the Middle East.”
The Christian community was forced to flee the barbarity of the FSA and various different Islamist terrorist groups which have been supported by America, Turkey, Saudi Arabia, the United Kingdom, Qatar and France. Likewise, Christian churches, just like in Kosovo and northern Cyprus, have been destroyed by the friends of Washington. Therefore, the Christian community relies on the power of the armed forces of Syria to repulse the various terrorist, mercenary and seditious movements.
Recently a leading cleric from Saudi Arabia called for the destruction of churches throughout Arabia. Given the political elites in Washington, London and Paris, and remembering past history; then this cleric may soon get his wish in Syria if the FSA and Islamists win the day?
The forces which support the mosaic of Syria are based throughout the government of this nation. Likewise, all leading religious figures in Syria irrespective of faith are adamant that outside meddling must stop. It is time to listen to people on the ground and whose voices have been marginalized by the mass media. Syria needs breathing space in order to solve their own situation through the institutions which exist and to expand on areas which favor the majority of Syrians. Therefore, it is essential that outside nations stop supporting religious cleansing, terrorism, sectarianism and sedition.
Η Τουρκία... άγκυρα για Αίγυπτο
Προσφέρει βοήθεια δισ. και τεχνογνωσία στην οικονομία
The New York Times
Καθώς ο πόλεμος μαίνεται στα σύνορα της Τουρκίας και η Αίγυπτος αντιμετωπίζει πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, οι δύο χώρες επιδιώκουν η μία την υποστήριξη της άλλης, θέλοντας να χτίσουν μια συμμαχία που θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική γεωπολιτική στροφή στη Μέση Ανατολή, συνέπεια της Αραβικής Ανοιξης: θα ήταν η συμμαχία δύο χωρών με περιφερειακές φιλοδοξίες, των οποίων ηγούνται κόμματα με ρίζες στο πολιτικό Ισλάμ.
Η Αίγυπτος και η Τουρκία εξετάζουν σχέδια για την άρση των περιορισμών στις θεωρήσεις διαβατηρίων και πρόσφατα ολοκλήρωσαν κοινά ναυτικά γυμνάσια στη Μεσόγειο. Η Τουρκία προσέφερε σειρά μέτρων για την ώθηση της αιγυπτιακής οικονομίας, περιλαμβανομένου ενός πακέτου βοήθειας ύψους δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Μια ευρύτερης κλίμακας συνεργασία αναμένεται να ανακοινωθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, όταν ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μεταβεί στο Κάιρο. Η αναδυόμενη συμμαχία προήλθε από τον σεισμό που συγκλόνισε την περιοχή όταν ανετράπη ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Χόσνι Μουμπάρακ. Είναι επίσης συνέπεια του πολέμου στη Συρία. Παρότι η Αίγυπτος ήταν εξαρχής σε δύσκολη θέση λόγω των οικονομικών της προβλημάτων και της φθίνουσας διπλωματικής της ισχύος, παρέμεινε άγκυρα στην περιοχή, σε μια συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και την Ιορδανία. Η Αίγυπτος συχνά συνεπλάκη με την Τουρκία, καθώς αμφότερες ανταγωνίζονταν για τις καρδιές και το πνεύμα των Αράβων, με την Τουρκία να παρουσιάζεται ως πρωταθλητής των Παλαιστινίων, στάση που δυσαρεστούσε τον Χόσνι Μουμπάρακ.
Αλλά οι στενές σχέσεις της Τουρκίας με τη Συρία επιδεινώθηκαν, υπονομεύοντας τους πολιτικούς και οικονομικούς της δεσμούς με τον αραβικό κόσμο. Ως αποτέλεσμα, η μία χώρα χρειάζεται την άλλη σε μια συμμαχία που θα μπορούσε να διαμορφώσει την περιοχή για δεκαετίες και να συμβάλει στην ανάδειξή της μέσα από την αναταραχή των αραβικών εξεγέρσεων.
«Προφανώς τώρα η Αίγυπτος είναι ο πιο στενός εταίρος της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή», δήλωσε ο Γκαμάλ Σολτάν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ένας από τους παράγοντες που ώθησαν τις δύο χώρες σε αυτή τη συμμαχία ήταν η απώλεια για την Τουρκία «ενός μεγάλου συνεργάτη: της Συρίας».
Η Τουρκία προσπαθεί να εδραιώσει την επιρροή της στην περιοχή σε μια περίοδο πολέμου και επανάστασης, λαμβάνοντας από κοινού με την Αίγυπτο τα ίδια μέτρα που χρησιμοποίησε στο άνοιγμά της προς τη Συρία, μόλις πριν από λίγα χρόνια. Ηταν ο ακρογωνιαίος λίθος μιας εξωτερικής πολιτικής στραμμένης μάλλον στη Μέση Ανατολή, παρά στην Ευρώπη. Στο μεταξύ, μια νέα Αίγυπτος κάνει την εμφάνισή της έπειτα από δεκαετίες απολυταρχισμού, με μια κατακερματισμένη οικονομία, κι ενώ μαίνεται η μάχη μεταξύ ποικίλων ιδεολογιών, περιλαμβανομένων εκείνων των ισλαμιστών και των φιλελεύθερων, σε έναν αγώνα που η πείρα της Τουρκίας θα μπορούσε να προσφέρει καθοδήγηση.
Η κατάρρευση των σχέσεων με τη Συρία μπορεί να ώθησε την Τουρκία να επιταχύνει τη συμμαχία της με την Αίγυπτο, αλλά η συνεργασία βασίζεται επίσης στην ισλαμική πολιτική των ηγετών των δύο χωρών και στις αμοιβαίες κινήσεις τους: του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του κ. Ερντογάν και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Αιγύπτιου προέδρου, Μοχάμεντ Μόρσι. Αυτή η σύνδεση δίνει την ευκαιρία για ένα νέο σουνιτικό ισλαμικό μπλοκ, παρότι η κάθε χώρα υιοθετεί διαφορετική άποψη για το πώς μπορούν να συνυπάρχουν το Ισλάμ και η δημοκρατία. Με τη συνεργασία τους, όμως, οι κ. Ερντογάν και Μόρσι κινδυνεύουν να αποξενώσουν τα εσωτερικά τους ακροατήρια, σημειώνουν οι αναλυτές. Ο κ. Ερντογάν μπορεί να αντιμετωπίσει κριτική από τους σκληροπυρηνικούς θεματοφύλακες του κοσμικού κράτους.
Στο χείλος ενός νέου εμφύλιου ο Λίβανος
Η συριακή κρίση διαχέεται ύστερα από τη δολοφονία του Αλ Χασάν
Reuters, A.P.
Μετά την Τουρκία, ο Λίβανος. Εδώ και μία εβδομάδα, η συριακή κρίση έχει μεταφερθεί στους δρόμους της Βηρυτού και της Τρίπολης, ξυπνώντας τις εφιαλτικές αναμνήσεις από τον παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο που συγκλόνισε τη χώρα των κέδρων από το 1975 ώς το 1990.
Τουλάχιστον 12 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 65 τραυματίστηκαν στις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ σιιτών και σουνιτών, υποστηρικτών και αντιπάλων του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ, θέτοντας σε δεινή δοκιμασία το εύθραυστο αμάλγαμα διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων και εθνοτήτων. Ρόλο πυροκροτητή έπαιξε η δολοφονία του ταξίαρχου Ουίσαμ αλ Χασάν, με βομβιστική επίθεση σε χριστιανική περιοχή της Βηρυτού, την Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου.
Ανώτατο στέλεχος των υπηρεσιών ασφαλείας, ο Χασάν υπήρξε πολιτικός αντίπαλος του Ασαντ και σύμμαχος του Σαάντ Χαρίρι, ηγέτη της λιβανέζικης αντιπολίτευσης και υποστηρικτή των Σύρων αντικαθεστωτικών. Σε χρόνο μηδέν, ο σουνίτης Χαρίρι έσπευσε να ενοχοποιήσει τη Δαμασκό και την ισχυρή σιιτική οργάνωση του Λιβάνου Χεζμπολάχ, πολιτικό σύμμαχο του καθεστώτος Ασαντ.
Ενοπλες παραστρατιωτικές ομάδες σουνιτών κατέβηκαν στους δρόμους ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού Νατζίμπ Μικάτι και της «κυβέρνησης δολοφόνων», στην οποία βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζει η Χεζμπολάχ.
Προς την εκδοχή της λιβανέζικης αντιπολίτευσης έμοιαζε να κλίνει η εκπρόσωπος Εξωτερικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Κάθριν Αστον, δηλώνοντας, την περασμένη Τρίτη, από τη Βηρυτό ότι «υπάρχουν δυνάμεις που προσπαθούν να στρέψουν την προσοχή από την κρίση στην περιοχή (διάβαζε Συρία) προκαλώντας προβλήματα στον Λίβανο».
Πιο επιφυλακτική, η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Βικτόρια Νούλαντ, έκανε λόγο για «εσωτερική υπόθεση του Λιβάνου». Εγινε γνωστό, όμως, ότι η Αμερικανίδα πρεσβευτής στον Λίβανο άρχιζε κατ’ ιδίαν συναντήσεις με πολιτικούς ηγέτες της χώρας για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ενώ ομάδα του FBI κατευθυνόταν στη Βηρυτό για να συμμετάσχει στις έρευνες γύρω από τη δολοφονία του Χασάν.
Γεγονός είναι ότι τόσο η Συρία όσο και η Χεζμπολάχ έσπευσαν να καταδικάσουν από την πρώτη στιγμή τη δολοφονία, ενώ η σιιτική οργάνωση του Χασάν Νασράλα απείχε επιμελώς από τις ένοπλες συγκρούσεις των τελευταίων ημερών. Επιπλέον, δεν είναι καθόλου σαφές τι όφελος θα μπορούσε να προσδοκούν οι δύο πλευρές από τη δολοφονία του ταξίαρχου Χασάν, ειδικά σε αυτήν τη συγκυρία.
Η Δαμασκός πλήρωσε πάρα πολύ ακριβά τη δολοφονία του σουνίτη πρώην πρωθυπουργού του Λιβάνου Ραφίκ Χαρίρι (πατέρα του σημερινού αρχηγού της αντιπολίτευσης), τον Φεβρουάριο του 2005. Αν και οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης για συριακό δάκτυλο δεν απεδείχθησαν, παρά τη διεξαγωγή διεθνούς έρευνας, ο πολιτικός σάλος που προκλήθηκε στον Λίβανο και οι ασφυκτικές διεθνείς πιέσεις ανάγκασαν το καθεστώς Ασαντ να αποσύρει τα συριακά στρατεύματα από τη χώρα, τερματίζοντας δεκαετίες συριακής «προστασίας».
Γιατί λοιπόν να διακινδυνεύσει ο πανταχόθεν βαλλόμενος Ασαντ να καεί για δεύτερη φορά, με μόνο αντάλλαγμα την εξάλειψη ενός από τους πάμπολλους (και όχι από τους ισχυρότερους) αντιπάλους του;
Οσο για τη Χεζμπολάχ, το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι γιατί θα ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει στην πολιτική ζωή του Λιβάνου ύστερα από τον επιτυχή, για την οργάνωση, πόλεμο με το Ισραήλ, το 2006, και τον σχηματισμό κυβέρνησης στην οποία συμμετέχει σε κοινό μέτωπο με τους χριστιανούς του Μισέλ Αούν και τη λιβανέζικη Αριστερά;
Οπως και να έχουν τα πράγματα, οι μέρες της κυβέρνησης Μικάτι φαίνονται μετρημένες, με πιθανότερο ενδεχόμενο τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με συμμετοχή και της αντιπολίτευσης. Επί του παρόντος, το ενδιαφέρον εστιάζεται στους ανήσυχους δρόμους της Τρίπολης και της Βηρυτού. Η αποφασιστική παρέμβαση του στρατού, που πήρε στα χέρια του την υπόθεση της δημόσιας ασφάλειας, οδήγησε σε ύφεση των φατριαστικών συγκρούσεων και στη συμφωνία για εκεχειρία. Το σύνολο των πολιτικών παρατηρητών στη Βηρυτό, όμως, εκτιμά πως πρόκειται για εύθραυστη ανακωχή και ότι η τύχη του Λιβάνου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη γειτονική Συρία.
Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα
Ο δολοφονηθείς ταξίαρχος Χασάν εξόργισε τη Δαμασκό τον περασμένο Αύγουστο, όταν οι έρευνες της υπηρεσίας του οδήγησαν στην ταπεινωτική σύλληψη πρώην υπουργού του Λιβάνου και πολιτικού συμμάχου του Σύρου προέδρου Ασαντ. Νωρίτερα, είχε εξοργίσει τη Χεζμπολάχ, στελέχη της οποίας κρίθηκαν ύποπτοι από το Διεθνές Δικαστήριο για τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι. Ωστόσο, στη δαιδαλώδη πολιτική ζωή του Λιβάνου, όπου πολλοί αξιωματούχοι αλλάζουν στρατόπεδο με την ευκολία που αλλάζουν πουκάμισο, τίποτα δεν θεωρείται βέβαιο.
Το 2005, μετά τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι, ο Χασάν εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από το προσκήνιο, ενώ πολλοί διερωτήθηκαν γιατί αυτός, ο επικεφαλής της εσωτερικής ασφάλειας, απουσίαζε από την αυτοκινητοπομπή του πρώην πρωθυπουργού την ώρα της βομβιστικής επίθεσης. Το διεθνές δικαστήριο τον ανέκρινε και ο Χασάν δικαιολογήθηκε ισχυριζόμενος ότι εκείνη την ώρα έδινε εξετάσεις στο πανεπιστήμιο – άλλοθι που δεν έπεισε τους ανακριτές, σύμφωνα με άρθρο των New York Times.
Απόρρητα ντοκουμέντα που έφερε στο φως το WikiLeaks αποκαλύπτουν ότι ηγετικά στελέχη της λιβανέζικης αντιπολίτευσης δεν εμπιστεύονταν τον Χασάν. Ο τελευταίος είχε φροντίσει να εξισορροπήσει τις σχέσεις του με τη Χεζμπολάχ και τη Δαμασκό, την οποία επισκέφθηκε το 2010 για επίσημες συνομιλίες με τη συριακή ηγεσία. Μάλιστα, ο Χασάν έπαιξε επιτυχώς τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ της Χεζμπολάχ και της λιβανέζικης αντιπολίτευσης μετά την τελευταία, πριν από τη δολοφονία του, πολιτική κρίση. Αποτέλεσμα της συμβιβαστικής συμφωνίας ήταν να διατηρήσει η Χεζμπολάχ το δίκτυο επικοινωνιών –βασικό τμήμα του στρατιωτικού μηχανισμού της– και τον έλεγχο του αεροδρομίου της Βηρυτού.
Διαφορετική προσέγγιση στο θέμα Ιράν
| ||
Βομβαρδισμός στο Σουδάν
| |
Συρία: Σε 1.125 ανέρχονται τα θύματα των βασανιστηρίων
|
Δεύτερη μικρότερη των τελευταίων 20 ετών η τρύπα του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική
| Η μέση έκταση της τρύπας του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική φέτος ήταν η δεύτερη μικρότερη κατά την τελευταία 20ετία, σύμφωνα με τα τελευταία δορυφορικά στοιχεία της NASA και της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (ΝΟΑΑ) των ΗΠΑ. Οι επιστήμονες αποδίδουν αυτή την θετική εξέλιξη στις υψηλότερες θερμοκρασίες που επικρατούν στο κατώτερο στρώμα της στρατόσφαιρας πάνω από την Ανταρκτική. Η τρύπα του όζοντος έφθασε το 2012 στο μέγιστο μέγεθός της στις 22 Σεπτεμβρίου, όταν κάλυπτε μια έκταση 21,2 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, δηλαδή όσο οι ΗΠΑ, το Μεξικό και ο Καναδάς μαζί. Το μέγεθός της αυξομειώνεται κάθε χρόνο και το μέσο μέγεθός της φέτος διαμορφώθηκε στα 17,9 εκατ. τετρ. χλμ. Το ρεκόρ μεγέθους της τρύπας είχε καταγραφεί στις 6 Σεπτεμβρίου 2000, όταν η έκτασή της είχε μετρηθεί στα 29,9 εκατ. τετρ. χιλιόμετρα. Η τρύπα του όζοντος προκαλείται κυρίως από ενώσεις του χλωρίου που περιέχονται στις ανθρωπογενείς χημικές ουσίες (χλωροφθοράνθρακες), τα επίπεδα των οποίων παραμένουν ακόμα - 25 χρόνια μετά τον έλεγχό τους με το διεθνές Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ- σε σημαντικά επίπεδα στη στρατόσφαιρα της Ανταρκτικής, σύμφωνα με τον φυσικό της ατμόσφαιρας Πολ Νιούμαν του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard της NASA. Το στρώμα του όζοντος λειτουργεί ως φυσική ασπίδα κατά της επικίνδυνης υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας, η οποία μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του δέρματος. Η τρύπα ανακαλύφθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 κι άρχισε να γίνεται κάθε χρόνο αντιληπτή στη δεκαετία του ’80. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της NASA, το στρώμα του όζοντος, που φαίνεται να έπαψε να μειώνεται στις αρχές του 2000, αλλά έκτοτε εμφανίζει σημαντική μεταβλητότητα, δεν αναμένεται να επιστρέψει στα επίπεδα των αρχών του ΄80 πριν από το έτος 2065 περίπου. Χάρη στη διεθνή συμφωνία του Μόντρεαλ που απαγόρευσε μια σειρά από χημικά που καταστρέφουν το όζον, η συνολική ποσότητα του ατμοσφαιρικού όζοντος δεν μειώνεται πια, καθώς οι «ένοχες» ουσίες έπαψαν να αυξάνονται στην ατμόσφαιρα. Όμως η αργή αποκατάσταση του προβλήματος οφείλεται στο ότι οι χημικές ουσίες που καταστρέφουν το όζον, παραμένουν επί δεκαετίες στην ατμόσφαιρα μετά την έκλυσή τους (η οποία άρχισε στις αρχές του 20ού αιώνα). Οι κλιματικές συνθήκες γενικότερα και οι μεταβολές της θερμοκρασίας ειδικότερα επηρεάζουν σημαντικά το μέγεθος της τρύπας του όζοντος. Έτη με πολύ κρύους χειμώνες στην Ανταρκτική και ισχυρούς πολικούς ανέμους συνήθως ευνοούν την μεγέθυνση της τρύπας, ενώ το αντίθετο συμβαίνει, όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει, κάτι που παρατηρήθηκε και φέτος. Πηγή: ΑΜΠΕ |
Ινδονησία: Σύλληψη 11 ατόμων για σχεδιασμό τρομοκρατικών επιθέσεων
| Δημοσίευση : 27 Oκτωβρίου 2012 |
|
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012
Στα 60 τρισ. κυβικά πόδια τα κοιτάσματα αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ, σύμφωνα με εκτιμήσεις
|
Τρία νέα μέλη πληρώματος στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό
| |||||||||||
Ικανοποίηση στο Τελ Αβίβ για τον Μόρσι
A.P., Reuters
ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ. Σκληρότερη από το καθεστώς Μουμπάρακ έναντι της Χαμάς χαρακτήρισε την κυβέρνηση Μόρσι ο αντιπρόεδρος της ισραηλινής κυβέρνησης, Σιλβάν Σαλόμ. Μιλώντας λίγες ώρες μετά την επιτυχημένη διαμεσολάβηση του Καΐρου για τον τερματισμό των επιθέσεων με αυτοσχέδιες ρουκέτες εναντίον του Ισραήλ, ο κ. Σαλόμ εξέφρασε ικανοποίηση για τον τρόπο με τον οποίον ο ισλαμιστής πρόεδρος της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι αντιμετωπίζει τη Χαμάς. «Η σημερινή ηγεσία της Αιγύπτου καταστρέφει το ένα μετά το άλλο τα υπόγεια τούνελ από τη Λωρίδα της Γάζας προς τη Χερσόνησο του Σινά, περιορίζοντας το λαθρεμπόριο όπλων και αποτρέποντας τρομοκρατικές επιθέσεις στην περιοχή», σχολίασε ο αντιπρόεδρος της ισραηλινής κυβέρνησης. «Η ισραηλινή κοινή γνώμη πρέπει να γνωρίζει ότι η νέα κυβέρνηση της Αιγύπτου είναι σαφώς σκληρότερη απ’ ό,τι το προηγούμενο καθεστώς έναντι της Χαμάς», επεσήμανε.
Οσον αφορά τη νέα άτυπη εκεχειρία που επετεύχθη χάρη στη διαμεσολάβηση των Αιγυπτίων, ο εκ των ανωτάτων αξιωματούχων του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας, Αμός Γκιλάντ, έκανε λόγο περί «μοναδικής ικανότητας του Καΐρου να καθιστά σαφές στη Χαμάς ότι η χρήση τρομοκρατικών μεθόδων δεν εξυπηρετεί τα παλαιστινιακά συμφέροντα». Ο κ. Γκιλάντ, ωστόσο, έσπευσε να διευκρινίσει ότι ουδέποτε επήλθε συμφωνία μεταξύ ισραηλινής κυβέρνησης και Χαμάς. «Η ισραηλινή πλευρά διαβεβαίωσε τους Αιγύπτιους διαμεσολαβητές πως δεν επιθυμεί την κλιμάκωση της βίας, ενώ η Χαμάς δεσμεύτηκε προφορικά να βάλει ένα τέλος στις επιθέσεις με αυτοσχέδιες ρουκέτες», κατέληξε. Ο ίδιος ο κ. Μόρσι, πάντως, με χθεσινές του δηλώσεις κατέστησε ξεκάθαρο ότι η Αίγυπτος θα βρίσκεται πάντα στο πλευρό του παλαιστινιακού λαού. «Δεν θα ανεχθούμε καμία επίθεση σε βάρος σας», τόνισε στο παλαιστινιακό ειδησεογραφικό πρακτορείο PalToday, με αφορμή τη μουσουλμανική γιορτή του Εϊντ αλ Αντχα. «Δεν θα αποδεχθούμε οποιοδήποτε καθεστώς πολιορκίας του παλαιστινιακού λαού», συνέχισε ο Αιγύπτιος πρόεδρος.
Σημειώνεται, τέλος, πως σε αντίθεση με τον κ. Σαλόμ, ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου του Ισραήλ, Μοσέ Γιαλόν, κατηγόρησε την Αίγυπτο ότι δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πάταξη των εξτρεμιστών στο Σινά. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η τοποθέτηση του κ. Γιαλόν εκφράζει την ισραηλινή κυβέρνηση.
Χαμενεΐ: ΗΠΑ, Ισραήλ υποδαυλίζουν διχόνοιες μουσουλμάνων
Reuters
ΝΤΟΥΜΠΑΪ. Κατηγορίες εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ ότι υποδαυλίζουν διχόνοιες μεταξύ των μουσουλμάνων, προκειμένου να υπονομεύσουν τις «ισλαμικές εξεγέρσεις» στη Μέση Ανατολή, εξαπέλυσε ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Διεφθαρμένοι Αμερικανοί, πράκτορες του ΝΑΤΟ και σιωνιστές πράκτορες, όπως είπε, «προσπαθούν να κατευθύνουν το ενθουσιώδες κίνημα των νέων μουσουλμάνων και να τους φέρουν σε αντιπαράθεση στο όνομα του Ισλάμ»... «Επιχειρούν να μετατρέψουν τον ιερό πόλεμο κατά της αποικιοκρατίας και του σιωνισμού σε τυφλή τρομοκρατία, έτσι ώστε οι μουσουλμάνοι να χύσουν ο ένας το αίμα του άλλου», προειδοποίησε ο Αλί Χαμενεΐ στο ετήσιο μήνυμά του προς τους Ιρανούς προσκυνητές στη Σαουδική Αραβία. Αξιωματούχοι του Ιράν συχνά αποκαλούν «Ισλαμική Αφύπνιση», τις εξεγέρσεις των Αράβων.
Μερικές από αυτές έφεραν ισλαμιστές στην εξουσία, ενώ άλλες, όπως στη Συρία και στο Μπαχρέιν, έστρεψαν τους σουνίτες εναντίον των σιιτών ή αλεβιτών. Το Ιράν αρνείται τις κατηγορίες από τις σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου ότι ενθαρρύνει τις σιιτικές εξεγέρσεις. «Οι επιθετικές, παρεμβατικές και αλαζονικές δυνάμεις καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να ανατρέψουν την πορεία αυτών των σημαντικών ισλαμικών κινημάτων», είπε ο Χαμενεΐ, σύμφωνα με την ιρανική κρατική τηλεόραση. Καλώντας τους μουσουλμάνους να επιδείξουν αλληλεγγύη, επανέλαβε την αντίθεση του Ιράν στην προοπτική μιας στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία. Μόνο οι ίδιοι οι Σύροι, τόνισε, μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον τους. Προειδοποίησε δε ότι άλλα κράτη, τα οποία δεν κατονόμασε, κινδυνεύουν να εμπλακούν στη συριακή κρίση.
Ανυποχώρητοι οι Σέρβοι για το Κόσοβο
Του Αποστολη Φωτιαδη
Πιο μακριά από την Ευρωπαϊκή Ενωση από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να θεωρείται η Σερβία, μετά την επιμονή των νεοεκλεγέντων αξιωματούχων της να μη συνδιαλλαγούν σχετικά με το νέο καθεστώς του Κοσόβου. Πάγιο αίτημα της ευρωπαϊκής, και κυρίως της γερμανικής, διπλωματίας είναι η αποδοχή από πλευράς Βελιγραδίου της νέας κατάστασης στην περιοχή. Η Μέρκελ αυτοπροσώπως είχε διαμηνύσει στον πρώην πρόεδρο Τάντιτς ότι τίποτα λιγότερο από μια ουσιαστική, εάν όχι τοπική, αναγνώριση, δεν θα άνοιγε τις πύλες της Ευρώπης για τη χώρα του.
Η συνάντηση του Σέρβου πρωθυπουργού Ιβιτσα Ντάτσιτς με τον Κοσοβάρο ομόλογό του Χασίμ Θάτσι την περασμένη εβδομάδα κάθε άλλο πάρα σύγκλιση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών σε αυτό το θέμα θα έπρεπε να θεωρηθεί.
Παρά τις αντιδράσεις που η συνάντηση προκάλεσε και στις δύο χώρες, οι ηγεσίες τόσο των Σέρβων όσο και των Αλβανών Κοσοβάρων δεν φαίνεται να υπαναχωρούν από τις πάγιες θέσεις τους. Ο Ντάτσιτς απάντησε στην κριτική που δέχθηκε στο εσωτερικό ότι η συνάντηση όχι μόνο δεν είχε επίσημο διπλωματικό χαρακτήρα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι η Σερβία επανεξετάζει την πάγια θέση της μη αναγνώρισης του Κοσόβου. Ακολούθησαν μάλιστα δηλώσεις του πρόεδρου Νίκολιτς, ο οποίος σε συνέντευξή του στη σκοπιανή τηλεόραση υποστήριξε πως στις πρόσφατες συναντήσεις του με Ευρωπαίους αξιωματούχους ξεκαθάριζε πως «κανένας γεννημένος στη Σερβία τα επόμενα 100 χρόνια» δεν θα δεχόταν την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Ο Νίκολιτς φαίνεται να αναλαμβάνει τον ρόλο του κακού μαντατοφόρου για την Ε.Ε. σε αντίθεση με τον Ντάτσιτς που εμφανίζεται πιο διαλλακτικός, χωρίς αυτό να αποκλείει ένα μοίρασμα ρόλων μεταξύ των δύο ανδρών. Σύμφωνα με τον Σέρβο πρόεδρο, οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να αποσυνδέσουν τα πρακτικά θέματα από το ζήτημα της αναγνώρισης ενός ανεξάρτητου Κοσόβου από τους Σέρβους μόνο και μόνο για να επιταχύνουν αυτήν. Οπως ο ίδιος είπε, «εάν κάποιος από την Ευρώπη μάς έλεγε ότι το Κόσοβο δεν είναι πρόβλημα για την ενταξιακή πορεία της Σερβίας και ότι θα έπρεπε να ασχοληθούμε με όλα τα άλλα θέματα εκτός από αυτό, το οποίο και θα επιλύαμε στο τέλος, θα ήταν σαν να υποκρίνεται ότι αυτή η στάση δεν οδηγεί κατευθείαν στην αναγνώριση του Κοσόβου».
Από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική οργάνωση «Αυτοδιάθεση» διοργάνωσε διαδήλωση προκαλώντας μικροεπεισόδια έξω από το Κοινοβούλιο της Πρίστινας, χωρίς όμως να δώσει ιδιαίτερη συνέχεια. Η πρώην νεολαιίστικη οργάνωση -και νυν σκληροπυρηνικό εθνικιστικό κοινοβουλευτικό κόμμα του ανερχόμενου ηγέτη Αλμπιν Κούρτι- χρησιμοποιεί πετυχημένα την αβεβαιότητα που προκαλεί η αστάθεια στο βόρειο τμήμα της περιοχής για να προσελκύσει υποστηρικτές. Η αυξανόμενη δημοφιλία του, με βάση την πάγια θέση του για ολική ρήξη με τους Σέρβους, πιέζει ολοένα και περισσότερο τους παραδοσιακούς συνομιλητές των Ευρωπαίων. Παρά τις οχλήσεις που ασκεί ο Θάτσι για πιο ενεργό ρόλο της διεθνούς κοινότητας στο βόρειο τμήμα της περιοχής όπου πλειοψηφεί το σερβικό στοιχείο, προς το παρόν δεν φαίνεται ότι υπάρχει τέτοιου είδους αποφασιστικότητα και προθυμία να αναληφθεί το συνεπαγόμενο κόστος, από πλευράς κυρίως των Ευρωπαίων.
Is Turkey's 'Islamic Model' Spreading Sunni Sectarianism?

Turkey's Prime Minister Tayyip Erdogan speaks at the opening of the 28th session of the COMCEC in Istanbul, Oct. 10, 2012. COMCEC is the Standing Committee for Economic and Commercial Cooperation of the Organization of the Islamic Conference. (photo by REUTERS/Murad Sezer)
By: Mohammed Noureddine posted on Wednesday, Oct 24, 2012
A lot of factors have weakened the image of the ruling Justice and Development Party (AKP) in Turkey. The model that this party's leaders wanted the Arab and Muslim worlds to follow is on the verge of collapsing. The doctrinal rhetoric of those leaders has basically become a reference for most of the radical movements in the Muslim world.
Read more: http://www.al-monitor.com/pulse/politics/2012/10/turkeys-islamic-model-is-sowing-sectarianism.html?utm_source=&utm_medium=email&utm_campaign=4941#ixzz2AbnkAftE
Turkey’s Changing Relations with Iraq: Kurdistan Up, Baghdad Down
Turkey's ties with the Kurdistan Regional Government in northern Iraq have reached a level unimaginable a few years ago. From rapidly growing business and oil deals to numerous high-level diplomatic visits, Ankara is in the midst of an unprecedented rapprochement with the Iraqi Kurds, one that has come largely at the expense of the Maliki government in Baghdad.
In this Policy Focus, Soner Cagaptay and Tyler Evans explain how that shift came about and, more important, how much further it might go in terms of pushing Ankara away from Baghdad and toward the Kurds. At a time when the uprising in Syria continues to boil on Turkey's border, they offer a detailed timeline of the changes in the relationship thus far, as well as a practical assessment of what Washington can expect going forward.
The Spymaster
In December 1998, then Secretary of State Madeleine Albright sent me to Israel and the West Bank to monitor the first phase of the recently concluded Wye River Memorandum, a soon-to-be-forgotten agreement President Bill Clinton had brokered between then Palestinian leader Yasir Arafat and Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu.
Διαβάστε περισσότερα...
Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012
Η γενοκτονία ως μέσο ομογενοποίησης του τουρκικού έθνους-κράτους: Η περίπτωση της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού
Ομιλία στο συνέδριο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου ως μέρος της Γενοκτονίας
των Ελλήνων της Ανατολής», το οποίο διοργανώθηκε στην Πάφο, από την Ιερά
Μητρόπολη Πάφου, το Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥΚΕΜ) και το Σύνδεσμο
Ελλήνων Διευθυντών Μέσης Εκπαίδευσης Κύπρου στις 12 Οκτωβρίου 2012.
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)
Η19η Μαϊου έχει ανακηρυχθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ως «Ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Η επιλογή της συγκεκριμένης ημέρας έχει να κάνει με μία ιστορική στιγμή κατά τη διάρκεια της γένεσης του τουρκικού κράτους. Είναι η μέρα κατά την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ απεβιβάσθη στη Σαμψούντα και άρχισε τη δεύτερη και επώδυνη φάση της σφαγής των Ποντίων. Η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων απετέλεσε, ουσιαστικώς, το πιο καθοριστικό γεγονός μετά το τέλος του ποντιακού ζητήματος το 1923, η οποία το επανακαθόρισε, επισήμως από το Ελλαδικό κράτος, ως ζήτημα συστηματικής και προμελετημένης εξόντωσης ενός λαού λόγω της ιδιαίτερης εθνικής και πολιτιστικής του ταυτότητας. Όμως, παρά τη σημασία της πράξης αυτής, η Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, παραμένει σήμερα μία ξεχασμένη επέτειος και κατ' επέκταση το ιστορικό γεγονός της γενοκτονίας παραμένει στο περιθώριο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Παραμένει άγνωστη μια συστηματικά επεξεργασμένη και προμελετημένη πολιτική η οποία άρχισε με την εξαφάνιση των ανδρών στα εργατικά τάγματα και συνεχίσθηκε με τις μαζικές εκτοπίσεις, σφαγές και απαγχονισμούς στην Αμάσεια της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας των Ποντίων. Περίπου 350 χιλιάδες Πόντιοι σε ένα σύνολο επτακοσίων πενήντα χιλιάδων εξαφανίστηκαν με την μέθοδο των εκτοπίσεων και των σφαγών στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1916 - 1923. Οι μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, σε μια συγκαλυμμένη μορφή εξόντωσης, δεν
νομιμοποιούνται ακόμη και με το Δίκαιο του Πολέμου. Ελληνικός στρατός δεν
υπήρχε στον Πόντο και οι περιοχές στις οποίες έγιναν οι εκτοπίσεις δεν είχαν
στρατιωτική σπουδαιότητα. Έκτοτε το ζήτημα της τουρκικής ευθύνης αποτελεί την ουσία της τουρκικής άρνησης της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Το βασικό ερώτημα αυτού του ζητήματος είναι το εξής: υπάρχουν αποδείξεις ότι από πλευράς των Οθωμανικών αρχών υπήρξε πρόθεση και κεντρικός σχεδιασμός για συνολική ή μερική καταστροφή των Ελλήνων Ποντίων υπηκόων της αυτοκρατορίας;
Η επίσημη τουρκική θέση είναι ότι ο θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων ήταν ένα τραγικό αλλά μη σκόπιμο επακόλουθο του πολέμου. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι οι οθωμανικές πηγές δεν περιέχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν διατεταγμένη πολιτική συστηματικής εξαφάνισης. Πρόσφατες μελέτες από δυτικούς και Τούρκους (βλ. Τανέρ Ακσάμ, «Μία επαίσχυντη πράξη»))
ερευνητές υποστηρίζουν το αντίθετο.
Οι έρευνες αυτές έχουν ένα στοιχείο που τις διαφοροποιούν ποιοτικά από τη
συμβατική παράδοση της τουρκικής ιστοριογραφίας. Πρόκειται για την πρωτοφανή έως σήμερα χρήση οθωμανικού αρχειακού υλικού γύρω από τις μειονότητες. Το νέο αρχειακό υλικό από τουρκικά στρατιωτικά και δικαστικά αρχεία, πρακτικά κοινοβουλίου, επιστολές και μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, σε συνδυασμό πάντοτε με την ιστορική αφήγηση ανασυνθέτουν τη διαπλεκομένη ενορχήστρωση μεταξύ συντονισμένων τμημάτων του Οθωμανικού κράτους, του κυβερνώντος κόμματος των Νεοτούρκων, «Ένωση και Πρόοδος», καθώς επίσης και των στρατιωτικών δυνάμεων.
Καταδεικνύεται ότι αυτό που συνέβη στους Χριστιανικούς πληθυσμούς της
αυτοκρατορίας ήταν μια κεντρικά και επίσημα σχεδιασμένη επιχείρηση
εξολόθρευσής τους. Η αποδοχή αυτού του συμπεράσματος είναι εκ των πραγμάτων και ριζοσπαστική και αναθεωρητική για τη συμβατική ιστοριογραφία της σύγχρονης Τουρκίας. Η ουσία του συμπεράσματος είναι σαφής ότι δηλαδή οι διωγμοί και οι γενοκτονίες των χριστιανών απετέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάδυση του τουρκικού εθνικού κράτους. Χωρίς τον συστηματικό σχεδιασμό και την αποτελεσματική εκτέλεση της γενοκτονίας από τους Νεότουρκους οι οποίοι, στη συνέχεια, και υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ οργάνωσαν την αντίσταση στην Ανατολία, ο τελευταίος δεν θα είχε τη δυνατότητα να οικοδομήσει το τουρκικό εθνικό κράτος. Οι Νεότουρκοι ιδρυτές του τουρκικού κράτους δημιούργησαν με αυτό τον τρόπο μία εύπορη τάξη που ιδιοποιήθηκε τα πλούτη και τις περιουσίες των Χριστιανών. Οι περιουσίες αυτές είχαν δημευτεί από τους Νεότουρκους με διάταγμα του 1915 ως δήθεν «εγκαταλελειμμένες». Το διάταγμα του 1915 επανέφεραν οι κεμαλιστές το
1922, όταν είχαν πλέον επικρατήσει.
Ένα από τα συμπεράσματα επισταμένων ερευνών της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι οι σφαγές κατά των Ποντίων δεν ήταν μια μεμονωμένη παρέκκλιση. Στην ουσία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο εντός ενός ευρύτερου ιστορικού πλαισίου το οποίο είναι η διαδικασία αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας σε αυτόν τον αργό θάνατο. Μετά την σαρωτική τους ήττα στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13, οι Οθωμανοί έχασαν πάνω από 60% των ευρωπαϊκών εδαφών τους. Αναπτύχθηκε λοιπόν μια βαθιά πεποίθηση ότι ήταν αδύνατον να συμβιώσουν με τους εναπομείναντες χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας. Έτσι οι κυβερνητικές οθωμανικές-τουρκικές αρχές διεμόρφωσαν μία πολιτική που είχε στόχο την ομογενοποίηση του πληθυσμού της Ανατολίας, της καρδιάς της αυτοκρατορίας από εδαφική άποψη. Η πολιτική αυτή είχε δύο κύρια συστατικά στοιχεία: το πρώτο ήταν ο διασκορπισμός και η επανεγκατάσταση των μη Τούρκων μουσουλμάνων, όπως οι Κούρδοι και οι Άραβες, μεταξύ της τουρκικής
πλειοψηφίας με σκοπό την αφομοίωσή τους, το δεύτερο αφορούσε την εκδίωξη των μη μουσουλμανικών, μη τουρκικών λαών από την Ανατολία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση 2.000.000 ανθρώπων συνολικά, το σύνολο ουσιαστικά του χριστιανικού πληθυσμού ης περιοχής. Αν και στόχος των ειδικών μέτρων που αποσκοπούσαν στην εξόντωσή τους ήταν οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνετελέσθη και η γενοκτονία των Ποντίων. Συνολικά, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ανατολίας είτε μετεγκατεστάθηκε είτε σκοτώθηκε. Αυτές οι εθνικές εκκαθαρίσεις και ομογενοποιήσεις άνοιξαν το δρόμο για τη σημερνή Δημοκρατία της Τουρκίας.
Σήμερα το επίσημο τουρκικό κράτος υποστηρίζει ότι οι σφαγές κατά των Ποντίων ήταν μία δικαιολογημένη πράξη κρατικής αναγκαιότητας, πράγμα που επιτρέπει στη χώρα να αποφεύγει να αναλάβει κάποια ηθική θέση αναφορικά με αυτό. Σε αναλογία με το επιχείρημα της αναγκαιότητας, το κράτος υποστηρίζει ότι οι σφαγές των Ποντίων δεν ήταν εσκεμμένη πολιτική της κυβέρνησης αλλά μία σειρά από μεμονωμένα περιστατικά που σημειώθηκαν χωρίς πρόθεση και στο πλαίσιο των δυσχερών πολεμικών συνθηκών κατά τη διάρκεια «κανονικών» εκτοπίσεων.
Παραμένει, ωστόσο, τρομερά δύσκολο να εξηγήσουμε πως 350 χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν μέσα σε έξι χρόνια, λόγω εκτοπίσεων χωρίς να τεθούν σε συναγερμό οι κρατικές αρχές για να τους προστατεύσουν.
Το ερώτημα, όμως το οποίο παραμένει μετέωρο γύρω από το ποντιακό ζήτημα είναι γιατί υποβαθμίστηκε η γενοκτονία των Ποντίων μέσα στη συλλογική μνήμη του νεοελληνισμού; Σε μεγάλο βαθμό, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει να κάνει με την υποβάθμιση της γενοκτονίας στην Ελλάδα διαμέσου της προσέγγισης των γεγονότων με βάση τη θεωρία περί ανταλλαγής πληθυσμών. Η επίσημη εκδοχή της ιστορίας από το ελλαδικό κράτος απέκρυπτε για δεκαετίες το γεγονός ότι, όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης (1923), ουδείς Πόντιος δεν ευρίσκετο στον Πόντο. Είχαν ήδη είτε εκτοπισθεί είτε εξολοθρευθεί. Όσοι δεν κατέφυγαν στην Ελλάδα ή τον Καύκασο ευρίσκοντο εκτοπισμένοι στην Μέση Ανατολή αποδεκατιζόμενοι από τον τύφο σε στρατόπεδα προσφύγων.
Αυτή, η πολιτικού τύπου, ερμηνεία σχετικοποίησε το έγκλημα, ελαχιστοποίησε τις ευθύνες του ελλαδικού κράτους και περιθωριοποίησε το γεγονός στην νεοελληνική ιστοριογραφία, επιβάλλοντας για δεκαετίες τη λήθη, μέσα από μία λογική εξισορρόπησης: «Ανταλλαγή» των τουρκικών πληθυσμών της Ελλάδας με τους Ελληνικούς της Μικράς Ασίας.
Η Τουρκία, για ένα αιώνα σχεδόν, κατέφερε να αποφύγει την ανάληψη της ευθύνης, υποδεικνύοντας τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, τις προτεραιότητες του αναδυομένου τουρκικού εθνικού κινήματος και τις ανεπαρκείς απόπειρες της διεθνούς κοινότητας να οδηγήσει τους δράστες στη δικαιοσύνη.
Η σημερινή Τουρκία δεν μπορεί εύκολα να συμφιλιωθεί ψυχολογικά με το ζήτημα της Γενοκτονίας. Πιστεύω ότι ο ψυχολογικός παράγοντας ενισχύει τις δυσκολίες μίας ειλικρινούς ιστορικής επισκόπησης στην Τουρκία και ως εκ τούτου η τουρκική κοινωνία δείχνει απρόθυμη να εξετάσει το παρελθόν της. Στην επικρατούσα κουλτούρα, όχι μόνον οι γενοκτονίες των Χριστιανών αλλά μεγάλο μέρος της πρόσφατης ιστορίας της Τουρκίας παραδίδεται στη σιωπή - δύο παραδείγματα είναι το κουρδικό και ο ρόλος του στρατού. Η μεταρρύθμιση του 1928 που άλλαξε την τουρκική γραφή από αραβικά σε λατινικά στοιχεία ενέτεινε το πρόβλημα.
Η Τουρκία είναι μία κοινωνία που δεν μπορεί να διαβάσει τις ίδιες της τις εφημερίδες, τις επιστολές και τα ημερολόγια εάν αυτά γράφτηκαν πριν από το 1928. Δεν έχει πρόσβαση σε οτιδήποτε συνέβη πριν από εκείνη την ημερομηνία. Το αποτέλεσμα είναι η σύγχρονη Τουρκία να εξαρτάται πλήρως από την ιστορία όπως την έχει καθορίσει και συγγράψει το κράτος. Και, βεβαίως, για το κράτος διακυβεύονται πολλά αναφορικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται η ιστορία, ιδιαιτέρως όταν αυτή αφορά την ίδια του την νομιμότητα. Ενόψει αυτών, είναι εμφανές γιατί η τουρκική κοινωνία έχει παραδώσει τις γενοκτονίες των Χριστιανών στη λήθη και την άρνηση.
Σήμερα στην Τουρκία υπάρχουν δύο αφηγήσεις και δύο ιστοριογραφικές
προσεγγίσεις για την μεταβατική περίοδο από την Οθωμανική αυτοκρατορία στην Κεμαλική Τουρκία. Από τη μια, υπάρχει η ιστορία της αυτοκρατορίας που
διαμελίζεται από τις Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις μέσω μιας προσχεδιασμένης
διαδικασίας. Η εκδοχή αυτή βοήθησε να δημιουργηθεί μία ισχυρή αίσθηση
σύγκρουσης με τη Δύση για την επιβίωση του τουρκικού έθνους, δημιουργώντας έντονα αντιδυτικά αισθήματα και καχυποψία, ιδιαιτέρως ανάμεσα στην κυρίαρχη ελίτ, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η ιστορία των διώξεων των σφαγών και της εξόντωσης διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών ομάδων, στα πλαίσια των οποίων συνετελέσθη η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Διαβάστε περισσότερα...
των Ελλήνων της Ανατολής», το οποίο διοργανώθηκε στην Πάφο, από την Ιερά
Μητρόπολη Πάφου, το Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥΚΕΜ) και το Σύνδεσμο
Ελλήνων Διευθυντών Μέσης Εκπαίδευσης Κύπρου στις 12 Οκτωβρίου 2012.
Η γενοκτονία ως μέσο ομογενοποίησης του τουρκικού
έθνους-κράτους:
Η περίπτωση της γενοκτονίας του Ποντιακού
Ελληνισμού
Χρήστος ΙακώβουΔιευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)
Η19η Μαϊου έχει ανακηρυχθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ως «Ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Η επιλογή της συγκεκριμένης ημέρας έχει να κάνει με μία ιστορική στιγμή κατά τη διάρκεια της γένεσης του τουρκικού κράτους. Είναι η μέρα κατά την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ απεβιβάσθη στη Σαμψούντα και άρχισε τη δεύτερη και επώδυνη φάση της σφαγής των Ποντίων. Η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων απετέλεσε, ουσιαστικώς, το πιο καθοριστικό γεγονός μετά το τέλος του ποντιακού ζητήματος το 1923, η οποία το επανακαθόρισε, επισήμως από το Ελλαδικό κράτος, ως ζήτημα συστηματικής και προμελετημένης εξόντωσης ενός λαού λόγω της ιδιαίτερης εθνικής και πολιτιστικής του ταυτότητας. Όμως, παρά τη σημασία της πράξης αυτής, η Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, παραμένει σήμερα μία ξεχασμένη επέτειος και κατ' επέκταση το ιστορικό γεγονός της γενοκτονίας παραμένει στο περιθώριο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Παραμένει άγνωστη μια συστηματικά επεξεργασμένη και προμελετημένη πολιτική η οποία άρχισε με την εξαφάνιση των ανδρών στα εργατικά τάγματα και συνεχίσθηκε με τις μαζικές εκτοπίσεις, σφαγές και απαγχονισμούς στην Αμάσεια της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας των Ποντίων. Περίπου 350 χιλιάδες Πόντιοι σε ένα σύνολο επτακοσίων πενήντα χιλιάδων εξαφανίστηκαν με την μέθοδο των εκτοπίσεων και των σφαγών στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1916 - 1923. Οι μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, σε μια συγκαλυμμένη μορφή εξόντωσης, δεν
νομιμοποιούνται ακόμη και με το Δίκαιο του Πολέμου. Ελληνικός στρατός δεν
υπήρχε στον Πόντο και οι περιοχές στις οποίες έγιναν οι εκτοπίσεις δεν είχαν
στρατιωτική σπουδαιότητα. Έκτοτε το ζήτημα της τουρκικής ευθύνης αποτελεί την ουσία της τουρκικής άρνησης της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Το βασικό ερώτημα αυτού του ζητήματος είναι το εξής: υπάρχουν αποδείξεις ότι από πλευράς των Οθωμανικών αρχών υπήρξε πρόθεση και κεντρικός σχεδιασμός για συνολική ή μερική καταστροφή των Ελλήνων Ποντίων υπηκόων της αυτοκρατορίας;
Η επίσημη τουρκική θέση είναι ότι ο θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων ήταν ένα τραγικό αλλά μη σκόπιμο επακόλουθο του πολέμου. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι οι οθωμανικές πηγές δεν περιέχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν διατεταγμένη πολιτική συστηματικής εξαφάνισης. Πρόσφατες μελέτες από δυτικούς και Τούρκους (βλ. Τανέρ Ακσάμ, «Μία επαίσχυντη πράξη»))
ερευνητές υποστηρίζουν το αντίθετο.
Οι έρευνες αυτές έχουν ένα στοιχείο που τις διαφοροποιούν ποιοτικά από τη
συμβατική παράδοση της τουρκικής ιστοριογραφίας. Πρόκειται για την πρωτοφανή έως σήμερα χρήση οθωμανικού αρχειακού υλικού γύρω από τις μειονότητες. Το νέο αρχειακό υλικό από τουρκικά στρατιωτικά και δικαστικά αρχεία, πρακτικά κοινοβουλίου, επιστολές και μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, σε συνδυασμό πάντοτε με την ιστορική αφήγηση ανασυνθέτουν τη διαπλεκομένη ενορχήστρωση μεταξύ συντονισμένων τμημάτων του Οθωμανικού κράτους, του κυβερνώντος κόμματος των Νεοτούρκων, «Ένωση και Πρόοδος», καθώς επίσης και των στρατιωτικών δυνάμεων.
Καταδεικνύεται ότι αυτό που συνέβη στους Χριστιανικούς πληθυσμούς της
αυτοκρατορίας ήταν μια κεντρικά και επίσημα σχεδιασμένη επιχείρηση
εξολόθρευσής τους. Η αποδοχή αυτού του συμπεράσματος είναι εκ των πραγμάτων και ριζοσπαστική και αναθεωρητική για τη συμβατική ιστοριογραφία της σύγχρονης Τουρκίας. Η ουσία του συμπεράσματος είναι σαφής ότι δηλαδή οι διωγμοί και οι γενοκτονίες των χριστιανών απετέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάδυση του τουρκικού εθνικού κράτους. Χωρίς τον συστηματικό σχεδιασμό και την αποτελεσματική εκτέλεση της γενοκτονίας από τους Νεότουρκους οι οποίοι, στη συνέχεια, και υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ οργάνωσαν την αντίσταση στην Ανατολία, ο τελευταίος δεν θα είχε τη δυνατότητα να οικοδομήσει το τουρκικό εθνικό κράτος. Οι Νεότουρκοι ιδρυτές του τουρκικού κράτους δημιούργησαν με αυτό τον τρόπο μία εύπορη τάξη που ιδιοποιήθηκε τα πλούτη και τις περιουσίες των Χριστιανών. Οι περιουσίες αυτές είχαν δημευτεί από τους Νεότουρκους με διάταγμα του 1915 ως δήθεν «εγκαταλελειμμένες». Το διάταγμα του 1915 επανέφεραν οι κεμαλιστές το
1922, όταν είχαν πλέον επικρατήσει.
Ένα από τα συμπεράσματα επισταμένων ερευνών της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι οι σφαγές κατά των Ποντίων δεν ήταν μια μεμονωμένη παρέκκλιση. Στην ουσία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο εντός ενός ευρύτερου ιστορικού πλαισίου το οποίο είναι η διαδικασία αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας σε αυτόν τον αργό θάνατο. Μετά την σαρωτική τους ήττα στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13, οι Οθωμανοί έχασαν πάνω από 60% των ευρωπαϊκών εδαφών τους. Αναπτύχθηκε λοιπόν μια βαθιά πεποίθηση ότι ήταν αδύνατον να συμβιώσουν με τους εναπομείναντες χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας. Έτσι οι κυβερνητικές οθωμανικές-τουρκικές αρχές διεμόρφωσαν μία πολιτική που είχε στόχο την ομογενοποίηση του πληθυσμού της Ανατολίας, της καρδιάς της αυτοκρατορίας από εδαφική άποψη. Η πολιτική αυτή είχε δύο κύρια συστατικά στοιχεία: το πρώτο ήταν ο διασκορπισμός και η επανεγκατάσταση των μη Τούρκων μουσουλμάνων, όπως οι Κούρδοι και οι Άραβες, μεταξύ της τουρκικής
πλειοψηφίας με σκοπό την αφομοίωσή τους, το δεύτερο αφορούσε την εκδίωξη των μη μουσουλμανικών, μη τουρκικών λαών από την Ανατολία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση 2.000.000 ανθρώπων συνολικά, το σύνολο ουσιαστικά του χριστιανικού πληθυσμού ης περιοχής. Αν και στόχος των ειδικών μέτρων που αποσκοπούσαν στην εξόντωσή τους ήταν οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνετελέσθη και η γενοκτονία των Ποντίων. Συνολικά, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ανατολίας είτε μετεγκατεστάθηκε είτε σκοτώθηκε. Αυτές οι εθνικές εκκαθαρίσεις και ομογενοποιήσεις άνοιξαν το δρόμο για τη σημερνή Δημοκρατία της Τουρκίας.
Σήμερα το επίσημο τουρκικό κράτος υποστηρίζει ότι οι σφαγές κατά των Ποντίων ήταν μία δικαιολογημένη πράξη κρατικής αναγκαιότητας, πράγμα που επιτρέπει στη χώρα να αποφεύγει να αναλάβει κάποια ηθική θέση αναφορικά με αυτό. Σε αναλογία με το επιχείρημα της αναγκαιότητας, το κράτος υποστηρίζει ότι οι σφαγές των Ποντίων δεν ήταν εσκεμμένη πολιτική της κυβέρνησης αλλά μία σειρά από μεμονωμένα περιστατικά που σημειώθηκαν χωρίς πρόθεση και στο πλαίσιο των δυσχερών πολεμικών συνθηκών κατά τη διάρκεια «κανονικών» εκτοπίσεων.
Παραμένει, ωστόσο, τρομερά δύσκολο να εξηγήσουμε πως 350 χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν μέσα σε έξι χρόνια, λόγω εκτοπίσεων χωρίς να τεθούν σε συναγερμό οι κρατικές αρχές για να τους προστατεύσουν.
Το ερώτημα, όμως το οποίο παραμένει μετέωρο γύρω από το ποντιακό ζήτημα είναι γιατί υποβαθμίστηκε η γενοκτονία των Ποντίων μέσα στη συλλογική μνήμη του νεοελληνισμού; Σε μεγάλο βαθμό, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει να κάνει με την υποβάθμιση της γενοκτονίας στην Ελλάδα διαμέσου της προσέγγισης των γεγονότων με βάση τη θεωρία περί ανταλλαγής πληθυσμών. Η επίσημη εκδοχή της ιστορίας από το ελλαδικό κράτος απέκρυπτε για δεκαετίες το γεγονός ότι, όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης (1923), ουδείς Πόντιος δεν ευρίσκετο στον Πόντο. Είχαν ήδη είτε εκτοπισθεί είτε εξολοθρευθεί. Όσοι δεν κατέφυγαν στην Ελλάδα ή τον Καύκασο ευρίσκοντο εκτοπισμένοι στην Μέση Ανατολή αποδεκατιζόμενοι από τον τύφο σε στρατόπεδα προσφύγων.
Αυτή, η πολιτικού τύπου, ερμηνεία σχετικοποίησε το έγκλημα, ελαχιστοποίησε τις ευθύνες του ελλαδικού κράτους και περιθωριοποίησε το γεγονός στην νεοελληνική ιστοριογραφία, επιβάλλοντας για δεκαετίες τη λήθη, μέσα από μία λογική εξισορρόπησης: «Ανταλλαγή» των τουρκικών πληθυσμών της Ελλάδας με τους Ελληνικούς της Μικράς Ασίας.
Η Τουρκία, για ένα αιώνα σχεδόν, κατέφερε να αποφύγει την ανάληψη της ευθύνης, υποδεικνύοντας τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, τις προτεραιότητες του αναδυομένου τουρκικού εθνικού κινήματος και τις ανεπαρκείς απόπειρες της διεθνούς κοινότητας να οδηγήσει τους δράστες στη δικαιοσύνη.
Η σημερινή Τουρκία δεν μπορεί εύκολα να συμφιλιωθεί ψυχολογικά με το ζήτημα της Γενοκτονίας. Πιστεύω ότι ο ψυχολογικός παράγοντας ενισχύει τις δυσκολίες μίας ειλικρινούς ιστορικής επισκόπησης στην Τουρκία και ως εκ τούτου η τουρκική κοινωνία δείχνει απρόθυμη να εξετάσει το παρελθόν της. Στην επικρατούσα κουλτούρα, όχι μόνον οι γενοκτονίες των Χριστιανών αλλά μεγάλο μέρος της πρόσφατης ιστορίας της Τουρκίας παραδίδεται στη σιωπή - δύο παραδείγματα είναι το κουρδικό και ο ρόλος του στρατού. Η μεταρρύθμιση του 1928 που άλλαξε την τουρκική γραφή από αραβικά σε λατινικά στοιχεία ενέτεινε το πρόβλημα.
Η Τουρκία είναι μία κοινωνία που δεν μπορεί να διαβάσει τις ίδιες της τις εφημερίδες, τις επιστολές και τα ημερολόγια εάν αυτά γράφτηκαν πριν από το 1928. Δεν έχει πρόσβαση σε οτιδήποτε συνέβη πριν από εκείνη την ημερομηνία. Το αποτέλεσμα είναι η σύγχρονη Τουρκία να εξαρτάται πλήρως από την ιστορία όπως την έχει καθορίσει και συγγράψει το κράτος. Και, βεβαίως, για το κράτος διακυβεύονται πολλά αναφορικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται η ιστορία, ιδιαιτέρως όταν αυτή αφορά την ίδια του την νομιμότητα. Ενόψει αυτών, είναι εμφανές γιατί η τουρκική κοινωνία έχει παραδώσει τις γενοκτονίες των Χριστιανών στη λήθη και την άρνηση.
Σήμερα στην Τουρκία υπάρχουν δύο αφηγήσεις και δύο ιστοριογραφικές
προσεγγίσεις για την μεταβατική περίοδο από την Οθωμανική αυτοκρατορία στην Κεμαλική Τουρκία. Από τη μια, υπάρχει η ιστορία της αυτοκρατορίας που
διαμελίζεται από τις Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις μέσω μιας προσχεδιασμένης
διαδικασίας. Η εκδοχή αυτή βοήθησε να δημιουργηθεί μία ισχυρή αίσθηση
σύγκρουσης με τη Δύση για την επιβίωση του τουρκικού έθνους, δημιουργώντας έντονα αντιδυτικά αισθήματα και καχυποψία, ιδιαιτέρως ανάμεσα στην κυρίαρχη ελίτ, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η ιστορία των διώξεων των σφαγών και της εξόντωσης διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών ομάδων, στα πλαίσια των οποίων συνετελέσθη η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



