Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Η Βοσνία - Ερζεγοβίνη πνίγεται στον κλοιό του Ντέιτον


Μεταπολεμική εποχή υπό διεθνή κηδεμονία


Του Jean-Arnault Derens
Eιδικού απεσταλμένου της Monde Diplomatique  


Το Σεράγεβο γιόρτασε πρόσφατα τη σύλληψη και τη μεταφορά στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της πρώην Γιουγκοσλαβίας του πρώην ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάρατζιτς. Ωστόσο, η Βοσνία μαραζώνει, ανίκανη να μεταρρυθμίσει θεσμούς που την εμποδίζουν να λειτουργήσει. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, στις 17 περασμένου Φεβρουαρίου, αναζωπύρωσε τους φόβους της απόσχισης της «σερβικής οντότητας», και η χώρα αποτελεί το μεγάλο ξεχασμένο στη νέα διάταξη των Βαλκανίων.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2006, μερικές ημέρες πριν τις τελευταίες γενικές εκλογές, μια χούφτα οπαδοί μιας άγνωστης ένωσης της μικρής πόλης Κακάνι, στην κεντρική Βοσνία, συγκεντρώθηκαν στο Σεράγεβο. Κάτω από τα βλέμματα έκπληκτων διαβατών, πέταξαν δοχεία με μπογιές στην πρόσοψη της Προεδρίας του κράτους, πριν η αστυνομία τους αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη βία. Η απελπισμένη ενέργεια, η οποία απέβλεπε, όπως φαίνεται, να καταγγείλει την ακινησία και το πάγωμα των βοσνιακών θεσμών (1), προκαλεί ένα μικρό ρεύμα συμπάθειας στους δημοκρατικούς κύκλους του Σεράγεβο. Τις επόμενες ημέρες, διαδηλωτές καταγγέλλουν τη βιαιότητα της αντίδρασης της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν συγκεντρώνονται παρά μόνο μερικές εκατοντάδες άτομα.
Οι δημοκράτες του Σεράγεβο δεν χάνουν ωστόσο ευκαιρία να κατέβουν στους δρόμους. Το χειμώνα και την άνοιξη του 2008, ο άγριος φόνος ενός έφηβου σε ένα τραμ προκάλεσε μια μακρά σειρά από διαδηλώσεις. Το τραγικό συμβάν πρόσφερε μια νέα ευκαιρία για να καταγγελθεί η ανικανότητα και η ανευθυνότητα των δημοτικών αρχόντων. Οι πρωτοβουλίες αυτές συγκεντρώνουν συνήθως πολύ νεαρά άτομα και συνταξιούχους, ορισμένοι από τους οποίους κρατούν πορτρέτα του στρατάρχη Τίτο... Μια συνεσταλμένη αφύπνιση της κοινής γνώμης, που έρχεται σε αντίθεση με το λήθαργο που κυριαρχεί στην πολιτική τάξη.

Οι εκλογές του 2006

Οι γενικές εκλογές της 1ης Οκτωβρίου 2006 σημάδεψαν, ωστόσο, μια καμπή στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Οι «παλιοί» εθνικιστικοί σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το 1990, τη στιγμή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας - το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA), το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα (SDS) και η Κροατική Δημοκρατική Κοινότητα (HDZ) - εγκαταλείπουν, για πρώτη φορά, το προσκήνιο, αλλά χωρίς αυτό να προκαλέσει τη βελτίωση της ποιότητας του πολιτικού διαλόγου.
Το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA), το κυριότερο «βοσνιακό μουσουλμανικό» κόμμα, είδε, πάντως, τον υποψήφιό του για τη συλλογική προεδρία του Κράτους, τον Σουλεϊμάν Τίχιτς, να ηττάται από το χαρισματικό Χάρις Σιλάιτζιτς. Πρώην πρωθυπουργός την εποχή του πολέμου, ο τελευταίος είναι ένας διαφωνών του Κόμματος Δημοκρατικής Δράσης. Το κόμμα του, «το Κόμμα για τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη» (SBiH) διεκδικεί «μια Βοσνία - Ερζεγοβίνη χωρίς οντότητες», δηλαδή αναδιοργανωμένη ως ένα ενιαίο κράτος. Ο λόγος του απέφερε εδώ και καιρό στον Σιλάιτζιτς μια ορισμένη συμπάθεια στους δημοκρατικούς και αντιεθνικιστικούς κύκλους. Η νίκη του εξηγείται επίσης από την ανοιχτή υποστήριξη που του πρόσφερε ο «ρεΐς ουλ ουλεμά» Μουστάφα Εφέντι Τσέριτς, δηλαδή η ανώτατη αρχή του Ισλάμ στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη.
Στο σερβικό στρατόπεδο, το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα (SDS) σαρώθηκε από τον Μίλοραντ Ντόντικ και το κόμμα του, το «Κόμμα των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών» (SNSD). Βουλευτής στο σερβικό κοινοβούλιο της Βοσνίας της εποχής του πολέμου, δεν συμμετείχε ποτέ άμεσα στο σύστημα εξουσίας που είχε εγκαθιδρυθεί από το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα του Ράντοβαν Κάρατζιτς, ο οποίος συνελήφθη τον Ιούλιο, ύστερα από καταδίωξη δεκατριών ετών, και μεταφέρθηκε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Η σχετική πολιτική «παρθενία» του κατέστησε τον Ντόντικ, μετά την επιστροφή στην ειρήνη, έναν πολύ ευπαρουσίαστο «δημοκράτη», ο οποίος γρήγορα «επιλέχθηκε» και υποστηρίχθηκε από τους Δυτικούς, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που βλέπουν σε αυτόν μια σερβική εναλλακτική λύση.
Στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Ντόντικ προσέγγισε ουσιαστικά τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Μετά από ένα πρώτο πέρασμα από τον επιχειρηματικό κόσμο, ανάμεσα στο 1998 και το 2001, ξεκίνησε ένα μικρό «πέρασμα της ερήμου». Κατόπιν, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τις εκλογές του 2006, δεν δίστασε να υιοθετήσει όλες τις κλασικές διεκδικήσεις του σερβικού εθνικισμού της Βοσνίας, ζητώντας κυρίως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση για την Ρεπούμπλικα Σέρπσκα και υποσχόμενος δημοψήφισμα για το θέμα.

Νέες πολιτικές δυνάμεις

Η στρατηγική του απέδωσε. Το Κόμμα των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών πέτυχε μία χωρίς προηγούμενο συγκέντρωση εξουσιών. Το κόμμα διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα, της οποίας ο Ντόντικ διευθύνει την κυβέρνηση. Αλλά εκπροσωπεί επίσης την πρώτη δύναμη μέσα στη Βουλή του Κράτους της Βοσνίας, και διευθύνει, με αυτή την ιδιότητα, τη βοσνιακή κυβέρνηση.
Ο Ντόντικ, νέος ισχυρός άνδρας της Βοσνίας, δεν πηγαίνει ωστόσο συχνά στο Σεράγεβο, προτιμώντας να μένει στο φέουδό του στη Μπάνια Λούκα, την πρωτεύουσα της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα. Και η βοσνιακή πολιτική ζωή μετατράπηκε σε μια αναμέτρηση ανάμεσα στον Σιλάιτζιτς και τον Ντόντικ, των οποίων οι θέσεις μοιάζουν διαμετρικά αντίθετες. Όταν ο πρώτος διεκδικεί την εξαφάνιση των οντοτήτων, ο δεύτερος διεκδικεί γι αυτές περισσότερες αρμοδιότητες, ακόμη και την απόσχιση της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα.
Η επικίνδυνη αυτή αντιπαράθεση έχει ως συνέπεια να περιθωριοποιεί τους άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, ιδιαίτερα τους σοσιαλδημοκράτες, που δεν διαθέτουν πολιτικό όραμα, αλλά επίσης την κροατική κοινότητα, η οποία δεν έχει πια μεγάλο δημογραφικό βάρος και πολιτική επιρροή. Στην πραγματικότητα εκτιμάται ότι οι Κροάτες δεν εκπροσωπούν πια παρά το 10% έως 11% του πληθυσμού, έναντι του 17,5% στις παραμονές του πολέμου.
Η έλξη της Κροατίας, η οποία συγκριτικά είναι πολύ πιο ακμάζουσα, κινδυνεύει να γίνει ακόμη πιο ζωντανή όταν αυτή η χώρα θα ενταχθεί, σε μερικά χρόνια, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα, η κροατική πολιτική ηγεσία της Βοσνίας έχει υπονομευτεί από σκάνδαλα διαφθοράς, που έχουν προκαλέσει την περιθωριοποίηση πολλών στελεχών της Κροατικής Δημοκρατικής Κοινότητας (HDZ), η οποία κατέληξε να διασπαστεί σε δύο τμήματα. Σε αυτές τις συνθήκες, τα κροατικά κόμματα της Βοσνίας δεν εκπροσωπούν πια, σε εθνικό επίπεδο, παρά περιθωριακούς πολιτικούς παράγοντες, έστω και αν συνεχίζουν να ελέγχουν μόνα τους πολλά καντόνια της Ομοσπονδίας.
«Οι κύριοι Σιλάιτζιτς και Ντόντικ χρησιμοποιούν το γνωστό όπλο του φόβου για να κινητοποιήσουν τις δύο κοινότητές τους. Λειτουργεί όπως και το ζευγάρι που αποτελούσαν ο Φράνιο Τούντζμαν και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς», εξηγεί ο Σερντιάν Ντιζντάρεβιτς, ο πρόεδρος της Επιτροπής του Ελσίνκι για τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη.

Απειλείται η ενότητα;

Η ενότητα της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης απειλείται, άραγε, πραγματικά; Για μήνες, οι ηγέτες του Βελιγραδίου, ιδιαίτερα ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα, που ήταν τότε πρωθυπουργός, έσειαν την απειλή: εάν το Κόσοβο γίνει ανεξάρτητο, η Ρεπούμπλικα Σέρπσκα θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Ο Ντόντικ επαναλάμβανε το επιχείρημα για λογαριασμό του, αναρωτώμενος στο όνομα τίνος πράγματος απαγορευόταν στους Σέρβους της Βοσνίας αυτό που επιτρεπόταν στους Αλβανούς του Κοσόβου. Ωστόσο, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, στις 17 Φεβρουαρίου 2008, δεν έγινε τίποτε, εκτός από ορισμένες διαδηλώσεις , αρκετά περιορισμένου εύρους, στη Μπάνια Λούκα και σε ορισμένες άλλες σερβικές πόλεις της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης.
Η απειλή είχε κυρίως ρητορική λειτουργία. Στην πραγματικότητα, ο Ντόντικ δεν έχει καμία πρόθεση να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της σερβικής οντότητας. Γνωρίζει καλά ότι θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, αφού δεν θα αναγνωριζόταν. Επιπλέον, μία προσάρτηση στη Σερβία δεν θα είχε τίποτε που να τον ικανοποιούσε: σε αυτή την περίπτωση, αυτός που έχει πολύπλοκες σχέσεις με τους ηγέτες του Βελιγραδίου δεν θα ήταν πια παρά ένας μικρός επαρχιακός βαρόνος (2)...
Η ανεξαρτησία του Κοσόβου αποτέλεσε ωστόσο ένα εξαιρετικό νέο για τον Ντόντικ: έδωσε περισσότερο βάρος στην απειλή του για απόσχιση. Εκφέροντας σκληρό λόγο, ο πρωθυπουργός μπορεί ταυτόχρονα να διαβεβαιώνει τους Δυτικούς, υποσχόμενος ότι με αυτόν «τίποτε δεν θα κινηθεί», ενώ άλλοι Σέρβοι ηγέτες θα μπορούσαν να μπουν πραγματικά σε μία περιπέτεια χωρίς διέξοδο. Διπλό όφελος: ο Ντόντικ ενίσχυσε τη θέση του στις διαπραγματεύσεις, πείθοντας τους Ευρωπαίους ότι παραμένει ένας αναντικατάστατος παράγοντας «σταθερότητας» και ότι δεν θα πρέπει να ψάχνουν αφορμή για καυγά για τις υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκεται το όνομά του. Ο Ντόντικ αξιοποιεί πλήρως την πολιτική ηγεμονία του και την απουσία αξιόπιστης αντιπολίτευσης.
Το «σύστημα» που εγκαθιδρύθηκε από τον Ντόντικ αποδεικνύεται έτσι εξαιρετικά αποδοτικό. Μέσα σε δύο χρόνια, κατάφερε να υποβάλει σε αφαίμαξη τη Ρεπούμπλικα Σέρπσκα. Οι ιδιωτικοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν, ιδιαίτερα των τηλεπικοινωνιών (3) και του διυλιστηρίου του Μπροντ, έγιναν κατά τρόπο αρκετά αμφισβητήσιμο, επιτρέποντας τον άμεσο πλουτισμό του Ντόντικ, του κόμματός του και των φίλων του. Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός άπλωσε τη λαβή του πάνω στα μέσα ενημέρωσης: εκτός από τις δημόσιες τηλεοράσεις, ελέγχει ήδη τις δύο κυριότερες εφημερίδες της οντότητας, τις καθημερινές «Glas Srpske» και «Nezavisne», που ήταν άλλοτε ανεξάρτητη.

Εξουσία και διαφθορά

Στη Μπάνια Λούκα, ακούγονται όλο και πιο σπάνια επικριτικές φωνές, όπως εκείνη του δημοσιογράφου Σλόμπονταν Βάσκοβιτς. Γι αυτόν, «το σύστημα Ντόντικ είναι χειρότερο από το σύστημα του Ράντοβαν Κάρατζιτς. Έχει αναγορεύσει την κλοπή και τον εκφοβισμό σε μέθοδο διακυβέρνησης». Το σύστημα βασίζεται σε μια μικρή ομάδα δέκα περίπου προσώπων άμεσα συνδεδεμένων με τον Ντόντικ και καταγόμενων, όπως και αυτός, από την κωμόπολη Λακτάσι, καμιά δεκαριά χιλιόμετρα από τη Μπάνια Λούκα. Τα ονόματα των έμπιστων εμφανίζονται παντού στο περίπλοκο οργανόγραμμα των επιχειρήσεων που ελέγχονται από την εταιρία Integral Inzenjering, που δημιουργήθηκε από τον Ντόντικ στις αρχές της δεκαετίας του '90 και η οποία σαρώνει από τότε όλες τις συμβάσεις με το δημόσιο. «Η διεθνής κοινότητα δημιούργησε τον Ντόντικ και συνειδητοποιεί, αλλά πολύ αργά, ότι δημιούργησε ένα νέο Μιλόσεβιτς. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν υπάρχει πια ζήτημα ιδεολογίας ούτε εθνικισμού: τα μόνα που μετρούν είναι η εξουσία και το χρήμα», συνεχίζει ο Βάσκοβιτς.

Προβλήματα οικονομίας

Στον επιχειρηματικό τομέα, ο Ντόντικ γνωρίζει επίσης να συνεννοείται με τους πολιτικούς αντιπάλους του των άλλων κοινοτήτων, ιδιαίτερα με τον Σιλάιτζιτς. Βρίσκει έτσι κανείς τα ονόματα των δυο ανδρών, μερικές φορές μαζί, μερικές φορές ως αντιπάλους, στον νευραλγικό φάκελο της ενέργειας. Η Βοσνία αποτελεί ένα πραγματικό φυσικό υδραγωγείο, προσφέροντας μεγάλες δυνατότητες για την κατασκευή κεντρικών υδροηλεκτρικών σταθμών. Σε μία περιοχή που υποφέρει από χρόνιο ενεργειακό έλλειμμα, το να πολλαπλασιαστούν τα φράγματα είναι δελεαστικό. Για την ώρα, μια πρωτοφανής κινητοποίηση πολιτών οδήγησε σε αποτυχία τα σχέδια για την κατασκευή φράγματος στον Βρμπάς, απέναντι από τη Μπάνια Λούκα και στην Τάρα, στο Μαυροβούνιο, λίγα μέτρα από τα σύνορα με τη Βοσνία. Αλλά εξετάζονται και άλλες περιοχές.
Το να καταγγελθούν αυτά τα σχέδια, τα οποία θα είχαν σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες, μοιάζει ακόμη περισσότερο ευαίσθητο ζήτημα καθώς η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε νεκρό σημείο. Η μόνη σημαντική επένδυση των τελευταίων χρόνων ήταν η εξαγορά των χαλυβουργείων της Ζένιτσα, στην Κροατο-μουσουλμανική Ομοσπονδία από την ArcelorMittal. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το ποσοστό της ανεργίας αγγίζει πάνω από το 40% του ενεργού πληθυσμού. Τα συνδικάτα, εξίσου διαιρεμένα με βάση τις εθνικές γραμμές, είναι ανίκανα να διατυπώσουν προτάσεις ή να υπερασπιστούν τους εργαζόμενους. Τα τελευταία χρόνια, οι αγρότες ή οι συνταξιούχοι έχουν κατέβει μόνο σε διαδηλώσεις απόγνωσης : και οι μεν και οι δε είχαν κατασκηνώσει για εβδομάδες μπροστά από το κοινοβούλιο του Κράτους στο Σαράγεβο.
Το παρασιτικό σύστημα ευνοείται έντονα από το πολιτικό «πάγωμα» της χώρας. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης «μεταρρύθμισης» της αστυνομίας. Από το 1995, οι δυνάμεις της αστυνομίας εξαρτώνται ουσιαστικά από τις οντότητες, κάτι που συμβάλει στο να ενισχύει τη διαίρεση της χώρας και καθιστά συχνά αβέβαιη τη συνέχιση κάθε έρευνας για εγκλήματα. Η μεταρρύθμιση - και η ενοποίηση- της αστυνομίας αποτελεί μια ιστορία που επαναλαμβάνεται και έχει διχάσει τη βοσνιακή πολιτική για πολλά χρόνια.

Φόβοι κοσοβοποίησης 

Τελικά, τον περασμένο Απρίλιο, ο Ντόντικ δέχθηκε μία μεταρρύθμιση ουσιαστικά κενή από κάθε περιεχόμενο: οι δυνάμεις της αστυνομίας παραμένουν χωρισμένες, αλλά θα πρέπει να δημιουργηθούν δομές «συντονισμού». Το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης και οι Σοσιαλδημοκράτες, που αρνήθηκαν να ψηφίσουν την ψευδο-μεταρρύθμιση, κατηγορήθηκαν για «ριζοσπαστισμό», ενώ ο ανώτατος διεθνής εκπρόσωπος και οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφραζαν την ικανοποίησή τους για τη μεγάλη «πρόοδο» που πέτυχε η Βοσνία, η οποία «ανταμείφθηκε» με την υπογραφή της συμφωνίας σταθεροποίησης και σύνδεσης, στις 16 Ιουνίου.
Εννοείται ότι κανείς, στις Βρυξέλλες, δεν πίστεψε τον απατηλό χαρακτήρα του συμβιβασμού της τελευταίας στιγμής. Αλλά, ελλείψει στρατηγικής, η διεθνής πολιτική στη Βοσνία συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: σταθερότητα. Οι εύθραυστες κατασκευές που προσπαθούν να στήσουν οι διπλωμάτες στα Βαλκάνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου προϋποθέτουν στην πραγματικότητα ότι η Βοσνία δεν θα κινηθεί. Από αυτή τη σκοπιά, ο Ντόντικ είναι ο ιδανικός άνθρωπος, γιατί κατάφερε να «εξουδετερώσει» το σερβικό εθνικισμό.
Κατά τη διάρκεια της σύναψης των συμφωνιών του Ντέιτον, το Δεκέμβριο του 1995, οι πιο αισιόδοξοι πίστευαν ότι ο χρόνος θα επέτρεπε, προοδευτικά, να επουλωθούν οι ανοιχτές ακόμη πληγές και να ξεπεραστούν τα πολιτικά εμπόδια. Δεν συνέβη τίποτε τέτοιο. Αφού δεν υπάρχει ένα νεωτεριστικό σχέδιο, η Βοσνία βυθίζεται στο μαρασμό. Η ευρωπαϊκή στρατηγική, όπως φαίνεται να διαγράφεται, ευνοεί άλλωστε την ένταξη, την οποία έχουν υποσχεθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, της Κροατίας, και την ένταξη - η οποία θα μπορούσε να επιταχυνθεί - της Σερβίας, η οποία θεωρείται ως πυλώνας των περιφερειακών ισορροπιών, περιφρονώντας «τα περιθώρια που θυσιάστηκαν» που είναι η Βοσνία, το Κόσοβο και η Μακεδονία (4). Η τελευταία έχει, ωστόσο, το επίσημο καθεστώς της υποψήφιας από το 2005.

Απατηλή εικόνα «ομαλότητας»

Παρά τη θλιβερή αυτή εικόνα, ο επισκέπτης που περπατάει στους δρόμους του Σεράγεβο δεν βρίσκει σχεδόν καθόλου ορατά ίχνη από τον πόλεμο (5) και από τη φοβερή πολιορκία την οποία υπέστη η βοσνιακή πρωτεύουσα. Θα πρέπει ωστόσο να ξεπεραστεί η απατηλή εικόνα «ομαλότητας». Η πρωτεύουσα έχει περίπου πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους, όσους και πριν τον πόλεμο, αλλά η δημογραφική δομή της έχει ανατραπεί βαθύτατα: εκεί ζουν μόνο κάτι περισσότερο από είκοσι χιλιάδες Σέρβοι (έναντι των εκατόν πενήντα χιλιάδων πριν τον πόλεμο), και ένας μεγάλος αριθμός Βοσνίων Μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης επίσης εγκατέλειψαν την πόλη τους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ή μετά από αυτήν. Αντικαταστάθηκαν από άλλους κατοίκους που ήρθαν από την επαρχία ή από μικρές πόλεις, ή διώχθηκαν από την Ρεπούμπλικα Σέρπσκα ή ακόμη ωθήθηκαν από την αγροτική έξοδο. Ορισμένοι ήρθαν επίσης από το Σαντζάκ, μία περιοχή που κατοικείται κατά πλειοψηφία από Βόσνιους Μουσουλμάνους και την οποία μοιράζονται η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Ενώ υπήρχε μία πολύ έντονη αστική ταυτότητα, μία λανθάνουσα σύγκρουση αντιπαραθέτει λοιπόν τους «παλιούς κατοίκους της πόλης» με τους νεοφερμένους.
Πριν από τρία χρόνια, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες είχε ανακοινώσει θριαμβευτικά ότι οι πρόσφυγες και διωγμένοι από τα σπίτια τους που επέστρεψαν είχαν ξεπεράσει το εκατομμύριο. Δυστυχώς, αυτές οι επιστροφές φαίνεται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό απατηλές. Στην πραγματικότητα, συνήθως οι πρόσφυγες δεν επιστρέφουν στις ιδιοκτησίες τους που βρίσκονται σε μια πόλη ή σε μια περιοχή όπου η κοινότητά τους είναι τώρα μειοψηφική παρά μόνο για να τις πουλήσουν αμέσως. Ανταλλαγές περιουσιών έχουν επίσης επισημανθεί συχνά από την Επιτροπή του Ελσίνκι για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία μιλά για την «τελική φάση της εθνοκάθαρσης». Για παράδειγμα, στη μικρή πόλη Ντόνι Βακούφ, στην κεντρική Βοσνία, οι ανταλλαγές κατέληξαν να σταθεροποιήσουν την εδαφική κατάτμηση της κοινότητας ανάμεσα σε Κροάτες και Βόσνιους Μουσουλμάνους (6).

Υποχωρεί ο εθνικισμός

Τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να κυριαρχούν αδιαφιλονίκητα σε καθένα από τα μονο-εθνικά μικροεδάφη τα οποία συγκροτούν πια τη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Οι μικρές εθνικιστικές ολιγαρχίες, που ευημερούσαν κατά τη διάρκεια της σκυθρωπής μεταπολεμικής περιόδου, συμμερίζονται επισήμως το στόχο της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης, αλλά με την ουσιαστική και σιωπηρή προϋπόθεση ότι αυτή η προοπτική δεν θα αμφισβητήσει την περιουσία τους, την εξουσία τους και τα προνόμιά τους. Σε αυτές τις συνθήκες η Βοσνία-Ερζεγοβίνη μοιάζει καταδικασμένη στην ακινησία, ενώ αυτοί που ήθελαν να προχωρήσει η χώρα βυθίζονται στην απόγνωση.
Από την πλευρά τους, οι δυτικοί διπλωμάτες βρίσκονται μπροστά σε έλλειψη στρατηγικής: η Βοσνία παίρνει όλο και περισσότερο την όψη μιας «μαύρης τρύπας» που δεν μπορεί να διορθωθεί. Επίσης, οι στρεβλωτικές συνέπειες της διεθνούς κηδεμονίας - η οποία στερεί από τους Βόσνιους υπευθύνους την ουσιαστική τους υπευθυνότητα και τους επιτρέπει να αρκούνται στις αμφίβολες χαρές της δημαγωγίας - είναι γνωστές (7), αλλά κάθε καινούργια κρίση μοιάζει να αποκαλύπτει τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της κηδεμονίας.
Όσο για τους νέους της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης αδιαφορούν σε μεγάλο βαθμό για την πολιτική ζωή: μόλις πάνω από το 10% όσων η ηλικία τους είναι κάτω των 25 χρόνων ψηφίζουν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μία αύξηση της κινητοποίησης με την ευκαιρία των προσεχών δημοτικών εκλογών. Η πλειοψηφία των νέων πτυχιούχων ονειρεύονται πάνω από όλα να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ένας από αυτούς μάς εμπιστεύεται την άποψή του για τη Βοσνία: μία χώρα αρκετά συντετριμμένη από τα τραύματα του τελευταίου πολέμου ώστε δεν μπορεί να μπει σε νέες βίαιες περιπέτειες, αλλά αρκετά εξαντλημένη ώστε οι πολίτες της να μην έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν πραγματικές αλλαγές.

Υποσημειώσεις
(1) Σύμφωνα με την ορολογία που ισχύει σήμερα, ο όρος «Bosnjak» (Μποσνιάκ) προσδιορίζει τους Μουσουλμάνους της Βοσνίας και ο όρος «Bosanac» (Μποσάνατς) αναφέρεται σε όλους τους κατοίκους της Βοσνίας. Στα γαλλικά συνηθίζεται να μεταφράζονται αντίστοιχα αυτοί οι δύο όροι ως Βοσνιακός και Βόσνιος. Το επίθετο Βόσνιος εφαρμόζεται συνεπώς και σε ο,τιδήποτε σχετίζεται με τους κοινούς θεσμούς του Κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης .( Σημείωση της ελληνικής μετάφρασης: στα ελληνικά οι όροι «Βοσνιακός» και «Βόσνιος» προκαλούν σύγχυση. Συνεπώς προτιμούμε τους όρους «Βόσνιος Μουσουλμάνος» και «Βόσνιος»).
(2) Σήμερα, διατηρεί ωστόσο αρκετά καλές σχέσεις με το Σέρβο πρόεδρο Μπόρις Τάντιτς.
(3) Στη Βοσνία - Εζεγοβίνη, η διαχείριση όλων των δημοσίων υπηρεσιών γίνεται στο επίπεδο των οντοτήτων. Όσον αφορά τις τηλεπικοινωνίες σταθερές και κινητές, υπάρχουν τρία δίκτυα: βοσνιακό μουσουλμανικό, σερβικό και κροατικό.
(4) ΣτΕ: πιστή μετάφραση του πρωτοτύπου.
(5) Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα που δημοσιεύτηκαν από το Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Σεράγεβο (IDC), ο αριθμός των θυμάτων που έχουν ταυτοποιηθεί από τον πόλεμο του 1992-1995 φτάνει περίπου στις εκατό χιλιάδες, σε ένα πληθυσμό ο οποίος έφτανε στα τέσσερα εκατομμύρια εκατό χιλιάδες κατοίκους.
(5) Βλέπε Nidzara Ahmetasevic, «Βοσνία : η τελική φάση της εθνοκάθαρσης», Le Courrier des Balkans (http://balkans.courriers.info), 6 Σεπτεμβρίου 2006.
(6) Ορισμένες «δεξαμενές σκέψης», όπως το Center for European Integration Strategies, καταγγέλλουν τις συνέπειες αυτής της κηδεμονίας εδώ και αρκετά χρόνια, και υποστηρίζουν μια «ιδιοποίηση» της δημοκρατίας, η οποία θα υποχρέωνε τους τοπικούς υπευθύνους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να δεσμευτούν στο δρόμο των πραγματικών μεταρρυθμίσεων. Βλέπε www.ceis-eu.org/index.htm Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

1967: Israel, the War, and the Year that Transformed the Middle East


Tom Segev

1967: Israel, the War, and the Year that Transformed the Middle East
Metropolitan Books, 2007


By Michael Oren
Washington Post Book Review 


Χιλιάδες Αραβικά στρατεύματα πλησίαζαν τα σύνορα με το Ισραήλ, διαδηλωτές σε κάθε Αραβική πρωτεύουσα απαιτούσαν τη διάλυση του Εβραϊκού κράτους, οι ηγέτες του Σοβιετικού μπλοκ εξέφραζαν την απόλυτη υποστήριξη τους στις Αραβικές επιδιώξεις ενώ οι Γάλλοι, ο μόνος σύμμαχος του Ισραήλ, άλλαξε ξαφνικά στάση. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Νάσσερ μιλούσε για «ολοκληρωτικό πόλεμο με στόχο την καταστροφή του Ισραήλ» ενώ η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης δήλωνε ότι «θα καταστρέψουμε το Ισραήλ και θα ετοιμάσουμε βάρκες για να απελάσουμε τους επιζώντες, αν υπάρξουν». Οι Ισραηλινοί προετοιμάζονταν για τον εισβολή καλώντας συστράτευση και σκάβοντας χαρακώματα και χιλιάδες τάφους.

Στις 5 Ιουνίου του 1967, μέσα σε περίπου μια ώρα, η Ισραηλινή αεροπορία κατέστρεψε περισσότερα από 250 Αιγυπτιακά αεροπλάνα και οι Ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις εισέβαλαν στην χερσόνησο του Σινά. Το πυροβολικό της Ιορδανίας άρχισε να βομβαρδίζει την δυτική Ιερουσαλήμ και τα προάστια του Τελ Αβίβ ενώ μαχητικά χτύπησαν σε παραλιακές πόλεις του Ισραήλ. Από τα υψίπεδα Γκολάν, Σύριοι πυροβολητές χτύπησαν με χιλιάδες βλήματα Ισραηλινές φάρμες στην Γαλιλαία. Πολεμώντας σε πολλαπλά μέτωπα οι Ισραηλινοί απώθησαν τους Αιγυπτίους από τη χερσόνησο του Σινά και τη Γάζα, έδιωξαν τους Ιορδανούς από την Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ, κατέστρεψαν τα πυροβόλα των Σύριων και κατέλαβαν τα υψίπεδα Γκολάν. 

Το πιο πρόσφατο από τα εκατοντάδες βιβλία που έχουν γραφτεί για τον Πόλεμο των Έξι Ημερών είναι το «1967» του Τομ Σέγκεβ, αρθρογράφου της αριστερής Ισραηλινής εφημερίδας Χαάρετζ. Το «1967» επιχειρεί να ανατρέψει έναν από τους ιερούς μύθους του Ισραήλ κατά τον Σέγκεβ, τον μύθο ότι ο Πόλεμος των Έξι Ημερών ήταν ένας δίκαιος και απαραίτητος πόλεμος επιβίωσης και ότι το Ισραήλ δεν είχε άλλη επιλογή. Το επιχείρημα του Σέγκεβ είναι πως οι Ισραηλινοί αντέδρασαν σκάβοντας τάφους λόγω του τραύματος που άφησαν τα χρόνια δεινών του Εβραϊκού λαού. «Μόνο μια κοινωνία διαποτισμένη με τις μνήμες του Ολοκαυτώματος θα προετοιμαζόταν τόσο μεθοδικά για το επόμενο ολοκαύτωμα», γράφει. Ο Σέγκεβ κατακρίνει επίσης τον τότε πρωθυπουργό Λεβί Εσκόλ για την αποτυχία του να ορθώσει ανάστημα έναντι των πολεμόχαρων στρατηγών του επιτελείου του, όπως τον Αριέλ Σαρόν και τον Γιτζάκ Ραμπίν. «Ήταν σαν έφηβοι σε έξαψη» γράφει για αυτούς ο Σέγκεβ. «Πίστευαν στη δύναμη των όπλων και έβλεπαν τον πόλεμο ως πεπρωμένο».

Όμως ο Σέγκεβ περιπίπτει σε αντιφάσεις. Το βιβλίο κατ’ επανάληψη διατείνεται ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον πόλεμο αν αποδεχόταν το Αμερικανικό σχέδιο για άρση του Αιγυπτιακού αποκλεισμού με την αποστολή διεθνούς στόλου στα Στενά του Τιράν. Το Αμερικανικό σχέδιο όμως απορρίφτηκε από το Κογκρέσο. Επίσης, για να αποδείξει την δύναμη του Ισραήλ αγνοεί την υποστήριξη των Σοβιετικών και των Γάλλων προς τους Άραβες. Το βιβλίο του Σέγκεβ ακόμα δεν αναφέρει σχεδόν καθόλου τις επικλήσεις των Αραβικών χωρών για την καταστροφή του Ισραήλ και την σφαγή των κατοίκων του, ούτε τα λεπτομερή Αραβικά σχέδια για την κατάληψη της χώρας. Ο Σέγκεβ αγνοεί την διακήρυξη του Χαρτούμ στην οποία οι Αραβικές χώρες αρνήθηκαν να διαπραγματευτούν και να αναγνωρίσουν το Ισραήλ.

Ο Σέγκεβ όργωσε Ισραηλινά και Αμερικανικά αρχεία και έφερε νέα στοιχεία για την περίοδο στην επιφάνεια. Αγνοώντας όμως την Αραβική πλευρά και προσαρμόζοντας το κείμενο του για να εξυπηρετήσει τους ρεβιζιονιστικούς του στόχους, υπονομεύει την προσπάθεια του να κατανοήσει τον πόλεμο του 1967. Διαβάστε περισσότερα...

Palestine: Peace not Apartheid


Jimmy Carter
Palestine: Peace not Apartheid
Simon and Schuster, 2007


Ethan Bronner
New York Times Book Review



Αυτό είναι ένα μικρό βιβλίο με θέμα την Ισραηλο-Παλαιστινιακή διένεξη από ένα σημαντικό δημόσιο πρόσωπο της Αμερικής. Ο Τζίμι Κάρτερ δεν ακολουθεί τη συνήθη στάση των Αμερικανών αξιωματούχων που είναι υποστηρικτικοί προς το Ισραήλ. Προσφέρει μιαν αφήγηση κάθε άλλο παρά ευμενή προς το Ισραήλ. Οι σελίδες είναι γεμάτες από ένα Ισραήλ το οποίο δεν αξίζει εμπιστοσύνης. Εχθροί του Ισραήλ αφήνονται να το σχολιάζουν χωρίς κανένα σχόλιο. Εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή δεν τυγχάνουν καμίας αναφοράς. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα της ορθότητας ή του σφάλματος του λόγου του Κάρτερ, αυτό που για άλλη μια φορά αποδεικνύεται είναι ότι οι Αμερικάνοι έχουν μια πολύ διαστρεβλωμένη εικόνα της διένεξης.

Ο Γιάσερ Αραφάτ παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που απαξίωσε την τρομοκρατία. Ο λόγος του Χάφεζ Άλ-Άσσαντ, ο οποίος ήταν πρόεδρος της Συρίας μέχρι το 2000, βρίθει σκληρών απεικονίσεων για το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που θέλει το Ισραήλ να “αρχίζει τον πόλεμο το 1967 με σκοπό να πάρει περισσότερη Αραβική γη”. Το διαιρετικό τείχος το οποίο κτίστηκε κατά μήκος της Δυτικής Όχθης δεν έγινε για να σταματήσει βομβιστές αυτοκτονίας και άλλες βίαιες επιθέσεις. Η “τελεολογία” του, μας λέει ο Κάρτερ, είναι “η προσάρτηση περισσοτέρων εδαφών”. Το εμπόδιο (το οποίο αναφέρεται ως τείχος παρά το γεγονός ότι μόνο ένα μικρό μέρος του είναι τείχος) όντως σφετερίζεται γη των Παλαιστινίων. Το κεφάλαιο που αναφέρεται στον άνευ τέλους καθημερινό εξευτελισμό των Παλαιστινίων από τους Ισραηλινούς χρωματίζει μια σοκαριστική και ως επί το πλείστον ακριβή εικόνα καταστάσεων, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής της κατάσχεσης αγροτικών προϊόντων, του άδικου ανταγωνισμού από το Ισραήλ, των κατακρατούμενων κονδυλίων διεθνούς βοήθειας, των κατεστραμμένων σπιτιών και των νομικών αδιεξόδων. 

Έχει δίκιο ο Κάρτερ όταν λέει ότι δεν δίνεται η απαραίτητη σημασία, αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή η εικόνα που μας παρουσιάζει μοιάζει να αναφέρεται σε καταστάσεις του παρελθόντος, αφού οι αποχωρήσεις του Ισραήλ από τον Νότιο Λίβανο και την Γάζα δεν σηματοδότησαν και το τέλος της αντι-Ισραηλινής βίας από αυτές τις περιοχές. Κατά τον Κάρτερ, σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει από το 1970, όταν ο ίδιος διέγνωσε το πρόβλημα. Όλα τώρα θα ήταν καλά, αν η συμβουλή του λαμβανόταν υπόψιν. Ξεχάστε την Αλ Καίντα, τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και την άνοδο των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Αν το Ισραήλ «δεν προέβαινε σε αποικιοποίηση της Δυτικής Όχθης θα υπήρχε μια ουσιαστική και συνεχής ειρήνη» υποστηρίζει. Η συζήτηση για την Ισραηλινή κατοχή «θα μορφώσει το μέλλον του Ισραήλ – μπορεί επίσης να προσδιορίσει τις πιθανότητες για μια ειρήνη στη Μέση Ανατολή – και στον κόσμο ολόκληρο»

Αυτό αποτελεί μια απίστευτα περιορισμένη προοπτική της κατάστασης. Όντως, η Μέση Ανατολή μπορεί να αποτελέσει την πηγή του επόμενου μεγάλου πολέμου και οι πιθανότητες αποφυγής του αυξάνονται εάν εξευρεθεί λύση στο Παλαιστινιακό. Αλλά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι χρήζουν υπολογισμού, συμπεριλαμβανόμενου και αυτού που θέλει πολλούς από τους ηγέτες της Μέσης Ανατολής να μην θεωρούν ότι η λύση του προβλήματος έγκειται σε ένα δίκαιο διαμοιρασμό της γης αλλά στον αφανισμό του Ισραήλ.

Σε όλη την επικράτεια (των ΗΠΑ), Εβραίοι ηγέτες και οι φίλοι τους διερωτώνται ποιο μπορεί να είναι το πρόβλημα που έχει ο Κάρτερ με τους Εβραίους. Το μεγαλύτερο τους παράπονο με το βιβλίο – το οποίο είναι και θεμιτό – είναι η λέξη «απαρτχάιντ» στο τίτλο, η οποία φέρνει στο νου τη ρατσιστική πολιτική της Νοτίου Αφρικής. Αλλά αυτό που πρέπει να καταλάβουν είναι ότι η υπερβολή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αντισημιτισμός Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Τεχνητή κρίση για νέα Ίμια στο Αιγαίο



Χρήστος Ιακώβου


Ο πρωτοφανής τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε το ελληνοτουρκικό επεισόδιο, πριν από λίγες μέρες στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ των νησιών Αγαθονήσι και Φαρμακονήσι, έφερε εκ νέου στην επιφάνεια την τουρκική τακτική δημιουργίας γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο. 

Δύο Τουρκικά F-16 αναχαίτισαν Ελληνικό ελικόπτερο που αναζητούσε ναυαγούς πλησίον του Φαρμακονησίου. Το επεισόδιο «στήθηκε» ουσιαστικά μετά από δύο τηλεφωνήματα-παγίδα από καρτοκινητά (ένα με Τουρκικό αριθμό και άλλο με Ελληνικό) προς την Ελληνική Λιμενική Αστυνομία σχετικά με 15 λαθρομετανάστες που υποτίθεται ότι κινδύνευαν στην θαλάσσια περιοχή πλησίον του Φαρμακονησίου. Όταν έσπευσε η Ελληνική διασωστική αποστολή, ήδη με διεθνή αναγγελία δημοσιοποιήθηκαν οι έρευνες και το γεγονός ότι αυτές τελούσαν υπό ελληνικό συντονισμό. Αμέσως μετά άρχισαν οι αναχαιτίσεις με τη δικαιολογία ότι το ελικόπτερο παραβιάζει τον Τουρκικό εναέριο χώρο. 

Κατ’ αρχάς, αναλύοντας το γεγονός αυτό μπορούμε να διαπιστώσουμε δύο νεοφανή σημεία: πρώτον, πρόκειται για την πρώτη φορά που η Άγκυρα επιχειρεί με στρατιωτικά μέσα να προβάλει «Τουρκική κυριαρχία» στο συγκεκριμένο θαλάσσιο χώρο και δεύτερον, πρόκειται για μία νέα προσπάθεια να προβάλει διεκδικήσεις που ξεπερνούν τις «γκρίζες ζώνες», όπως επιχειρεί μέχρι τώρα στα Ίμια. 

Το χρονικό σημείο της πρόκλησης συνέπεσε με την επίσκεψη του προέδρου Κ. Παπούλια στο Αγαθονήσι την προηγούμενη μέρα. Το γεγονός αυτό παραπέμπει σε μία σημειολογία όπου μέσω του επεισοδίου η Άγκυρα θέλησε να στείλει και τα ανάλογα μηνύματα στην Αθήνα σχετικά με το θέμα της κυριαρχίας, επαναφέροντας για άλλη μία φορά στο πεδίο των ελληνοτουρκικών διαφορών τη γνωστή αντίληψη ότι δεκάδες νησιά και βραχονησίδες που δεν αναφέρονται ονομαστικά σε συνθήκες ανήκουν σε αυτήν ως διαδόχου κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Για την Ελλάδα το πρόβλημα του Αιγαίου περιορίζεται στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δηλαδή στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους του στο θαλάσσιο χώρο πέρα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και η διαδικασία που προτείνει είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία επιδιώκει πολιτική λύση, δηλαδή στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας πέρα από τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, με βάση τη διμερή διαπραγμάτευση. Το κομβικό σημείο της Τουρκικής διεκδίκησης είναι ο ισχυρισμός ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ως εκ τούτου η οριοθέτησή της θα πρέπει να γίνει με βάση τη μέση γραμμή από βορρά προς νότο, μεταξύ τουρκικών παραλίων και των παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδος. Σε περίπτωση υιοθέτησης αυτής της λύσης συνεπάγεται ότι τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα περιβάλλονται από τουρκική υφαλοκρηπίδα με τις όποιες συνέπειες για την ασφάλειά τους. Επιπλέον, τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ένα ντόμινο τουρκικών διεκδικήσεων, όπως χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση. 

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών της υδάτων από 6, όπως είναι σήμερα, σε 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει η συνθήκη του Montego Bay του 1982, την οποία η Τουρκία δεν υπέγραψε και η Ελλάδα επεκύρωσε το 1995, εκ των πραγμάτων δεν θα υπάρχει υφαλοκρηπίδα προς διευθέτηση, διότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα είτε θα καλύψουν λόγω επέκτασης τους μεγάλο μέρος των διεθνών υδάτων ο βυθός των οποίων είναι η υφαλοκρηπίδα, είτε θα «εγκλωβίσουν» ένα άλλο μέρος των διεθνών υδάτων. Αυτό το πλεονέκτημα προκύπτει από τη γεωγραφική διάταξη των νησιών που σχηματίζουν ένα κλοιό απέναντι στα τουρκικά παράλια. Το Αιγαίο αποτελεί σύμπλεγμα 2.463 διεσπαρμένων από τις 3.100 που είναι συνολικώς στην ελληνική επικράτεια, οι νήσοι, οι νησίδες και οι βραχονησίδες, οι περισσότερες εκ των οποίων ευρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της Τουρκίας. 

Η στρατηγική της Τουρκίας στο Αιγαίο, από τις αρχές του 1970 και εντεύθεν, υπήρξε σταθερή. Οι κατά καιρούς κρίσεις δεν είναι πολιτικές συμπτώσεις ή σπασμωδικές αντιδράσεις κάποιων φιλοπόλεμων κύκλων του στρατιωτικού κατεστημένου της Άγκυρας, αλλά προσχεδιασμένες και συστηματικώς μονομερείς επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος. 

Κατά την τελευταία εννέα χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μία ριζική αναθεώρηση των σχέσεών με την Τουρκία, προσδοκώντας σε μία ουσιαστική βελτίωση του κλίματος με απώτερο στόχο την επίλυση όλων των διμερών προβλημάτων και τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Την προσδοκία αυτή καλλιέργησε η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται τα τελευταία χρόνια είναι κατά πόσον υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές στην τουρκική πολιτική και με ποιους χειροπιαστούς τρόπους αποδεικνύεται κάτι τέτοιο καθημερινά. Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Ο Μπους, το Βιετνάμ, το Ιράκ και η ιστορική μνήμη




Του Tom Shanker
New York Times 


Η αποχώρηση των Αμερικανικών στρατευμάτων από το Βιετνάμ το 1975 έχει μείνει στη μνήμη μας ως το πιο εξευτελιστικό τέλος ενός λανθασμένου πολέμου, που προκάλεσε ελάχιστες επιπτώσεις για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Όταν ο πρόεδρος Μπους ζητούσε την παραμονή των Αμερικανών στο Ιράκ, στην ουσία προκαλούσε την ιστορική μνήμη.

Υπενθυμίζοντας στους Αμερικανούς ότι μετά την αποχώρησή τους ακολούθησαν αιματηρές ταραχές στη Νοτιοανατολική Ασία, ισχυρίσθηκε ότι το μάθημα του Βιετνάμ υποδηλώνει πως θα έπρεπε να επιμένουμε στο Ιράκ. Στην ουσία, ο κ. Μπους κατηγόρησε τους επικριτές του ότι λησμόνησαν την έξοδο Βιετναμέζων προσφύγων και τις σφαγές στην Καμπότζη. Οι ιστορικοί δίνουν δίκιο στον κ. Μπους σε ό,τι αφορά τα γεγονότα. Διαφωνούν, όμως, με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγε ως προς τα αίτια των ταραχών και τους συσχετισμούς με το Ιράκ. Προτού όμως αποχωρήσει από την προεδρία αναγκάστηκε να ανακρούσει πρύμνα.  

Η άνοδος των Ερυθρών Χμερ
Όπως επισημαίνει ο δρ Ντέιβιντ Χέντρικσον, ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική στο πανεπιστήμιο του Κολοράντο, «οι Ερυθροί Χμερ δεν θα είχαν ποτέ ανέλθει στην εξουσία αν δεν είχε γίνει ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Το ίδιο συνέβη και στο Ιράκ, η κατοχή του οποίου δημιούργησε πολύ περισσότερους τρομοκράτες από όσους απομάκρυνε».

Ο αριθμός των νεκρών και των προσφύγων μετά την αποχώρηση των Αμερικανών από το Βιετνάμ είναι μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του περασμένου αιώνα καθώς εκτιμάται ότι περί τα 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι από την Καμπότζη, περί το 1/5 του πληθυσμού της, πέθαναν επί των ημερών του Πολ Ποτ, ενώ περί το 1,5 εκατομμύρια Βιετναμέζων και άλλων Ινδονήσιων κατέληξαν πρόσφυγες. Ο κ. Μπους δεν ανέφερε τι θα μπορούσε να είχε φέρει τη νίκη στο Βιετνάμ ή αν ήταν λάθος ο πόλεμος. Αντιθέτως προσπαθούσε να υπογραμμίσει τους κινδύνους μιας εσπευσμένης αποχώρησης από το Ιράκ.

Ωστόσο, η αποχώρηση των Αμερικανών από το Βιετνάμ κάθε άλλο παρά απότομη υπήρξε. Η αντίστροφη μέτρηση για τους Αμερικανούς άρχισε το 1968 μετά την επίθεση Τετ, και κατέδειξε πόσο ευάλωτες ήταν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στο Νότιο Βιετνάμ. Μολονότι οι διοικητές των αμερικανικών δυνάμεων ζητούσαν ενισχύσεις πολλών εκατοντάδων χιλιάδων μετά την επίθεση Τετ, ο πρόεδρος Λύντον Τζόνσον δεν ανταποκρινόταν. Ο πρόεδρος Νίξον άρχισε τη διαδικασία σταδιακής μεταφοράς της ευθύνης για την ασφάλεια στις τοπικές αστυνομικές δυνάμεις και τον στρατό, όπως ακριβώς αναγκάστηκε να κάνει και ο πρόεδρος Μπους στο Ιράκ.

Η αμερικανική αεροπορία χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει την κυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ, αλλά μετά τη γνωστή φωτογραφία των Αμερικανών να φεύγουν αεροπορικώς από μια ταράτσα στη Σαϊγκόν το 1975, ελάχιστες αμερικανικές δυνάμεις απέμειναν στο Βιετνάμ. «Δεν ήταν εσπευσμένη αποχώρηση, ήταν μια συνειδητή απεμπλοκή», επισημαίνει ο Αντριου Μπάσεβιτς, επικεφαλής διμοιρίας στο Βιετνάμ που σήμερα διδάσκει διεθνείς σχέσεις σε πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Σήμερα το Βιετνάμ είναι μια σταθερή χώρα, της οποία η κομμουνιστική κυβέρνηση ελάχιστα απειλεί τις γειτονικές της χώρες και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.

Αυθαίρετες συγκρίσεις
«Το παράδειγμα του Βιετνάμ πρέπει να μας εξωθεί να σκεφτούμε περισσότερο πώς θα ελαχιστοποιήσουμε τις επιπτώσεις της στρατιωτικής μας αποτυχίας», προσθέτει ο κ. Μπάσεβιτς και εξηγεί ότι «αν ενδιαφερόμαστε πραγματικά για τον ιρακινό λαό και τη μοίρα που τον περιμένει, πρέπει να σκεφτούμε να ανοίξουμε τις πόρτες και να υποδεχθούμε στις ΗΠΑ όσους Ιρακινούς μας υποστήριξαν θέτοντας σε κίνδυνο τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους».

Ο κ. Μπους προσπάθησε να βρει υποστήριξη για τη στρατηγική του στο Ιράκ ανακαλώντας τις θυσίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις προσπάθειες για να μετατραπούν η ναζιστική Γερμανία και η αυτοκρατορική Ιαπωνία σε αξιόπιστους και υπεύθυνους συμμάχους. Οι ιστορικοί επισημαίνουν, όμως, πως σε αντίθεση με το Ιράκ, η Γερμανία και η Ιαπωνία ήσαν ομοιογενείς χώρες με σαφή εθνική ταυτότητα και χωρίς εσωτερικές διενέξεις. Όπως, άλλωστε, τονίζει ο Στίβεν Σάιμον, συνεργάτης του Council on Foreign Relations, οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους συγκέντρωσαν δυνάμεις κατοχής αναλογικά υπερτριπλάσιες των Αμερικανών στρατιωτών που πήγαν στο Ιράκ από το 2003. Ανώτατα στελέχη του αμερικανικού στρατού παραδέχονται πως οι ουσιώδεις παράγοντες στους οποίους οφείλεται η νίκη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δέσμευση του αμερικανικού λαού και της κυβέρνησης, δεν υπάρχουν στον πόλεμο στο Ιράκ. Διαβάστε περισσότερα...

Η διαφθορά κυβερνά το Αφγανιστάν


 
Του Dexter Filkins
New York Times 


Φαίνεται ότι όλα έχουν το τίμημά τους όταν πρόκειται για τη διακυβέρνηση του Αφγανιστάν, αυτής της σπαρασσομένης και κατακερματισμένης χώρας. Θέλεις να γίνεις αρχηγός της αστυνομίας στην επαρχία; Θα σου κοστίσει περίπου 100.000 δολάρια. Θέλεις να οδηγήσεις ένα κομβόι φορτηγών φορτωμένο με καύσιμα κατά μήκος της χώρας; Να είσαι έτοιμος να πληρώσεις 6.000 δολάρια για κάθε όχημα, έτσι η αστυνομία δεν θα δώσει την πληροφορία στους Ταλιμπάν. Θέλεις να κερδίσεις μια δικαστική μάχη για την ιδιοκτησία του σπιτιού σου; Κοστίζει περί τα 25.000 δολάρια, ανάλογα με τον δικαστή. 

«Είναι ντροπή, αλλά θα τους δωροδοκήσω», ομολόγησε ο Μοχάμεντ Ναΐμ, καθηγητής Αγγλικών, ο αδελφός του οποίου συνελήφθη πρόσφατα, ενώ η αστυνομία ζητεί 4.000 δολάρια για να τον αφήσουν ελεύθερο. «Όλα είναι πιθανά σε αυτή τη χώρα πια».

Με τη βοήθεια δισεκατομμυρίων δολαρίων αμερικανικής και άλλης ξένης υποστήριξης, η κυβέρνηση του Αφγανιστάν έχει βυθιστεί στη διαφθορά. Από τον πιο απλό τροχονόμο έως τα μέλη της οικογένειας του προέδρου Χαμίντ Καρζάι, το κράτος που χτίστηκε πάνω στα συντρίμμια του καθεστώτος των Ταλιμπάν προ επταετίας σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει για να θησαυρίζουν αυτοί που το διοικούν. 

Σειρά ερευνών έχει δείξει ότι πρόσωπα των υψηλότερων κλιμακίων της κυβέρνησης Καρζάι, περιλαμβανομένου του αδελφού του ίδιου του προέδρου, Αχμέντ Γουαλί Καρζάι, εμπλέκονται στο εμπόριο οπίου. Στους δρόμους και τα κυβερνητικά γραφεία, ζήτημα είναι εάν υπάρχει έστω και μια δημόσια συναλλαγή που να λαμβάνει χώρα χωρίς να απαιτεί δωροδοκία.

Η διαφθορά, που αναγνωρίζεται επισήμως από τον πρόεδρο Καρζάι, έχει συμβάλλει στην κατάρρευση της λαϊκής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και στην ενίσχυση των Ταλιμπάν. «Όλοι οι πολιτικοί σ’ αυτήν τη χώρα έχουν αποκτήσει τα πάντα, βουνά από λεφτά», δήλωσε σε ομιλία του, τον Νοέμβριο, ο πρόεδρος Καρζάι. «Ο Θεός ξέρει, η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο. Οι τράπεζες του κόσμου είναι γεμάτες από τα χρήματα των ηγετών μας». 

Η παρακμή της Αφγανικής κυβέρνησης αποτελεί ίσως την πλέον υποτιμημένη πρόκληση που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο Μπαράκ Ομπάμα στο Αφγανιστάν. Θα πρέπει να σώσει την κυβέρνηση όχι μόνο από τους Ταλιμπάν, αλλά και από τον εαυτό της. Διαβάστε περισσότερα...

The Nuclear Express: A Political History of the Bomb and Its


Thomas Reed, Danny Stillman

The Nuclear Express: A Political History of the Bomb and Its Proliferation
Zenith Press, 2009



Του William Broad
International Herald Tribune Book Review


Αμέσως μετά τον ατομικό βομβαρδισμό δύο ιαπωνικών πόλεων το 1945, ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ εξέφρασε την ανησυχία του για την εξάπλωση των ατομικών όπλων. «Κατασκευάζονται εύκολα και θα εξαπλωθούν σε όλο τον κόσμο, αν αυτό θέλουν οι άνθρωποι», είχε πει σε συναδέλφους του στο ερευνητικό κέντρο στο Νέο Μεξικό.

Η ευαισθησία αυτή, που γεννήθηκε στον τόπο δημιουργίας της πρώτης ατομικής βόμβας, μετατράπηκε γρήγορα σε θεωρία τεχνολογικού ντετερμινισμού. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι όπως οι νόμοι της Φυσικής, έτσι και τα ατομικά όπλα δεν μπορούν παρά να γίνουν κτήμα όσων διαθέτουν τις διανοητικές και τεχνολογικές ικανότητες για να τα κατασκευάσουν. Η προσπάθεια ανάσχεσης του φαινομένου αυτού θεωρήθηκε έτσι εκ προοιμίου μάταιη.

Η θεωρία αυτή, όμως, αποδείχθηκε εκ των υστέρων εσφαλμένη. Στις έξι δεκαετίες που πέρασαν από την προειδοποίηση του Οπενχάιμερ, τα μέλη του «κλαμπ» των πυρηνικών δυνάμεων δεν ξεπέρασαν τα εννέα. Σε τι οφείλεται η αργή εξάπλωση των πυρηνικών όπλων; Μπορεί να γίνει κάτι, ώστε η εξάπλωση αυτή να περιοριστεί περαιτέρω; Δύο νέα βιβλία γραμμένα από ειδικούς των ατομικών όπλων προβάλλουν αισιόδοξη εικόνα. Οι συγγραφείς τους διαλύουν κοινώς αποδεκτούς μύθους, ρίχνουν φως στις μυστικές διεργασίες της πυρηνικής εξάπλωσης και προτείνουν νέους τρόπους περιορισμού της απειλής. Κανένα από τα δύο βιβλία δεν στηρίζει την άποψη του Οπενχάιμερ πως οι ατομικές βόμβες κατασκευάζονται εύκολα, ενώ και τα δύο περιγράφουν με ακρίβεια τις επίπονες πολιτικές και κατασκοπευτικές προσπάθειες κάθε χώρας για την απόκτηση πυρηνικής ικανότητας.

Ο Τόμας Ριντ, βετεράνος του εργαστηρίου όπλων Λίβερμορ στην Καλιφόρνια και πρώην υφυπουργός Αεροπορίας, και ο Ντάνι Στίλμαν, πρώην επικεφαλής ασφαλείας στο Λος Άλαμος, συνεργάστηκαν στη συγγραφή του βιβλίου «Το πυρηνικό εξπρές: Μία πολιτική ιστορία της βόμβας», στο οποίο αποκαλύπτουν τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν κατάσκοποι, ιδεολογικά διχασμένοι επιστήμονες και φιλόδοξοι αρχηγοί κρατών. Μεταξύ άλλων, το βιβλίο αποκαλύπτει πώς η μυστική βοήθεια Γαλλίας και Κίνας βοήθησε στην ανάδειξη πέντε νέων μελών του «πυρηνικού κλαμπ». «Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, κανένα έθνος δεν ανέπτυξε μόνο του πυρηνικό όπλο», γράφουν οι συγγραφείς.

Το βιβλίο αποκαλύπτει, επίσης, και τα ονόματα πολλών διχασμένων επιστημόνων, όπως ο Ιζιντόρ Ι. Ράμπι. Ο νομπελίστας φυσικός συμμετείχε στο πρόγραμμα Μανχάταν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ αργότερα διορίστηκε στο διοικητικό συμβούλιο του Ινστιτούτου Βάιζμαν στο Ισραήλ, που ανέλαβε την κατασκευή της πρώτης ισραηλινής ατομικής βόμβας. Η μυστική διακρατική συνεργασία περιελάμβανε και την πραγματοποίηση πυρηνικών δοκιμών, όπως έγινε με την πρώτη πακιστανική ατομική δοκιμή σε έρημο της δυτικής Κίνας τον Μάιο του 1990.

Αυτό, από μόνο του, ξαναγράφει την ιστορία των ατομικών όπλων, ρίχνοντας φως στη διακυβέρνηση του Πακιστάν από την Μπεναζίρ Μπούτο και επιτρέποντάς μας να ερμηνεύσουμε πώς η χώρα μπόρεσε να αντιδράσει τόσο γρήγορα στις πέντε πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας το 1998. «Οι Πακιστανοί χρειάστηκαν μόλις δύο εβδομάδες για να πυροδοτήσουν δική τους πυρηνική βόμβα», αποκαλύπτουν οι συγγραφείς. Σε άλλο σημείο, οι συγγραφείς αποκαλύπτουν ότι οι Κινέζοι «προσέφεραν μυστικά τη βάση του Λοπ Νουρ στους Γάλλους, ώστε αυτοί να πραγματοποιήσουν εκεί πυρηνικές δοκιμές».
Ο Ρόμπερτ Νόρις, ιστορικός των ατομικών όπλων και συγγραφέας του βιβλίου «Αγώνας δρόμου για τη βόμβα», που καταγράφει την ιστορία του προγράμματος Μανχάταν, επαίνεσε τη μελέτη των Ριντ και Στίλμαν για τις «εκπληκτικές τους αποκαλύψεις για την ενίοτε εσκεμμένη κοινοποίηση πυρηνικών μυστικών μεταξύ φίλων και εχθρών». Το βιβλίο των δύο συγγραφέων θα εκδοθεί αυτό το μήνα. Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

H Ισλανδία κατηγορεί την Βρετανία

Οικονομική κρίση
H Ισλανδία κατηγορεί την Βρετανία


Της Sarah Lyall 
New York Times 


Κανένας δεν αμφισβητεί ότι την κύρια ευθύνη για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ισλανδία, φέρει η ίδια. Παρόλα αυτά, αρκετοί υποστηρίζουν ότι υπάρχει και μία άλλη, σημαντική διάσταση στην κρίση, με κύρια υπεύθυνο την Βρετανία.  
Τα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών άρχισαν όταν το Λονδίνο, ενεργοποιώντας τον αντιτρομοκρατικό νόμο, προχώρησε στο πάγωμα βρετανικών κεφαλαίων που ήταν κατατιθεμένα σε μία προβληματική Ισλανδική τράπεζα. Με την κίνηση αυτή η Ισλανδία προσέλαβε τον χαρακτηρισμό του κράτους που σχετίζεται με την τρομοκρατία. «Ένοιωσα αποκαρδιωμένη, πικραμένη και τρομοκρατημένη» δήλωσε η Υπουργός εξωτερικών Ιγκιμπιόργκ Γκίσλαντοττιρ, «όταν ανοίγοντας την ιστοσελίδα του Βρετανικού υπουργείου οικονομικών, διαπίστωσα πως η χώρα μου ήταν στη λίστα με τρομοκρατικές οντότητες όπως η Αλ Κάιντα, το Σουδάν και η Βόρεια Κορέα. «Ως αποτέλεσμα», δήλωσε ο οικονομολόγος Τζον Ντάνιελσον, «πάγωσαν αμέσως όλες οι συναλλαγές της Ισλανδίας με τρίτες χώρες. Όταν έχεις χαρακτηριστεί τρομοκράτης, κανένας δεν θέλει να συνεργαστεί μαζί σου», τόνισε. 
Ο Ισλανδός πρωθυπουργός Γκέιρ Χάαρτε, κατηγόρησε την Βρετανία ότι φοβερίζει έναν μικρό γείτονα, ενώ ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας Σερ Χάουαρτ Ντέιβις, δήλωσε ότι το Λονδίνο οδήγησε την Ισλανδία στην επαιτεία. Σε ηλεκτρονική διακήρυξη που υπέγραψε μεγάλος αριθμός Ισλανδών, επισημαίνεται ότι ο πρωθυπουργός Γκόρτον Μπράουν θυσίασε την Ισλανδία για τους δικούς του, μικροπολιτικούς σκοπούς, μετατρέποντας μία δύσκολη κατάσταση σε εθνική καταστροφή. 
Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ισλανδία σοβούσαν εδώ και καιρό. Την περασμένη Άνοιξη οι τράπεζες που είχαν κατακλυστεί από ξένα κεφάλαια αλλά και χρέη, άρχισαν να σείονται. Με την κλιμάκωση της κρίσης, η Ισλανδική κυβέρνηση έθεσε υπό τον έλεγχο της τις 3 μεγαλύτερες. Η Βρετανική κυβέρνηση, θορυβημένη για την τύχη δεκάδων χιλιάδων λογαριασμών πολιτών της, εταιρειών, δήμων και ανθρωπιστικών οργανώσεων σε Ισλανδικές τράπεζες, προχώρησε στο πάγωμα των κεφαλαίων της υπό κατάρρευση τράπεζας Λάντσμπάνκι. Την ίδια στιγμή προχώρησε σε κατάσχεση των κεφαλαίων της θυγατρικής Ισλανδικής τράπεζας Κάουπτινκ, που δραστηριοποιείτο στη Βρετανία. Με τις αλληλοκατηγορίες να συνεχίζονται, ο πρωθυπουργός Γκόρτον Μπράουν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, παγώνοντας τα κεφάλαια όλων των Ισλανδικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στη Βρετανία. 
Η αντίληψη που δημιουργήθηκε, δήλωσε ο πρεσβευτής της χώρας στη Βρετανία, ήταν ότι στην Ισλανδία έχουν παγώσει τα πάντα. Η εξέλιξη αυτή είχε ως συνέπεια να καταστεί σχεδόν αδύνατη η μετακίνηση ξένων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα οι εισαγωγείς και οι εξαγωγείς να μην είναι σε θέση να διεκπεραιώσουν τις συναλλαγές τους σε ξένο νόμισμα. 
Μένεα εναντίον της Βρετανίας πνέουν επίσης αρκετοί Ισλανδοί με αφορμή την κατάσχεση των αποθεματικών της τράπεζας Φρίετλαντερ, ο προάγγελος ουσιαστικά της κατάρρευσης της μητρικής τράπεζας Κάουπτινκ, η οποία αποτελούσε και την τελευταία ελπίδα για διάσωση του τραπεζικού συστήματος της Ισλανδίας. 
Η κατάρρευση της Κάουπτιγκ είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις, αφού περισσότεροι από οκτώ χιλιάδες καταθέτες, ιδιώτες και επιχειρήσεις, που διατηρούν λογαριασμούς της τράπεζας ύψους 1,34 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη νήσο του Ανθρώπου (Isle of Man), δεν είναι σίγουρο αν θα είναι ποτέ σε θέση να τα ανακτήσουν. Η Ισλανδία αναμένεται τώρα να λάβει δάνειο δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ διαβουλεύεται και με Σκανδιναβικές χώρες. Δάνειο 52 εκατομμυρίων προσφέρθηκαν να παραχωρήσουν και τα Νησιά Φαρόε. 
Σημείο τριβής με την Βρετανία παραμένει το ποσό που οφείλει αλλά είναι και σε θέση να καταβάλει, ώστε να αποζημιώσει πελάτες που διατηρούν λογαριασμούς στα Βρετανικά παραρτήματα των τραπεζών Άισεϊβ και Λάντσμπάνκι 
Με βάση τους ευρωπαικούς κανονισμούς, η Ισλανδία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει 20.000 ευρώ σε κάθε καταθέτη της τράπεζας Άισεϊβ. Αν και το συνολικό κόστος κυμαίνεται γύρω στα 5 δισεκατομμύρια δολάρια, εντούτοις αντιστοιχεί στο 60% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, εγχείρημα που εκ των πραγμάτων φαντάζει αδύνατο. 
Από πλευράς της η Βρετανική κυβέρνηση εγγυάται ότι οι ιδιώτες καταθέτες θα αποζημιωθούν πλήρως. Παρόμοιες εγγυήσεις δεν έχουν ωστόσο δοθεί σε βρετανικές εταιρείες, δήμους, φιλανθρωπικές οργανώσεις και πανεπιστήμια, που επίσης διατηρούν λογαριασμούς στην τράπεζα Άισμπανκ. Το συνολικό ποσό ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο δολάρια. 
Με το βασικό επιτόκιο στην Ισλανδία να έχει φθάσει στο 18% και την Κορώνα να έχει απωλέσει 44% της αξίας της, οι μισθοί έχουν παγώσει, οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύθηκαν στα ύψη, οι απολύσεις συνεχίζονται, ενώ δεκάδες επιχειρήσεις πτωχεύουν καθημερινά. 
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η Υπουργός Εξωτερικών Ιγκιμπιόργκ Γκίσλαντοττιρ, η απόφαση της Βρετανίας οδήγησε την Ισλανδία 40 χρόνια πίσω, σε εποχές στις οποίες ήταν απομονωμένη και φτωχή και εξαρτημένη κυρίως από την αλιεία, ζητώντας ταυτόχρονα την αλληλεγγύηση των εμπορικών της εταίρων και των φιλικών χωρών. «Πιστεύαμε ότι η Βρετανία ήταν μία από αυτές», κατέληξε η κυρία Γκισλαντοττιρ.  Διαβάστε περισσότερα...

Το Τουρκικό Δόγμα «Στρατηγικού Βάθους»


Από τον Οζάλ στον Ερντογάν
Το Τουρκικό Δόγμα «Στρατηγικού Βάθους»


Του Μιχάλη Ι. Παπαθεράποντος

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από το νέο δόγμα «Στρατηγικού Βάθους» που ανέπτυξε ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Αχμέτ Νταβούτογλου. Με την άνοδο του Ισλαμικού Κόμματος Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης ΑΚΡ, ο κ. Έρντογαν του ανέθεσε το ρόλο του κύριου συμβούλου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η ιδέα του Στρατηγικού Βάθους υποστηρίζει ότι η Τουρκία βρίσκεται σε στρατηγικά κεντρική θέση, με ιστορικό και γεωγραφικό βάθος. Η Τουρκία ανήκει σε μία περιοχή που πάντα βρισκόταν ανάμεσα στο επίκεντρο πολλών γεωπολιτικών πεδίων επιρροής και μπορεί να αξιοποιηθεί για την ανάδειξη της σε μία περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, μπορεί να αξιοποιήσει την Ισλαμική της ταυτότητα διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην Μέση Ανατολή και στον Αραβικό κόσμο. Η στροφή προς την Ανατολή πιστεύεται ότι δεν υποβαθμίζει τις σχέσεις του με την Ευρώπη αφού ο αυξημένος περιφερειακός της ρόλος θα της δώσει μεγαλύτερο διαπραγματευτικό κύρος. Η Τουρκία δεν προτίθεται να κάνει μεγάλες εσωτερικές αλλαγές, ιδιαίτερα όταν η τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων με την Ευρώπη είναι αβέβαιη. Η νέα εξωτερική πολιτική έχει χαρακτήρα αυτοκρατορικό, παρόμοιο με την νέο-οθωμανική πολιτική του πρώην προέδρου Τουργούτ Οζάλ. Το όραμα του Οζάλ ήταν η δημιουργία της Τουρκίας ως μίας μεγάλης περιφερειακής δύναμης. Αυτό αναπτύχθηκε στην ιδέα του Νταβούτογλου με έμφαση σε μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, όπου αξιοποιούνται οι ιδιαιτερότητες της Τουρκίας. 

Η νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας επιτυγχάνεται με εργαλεία «ήπιας ισχύς» (Soft Power) όπως η συμμετοχή σε διεθνούς οργανισμούς, με οικονομικές συμφωνίες και την αποφυγή προβλημάτων με γειτονικές χώρες. Η Τουρκική επαναπροσέγγιση με τους γείτονες δεν σημαίνει διαλλακτικότητα σε διεκδικήσεις, αλλά μία πιο ευέλικτη πολιτική στάση. Η εξωτερική της πολιτική έχει σκοπό την ανάδειξη της «ηθικής» της πλευράς, και όχι το στενό πλαίσιο των εθνικών της συμφερόντων. Η πολιτική αυτή επιτυγχάνεται, κερδίζοντας ερείσματα σε σημαντικούς διεθνής θεσμούς. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Τουρκία ανέλαβε την προεδρία της Ισλαμικής διάσκεψης, έγινε μη-μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και ανέλαβε την πρωτοβουλία στη λεγόμενη «Συμμαχία των Πολιτισμών». Ενώ, η τελευταία πρωτοβουλία δεν έχει να επιδείξει ουσιαστικά αποτελέσματα, η Τουρκία αναλώνεται σε ρητορεία, κτίζοντας αξία στην Ευρωπαϊκή και Ισλαμική της ταυτότητα. 

Ο ενεργός ρόλος της Τουρκίας φαίνεται στη διαμεσολαβητική πρωτοβουλία που ανέλαβε ανάμεσα στη Συρία και το Ισραήλ προς εξεύρεση λύσης για τα υψώματα του Γκολάν. Αυτό έγινε εφικτό, αφού πρώτα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Συρία και με την στρατηγική σχέση που ήδη έχει με το Ισραήλ . Επίσης, συμμετέχει άτυπα στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, με σκοπό την απόκτηση μεγαλύτερου κύρους στη Μέση Ανατολή. Δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στο Μεσανατολικό, αφού μπορεί να είναι ο αξιόπιστος διαμεσολαβητής, λόγο των σχέσεων του με το Ισραήλ και την κοινή Ισλαμική ταυτότητα που έχει με τους Παλαιστινίους. Στον οικονομικό τομέα, η Τουρκία δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων στην Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στον Αραβικό κόσμο, όπου το εμπόριο αναμένεται να αυξηθεί κατά 20%, το 2009. Οι πρωτοβουλίες της Τουρκίας σε θέματα ενέργειας έχουν σκοπό να αξιοποιήσουν τη γεωστρατηγική της θέση, και με συγκεκριμένα βήματα η Τουρκία προσπαθεί να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο στη περιοχή.  

Το νέο δόγμα σίγουρα έχει και κάποια ρίσκα αφού αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε διάφορα διεθνή ζητήματα και πιθανόν να βλάψει τις σχέσεις τους με κάποια από τα εμπλεκόμενα μέρη. Η άρνηση της Τουρκίας για παροχή διευκολύνσεων το 2003 στις ΗΠΑ δυσαρέστησε τον παραδοσιακό της σύμμαχο, αλλά προκάλεσε θετικές εντυπώσεις στον Αραβικό κόσμο. Επίσης, ο ενεργός της ρόλος σε διεθνή ζητήματα πιθανόν να μειώσει τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ και να προκαλέσει ανάμεσα τους τριβές. Το κύριο σημείο απόκλισης των δύο χωρών αφορά την Αμερικανική στάση στο Κουρδικό ζήτημα. Όμως, η οικονομική κρίση και η επιθυμία μείωσης της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Ιράκ πιθανόν να καταστήσει αναγκαίο τη αξιοποίηση της Τουρκίας ως περιφερειακής υπερδύναμης, σύμφωνα με το δόγμα «στρατηγικού βάθους». Μία εύστοχη παρομοίωση του δόγματος αυτού, από Τούρκο καθηγητή, έχει σαν βάση την αναλογία τόξου και βέλους. Δηλαδή η εξάπλωση της εξωτερικής πολιτικής προς την ανατολή, ως τόξο, θα μπορεί, ως βέλος, να επιτυγχάνει μακρινούς στόχους και ιδιαίτερα προς τη δύση.  Διαβάστε περισσότερα...

Ο Πόλεμος στον Κόσμο


Niall Ferguson 

Ο Πόλεμος στον Κόσμο 
Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ, 2007


Της Μαίρης Παπαγιαννίδου
ΒΗΜΑ

Γιατί η ακραία βία επηρέασε περισσότερο την Πολωνία, τη Σερβία και την Καμπότζη, παρά την Αγγλία, την Γκάνα και την Κόστα Ρίκα; Και γιατί περισσότερη ακραία βία εμφανίστηκε μεταξύ 1936 και 1945, παρά μεταξύ 1976 και 1985; Ο Νάιαλ Φέργκιουσον (καθηγητής στο Χάρβαρντ) αναλαμβάνει να διεισδύσει στα βαθύτερα αίτια των συγκρούσεων. Το κάνει αυτό θέτοντας ερωτήματα καινοφανή στη μέχρι τώρα ιστοριογραφική έρευνα. Αφού διαπιστώνει ότι με μια συγκριτική προσέγγιση κινδυνεύει να ναυαγήσει σε ένα χώρο μεγάλης στατιστικής σύγχυσης, αρχίζει να ερμηνεύει ο ίδιος τις συμπτώσεις.

Για να τελειώσει ένας πόλεμος χρειάζεται να αρχίσει ένας καινούργιος. Αλλιώς φθίνει σε εκατοντάδες άλλες μικρότερες διακρατικές περιφερειακές συγκρούσεις και εμφύλιες διαμάχες, όπως συνέβη καθ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Έτσι, παρ' ότι θεωρείται ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε το καλοκαίρι του 1945, δηλαδή στις 7 Μαΐου στη Δυτική Ευρώπη, στις 8 Μαΐου στην Ανατολική Ευρώπη και στις 15 Αυγούστου στην Ασία, ουσιαστικά δεν τελείωσε ποτέ. Δεν είναι τυχαίο ότι «στις 13 Μαΐου 1945 - λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την Ημέρα της Νίκης - ο Τσόρτσιλ ήδη λαχταρούσε καινούργιο πόλεμο! Έστω και αν αυτός συνεπαγόταν εμπλοκή με τη Ρωσία!». Μάλιστα είχε ζητήσει από τους επικεφαλής της άμυνας «να εξετάσουν τη βιωσιμότητα μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση με χρήση - αν ήταν απαραίτητο - γερμανικών στρατευμάτων. Έπρεπε να διορθωθεί η μεταπολεμική ισορροπία με τους Σοβιετικούς, οπότε αυτή η ιδέα ονομάστηκε επιχείρηση "Unthinkable" (Αδιανόητο¨)». Η παρακινδυνευμένη πολιτική είχε πάντα τη λογική της. Ακολούθησε η εμφάνιση της ατομικής βόμβας και η συζήτηση για τη χρήση της σταμάτησε όχι τόσο από την καταστροφή της Χιροσίμα αλλά από την εμφάνιση της βόμβας υδρογόνου, με ισχύ 750 φορές μεγαλύτερη. 

Γιατί αυτή η περίοδος αναδείχθηκε ως η πλέον αιματηρή για το ανθρώπινο είδος από την εμφάνισή του στη Γη; Και όμως, «θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχουν προηγούμενα τέτοιων υψηλών ποσοστών φονικής οργανωμένης βίας. Η παραδειγματική βία που επιδείκνυε ο Μόγγολος ηγέτης του 13ου αιώνα Τζένγκις Χαν λένε πως είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού της Κεντρικής Ασίας και της Κίνας κατά 37.000.000 άτομα και περισσότερο - αριθμός που, αν είναι σωστός, ισοδυναμεί με το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού εκείνης της εποχής, οπότε τα 100 χρόνια που πέρασαν από το 1900 ήταν ο αιματηρότερος αιώνας της ευρωπαϊκής ιστορίας, τόσο σε σχετικούς όσο και σε απόλυτους όρους. Είναι λιγότερο βέβαιο κατά πόσον μπορεί να λεχθεί το ίδιο και για την Ασία, ειδικά αν ένας επίτηδες προκληθείς λιμός θεωρηθεί ως μία μορφή αιματοχυσίας». Αλλού έγκειται όμως η διαφορά στον 20ό αιώνα. Πρώτη φορά σημειώθηκε σειρά σφαγών ψυχρά οργανωμένων και σχεδιασμένων από κεντρικούς κρατικούς φορείς, λόγω της τεράστιας πνευματικής, τεχνολογικής, οικονομικής και κοινωνικής προόδου που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αθέμιτους σκοπούς και κυρίως για τη «βιομηχανοποίηση» των γενοκτονιών και τη διάλυση κρατών. Αν θα θέλαμε να ανατρέψουμε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος μοιάζει να είναι ένας καινούργιος πόλεμος. 

Ο Φέργκιουσον, στην περιπλάνησή του από τα γκουλάγκ της σιβηρικής στέπας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης των πεδιάδων της Πολωνίας, από τους δρόμους του Σαράγεβο στις αμμουδιές της ιαπωνικής Οκινάουα, αποδεικνύεται συγκλονιστικός οδηγός. Ακόμη και κριτικοί, οι οποίοι διατύπωσαν ενστάσεις όσον αφορά τις επί μέρους θέσεις σε αυτή τη δίτομη Ιστορία του 20ού αιώνα, συμφώνησαν ότι πρόκειται για σοβαρή ιστορική ανάλυση που συνέλαβε ένα εξαιρετικά προικισμένο μυαλό.  Διαβάστε περισσότερα...

Europe in the Global Age



Antony Giddens

Europe in the Global Age
Polity Press, 2006


Του Uwe Becker / Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ
Acta Politica Book Review

Ο Άντονυ Γκίντενς είναι ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνιολόγους σε θέματα κοινωνικών τάξεων και της συγκρότηση του κράτους, ενώ οι απόψεις του για τον μοντερνισμό και τον «Τρίτο Δρόμο» των Εργατικών τον έφεραν ξανά στο προσκήνιο. Στο βιβλίο του «Europe in the Global Age», ο Γκίντενς εμβαθύνει σε αυτά τα θέματα, επικεντρώνοντας στην ανάγκη ενός κοινού Ευρωπαϊκού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας και στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών.
Ο Γκίντενς αναγνωρίζει τη δημοκρατική φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κοινοβουλευτικό επίπεδο μια και οι δομές της καθιστούν αναγκαία τη συνεχή διαπραγμάτευση. Πρόκειται δηλαδή για μια δημοκρατική σύμπραξη ημι-αυτόνομων κρατών και όχι για ομοσπονδία. Ίσως αυτή η απόρριψη της ομοσπονδιακής ιδέας να είναι μια διάσταση της γενικότερης στάσης του Γκίντενς, ο οποίος θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να παραμείνει μια πολιτεία με περιορισμένη σφαίρα αρμοδιότητας, ένα πείραμα «διακυβέρνησης χωρίς κράτος» το οποίο δεν χρειάζεται ένα αναλυτικό σύνταγμα. Ο Γκίντενς φαίνεται να αναγνωρίζει όμως πως η ΕΕ κινείται προς κάποιο είδος συντάγματος το οποίο είναι απαραίτητο να βασίζεται σε ένα κοινό μοντέλο κοινωνικής πρόνοιας. Το κοινό μοντέλο όμως είναι μια αμφισβητούμενη έννοια, η ερμηνεία της οποίας αντανακλά διαφορετικές πραγματικότητες για την εργασία και την κοινωνική πρόνοια σε κάθε κράτος-μέλος. 
Ο Γκίντενς αξιώνει ότι βρισκόμαστε σε μια μετα-βιομηχανική κοινωνία όπου οι παλιές κοινωνικές τάξεις αντικαθίστανται από μια νέα δομή, μοιρασμένη μεταξύ κοσμοπολίτικων κυβερνητικών και οικονομικών ελίτ από την μία και αγροτικών και βιομηχανικών εργατικών τάξεων από την άλλη. Μεταξύ των δύο άκρων βρίσκονται οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες και ο αυξανόμενος αριθμός των «εργατών των Big Mac» των οποίων οι δουλειές είναι συχνά πρόσκαιρες και επισφαλείς. Αυτή η νέα δομή δεν εξυπηρετείται πλέον από το παλιό σύστημα «αρνητικής» πρόνοιας που σκοπό είχε την διόρθωση των ανισοτήτων της αγοράς. Σήμερα χρειάζεται ένα σύστημα «θετικής» πρόνοιας το οποίο να επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό ώστε να θέσει την βάση μιας νέας πολιτικής ισότητας. 
Ο συγγραφέας θεωρεί τις μεγάλες χώρες της ΕΕ «μπλοκαρισμένες κοινωνίες» και επικροτεί την ανταγωνιστικότητα των Σκανδιναβικών χωρών και τα χαμηλά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας που έχουν επιτύχει. Ο Γκίντενς όμως δεν εξετάζει το αν αυτές οι χώρες μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα για το Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Το λεγόμενο «Σκανδιναβικό μοντέλο» δεν ταιριάζει με τις φιλελεύθερες και σοσιαλιστικές ιδέες του Γκίντενς για το κράτος προνοίας. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας για παράδειγμα, την οποία ο Γκίντενς θεωρεί αναγκαία, είναι τόσο προβληματική στη Σουηδία και τη Νορβηγία όσο και στη Γαλλία και τη Γερμανία. Οι Σκανδιναβικές χώρες καταβάλουν μεγάλες προσπάθειες για την μείωση της ανεργίας και της φτώχειας αλλά με στόχο την «ισότητα στις συνθήκες ζωής» παρά την «ισότητα στις ευκαιρίες» την οποία οραματίζεται ο συγγραφέας.
Το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα του βιβλίου είναι το ποιός θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα τέτοιο κοινό Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Μάλλον όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση την οποία ο Γκίντενς προτιμά με περιορισμένη δικαιοδοσία. Τα κράτη-μέλη ξεχωριστά; Ποιές είναι οι συνθήκες για την εφαρμογή ενός κοινού κοινωνικού μοντέλου σε συγκεκριμένες χώρες; Είναι ενδεικτικό το ότι ο Γκίντενς δεν καταπιάνεται με αυτά τα καίρια ερωτήματα. Το «Europe in the Global Age» είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο όμως δεν απαντά τα ερωτήματα που θέτει και δεν ξεκαθαρίζει πώς οι νέες κοινωνικές δομές θα σχετίζονται με τα απομεινάρια των παλιών κοινωνικών τάξεων. Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Οι πρόεδροι αλλάζουν, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός παραμένει


Le Monde Diplomatique


Οι πρόεδροι αλλάζουν, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός παραμένει


Του Arno J. Mayer
Επίτιμου καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον


Ο Καλιγούλας, ο τρίτος αυτοκράτορας της Ρώμης, ήταν ένας στυγνός τύραννος. Λέγεται ωστόσο ότι φλέρταρε με μια ιδέα -ενδεικτική του ανύπαρκτου σεβασμού που τού ενέπνεε η δημόσια εικόνα του: να διορίσει το αγαπημένο του άλογο, τον (Ινκιτάτη; Incitatus) αρχικά στη Γερουσία και κατόπιν στο αξίωμα του ύπατου. Ο Καλιγούλας ίσως να υπονοούσε με αυτό τον τρόπο ότι ο μηχανισμός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας λειτουργούσε από μόνος του και όταν ετίθετο σε λειτουργία, μπορούσε να απαλλαγεί από τα πλήθη των καισάρων.

Σήμερα που οι ΗΠΑ βρίσκονται παγιδευμένες στον κυκεώνα του Ιράκ και διάφορες βραδυφλεγείς βόμβες βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση στην «Ευρύτερη Μέση Ανατολή» (Greater Middle East) και τον Καύκασο, το πρόβλημα έγκειται λιγότερο στην καταστροφική μετριότητα του Τζορτζ Μπους ή στην ιμπεριαλιστική φλόγα του επόμενου προέδρου, όσο στη βούληση της ίδιας της αυτοκρατορίας που ξεπήδησε μέσα από τον πόλεμο κατά της Ισπανίας (1898) και επέβαλε μια pax americana την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέζησαν από την περιπέτεια του Βιετνάμ. Ίσως και να βγουν σχετικά αλώβητες από το φιάσκο του Ιράκ. Η αυτοκρατορία, αν και προσωρινά αποδιοργανωμένη, θα εξακολουθήσει να τραβά το δρόμο της μέσα από τον δικομματισμό, τις πιέσεις των επιχειρηματικών κύκλων και τις ευλογίες των ευαγγελιστών. Η κλίση προς τις επώδυνες -όχι για τις ελίτ, αλλά για τις λαϊκές τάξεις- γκάφες χαρακτηρίζει εξάλλου τις αυτοκρατορίες που έχουν φτάσει στο στάδιο της ωριμότητας. Η αμερικανική αυτοκρατορία βέβαια, στο τέλος θα καταρρεύσει, αν και οι προβλέψεις γύρω από την επικείμενη παρακμή της είναι υπερβολικές. Οι ΗΠΑ, χωρίς ισάξιο αντίπαλο σε στρατιωτικό επίπεδο, θα παραμείνουν για λίγο καιρό ακόμα η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη.

Καθώς όμως οι ματαιόδοξες και υπερβολικά επεκτατικές ηγεμονίες είναι αναγκασμένες να δίνουν πάλη κατά της διάβρωσης, σπαταλούν τη δύναμή και το κύρος τους. Ο εκνευρισμός τους αυξάνεται. Το ίδιο και η επιθετικότητά τους. Τότε τις βλέπουμε να βρυχώνται για να υπενθυμίσουν στον κόσμο ότι δεν είναι απλά σκιάχτρα. Οι ΗΠΑ, με δεδομένη τη θέση τους για το Ιράκ και τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή, θα επιχειρήσουν άραγε μια κλιμάκωση στο Ιράν, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στο Σουδάν, στη Σομαλία, στη Γεωργία και στη Βενεζουέλα; Οι απόψεις του Μακέιν και του Ομπάμα διέφεραν ως προς τον τόπο της επέμβασης και στην τακτική της υλοποίησής της. Ωστόσο, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος έτρεφαν καμία αμφιβολία ως προς το επείγον ή τη νομιμότητα μιας τέτοιας πράξης. Ο πρώτος τοποθέτησε τη γραμμή του μετώπου του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» στο Ιράκ. Ο δεύτερος στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν.


Η μοναδικότητα των ΗΠΑ
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο. Ξεπερνούν κατά πολύ όλες τις παλιότερες αυτοκρατορίες. Η Ουάσιγκτον, πανταχού παρούσα στις θάλασσες, τους αιθέρες, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο, ξέρει να προβάλει την ισχύ της σε αξιοσημείωτες αποστάσεις με ταχύτητα ρεκόρ . Έτσι, τρέχει ως αυτόκλητος σερίφης από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη για να διευθετήσει ή να εκμεταλλευτεί διάφορες κρίσεις, είτε πραγματικές είτε υποθετικές. «Καμία γωνιά του κόσμου δεν είναι αρκετά απομακρυσμένη, κανένα βουνό αρκετά ψηλό, καμία σπηλιά και κανένα καταφύγιο δεν είναι αρκετά βαθύ για να κρύψει τους εχθρούς μας», δήλωνε ο πρώην υπουργός άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ (1). Η Αμερική αφιερώνει πάνω από το 20% του ετήσιου προϋπολογισμού της στις ένοπλες δυνάμεις, όσες δηλαδή είναι οι στρατιωτικές δαπάνες όλου του υπόλοιπου κόσμου. Μήπως άλλωστε δεν πραγματοποιούν οι πολεμικές της βιομηχανίες επικερδείς πωλήσεις στο εξωτερικό; Στην «Ευρύτερη Μέση Ανατολή», τα κράτη του Κόλπου -με επικεφαλής την Σαουδική Αραβία- αγοράζουν από τις ΗΠΑ εξελιγμένα οπλικά συστήματα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων (2).

Αντί να στήσουν τις κλασικές εδαφικές αποικίες, οι ΗΠΑ διασφαλίζουν την ηγεμονία τους με την εγκατάσταση στρατιωτικών, ναυτικών και αεροπορικών βάσεων οι οποίες απαντώνται σε περισσότερες από εκατό χώρες, με πιο πρόσφατες εκείνες στη Βουλγαρία, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, την Πολωνία, τη Ρουμανία, το Τουρκμενιστάν, την Κιργιζία, το Τατζικιστάν, την Αιθιοπία και την Κένυα. Δεκαέξι υπηρεσίες πληροφοριών με τα γραφεία τους διάσπαρτα ανά τον κόσμο, αποτελούν τα ώτα και τα όμματα αυτής της αυτοκρατορίας που δεν γνωρίζει σύνορα.

Η Ουάσιγκτον έχει στην κατοχή της 12 αεροπλανοφόρα, από τα οποία μόνο τα τρία δεν είναι πυρηνικά. Αυτά τα μεγαθήρια μπορούν να μεταφέρουν έως 24 αεροπλάνα ή ελικόπτερα, καθώς και πολυμελείς στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές μονάδες. Κοντά σε αυτά τα τιτάνια κατασκευάσματα πλέουν καταδρομικά, αντιτορπιλικά και υποβρύχια τα οποία συχνά είναι τηλεκατευθυνόμενα και εξοπλισμένα με πυραύλους. Το αμερικανικό ναυτικό επιβλέπει τις διάσπαρτες ανά την υφήλιο βάσεις και πραγματοποιεί περιπολίες στις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς. Αποτελεί την ραχοκοκαλιά μιας αυτοκρατορίας νέας κοπής. Τα πλοία εκτοπίζουν τα αεροπλάνα που είναι τα κύρια μέσα μεταφοράς στρατιωτών και πολεμοφοδίων. Στην Ουάσιγκτον και στο Πεντάγωνο το αμερικανικό ναυτικό (US Navy) πήρε πρόσφατα το πάνω χέρι έναντι του στρατού ξηράς και της αεροπορίας. (3)

Επίδειξη ισχύος
Ανάμεσα στο 2006 και το 2008, η αμερικανική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό μαρτυρά την επιθυμία της Ουάσιγκτον να κάνει επίδειξη ισχύος σε ολόκληρο τον κόσμο (4). Στην ανάγκη, προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια με το χέρι στη σκανδάλη αναμένοντας κάποιο πολιτικό όφελος. Τουλάχιστον δυο αεροπλανοφόρα βρίσκονται σήμερα σταθμευμένα ανάμεσα στο Μπαχρέιν, το Κατάρ και το Τζιμπουτί. Πλήρως εξοπλισμένα με πολεμικό υλικό και αμφίβια οχήματα, μεταφέρουν χιλιάδες στρατιώτες και ναύτες, καθώς και προσωπικό εκπαιδευμένο για ειδικές αποστολές. Οι γίγαντες των θαλασσών βρίσκονται εκεί για να θυμίζουν, όπως δήλωνε τον Ιανουάριο του 2007 ο υπουργός άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς, ότι οι ΗΠΑ «Θα διατηρήσουν για πολύ καιρό ακόμα την παρουσία τους στον Περσικό Κόλπο» (5).

Μια εβδομάδα αργότερα, ο αρμόδιος για θέματα πολιτικών υποθέσεων υφυπουργός εξωτερικών Νίκολας Μπερνς εκτιμούσε ότι «το Ιράν δεν πρέπει να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή. Δεν πρέπει να ελέγχει τα νερά του Περσικού Κόλπου. Γι’ αυτό και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποστείλει δυο μαχητικές μονάδες για να παραμείνουν στην περιοχή (6)». Οι δηλώσεις των κυρίων Γκέιτς και Μπερνς θα μπορούσαν να είχαν γίνει από οποιονδήποτε υπουργό άμυνας, υπουργό εξωτερικών, διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) ή πρόεδρο των ΗΠΑ τα τελευταία εξήντα χρόνια.

Το δόγμα Κάρτερ
Ο πρόεδρος Τζίμμυ Κάρτερ, σε ομιλία του τον Ιανουάριο του 1980, λίγο καιρό αφότου είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος από το Καμπ Ντέιβιντ και μόνο λίγες εβδομάδες μετά την κρίση των ομήρων στην Τεχεράνη και την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, ήταν σαφέστατος: «Οποιαδήποτε απόπειρα ξένης δύναμης να αναλάβει τον έλεγχο του Περσικού Κόλπου, θα εκληφθεί ως επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Για την απόκρουσή της θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης βίας (7)». Προσέθεσε ότι η παρουσία του ρωσικού στρατού στο Αφγανιστάν συνιστούσε «απειλή» για μια περιοχή η οποία «διαθέτει τα δύο τρίτα των εκμεταλλεύσιμων πετρελαϊκών αποθεμάτων στον κόσμο» και βρίσκεται «τριακόσια μίλια από τον Ινδικό Ωκεανό και τα στενά του Χορμούζ, μια θαλάσσια οδό από την οποία περνά υποχρεωτικά το μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου ανεφοδιασμού σε πετρέλαιο».

Εικοσιέξι χρόνια αργότερα, ο πρώην υπουργός εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, σε ρόλο συμβούλου πλέον, επανέφερε στην επικαιρότητα το δόγμα Κάρτερ μεταθέτοντας την απειλή από τη Μόσχα στην Τεχεράνη: «Εάν το Ιράν επιμείνει να συνδυάζει τον παραδοσιακό περσικό ηγεμονισμό με τον σύγχρονο ισλαμικό φανατισμό (...) δεν θα πρέπει να του επιτραπεί να πραγματοποιήσει τις επεκτατικές του βλέψεις σε μια περιοχή τόσο σημαντική για τον υπόλοιπο κόσμο (8)».

Βεβαίως, οι στρατιώτες που είναι εξοπλισμένοι με υπερσύγχρονα συμβατικά όπλα δεν είναι προετοιμασμένοι για αυτούς τους ασύμμετρους πολέμους οι οποίοι δεν διεξάγονται πια ανάμεσα σε κράτη, αλλά ενάντια σε οντότητες που έχουν πρόσβαση σε μη συμβατικά όπλα και μη συμβατικές τεχνικές. Ωστόσο, τα αεροπλανοφόρα, τα πολεμικά αεροπλάνα, οι αντιπυραυλικοί πύραυλοι, οι στρατιωτικοί δορυφόροι, τα κατασκοπευτικά ρομπότ και τα τηλεκατευθυνόμενα οχήματα και πλοία έχουν ακόμα λαμπρές μέρες μπροστά τους.

Οι παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, είτε άμεσες είτε έμμεσες, φανερές ή μυστικές, στρατιωτικές ή πολιτικές, συνιστούν από το 1945 τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ουάσιγκτον δεν δίστασε να παρέμβει, συνήθως μονομερώς, στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στο Ιράκ, στο Λίβανο, στην Παλαιστίνη, στο Ιράν, στη Συρία, στη Σομαλία, στο Σουδάν, στην Ουκρανία, στη Γεωργία, στο Καζακστάν, στη Νικαράγουα, στον Παναμά..., για να υπερασπισθεί με σθένος τα αμερικανικά συμφέροντα, κηρύσσοντας παράλληλα διάφορες εκδοχές της δημοκρατίας, του καπιταλισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δυνατότητες του συστήματος
Έχοντας ως πρότυπα την «Αμερικανική Υπηρεσία για την Παγκόσμια Ανάπτυξη» (United States Agency for International Development, Usaid), το πρόγραμμα Fulbright (9) και το «Συνέδριο για την ελευθερία του πολιτισμού» (10) που ξεπήδησαν την εποχή του ψυχρού πολέμου, το μακρύ χέρι του νέου «παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας» έχει επινοήσει αντίστοιχους μηχανισμούς, όπως τον «Απολογισμό της Πρόκλησης της Χιλιετίας» (Millenium Challenge Account) και την «Πρωτοβουλία για την Συνεργασία στη Μέση Ανατολή» (ΜΕΡΙ), δυο οργανισμούς που είναι απευθείας υπόλογοι στο Στέϊτ Ντιπάρτμεντ. Το υπουργείο άμυνας, αναβιώνοντας τις ένδοξες μέρες της «Rand Corporation», του «Ινστιτούτου Στρατηγικής Ανάλυσης» και των εδρών Σοβιετικών Σπουδών, έχει στρατολογήσει πανεπιστημιακούς στο πρόγραμμα Minerva για να συνεισφέρουν στους νέους αγώνες κατά των εξεγέρσεων.

Η πανίσχυρη οικονομία της Αμερικής, η πολυσυλλεκτική κουλτούρα της και η επιστήμη της είναι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση της στρατιωτικής της δύναμης: απαράμιλλες. Πέρα από τα τεράστια δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα που κατά καιρούς προσβάλλουν το χρηματοοικονομικό της σύστημα και συγκλονίζουν τον πλανήτη, η αμερικανική οικονομία παραμένει εύρωστη και ακολουθεί τον ρυθμό της «δημιουργικής καταστροφής (11)», χωρίς να υπολογίζει το κοινωνικό κόστος τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό.

Η συρρίκνωση της βαριάς και ελαφριάς βιομηχανίας θα μπορούσε να αποδειχθεί ο αδύναμος κρίκος. Ωστόσο, οι ΗΠΑ διατηρούν πάντα τα πρωτεία στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης, καθώς και στις ανακαλύψεις στο χώρο της πληροφορικής, της μοριακής βιολογίας και της νευρολογίας. Το άστρο τους ισχυροποιείται χάρη στα δημόσια δάνεια, τις ιδιωτικές δωρεές και τους χορηγούς που χρηματοδοτούν τα πανεπιστήμιά τους, τα οποία έχουν τις κεραίες τους τεντωμένες στο εξωτερικό και ταυτόχρονα προσελκύουν μυαλά από ολόκληρο τον κόσμο. Ο υπέρμετρος θαυμασμός για τα παγκοσμιοποιημένα μουσεία, την αρχιτεκτονική των κέντρων των μεγάλων επιχειρήσεων και τη γενίκευση της στρατηγικής του πολιτικού ή εμπορικού μάρκετινγκ υποχρεώνουν όσους είχαν ακόμα κάποιες αμφιβολίες να παραδεχτούν ότι το αμερικανικό μοντέλο χαίρει άκρας υγείας.

Δεν είναι, επομένως, άξιο απορίας το αν η χώρα νέμεται το μεγαλύτερο κομμάτι της παγκόσμιας πίτας στην οικονομία, αλλά και στις φυσικές επιστήμες. Ακόμα πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι τα αγγλικά της Αμερικής επιβάλλονται σε ολόκληρο τον κόσμο ως lingua franca (διεθνής γλώσσα), ιδιαίτερα για τις νεότερες γενιές και τους χρήστες του διαδικτύου. Αυτό το φαινόμενο εξηγεί και τροφοδοτεί την τεράστια επιρροή των αμερικανικών πολυεθνικών, καθώς και των ιδιωτικών και δημόσιων χρηματοοικονομικών οργανισμών. Η μαζική κουλτούρα και οι αμερικανικές καταναλωτικές συνήθειες διεισδύουν και στα πιο απομακρυσμένα μέρη της υδρογείου, με ό,τι καλό ή κακό συνεπάγεται αυτό. Η Wal-Mart, τα McDonald's, το Χόλλυγουντ, τα γήπεδα και οι τηλεοπτικές σειρές χορταίνουν τις μάζες με άρτο και θεάματα. Στις ασταθείς παρυφές της αυτοκρατορίας, η Ουάσιγκτον, η Wall Street και η Κ Street (ο δρόμος της Ουάσιγκτον όπου συγκεντρώνονται πολλά λόμπι) υποστηρίζουν τα καθεστώτα και τις ελίτ που προθυμοποιούνται να συνεργαστούν.

Αυτοκρατορία σε διαρκή αναζήτηση
Αυτή η δύναμη δεν είναι το προϊόν μιας αυθόρμητης γένεσης. Η Αμερική, στη διαρκή της αναζήτηση για φυσικούς πόρους, νέες αγορές και στρατηγικές θέσεις, παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με τις αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ορισμένα κοινωνικά στρώματα απολαμβάνουν περισσότερα προνόμια από κάποια άλλα. Στο σύνολό τους όμως, η αυτοκρατορία τα αποζημιώνει σε επίπεδο οικονομικό, πολιτισμικό και ψυχολογικό. Αυτό ισχύει εξίσου για τη διανόηση, τα ελεύθερα επαγγέλματα και τον τύπο.

Οι ΗΠΑ διατηρούν γιγαντιαία αποθέματα, κυρίως στον στρατιωτικό τομέα, που τους επιτρέπουν να επιδιώκουν την ηγεμονική τους παρουσία παγκοσμίως. Έχουν τη δυνατότητα να κινητοποιήσουν τα απαραίτητα υλικά και ψυχικά αποθέματα για να βγουν από το αδιέξοδο του Ιράκ. Ο στρατός, βέβαια, παρουσιάζει έλλειψη σε πολεμικές μονάδες για ορισμένες ασκήσεις ξηράς μεγάλης εμβέλειας και κατά καιρούς έχουν διαφανεί σημάδια αποσυντονισμού στις επιχειρήσεις εναντίον ομάδων ατάκτων, ανταρτών ή των δυνάμεων τρομοκρατών. Όμως η έλλειψη στρατιωτικού δυναμικού μάλλον δεν θα διαρκέσει πολύ. Ιδιωτικές επιχειρήσεις θα στρατολογούν σε «σκοτωμένες» τιμές ένοπλους μισθοφόρους ή πολίτες, κατά προτίμηση από «εξαρτημένες χώρες του τρίτου κόσμου» τους οποίους θα διανέμουν στα θέατρα των επιχειρήσεων.

Κάθε φορά που η Ουάσιγκτον ψέλνει το τροπάρι για την ανιδιοτελή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα κοινωνικά προγράμματα, την απελευθέρωση των γυναικών, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία για όλους, πρόκειται, εν μέρει, για τέχνασμα. Όλοι οι αμερικανοί ηγέτες είχαν ανέκαθεν τις ίδιες προτεραιότητες: να νικήσουν κατά κράτος το φάσμα του κομμουνισμού πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και να καταπνίξουν το τέρας του ακραίου ισλαμισμού μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Το Ιράκ και η εικόνα των ΗΠΑ
Η έκθεση της δικομματικής επιτροπής «Μπέικερ-Χάμιλτον» για το Ιράκ που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 6 Δεκεμβρίου του 2006, δεν εξέφραζε τόσο την ανησυχία της για το χάος στις όχθες του ποταμού Τίγρη, όσο για τις ενδεχόμενες συνέπειες στις ίδιες τις ΗΠΑ: «Το Ιράκ, το οποίο είναι απαραίτητο για την σταθερότητα στην περιοχή, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο για τα αμερικανικά συμφέροντα. Η χώρα βρίσκεται στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σουνιτικό και το σιιτικό ισλάμ και ανάμεσα στον αραβικό και τον κουρδικό πληθυσμό. Διαθέτει τα δεύτερα κατά σειρά σημαντικότερα πετρελαϊκά αποθέματα στον κόσμο. Σήμερα χρησιμεύει ως επιχειρησιακή βάση για τη διεθνή τρομοκρατία και την Αλ Κάιντα. Το Ιράκ, αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι άλλοι τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή και στον κόσμο (12)». Εν ολίγοις, η σημασία της υπό κατοχήν χώρας σχετίζεται με το πλήγμα που ίσως επιφέρει μια τυχόν κατάρρευσή της στην εικόνα της Αμερικής στον κόσμο...

Ο Τζέιμς Α. Μπέικερ (ρεπουμπλικανός) και ο Λι Χ. Χάμιλτον (δημοκρατικός), σύμφωνοι με τις λεγεώνες των ειδικών επί της εξωτερικής πολιτικής που συντάσσονται με την επίσημη γραμμή, απεφάνθησαν ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να υπαγορεύει το νόμο στην «Ευρύτερη Μέση Ανατολή». Η έκθεση ήταν σαφέστατη ως προς αυτό το σημείο: «Ακόμα και μετά την αποχώρηση των αμερικανικών ταξιαρχιών εισβολής από το Ιράκ, θα διατηρήσουμε σημαντική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή χάρη στις στρατιωτικές μας δυνάμεις που θα παραμείνουν στο Ιράκ και στην ανάπτυξη των επίγειων, ναυτικών και αεροπορικών μας δυνάμεων με αφετηρία το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Κατάρ, καθώς και στην αυξανόμενη παρουσία μας στο Αφγανιστάν».

Δεν είναι άξιο απορίας που οι κύριοι Μπέικερ και Χάμιλτον ζήτησαν την συμβουλή των πιο λαμπρών «ανεξάρτητων» ή υπερκομματικών ερευνητικών στρατηγικών ινστιτούτων και άλλων «δεξαμενών ιδεών» που ανθούν από το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ, σε σημείο πια να συνιστούν μια πέμπτη εξουσία. Σε πολλά από αυτά τα ινστιτούτα, ιθύνοντες, σύμβουλοι και διανοούμενοι δεν κρύβουν τις ιδεολογικές τους εξαρτήσεις. Ορισμένοι μάλιστα προσέφεραν στο χέρι περιλήψεις και κείμενα-κλειδιά για την έκθεση σχετικά με το Ιράκ.

Το «Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών» (Center for Strategic and International Studies, CSIS), το οποίο χρηματοδοτείται εν μέρει από το «Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς», υπήρξε ένας από τους Πυγμαλίωνες της επιτροπής «Μπέικερ-Χάμιλτον». Το κέντρο, το οποίο συγκεντρώνει στους κόλπους του διοικητικά στελέχη και ειδικούς που προέρχονται τόσο από τη δημόσια διοίκηση, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, διακηρύσσει ποιός είναι ο στόχος του: «Η βελτίωση της ασφάλειας και η διατήρηση της ευημερίας σε μια εποχή πολιτικού μετασχηματισμού, σε συνδυασμό με την παροχή στρατηγικών αναλύσεων και πρακτικών λύσεων στους ιθύνοντες ούτως ώστε να μπορούν να φαντάζονται το μέλλον και να προλαβαίνουν τις αλλαγές».

Ανάμεσα στα μέλη του φιγουράρουν ο νυν και οι πρώην πρόεδροι του διοικητικού συμβουλίου των εταιριών Time Inc., Coca-Cola, Merrill Lynch, Lehman Brothers, ExxonMobil και Morgan Stanley. Χωρίς να ξεχνάμε και τον τελευταίο αρχιερέα της «soft power» (ήρεμη δύναμη), τον καθηγητή Τζόζεφ Σ. Νάι, από το Kennedy School of Government του Χάρβαρντ (13) . Όσο για το πάνελ των συμβούλων, περιλαμβάνει ένα μπουκέτο από πρώην υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, δημοκρατικούς και ρεπουμπλικανούς: τον Χάρολντ Μπράουν, τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, τον Φρανκ Καρλούτσι, τον Χένρι Κίσινγκερ, τον Τζέιμς Σλέσινγκερ, τον Μπρεντ Σκόουκροφτ και την Κάρλα Χιλς.

Δεξαμενές σκέψεις και πολιτική
Διάφοροι ημι-ιδιωτικοί οργανισμοί εκμεταλλεύονται το ίδιο θέμα. Το ανεξάρτητο, κατά την επίσημη εκδοχή, «Διεθνές Ρεπουμπλικανικό Ινστιτούτο» το οποίο έχει ιδιαίτερη εμπλοκή με το Ιράκ (και προεδρεύοντα τον Τζον Μακέιν), σκοπεύει «να προωθήσει τη δημοκρατία και την ελευθερία στον κόσμο ενισχύοντας τα πολιτικά κόμματα, τους δημόσιους θεσμούς, τις ελεύθερες εκλογές, την καλή διακυβέρνηση και το κράτος δικαίου». Στο ίδιο πνεύμα, ένας άλλος «μη κερδοσκοπικός» οργανισμός, το «Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Θεμάτων» με πρόεδρο την πρώην υπουργό εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ, εργάζεται για την «ενίσχυση και την ανάπτυξη των αξιών και των θεσμών της δημοκρατίας και της πρακτικής εφαρμογής τους (...) σε όλες τις περιοχές του κόσμου».

Με ένα πιο περιορισμένο τομέα δραστηριοτήτων, το «Ινστιτούτο για την πολιτική της Μέσης Ανατολής» το οποίο αυτοαποκαλείται πλουραλιστικό, αλλά τοποθετείται σαφώς στα δεξιά, προτίθεται «να εργαστεί για μια καλύτερη, ρεαλιστική και ισορροπημένη κατανόηση των αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή (...) και για την προώθηση της αμερικανικής ανάμειξης στην περιοχή με γνώμονα την ενδυνάμωση των συμμαχιών και της φιλίας οι οποίες θα προσφέρουν στους τοπικούς πληθυσμούς την ασφάλεια, την ειρήνη, την ευημερία και τη δημοκρατία».

Η επιτροπή «Μπέικερ-Χάμιλτον» ζήτησε επίσης τη γνώμη των Council on Foreign Relations, Brookings Institute, Rand Corporation και American Enterprise Institute. Όποιες κι αν είναι οι ιδεολογικές τους τοποθετήσεις, είτε προς τη δεξιά είτε προς το κέντρο, οι συνεργάτες, οι εταίροι ή οι μαικήνες αυτών των οργανισμών δεν έχουν καμία αμφιβολία ως προς το κόστος και τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που αποφέρει η επεκτατική πολιτική στις ΗΠΑ αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Οι διαφωνίες και οι συζητήσεις κινούνται γύρω από τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να κατοχυρωθεί η ασφάλεια και να αξιοποιηθεί και να διαφυλαχθεί η αμερικανική ηγεμονία, παρά γύρω από τις αξίες, τους σκοπούς και την ηθική που αυτή καλείται θεωρητικά να υπερασπιστεί. Εκεί που οι νεοσυντηρητικοί κηρύσσουν χωρίς ενδοιασμούς την συνέχιση της εκπολιτιστικής αμερικανικής πολιτικής, οι κεντρώοι «πλουραλιστές» λένε το ίδιο πράγμα, αλλά sotto voce (χαμηλόφωνα).

Το «πεπρωμένο» της υπερδύναμης
Η υπουργός εξωτερικών Κοντολίζα Ράις, υπενθυμίζοντας ότι ο ρόλος των ΗΠΑ είναι «μοναδικός» σε ένα κόσμο στον οποίο «ελάχιστα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν χωρίς εμάς», παραδέχθηκε με αφέλεια: «Εμείς, οι Αμερικανοί, αναμειγνυόμαστε στη διεθνή πολιτική επειδή έτσι πρέπει και όχι επειδή έτσι θέλουμε. Είναι μια συνετή στάση, αυτή που αρμόζει σε μια δημοκρατία και όχι σε μια ηγεμονία (14)».

Εν πάσει περιπτώσει, ακόμα και οι κεντρώοι επικριτές της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μπους επιφυλάσσονται να καταγγείλουν την Ουάσινγκτον για την άνευ όρων υποστήριξη που παρέχει στο Ισραήλ και, όπως και οι νεοσυντηρητικοί, αρνούνται να συνδέσουν τον μαρασμό του Ιράκ με το ισραηλινοπαλαιστινιακό αδιέξοδο. Και οι μεν και οι δε εμφανίζονται σκεπτικοί απέναντι σε ένα από τα πορίσματα της έκθεσης «Μπέικερ-Χάμιλτον» που αναφέρει ότι οι ΗΠΑ «δεν θα μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους στη Μέση Ανατολή εάν δεν έλθουν ευθέως αντιμέτωπες με την ισραηλινοαραβική διένεξη και την αστάθεια που απορρέει εξαιτίας της στην περιοχή». Ομοίως, στο ζήτημα του Ιράν, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να μιλούν σχεδόν ομόφωνα, αφού τόσο πολύ φαίνονται να συμφωνούν στον σχεδιασμό μυστικών επιχειρήσεων, επισείοντας αδιάκοπα την απειλή ενός ισχυρότερου οικονομικού εμπάργκο ή στρατιωτικής δράσης.

Η αμερικανική ηγεμονία δεν σχετίζεται -ούτε σχετίστηκε ποτέ- με το άτομο του Τζορτζ Μπους, όπως αύριο δεν θα ταυτίζεται περισσότερο με το νέο πρόεδρο. Ο Μπάρακ Ομπάμα θα μπορούσε να μιλά εξ ονόματος και των δυο κομμάτων όταν ανακοίνωνε τον Μάρτιο του 2008: «Η δική μου εξωτερική πολιτική προτίθεται να επιστρέψει στην υπερκομματική και ρεαλιστική πολιτική του πατέρα Τζορτζ Μπους, του Τζον Κένενεντι και, σε ορισμένα σημεία, του Ρόναλντ Ρίγκαν (15)». Κανένας υποψήφιος για την προεδρία δεν προτείνει άλλη εναλλακτική λύση απέναντι στην ιμπεριαλιστική αποστολή των ΗΠΑ, εκτός ίσως από την απάλυνση της συνήθους μεσσιανικής και ηθικοπλαστικής ρητορικής ως προς τις ενδεχόμενες συγκρουσιακές σχέσεις με το Ιράν, την Κίνα και την Ινδία, χωρίς να παραλείπουμε και μια ενδυναμωμένη Ρωσία, τέσσερις χώρες που επιχειρούν να εφαρμόσουν κάποιες τοπικές μορφές καπιταλισμού.

Υποσημειώσεις
1) Ομιλία του Ντόναλντ Ράμσφελντ «Transforming the military», Ιανουάριος 2002, όπως δημοσιεύθηκε στο «Foreign Affairs», τόμος 81, Νο 3, Νέα Υόρκη, Μάιος-Ιούνιος 2002.
2) Βλέπε Maurice Lemoine «Διαχρονική αξία το εμπόριο όπλων», «Le Monde diplomatique»-«ΚΕ», 16-9-07.
 3) Ο ναύαρχος Μάικλ Μιούλεν είναι αρχηγός του γενικού επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων. Ο ναύαρχος Ερίκ Τ. Όλσον είναι επικεφαλής της διοίκησης των ειδικών δυνάμεων που σχεδιάζει και συντονίζει τις μυστικές αντιτρομοκρατικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο. Ο ναύαρχος Γουίλιαμ Τζ. Φάλον διηύθηνε ως τις 11 Μαρτίου του 2008 την κεντρική διοίκηση η οποία υπερασπίζεται τα αμερικανικά συμφέροντα σε μια ζώνη που περιλαμβάνει περισσότερες από 30 χώρες από τη Μέση Ανατολή ως το Πακιστάν.
4) Στις 24 Απριλίου του 2008, ο ναύαρχος Γκάρι Ράφχεντ ανακοίνωνε την εκ νέου σύσταση του τέταρτου στόλου (είχε καταργηθεί το 1950), το θέατρο επιχειρήσεων του οποίου θα είναι η Νότια Αμερική, η Κεντρική Αμερική και η θάλασσα της Καραϊβικής.
5) Διακήρυξη που έγινε στις Βρυξέλες, στις 15 Μαρτίου του 2007.
6) Ομιλία στο Ντουμπάι, 24 Ιανουαρίου 2207.
7) Ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης, 23 Ιανουαρίου 1980.
8) «International Herald Tribune», Παρίσι, 2 Αυγούστου 2006.
9) Σύστημα υποτροφιών που χρηματοδοτείται από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
10) Ενώσεις που συσπειρώνουν διανοούμενους με κοινό τους στόχο την πάλη κατά του κομμουνισμού. Πολλοί, ανάμεσά τους, χρηματοδοτούνται από την CIA.
 11) Έκφραση που επινόησε το «βραβείο Νόμπελ» οικονομίας Γιόζεφ Σουμπέτερ για να περιγράψει τον καπιταλισμό.
 12) James A. Baker και Lee H. Hamilton (συμπροεδρεύοντες της επιτροπής), «The Iraq study group report», Ουάσινγκτον, 6 Δεκεμβρίου 2006: www.usip.org/isg/iraq_study_group_report/report/1206/iraq_study_group_report.pdf
13) ΣτΕ: Soft Power: Όρος της θεωρίας των διεθνών σχέσεων που περιγράφει την ικανότητα μιας πολιτικής οντότητας (κράτος) να επηρεάσει έμμεσα τη συμπεριφορά ή τα συμφέροντα άλλων πολιτικών οντοτήτων χρησιμοποιώντας πολιτιστικά ή ιδεολογικά μέσα. Διαχωρίζει σαφώς τα συγκεκριμένα μέσα από τη χρήση hard power, δηλαδή στρατιωτικές επεμβάσεις και οικονομικές πιέσεις. Ο όρος εφευρέθηκε από τον καθηγητή του Χάρβαρντ Τζότζεφ Νάι, στο βιβλίο του «Bound to Lead: The Changing Nature of American Power» (1990). Ο ίδιος τον ανέπτυξε περαιτέρω το 2004 στο βιβλίο «Soft Power: The Means to Success in World Politics». 
14) Κοντολίζα Ράις, «Rethinking the national interest. American realism for a new world», Foreign Affairs, τόμος 87, Νο 4, Ιούλιος-Αύγουστος 2008.
15) Ομιλία στο Γκρίνσμπεργκ της Πενσιλβάνια, 28 Μαρτίου 2008.  Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Παλαιστινιακό Επισημάνεις στρατηγικής μέσα από την κρίση

Χρήστος Ιακώβου

Η κρίση στο Παλαιστινιακό, όπως και κάθε περιοδική αύξηση της έντασης στο πρόβλημα, τουλάχιστον από το 2000 και εντεύθεν, προκαλεί το μόνιμο ερώτημα: Ποιά παιγνίδια στρατηγικής καθορίζουν την έκρηξη και εξέλιξη της κρίσης; Πιο συγκεκριμένα για την περίπτωση αυτή: Γιατί η Χαμάς επέλεξε αυτή την περίοδο να σπάσει την εκεχειρία και, από την άλλη, γιατί το Ισραήλ επέλεξε ως αντίδραση την τακτική της δυσανάλογης και υπέρμετρης χρήσης βίας;  

Σε ό,τι αφορά τη Χαμάς, επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό με αυτό του 1996 και 2001. Η οργάνωση επέλεξε στις παραμονές των Ισραηλινών εκλογών να προκαλέσει κρίση προκειμένου να καταστεί στρατηγικός παράγοντας στις εσωτερικές εξελίξεις. Η πρακτική του παρελθόντος έχει καταδείξει ότι η πρόκληση κρίσεων από τη Χαμάς σε προεκλογικές περιόδους οδήγησε σε απώλεια εκλογών από τους μετριοπαθείς Ισραηλινούς πολιτικούς. Το 1996 ενώ προηγείτο στις δημοσκοπήσεις ο Σιμόν Πέρες έχοντας ταυτόχρονα και το ψυχολογικό πλεονέκτημα που έδιδε στο εργατικό κόμμα η δολοφονία του Γίτζχακ Ράμπιν, οι τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς λειτούργησαν προς όφελος του Βενιαμίν Νετανυάχου. Παρόμοιο σκηνικό επαναλήφθηκε και το 2001 που οδήγησε σε πτώση της κυβέρνησης του Εχούντ Μπαράκ και νίκη του Αριέλ Σαρόν. Η Χαμάς τάχθηκε από την αρχή εναντίον της ειρηνευτικής διαδικασίας και σαφώς προτιμούσε στην Ισραηλινή κυβέρνηση τους σκληροπυρηνικούς για να δικαιολογεί την πολιτική της αλλά και τον λόγο ύπαρξή της. Με αυτό τον τρόπο η εξέλιξη της Χαμάς συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ. 

Η επιλογή της Χαμάς να σπάσει την εκεχειρία έξι μέρες προ της λήξεώς της εγγράφεται στην πιο πάνω στρατηγική λογική. Γνωρίζοντας ότι το Ισραήλ θα απαντήσει με στρατιωτικά μέσα επιδιώκει σε επίπεδο τακτικής να το εξαναγκάσει σε μία μακράς διαρκείας αντιπαράθεση προκαλώντας του σοβαρό πολιτικό κόστος. Αν τελικά το πετύχει, αυτό θα συνεπάγεται δυσμενείς εκλογικές επιπτώσεις για την Ισραηλινή κυβέρνηση συνασπισμού, ιδιαίτερα για τα δύο μεγάλα κόμματα που συμμετέχουν σε αυτόν, Καντίμα και Εργατικό, αφού ένα σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος άγεται από τις διακυμάνσεις του παράγοντα ασφάλειας (security voters). Με τέτοιο σενάριο ευνοείται το κόμμα Λικούντ του Βενιαμίν Νετανυαάχου, οδηγείται το Ισραήλ σε επανάληψη του σκηνικού του 1996 και η Χαμάς επιβεβαιώνει τον κεντρικό της ρόλο στα Παλαιστινιακά πολιτικά πράγματα. Αυτός είναι ο συγκεκριμένος στρατηγικός στόχος της Χαμάς σήμερα.  

Από την άλλη, η στρατιωτική διαχείριση της κρίσης από το Ισραήλ, η οποία είναι η πιο βίαιη στη Γάζα, μετά τον πόλεμο του 1967, έχει προκαλέσει ένα σημαντικό ερώτημα: ποιά είναι η στρατηγική του Ισραήλ στην κρίση, δηλαδή ποια είναι η λογική σχέση μεταξύ της χρήσης της στρατιωτικής ισχύος με τους πολιτικούς στόχους που επιδιώκει να εκπληρώσει η σημερινή κυβέρνηση; Με άλλα λόγια, τι θα μπορούσε να θεωρεί το Ισραήλ ως νίκη σε αυτή την αντιπαράθεση; 

Με την επιλογή της τακτική χρήσης δυσανάλογης και υπέρμετρης στρατιωτικής βίας από την Ισραηλινή κυβέρνηση αυτομάτως μπαίνει δυναμικά στην προεκλογική τροχιά ο υπουργός Άμυνας και πρόεδρος του εργατικού κόμματος Εχούντ Μπαράκ, ο οποίος στις δημοσκοπήσεις φαινόταν ότι έχανε έδαφος. Αυτό όμως εγκυμονεί ταυτόχρονα ένα ρίσκο και προκαλεί ένα δίλημμα. Αν η κρίση αποκτήσει εκτεταμένη διάρκεια τότε διαφαίνεται επανάληψη του σεναρίου του 2001, όπου τότε ο χρόνος και οι απώλειες ερμηνεύθηκαν ως αδυναμία ελέγχου της κρίσης και λειτούργησε σε βάρος του Μπαράκ και προς όφελος του Αριέλ Σαρόν. Το παράδειγμα της εμπλοκής του Ισραήλ στην κρίση του Λιβάνου το 2006 απέδειξε ότι η συντριπτική υπεροχή στο στρατιωτικό πεδίο με συμβατικές δυνάμεις δεν συνεπάγεται και υλοποίηση των πολιτικών στόχων. Συνεπώς το δίλημμα για την Ισραηλινή κυβέρνηση είναι κατά πόσο θα πρέπει να στείλει ή όχι χερσαίες δυνάμεις στην Γάζα. 

Επιπλέον, το Ισραήλ θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι ενόσω η Χαμάς αποκτά κεντρικό ρόλο στα Παλαιστινιακά πολιτικά πράγματα μέσω των συγκρούσεων, ποιο θα είναι πλέον το μέλλον της Φάταχ και του Μαχμούτ Αμπάς; Θα μπορέσει το Ισραήλ να διαπραγματευτεί μία τελική συμφωνία με τη Χαμάς; 

Το σκηνικό, όπως διαμορφώνεται, θα εξαρτηθεί από πέντε παράγοντες: α) Πόσο θα διαρκέσει η κρίση, β) πόσοι Παλαιστίνιοι άμαχοι θα σκοτωθούν, γ) πόσοι Ισραηλινοί, στρατιώτες και άμαχοι θα σκοτωθούν, δ) κατά πόσο η κρίση θα γενικευθεί και θα επεκταθεί και στη Δυτική Όχθη, και ε) κατά πόσο θα υπάρξει αντίδραση της Χιζμπολλάχ. 
 
Σε επίπεδο μακροστρατηγικής ανάλυσης, αν δεχθούμε ότι μέσω των στρατιωτικών επιχειρήσεων η Ισραηλινή κυβέρνηση επιδιώκει να αποδυναμώσει τη Χαμάς στη Γάζα καταστρέφοντας τις επιχειρησιακές της δυνατότητες, θα μπορέσει να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό από τις Παλαιστινιακές περιοχές; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική, όπως και στην περίπτωση της σύγκρουσης με τη Χιζμπολλάχ. Με άλλα λόγια, η Χαμάς σήμερα απαιτεί τον τερματισμό των επιθέσεων εναντίον της Γάζας και το άνοιγμα των συνόρων για διακίνηση φαρμάκων και τροφίμων. Από την άλλη, το Ισραήλ απαιτεί ησυχία στη Γάζα και ασφάλεια στις νότιες περιοχές του. Αν τελικά η διάρκεια της κρίσης είναι μεγάλη, τότε οι στόχοι της Χαμάς είναι σαφώς πιο εφικτοί ενώ από την άλλη όταν και αν η Χαμάς συναινέσει στις απαιτήσεις του Ισραήλ, τότε η Ισραηλινή κυβέρνηση, εμμέσως πλην σαφώς, θα αποδεχθεί την παραχώρηση της ασφάλειας της Γάζας στη Χαμάς.  

Σε τελική ανάλυση το Ισραήλ φαίνεται να αυτομαστιγώνεται και να θέτει σε μόνιμη απειλή την εσωτερική του ασφάλεια, κυνηγώντας μια υπόθεση που υπερβαίνει τις δυνάμεις και τα εθνικά του συμφέροντα.  Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

HAMAS: A History


Azzam Tamimi 

HAMAS: A History
Olive Branch Press, 2007



Του Χρήστου Ιακώβου
Κριτική Βιβλίου 


Στο βιβλίο του ο Άζζαμ Ταμίμι (διευθυντής του Ινστιτούτου Ισλαμικής Πολιτικής Σκέψης) προσπαθεί να παρουσιάσει εκ των έσω την εξελικτική πορεία του Ισλαμικού Αντιστασιακού Κινήματος (ΧΑΜΑΣ) με έμφαση από την εμφάνισή του το 1987, με την έναρξη της πρώτης Ιντιφάντα, έως την νίκη του στις Παλαιστινιακές εκλογές τον Ιανουάριο του 2006. 

Ανιχνεύοντας τις ρίζες της οργάνωσης ο συγγραφέας ορθώς επισημαίνει ότι η Χαμάς υπήρξε το προϊόν μίας ιδεολογικής μετατόπισης που βίωσε η Παλαιστινιακή κοινωνία μετά τον καταστροφικό για τους Άραβες πόλεμο του 1967. Πιο συγκεκριμένα, μετά τον πόλεμο προέκυψε η ανάγκη, μέσα σε ένα τμήμα της Παλαιστινιακής κοινωνίας, να αναζητήσει εναλλακτική επιλογή από την κυρίαρχη τότε ιδεολογία του Νασσερικού παναραβισμού. Η Ισλαμική Αδελφότητα (από την οποία αναδύθηκε τη δεκαετία του 1980 η Χαμάς) έστρεψε την προσοχή της από τη στρατιωτική δράση, που μονοπωλούσε τότε η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), στην ενδυνάμωση των θρησκευτικών ιδανικών της Παλαιστινιακής κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο, ο Ταμίμι εντοπίζει και το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν εξέλαβε αυτή την τάση ως απειλή αλλά αντιθέτως την είδε ως αντίβαρο προς την εθνικιστική και κοσμική ιδεολογία της ΟΑΠ.  

Αυτή η τακτική συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση της Χαμάς από το σείχη Αχμέντ Γιασσίν. Η δημιουργία ενός δικτύου που περιλαμβάνει τζαμιά, σχολεία, νηπιαγωγεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, και άλλους οργανισμούς κοινωνικής ωφελείας διευκόλυνε τα οικονομικά και κοινωνικά εξαθλιωμένα στρώματα της Παλαιστινιακής κοινωνίας, εξασφαλίζοντας από αυτά ευρεία υποστήριξη. Αντιθέτως, η ΟΑΠ, μετά τη δημιουργία της Παλαιστινιακής Αυτοδιοίκησης (1994), ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την ενίσχυση της δικής της υποδομής και τη διατήρηση του ηγεμονικού της ρόλου, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά στις Παλαιστινιακές περιοχές.  

Ο συγγραφέας διατυπώνει μία κοινή πλέον θέση ανάμεσα στους ιστορικούς ότι μετά την έναρξη της κρίσης το 2000, η δύναμη και επιρροή της Χαμάς αυξήθηκε λόγω της σταδιακής καταστροφής της υποδομής της Παλαιστινιακής Αυτοδιοίκησης και της υπόσκαψης του Αραφάτ από το Ισραήλ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Χαμάς παρουσιάστηκε ως η εναλλακτική επιλογή για τη σύγκρουση με το Ισραήλ. 

Ο Ταμίμι θεωρεί ότι η Χαμάς κατάφερε μακροπρόθεσμα να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στα Παλαιστινιακά πολιτικά πράγματα εξαιτίας τριών παραγόντων: πρώτον, στην αποτυχία των ειρηνευτικών προσπαθειών, δεύτερον στη σταθερή υποστήριξη προς το εθνικό όραμα επαναφοράς στην πολιτική κατάσταση προ του 1948, κάτι που σημαίνει καταστροφή του εβραϊκού κράτους και τρίτον στην ανάπτυξη δικτύου κοινωνικών υπηρεσιών. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα του βιβλίου που αφορά την εσωτερική δομή και την ιδεολογική ανάπτυξη της οργάνωσης. Ο συγγραφέας εξηγεί ότι η Χαμάς χωρίζεται σε δύο τμήματα: στο τμήμα που ασχολείται με το κοινωνικό δίκτυο και στο στρατιωτικό τμήμα που είναι υπεύθυνο για την εκπαίδευση μαχητών και την ανάληψη στρατιωτικής δράσης, το οποίο είναι γνωστό ως Ταξιαρχίες Ιζζαντίν αλ Κάσσαμ. Θέλοντας να διαχωρίσει την ιδεολογία της Χαμάς, η οποία είναι προϊόν της εξελικτικής πορείας του ισλαμικού κινήματος στην Παλαιστίνη από το 1967, από την αντίληψη της «τρομοκρατικής ιδεολογίας» που επικρατεί στη Δύση περιπίπτει στο σφάλμα να περιοριστεί στην ερμηνεία της στρατιωτικής δράσης της οργάνωσης, ακόμη και για τις επιθέσεις αυτοκτονίας, μέσα στο πλαίσιο του αντικατοχικού / αντιαποικιακού αγώνα παραγνωρίζοντας το γενικότερο φιλοσοφικό ερώτημα: Που τελειώνουν τα όρια ενός απελευθερωτικού αγώνα και που αρχίζουν τα όρια της τρομοκρατίας.   Διαβάστε περισσότερα...