Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Τα τελευταία χρόνια ενός Ναζί στο Κάιρο


Των Markus Deggerich και Jorg Schmitt
Der Spiegel


Ο Άριμπερτ Χάιμ, γιατρός σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, γνωστός ως δρ θάνατος, απολάμβανε για δεκαετίες της έμπρακτης στήριξης της ευρισκόμενης στη Γερμανία οικογένειας του, ενώ αυτός ζούσε στο Κάιρο. Μάλιστα η οικογένεια του τον επισκεπτόταν χωρίς να προκαλέσει την υποψία των αρχών, ενώ εδώ και 16 χρόνια, δεν είπε λέξη για τον θάνατο του.

Η Άταμπα, είναι μία γειτονιά του Καίρου άγνωστη στους τουρίστες, εξ ου και ο λόγος που επιλέγηκε από τον ψηλό Γερμανό ως η ιδανική κρυψώνα. Τον λεπτό, αθλητικό άνδρα, που όλοι φώναζαν «ο ξένος», θυμάται πολύ καλά ο Απτ αλ-Χακίμ Ντούμα. 

Ο πατέρας του Ντούμα, είχε το ξενοδοχείο Κασρ αλ-Μετίνα, στην οδό Πόρτ Σάιτ, όπου στον όγδοο όροφο ζούσε ο «ξένος». «Πολλές φορές ερχόταν για φαγητό» θυμάται ο Απτ Ντούμα. Μετά τον προσηλυτισμό του στο Ισλάμ, ο Γερμανός, που μιλούσε άπταιστα Αραβικά, υιοθέτησε το όνομα Τάρεκ Χουσείν Φαρίτ. Για τα παιδιά ήταν ο θείος, ο οποίος τα έπαιρνε περίπατο, ενώ για την μετανάστευση του στην Αίγυπτο, επικαλείτο «οικογενειακά προβλήματα».

Ωστόσο τα προβλήματα του, ήταν περισσότερο υπαρξιακά. Το ξενοδοχείο ήταν ως φαίνεται το τελευταίο καταφύγιο για τον Άριμπερτ Χάιμ, ο οποίος πιστεύεται πως το 1941 διέπραξε φρικτά εγκλήματα και δολοφονίες στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, και κατεζητείτο μέχρι το 1962. 

Πρόσφατα, η εφημερίδα New York Times και το Γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF, μετέδωσαν πληροφορίες για τις μυστηριώδεις συνθήκες της τύχης του πρώην Ναζί. Σύμφωνα με τις πηγές του, ο Χάιμ πέθανε από καρκίνο στις 10 Αυγούστου του 1992 σε ηλικία 78 ετών. Η είδηση του θανάτου του, σηματοδοτεί και το προκαταρτικό τέλος μιας πολύχρονης παγκόσμιας αναζήτησης. Οι λεπτομέρειες καταδεικνύουν ωστόσο τον ερασιτεχνισμό των Γερμανών ανακριτών, οι οποίοι μετά το 1962 τον έψαχναν παντού. Μεταξύ 1965 και 1967, εντόπισαν στοιχεία ότι ο Χάιμ ζούσε στην Αίγυπτο, και ζήτησαν, ανεπιτυχώς, την συνεργασία των Αιγυπτιακών αρχών. Ως αποτέλεσμα, εγκατέλειψαν την υπόθεση, χωρίς ωστόσο να υποπτευθούν ότι μέλη της οικογένειας του, τον επισκέπτονταν συχνά.

Σύμφωνα με πληροφορίες που κατέχει το Der Spiegel, ο γιος του, Ρούτικερ Χάιμ, δεν ήταν ο μόνος ο οποίος επισκεπτόταν τον πρώην Ναζί. Η αδελφή του, ο δικηγόρος του και η πεθερά του, επίσης πιστεύεται ότι τον είχαν συναντήσει. 

Με βάση τις ίδιες πληροφορίες, η αδελφή του μετέφερε μάλιστα χρήματα από την Ελβετία στην Αίγυπτο, κάνοντας χρήση του μεσαίου ονόματος του Χάιμ, Φερδινάνδος, ενέργεια που πέρασε απαρατήρητη από τους ανακριτές. Με τα χρήματα, ο Χάιμ αγόρασε το ξενοδοχείο Βαγδάτη και διαμέρισμα στην Αλεξάνδρεια. 

Η αδελφή του, πέθανε το 1997. Λίγο καιρό πριν, είχε αναφέρει σε μια γνωστή της στη Βιέννη ότι ο αδελφός της είχε πεθάνει από καρκίνο. Ωστόσο είπε ψέματα για τον τόπο όπου απεβίωσε, κάνοντας λόγο για την Νότια Αμερική. Κλειστό κράτησαν επίσης το στόμα τους και oι υπόλοιποι έμπιστοι του Χάιμ, και μόνο πριν από έξι μήνες ο γιος του Ρούντικερ δήλωσε ότι αν ο πατέρας του είναι νεκρός, δεν γνωρίζει που έχει ταφεί.

Οι ανακριτές, υποπτεύονταν για αρκετά χρόνια ότι ο Ρούντικερ γνώριζε πολύ περισσότερα από όσα έλεγε. Τον είχαν μάλιστα ανακρίνει πολλές φορές, και ειδικά μετά το 2004, όταν περιήλθαν στην κατοχή τους νέα στοιχεία για την Αίγυπτο. Ιδιαίτερα εξοργισμένοι είναι οι ανακριτές και για το ότι για 16 ολόκληρα χρόνια, η οικογένεια του Χάιμ δεν ανέφερε στις αρχές τον θάνατο του. 

Προβληματισμό προκαλεί όμως και ένα νέο στοιχείο, με βάση το οποίο ο Χάιμ ζει στην Ισπανία και συνεχίζει να λαμβάνει χρήματα από την οικογένεια και τους φίλους του. Σε συνδυασμό με το ότι δεν έχει ακόμη εντοπιστεί το πτώμα, οι ανακριτές δεν είναι ακόμη έτοιμοι να κλείσουν την υπόθεση. Την ίδια στιγμή, οι αρχές προβληματίζονται και για την στάση του γιου του Ρούντικερ, ο οποίος υποστηρίζει ότι ήταν στο πλευρό του πατέρα του όταν πέθανε, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει οτιδήποτε για τον τόπο ταφής του. Το επόμενο βήμα των Γερμανών ανακριτών είναι να ψάξουν για στοιχεία DNA στο Κάιρο.

Μια βαλίτσα με έγγραφα, που ανήκει στον εγκληματία Χάιμ, ρίχνει φως σε ορισμένες πτυχές της εντυπωσιακής διαφυγής του. Ένα από αυτά αφορά οκτασέλιδη επιστολή, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1979, που είχε σταλεί στο Der Spiegel. Η επιστολή ήταν απάντηση σε άρθρο που είχε δημοσιευτεί και αφορούσε το σκοτεινό παρελθόν του Χάιμ. Στην επιστολή, την οποία ουδέποτε απέστειλε, ο Χάιμ διαψεύδει ότι το 1962 είχε λάβει πληροφορία ότι θα συλλαμβάνετο. «Το ότι η αστυνομία δεν με συνέλαβε, οφείλεται καθαρά σε σύμπτωση, αφού εκείνη την ώρα βρισκόμουν εκτός σπιτιού για δουλειές». Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Winning the Right War


Philip Gordon 
Winning the Right War
Henry Holt & Company, 2008



Του John Ikenberry
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πρίστον
Foreign Affairs Book Review


Επτά χρόνια από τότε που οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους άρχισαν τον “Πόλεμο ενάντια στην Τρομοκρατία” τίθεται το ερώτημα: είναι μήπως σε καλύτερη θέση από πριν; Λυπάμαι πως όχι, και ο λόγος για αυτό είναι ότι πολεμούσαμε – και χάναμε – το λάθος πόλεμο.
Σε αυτό το βιβλίο – που αλλάζει τις συντεταγμένες αντίληψης της πραγματικότητας έως τώρα – ο Φίλιπ Γκόρντον παρουσιάζει έναν νέο τρόπο σκέψης για τον πόλεμο ενάντια στον τρόμο και μια νέα, εν δυνάμει νικηφόρο, στρατηγική. Επιχειρεί ένα προκλητικό παραλληλισμό μεταξύ του κόσμου σήμερα και αυτού κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, υποδεικνύοντας πως η άμυνα, η ανάπτυξη, η διπλωματία και η εμμονή για διατήρηση των αξιών μας μπορούν για ακόμη μια φορά να εξαπολυθούν δίπλα από την στρατιωτική ισχύ για να επιτύχουν την κατατρόπωση μιας νέας και βίαιης ιδεολογίας. Βασιζόμενος πάνω στην πιο πρόσφατη ακαδημαϊκή έρευνα, στην δική του εμπειρία που απεκόμισε από το Λευκό Οίκο και σε επισκέψεις του σε περισσότερες από σαράντα χώρες, μας προσφέρει καινούργιες και ενδόμυχες αντιλήψεις για την φύση αυτής της τρομοκρατικής πρόκλησης και μας παραθέτει στέρεες και ρεαλιστικές προτάσεις για την αντιμετώπιση της.
Ο Γκόρντον κάνει το ερώτημα “Πώς θα έμοιαζε η νίκη;” – μια θεματική που δυστυχώς λείπει από την συζήτηση του πιο πάνω θέματος σήμερα. Μας προσφέρει ένα όραμα του κόσμου μετά τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, το οποίο θα πραγματωθεί όχι όταν καταφέρουμε να σκοτώσουμε και να αιχμαλωτίσουμε όλους τους πιθανούς τρομοκράτες αλλά όταν η μισητή ιδεολογία τους καταρρεύσει, όταν οι εξτρεμιστές καταντήσουν αποκλεισμένοι στις δικές τους κοινότητες και όταν οι Αμερικάνοι και οι σύμμαχοι τους νοιώσουν πάλι ασφαλείς. 
Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Μπους ταξινόμησε την Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ κατά την μετά 11/9 εποχή, έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο το έθνος αντιλαμβάνεται τόσο τον κόσμο όσο και την θέση και ρόλο των ΗΠΑ μέσα σε αυτόν. Ο Γκόρντον αμφισβητεί όλο το διανοητικό κτίσμα του “Πολέμου ενάντια στην Τρομοκρατία” και μας προσφέρει μια εναλλακτική στρατηγική συγκράτησης και αντιμετώπισης. Όπως άλλοι, ο Γκόρντον διατείνεται ότι η γλώσσα του πολέμου προκαλεί λανθασμένες αντιλήψεις περί στρατηγικής και επομένως αποτυγχάνει να αντιληφθεί τα σωστά εργαλεία για ένα επιτυχημένο αγώνα. Προτείνει ότι εάν η σύγκρουση πρέπει να αποκαλείται πόλεμος, οι ΗΠΑ πρέπει να αντιληφθούν ότι “η νίκη είναι πολύ πιο πιθανόν να συμβεί όταν διατηρήσουμε την ισχύ των ΗΠΑ, την συνοχή και του γοήτρου των, παρά με την καταστροφή των εχθρών με στρατιωτικά μέσα”. 
Ο Γκόρντον προτείνει όπως η Ουάσινγκτον δανειστεί αντιλήψεις που είχε κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου εναντίον του σοβιετικού κομουνισμού. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διαχειρίζεται τις απειλές με υπομονή, να διατηρεί τις αξίες της κοινωνίας των ΗΠΑ άθικτες και να επανακτήσει τους φίλους και τους συμμάχους της. Ο Γκόρντον ουσιαστικά προτείνει μια αναδόμηση της αντίληψης σχετικά με το σεβασμό που θα πρέπει να κερδίσουν οι ΗΠΑ. Μέσα σε αυτές τις σελίδες γινόμαστε μάρτυρες, έστω ενός μέρους, της νέας στρατηγικής των ΗΠΑ. Διαβάστε περισσότερα...

Με μεθόδους της KGB


Του Christopher J. Chivers
New York Times 


O Ομάρ Ισραήλοφ τα τελευταία δύο χρόνια, από τη Βιέννη όπου ζούσε, εξαπέλυσε επιθέσεις κατηγοριών για τη ρωσική κυβέρνηση σχετικά με μεγάλο αριθμό μακάβριων εγκλημάτων στην Τσετσενία. Ακόμη και για τη σκληρή πραγματικότητα του Καυκάσου, οι κατηγορίες του προκαλούν σοκ. Πρώην αντάρτης που κατέληξε να προσληφθεί ως σωματοφύλακας του προέδρου της Τσετσενίας, Ραμζάν Καντίροφ, ο Ισραήλοφ είχε αποκτήσει πρόσβαση στον κλειστό κύκλο του συστήματος εξουσίας της ρωσικής επαρχίας. Ο Καντίροβ αναρριχήθηκε και παραμένει στην εξουσία χάρη στην υποστήριξη του Ρώσου πρωθυπουργού, Βλαντιμίρ Πούτιν.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ισραήλοβ, ο Καντίροφ και ο Ρώσος βουλευτής Άνταμ Ντελιμάνκοβ, δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του έναν άνθρωπο χτυπώντας τον μέχρι θανάτου με ένα φτυάρι. Ένας άλλος κρατούμενος κακοποιήθηκε σεξουαλικά από ανώτατο στέλεχος της τσετσένικης Αστυνομίας πριν εκτελεστεί, κατά διαταγή του Καντίροφ. Ο Ισραήλοφ υποστήριζε ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα βασανισμού από τον Καντίροφ, ο οποίος αρέσκεται να κάνει ο ίδιος ηλεκτροσόκ στους κρατούμενούς του ή να τους πυροβολεί στα πόδια.
Ο Καντίροφ αρνήθηκε να σχολιάσει το παρόν άρθρο. Ο εκπρόσωπος Τύπου του προέδρου εξέδωσε όμως ανακοίνωση με την οποία χαρακτηρίζει τις προαναφερθείσες κατηγορίες μέρος «καλά οργανωμένου συνωμοτικού σχεδίου για την υπονόμευση της τσετσενικής κυβέρνησης». Από το 1994 που ξεκίνησε ο αποσχιστικός πόλεμος στην περιοχή, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι κατέγραψαν συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις, εξαφανίσεις, συλλογικές τιμωρίες, εκτελέσεις και βασανιστήρια.
Ωστόσο, οι κατηγορίες του Ισραήλοφ είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία, αφού επρόκειτο για κάποιον που γνώριζε το σύστημα από μέσα. Μαζί με τον πατέρα του, Σαρμπούντι, ο οποίος επίσης φυλακίστηκε για 10 μήνες χωρίς να του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, υπέβαλαν μηνύσεις τόσο στις ρωσικές αρχές, όσο και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το 2006 και το 2007. Η δικογραφία ποτέ δεν δημοσιεύθηκε, ενώ οι κατηγορίες ήταν οι πρώτες που εγείρονται εναντίον του Καντίροφ, ενός ανθρώπου που στη Ρωσία θεωρείται ήρωας εξαιτίας της επιτυχίας του στην καταστολή του αποσχιστικού κινήματος στην Τσετσενία.
Από πέρυσι, οι Ισραήλοφ συνεργάζονταν με την εφημερίδα New York Times, παρέχοντάς της αντίτυπα αρχείων από απόρρητες δίκες. Ο ηλικίας 27 ετών Ομάρ Καντίροφ ήταν ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος που συμμετείχε και ο ίδιος στη βίαιη διένεξη της Τσετσενίας. Οι New York Times όμως επιβεβαίωσαν την ισχύ της μαρτυρίας του από ανεξάρτητες πηγές, συμπεριλαμβανομένου και ενός μάρτυρα που τον είδε να βασανίζεται. Εντέλει μάλιστα, η εφημερίδα δεν δημοσίευσε πολλές από τις πληροφορίες που μας έδωσε, φοβούμενη για την ασφάλειά του. Άλλωστε, πολλοί πολιτικοί αντίπαλοι του Καντίροφ, συμπεριλαμβανομένων και δημοσιογράφων, σώπασαν με τη βία.
Επιπλέον, πριν από ένα χρόνο, ο Ισραήλοφ είχε καταγγείλει στις αυστριακές αρχές ότι ένας Ρώσος πράκτορας απείλησε τη ζωή του. Η αντιτρομοκρατική υπηρεσία ανέκρινε τον πράκτορα, ο οποίος αποκάλυψε ότι ο Ισραήλοφ περιλαμβανόταν σε λίστα με 300 εχθρούς του Καντίροφ που έπρεπε να δολοφονηθούν. Στις 9 Ιανουαρίου, οι Times επικοινώνησαν με το γραφείο του Πούτιν και του γνωστοποίησαν ότι θα δημοσιεύσουν τις καταγγελίες του Καντίροφ. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Ρώσου πρωθυπουργού απάντησε ότι δεν «σχολιάζει φήμες».
Στις 13 Ιανουαρίου, ο Ισραήλοφ βγήκε από το διαμέρισμά του για να αγοράσει γιαούρτι. Η έγκυος σύζυγός του έλειπε και εκείνος πρόσεχε τα τρία παιδιά τους. Δύο άνδρες τον βρήκαν στον δρόμο και άρχισαν να λογομαχούν. Ο Καντίροφ δεν είχε προστασία και άρχισε να τρέχει στους δρόμους της Βιέννης αβοήθητος. Τον πυροβόλησαν πισώπλατα μέρα μεσημέρι. Μία σφαίρα τον βρήκε στο πόδι, μία στο χέρι και μία στην κοιλιακή χώρα. Ύστερα από λίγο εξέπνευσε. Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις εδώ και τέσσερις μήνες διενεργούν μια μεγάλη ανάκριση στο εσωτερικό τους

Hürriyet 

(17/2/2009)

Του Mehmet Ali Birand 

Μετά τη δημοσίευση του προηγούμενου άρθρου μου, ένας ε.α. ανώτατος αξιωματικός, ο οποίος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις μέσα στις ΤΕΔ, μου ανέφερε: «Είμαι βέβαιος ότι το Γενικό Επιτελείο εδώ και 4 μήνες έχει αρχίσει έρευνα για όλα τα θέματα που βρίσκονται στην επικαιρότητα».

Επειδή απόρησα αναζήτησα την επιβεβαίωση της πληροφορίας αυτής και από άλλες πηγές. Πράγματι, το Γενικό Επιτελείο έχει αρχίσει αθόρυβα μια μεγάλη έρευνα, η οποία αφορά τα εξής κεφάλαια:

● Ποιος ε.ε. αξιωματικός έχει σχέση και με ποιο σωματείο. Το σωματείο αυτό τι είδους δραστηριότητες έχει.
● Ποιος ε.α. ανώτατος διοικητής έχει σχέση και με ποιο σωματείο, ποιος και σε ποια εφημερίδα αρθρογραφεί ή σε ποιο τηλεοπτικό σταθμό εμφανίζεται. [Σύμφωνα με δικές μου πληροφορίες ορισμένοι ε.α. αξιωματικοί έχουν προειδοποιηθεί τόσο για τα λεγόμενά τους, όσο και για τις δραστηριότητές τους, με την επισήμανση να απέχουν από τέτοιου είδους δραστηριότητες. Η πλειοψηφία αυτών έλαβε σοβαρά υπόψη την προειδοποίηση, άλλοι πάλι όχι].
● Διερευνώνται οι τάσεις και οι σχέσεις αυτών που έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες αναφορικά με επιχειρήσεις, αλλά και σε πληροφορίες διαβαθμισμένου χαρακτήρα.
● Οι ισχυρισμοί για ατασθαλίες σε διαγωνισμούς, αλλά και σε αγοραπωλησίες. 
● Οι κομματικές, αλλά και οι ιδεολογικές τάσεις τόσο του πολιτικού προσωπικού των ΤΕΔ, όσο και των ε.ε. αξιωματικών. 

Μια άλλη απόφαση, η οποία με εξέπληξε, είναι και η διερεύνηση της υπόθεσης των «Ημερολογίων των Πραξικοπημάτων» του πρώην Αρχηγού των ναυτικών δυνάμεων Özden Örnek Ως γνωστόν, στα ημερολόγια αυτά είχε καταγραφεί ότι την περίοδο 2003 - 2005 σχεδιαζόταν πραξικόπημα εναντίον της θρησκευτικής αντίδρασης, το οποίο όμως δεν πραγματοποιήθηκε, διότι δεν υπήρξε η κατάλληλη υποστήριξη από τον τότε Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου. Είναι τα γνωστά σχέδια πραξικοπήματος, τα οποία έφεραν την κωδική ονομασία «Sarıkız» και «Ayışığı».

Τώρα, βέβαια, μπορεί να αναρωτηθείτε γιατί το Γενικό Επιτελείο δεν ανακοινώνει τις ενέργειές του αυτές. Κάτι τέτοιο δεν θα ικανοποιούσε την κοινή γνώμη;

Το έχω αναφέρει και άλλοτε ότι ο Μπασμπούγ, αν και είναι περισσότερο ανοικτός σε σύγκριση με τους προκατόχους του, εντούτοις όσον αφορά το θέμα των δημοσίων σχέσεων συνεχίζει να είναι ακόμη επιφυλακτικός. Προτιμά να είναι κλειστός στον εαυτό του. Συνεχίζουν οι παλιές συνήθειες.

Προτιμά να λύνει τα θέματα, πριν αυτά επεκταθούν περισσότερο. Αν και γνωρίζει να χρησιμοποιεί αρκετά καλά το θέμα της επικοινωνίας, εντούτοις όταν η υπόθεση ανάγεται στην ίδια τη δομή των ΤΕΔ, τότε προτιμά να κρατά τη σιωπή του. Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι όσο υπάρχει διαφάνεια, τόσο θα αυξάνεται και η αξιοπιστία του, αλλά και η εκτίμηση, την οποία τρέφει η κοινή γνώμη στο πρόσωπό του. Διαβάστε περισσότερα...

Ο Ερντογάν είναι πολύ εξοργισμένος



 
(17/2/2009)


Του Taha Akyol 

Οι όροι της μονοκομματικής περιόδου της τουρκικής ιστορίας ήταν εντελώς διαφορετικοί. Οι πολιτικοί ηγέτες τότε ήταν «εθνικοί ήρωες». Γνωρίζουμε ότι τόσο ο Ατατούρκ, όσο και ο Ινονού είχαν περιόδους θυμού και κούρασης.

Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η Τουρκία είναι μια χώρα, η οποία είναι δύσκολο να διοικηθεί, ότι δεν μπορεί να εξασφαλισθεί συναίνεση σε βασικά πολιτικά ζητήματα και ότι, δυστυχώς, συνεχίζονται οι αντιδικίες σε θέματα, όπως ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, η δημοκρατία και η εθνική ταυτότητα. Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι η Τουρκία είναι «μια χώρα, η οποία αναπτύσσεται», με συνέπεια να έχει μεγάλες ανάγκες, αλλά και περιορισμένους πόρους. 

Τα κερδοσκοπικά φαινόμενα, τα οποία έχουν διογκωθεί με την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και η μη δίκαιη κατανομή των εσόδων, πυροδοτούν την κοινωνική ένταση. Οι κυβερνήσεις γενικά για τις υπηρεσίες, τις οποίες προσφέρουν, αναμένουν την εκτίμηση της κοινής γνώμης. Όταν, όμως, ακούν παράπονα για τη μη επίλυση των προβλημάτων, τότε αυτό το εκλαμβάνουν ως μια εχθρική πράξη απέναντί τους, με συνέπεια να θυμώνουν και να αυξάνουν την ένταση στην κοινή γνώμη. 

Εδώ και λίγο χρονικό διάστημα, ακούω ότι τα μέλη του ΑΚΡ, τα οποία είχαν αγκαλιάσει τον Τούρκο Π/Θ κατά την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, έχουν επιθυμήσει να ξαναδούν τον παλιό Ερντογάν. Βέβαια, το βράδυ εκείνο των περασμένων βουλευτικών εκλογών είχε και την έννοια του «θριάμβου», ενώ ακολούθησαν οι ημέρες των προβλημάτων και της μη επίτευξης κοινωνικής συναίνεσης, η λανθασμένη χρονική επιλογή για την ισλαμική μαντίλα, αλλά και η ένταση με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Κατά την περίοδο εκείνη του χαμού, όλοι έλεγαν «προσοχή στην οικονομία». Ο Ερντογάν, όμως, εξέλαβε την κίνηση αυτή ως μια εχθρική ενέργεια και έδειξε την αντίδρασή του με οργή. Όμως, δείτε τώρα τι λέει ο Πρόεδρος του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Καισάρειας Mustafa Boydak, τον οποίο εκτιμώ και ιδιαιτέρως: «Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να μας αντιληφθεί! Ο επιχειρηματικός κόσμος προέβη στις ανάλογες προειδοποιήσεις. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όμως η υπερβολική εμπιστοσύνη φέρνει και λάθη. Τριάντα οκτώ χώρες ετοίμασαν διάφορα οικονομικά πακέτα για την παγκόσμια οικονομική κρίση. Θα έπρεπε να είχαμε κι εμείς!... Στις αραβικές χώρες δεν υπάρχουν χρήματα… Η Τουρκία έχει μετατραπεί σε μια χώρα, όπου οι εσωτερικές αντιδικίες βιώνονται πολύ έντονα…».

Μήπως, άραγε, ο Boydak ανήκει στο CHP; Μήπως αναμένει από την κυβέρνηση παράνομη χρηματική βοήθεια; Ασφαλώς όχι! Ο άνθρωπος αναφέρει μόνο τις πραγματικότητες. Μακάρι ο Ερντογάν όλες αυτές τις έγκαιρες προειδοποιήσεις να μην τις είχε εκλάβει ως «εχθρότητες», να τις είχε αντιληφθεί εγκαίρως και να είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Έτσι, η παρούσα κρίση δεν θα μας είχε κτυπήσει τόσο πολύ. Ο Ερντογάν δεν πρέπει να παρασύρεται σε τόσα λάθη, πρέπει να συγκρατεί την οργή του και να μην δημιουργεί εντάσεις στην κοινή γνώμη, την οποία, απεναντίας, έχει χρέος να κατευνάζει. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Winston Churchill και Κύπρος:


Ένα άγνωστο κείμενο του 1907

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάϊκος

Ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε δύο Αυτοκρατορίες, την Βρετανική και την Τουρκική, στις 4 Ιουνίου του 1878 υπογράφεται στην Κωνσταντινούπολη η λεγόμενη Συνθήκη της Κύπρου. Το κείμενό της αποτελείται από δύο άρθρα, θα συμπληρωθεί δε στις 4 Ιουλίου με ένα παράρτημα έξη άρθρων. Η Συνθήκη αφορά την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών έναντι της Ρωσίας, η οποία στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο των ετών 1877-1878 έχει καταλάβει τις παληές αρμενικές επαρχίες της Adjara (όπου το λιμάνι του Batoum) του Ardahan και του Kars, προβλέπει δε (άρθρο Ι) ότι αν αυτή επιχειρήσει στο μέλλον να καταλάβει και άλλα οθωμανικά εδάφη, η Μ. Βρετανία δεσμεύεται να συνδράμει τον Σουλτάνο με την δύναμη των όπλων της.
Προκειμένου η Μ. Βρετανία να διευκολυνθεί στην εξασφάλιση εφοδίων για την εκπλήρωση της δέσμευσής της, ο Σουλτάνος (άρθρο ΙΙ) συναινεί να περιέλθει η Κύπρος υπό την κατοχή και την διοίκησή της. Το νησί θα αποδοθεί στην Τουρκία, εάν και όταν η Ρωσία της επιστρέψει τις παραπάνω επαρχίες (άρθρο VI του παραρτήματος). Τέλος, η Μ. Βρετανία (άρθρο III του παραρτήματος) υποχρεώνεται να καταβάλλει κάθε χρόνο στην Υψηλή Πύλη, ολόκληρο το περίσσευμα του εθνικού εισοδήματος της Κύπρου, ύστερα από την αφαίρεση των διοικητικών δαπανών. Το ποσό του, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ορίζεται σε 92.799 λίρες στερλίνες, 11 σελίνια και τρεις πένες….
Το 1907, ο Winston Spencer Churchill είναι 33 ετών, βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων και κοινοβουλευτικός υφυπουργός Αποικιών. Με την ιδιότητά του αυτή, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, επισκέπτεται την Κύπρο. Στον δρόμο της επιστροφής του στο Λονδίνο, συντάσσει υπόμνημα για την κατάσταση στο νησί, το οποίο, με τίτλο Η κατάσταση της Κύπρου (Condition of Cyprus) απευθύνει στον Sir Francis Hopwood, μόνιμο υφυπουργό Αποικιών, και στον Λόρδο Elgin, επικεφαλής του ίδιου υπουργείου. Το κείμενο του υπομνήματος βρίσκεται στα βρετανικά Εθνικά Αρχεία (TNA (PRO) CAB 37/89/33) και παρατίθεται εδώ αυτούσιο:

Sir F. Hopwood,
Lord Elgin,

Ανησυχώ για την κατάσταση στην Κύπρο, από την οποία μόλις έφυγα, ύστερα από μια σύντομη αλλά φορτωμένη επίσκεψη.
Δεν είχα καταλάβει, ότι από την έναρξη της κατοχής μας, πριν από τριάντα χρόνια, αντλήσαμε από αυτό το νησί, εξαντλημένο όπως ήταν, ύστερα από 300 χρόνια τουρκικής κακοδιοίκησης, πάνω από 1.800.000 λίρες.
Η εντύπωση που είχα σχηματίσει, ήταν πως η ζωή στην Κύπρο συνεχίζεται, λίγο-πολύ χάρις σε γενναία επιχορήγηση από το Θησαυροφυλάκειό μας. Οι μέθοδοι κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών ευνοούν αυτή την εικόνα, την οποία, όπως πιστεύω, έχουν σχεδόν όλοι. Η εικόνα, όμως, είναι τελείως εσφαλμένη. Με την Συνθήκη του 1878, υποχρεώσαμε την Κύπρο να πληρώνει, κάθε χρόνο, 92.800 λίρες στον Σουλτάνο, ως φόρο. Η Συνθήκη αυτή καταρτίσθηκε για τους δικούς μας σκοπούς. Θεωρήθηκε, τότε, ως μεγάλης στρατηγικής σημασίας το να έχουμε ένα οπλοστάσιο και μια στρατιωτική βάση στην Ανατολή, από όπου θα μπορούσαμε να παρακολουθούμε την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη. Όταν ορίσαμε το εν λόγω ποσό του φόρου, δεν ζητήσαμε την γνώμη των Κυπρίων. Ουδέποτε συμφώνησαν με αυτόν και υπολογίσθηκε στη βάση όσων δήλωσε η Τουρκία πως μπόρεσε να απομυζήσει από το νησί, με συνήθεις τουρκικές μεθόδους. Αδημονούσαμε, εντούτοις, να αποκτήσουμε το νησί και δεν είχαμε την πολυτέλεια -ή δεν μας ενδιέφερε- να σαστίσουμε με τους όρους, κυρίως διότι αφορούσαν τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων και μόνον. Ανασκοπώντας αυτή την αρχική συναλλαγή, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ πως υπήρξε ανάρμοστη. Δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε ποτέ να συναινέσουμε στο να γίνουμε οι εισπράκτορες αυτού του μισητού και καταθλιπτικού φόρου, με τον οποίο ο Τούρκος συνέθλιψε και κατέστρεψε τόσες πολλές από τις υποτελείς του επαρχίες. Όμως, αυτή υπήρξε η μισή μόνον συναλλαγή.
Συμπτωματικά, τον ίδιο ακριβώς χρόνο που άρχισε η κατοχή μας στο νησί, ο Σουλτάνος αρνήθηκε την εξόφληση του τουρκικού χρέους του 1855, του οποίου η Μ. Βρετανία και η Γαλλία υπήρξαν συνεγγυήτριες, ενώ υπέγγυα ήταν τα έσοδα της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Tουλάχιστον εδώ, στην Κύπρο, υπήρχε ένα μέρος των εσόδων αυτών, που μπορούσαμε να κατάσχουμε. Έτσι, δεσμεύσαμε ολόκληρο τον φόρο και τον διοχετεύσαμε στην εξυπηρέτηση του ανεξόφλητου δανείου. Χωρίς αμφιβολία, από την δική μας πλευρά, τούτο υπήρξε ένας συμφέρων διακανονισμός. Υπήρξε όμως, μια έντιμη και ηθική πράξη; Δείτε τις συνέπειες: Η Κύπρος δεν ρωτήθηκε για τον φόρο προς την Τουρκία. Επιπλέον, ουδεμία είχε σχέση με την επέκταση της βρετανο-γαλλικής εγγύησης του δανείου του 1855 και, ακόμα περισσότερο, δεν ρωτήθηκε σχετικά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν το δάνειο του 1855 για λόγους υψηλής πολιτικής, ολοκληρωτικά άσχετους με την Κύπρο. Θα πρέπει να υποτεθεί πως, παραχωρώντας την εγγύηση, η Μ. Βρετανία έπραξε αποκλειστικά προς το βρετανικό συμφέρον. Ασφαλώς, η Μ. Βρετανία και ουδείς έτερος, έφερε την ευθύνη για το μερίδιό της σε περίπτωση υπερημερίας. Δεν είχε και δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να κάνει την Κύπρο να συμμετάσχει στην εξόφληση αυτής της γνήσια βρετανικής υποχρέωσης, από ότι θα είχε στην περίπτωση της Κεϋλάνης ή οποιουδήποτε μικρού ανεξάρτητου κράτους που θα μπορούσε να υποτάξει με την δύναμη των όπλων. Όμως, αυτό έπραξε. Ο Τούρκος, ούτε μία δεκάρα δεν εισέπραξε από τον φόρο και, από την άποψη αυτή, η Συνθήκη του 1878, στην πραγματικότητα, ξεπεράσθηκε ολοκληρωτικά. Εντούτοις, η Κύπρος υποχρεώθηκε, έτσι κι αλλιώς, να πληρώσει. Τα χρήματα ήρθαν σ’εμάς και χρησιμοποιήθηκαν από εμάς για την κάλυψη του συνολικού τμήματος μιάς καθαρά βρετανικής υποχρέωσης.
Από την σκοπιά της Κύπρου, η υπόθεση φαίνεται πολύ άσχημη. Οι Κύπριοι βλέπουν πως τους δεσμεύσαμε να πληρώσουν στον Σουλτάνο έναν υπερβολικό φόρο. Βλέπουν πως έχουμε διάφορα δικά μας χρέη να εξοφλήσουμε. Και παρατηρούν πως, αντί να εκπληρώνουμε τον όρο της Συνθήκης, με τον οποίο δεσμεύθηκαν τόσο αντικανονικά, εμείς, έτσι κι’ αλλιώς, παίρνουμε τα χρήματά τους και τα κρατάμε για τους εαυτούς μας. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε για τα αισθήματά τους;
Είναι απολύτως αληθές, ότι κάτω από το βάρος που θέσαμε σ’αυτό το μικρό και πενόμενο νησί, ο κυπριακός λαός κατέρρευσε. Παρ’όλο που επιβλήθηκε η πιο σκληρή οικονομία, παρ’όλο που όλα τα δημόσια έργα παραμελήθηκαν και ολόκληρη η δημόσια διοίκηση περικόπηκε σε σημείο λιμοκτονίας, ουδέποτε πετύχαμε τίποτα παραπάνω από τον Σουλτάνο. Τους αποσπάσαμε ολόκληρο τον φόρο των 92.800 λιρών και, ως αποτέλεσμα, προχωρήσαμε στο να μεταχειριζόμαστε την Κύπρο, ωσάν να ήταν ένα μη οικονομικά αυτάρκες προτεκτοράτο. Τέθηκε υπό τον πλέον αυστηρό έλεγχο του Θησαυροφυλακείου. Το προϊόν όλων των οικονομιών της -παρ’όλη την αυτοθυσία των Κυπρίων- και κάθε περίσσευμα, όσο αξιοθρήνητα μικρό και να ήταν, τα κατάσχαμε στο τέλος κάθε οικονομικού έτους. Η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που είχαν εισπραχθεί και, αθροιστικά, στην δαπάνη για την δημόσια διοίκηση και σε ολόκληρο τον φόρο, εμφανίζονταν, στη συνέχεια, ως επιχορήγηση και οι λογαριασμοί παρουσιάζονταν στην Βουλή, με τρόπο που έκανε οποιονδήποτε να υποθέτει ότι, στην πραγματικότητα, η Κύπρος ζούσε με βρετανικό χρήμα. Αυτή η εξοργιστική και ανήθικη τακτική διήρκεσε 27 χρόνια. Σ’αυτό το χρονικό διάστημα, πετύχαμε να αποσπάσουμε από το κατεστραμμένο νησί, 60.000 λίρες το χρόνο, κατά μέσο όρο, ή, περίπου, 1.600.000 λίρες, συνολικά.
Στις αρχές του 1906, το υπουργείο Αποικιών επέστησε την προσοχή του υπουργού των Οικονομικών (Chancellor of the Exchequer) σχετικά με την αξιοθρήνητη κατάσταση του νησιού, την αργή του πρόοδο, κάτω από την βρετανική κατοχή, τους ανυπόφορους οικονομικούς περιορισμούς, υπό τους οποίους τελούσε, και το αχρείο σύστημα, κατά το οποίο κάθε τοπικό οικονομικό περίσσευμα ή αποταμίευμα, διοχετεύονταν αποκλειστικά στην μείωση της συνολικής επιχορήγησης. Τότε ο υπουργός αποφάσισε -και επρόκειτο για φιλελεύθερη απόφαση- να δώσει αυτό που το Θησαυροφυλάκειο αποκαλεί μία "σταθερή επιχορήγηση 50.000 λιρών ετησίως", έτσι ώστε τα οικονομικά περισσεύματα και αποταμιεύματα, εγγυημένα πάνω σ’αυτή την βάση, να ρέουν προς όφελος του νησιού. Με άλλα λόγια, υποσχεθήκαμε στην Κύπρο, ότι δεν θα την υποχρεώσουμε να εισφέρει στην εξόφληση καθαρά βρετανικών χρεών, με περισσότερο από 42.800 λίρες ετησίως. Αυτό είναι το καθεστώς που ισχύει σήμερα, παρ’όλον ότι δεν πρέπει να λησμονείται πως πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει για τρία χρόνια, εκτός και αν η γενναιοδωρία μας φθάσει πολύ μακριά.
Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που παρέχεται έτσι. Είναι πραγματική, είναι αποτελεσματική και, όσο διαρκεί, θα υπάρξει αισθητή και ουσιαστική διευκόλυνση και βελτίωση στην κατάσταση. Μολοντούτο όμως, είναι ολοφάνερο πως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα -με εξαίρεση την ανωτέρα βία- να εισπράξουμε, έστω μια δεκάρα από τον κυπριακό φόρο, προκειμένου να ανακουφιστούμε από τις δικές μας, νόμιμες υποχρεώσεις, όσο ατυχής και να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συμφωνήθηκαν. Σπάνια θα δει κανείς θέαμα πιο απεχθές από την καταπίεση μιάς μικρής κοινότητας από μία Μεγάλη Δύναμη, με σκοπό το χρηματικό όφελος. Και, αναμφισβήτητα, αυτό είναι το θέαμα που παρουσιάζει σήμερα, η εκ μέρους μας οικονομική μεταχείριση της Κύπρου. Το να αποσπούμε φόρο με εξαναγκασμό, από οποιαδήποτε κτήση ή από έδαφος που διοικείται υπό την αιγίδα του Στέμματος, είναι, κατά την άποψή μου, ανάξιο της Μ. Βρετανίας και τελεί ολοκληρωτικά σε διάσταση προς όλες τις αρχές της αποικιακής μας πολιτικής. Πέραν από τους ταχυδακτυλουργικούς λογαριασμούς, καταρτισμένους τεχνητά και με σοφιστεία, όσο επιτρέπει η ανθρώπινη ευφυΐα, ένα παραμένει το θεμελιώδες γεγονός: Η Κύπρος πληρώνει 42.800 λίρες ετησίως και η Μ. Βρετανία εισπράττει 42.800 λίρες ετησίως, για το δικό της όφελος, προκειμένου, δηλαδή, να εξοφλεί τμήμα των δικών της χρεών. Και αυτό, θα πω, συνιστά μια επονείδιστη κηλίδα στην αυτοκρατορική πολιτική.
Πόσο διαφορετική είναι η μοίρα της Κύπρου από εκείνην οποιουδήποτε άλλου νησιού ή προτεκτοράτου που διοικείται από το υπουργείο Αποικιών! Στα περισσότερα από αυτά δίνουμε μεγάλες επιχορηγήσεις -στην Σομαλία 75.000 λίρες το χρόνο- όλες οριστική απώλεια για μας, όλες καθαρό κέρδος για κείνα. Είμαστε, συνήθως, ενθουσιασμένοι όταν τα βλέπουμε αυτοσυντηρούμενα. Από κανένα δεν αποσπούμε οποιαδήποτε πληρωμή, εκτός αν αυτή αποτελεί συνεισφορά στην δαπάνη για την τοπική φρουρά, από την οποία προστατεύονται και από την οποία κερδίζουν πολλά. Όμως, η Κύπρος που ήρθε στα χέρια μας κατεστραμμένη και εξουθενωμένη, ύστερα από 300 χρόνια φρικτής κακομεταχείρισης, η Κύπρος που όχι μόνον δεν έλαβε ούτε δεκάρα από εμάς, αλλά συντηρείται μόνη της και έχει συμβάλει στην πληρωμή των δικών μας χρεών με ποσό που ανέρχεται σήμερα σε 1.800.000 λίρες, αποσπασμένο από εκείνην με κόστος την δυστυχία και την αποτελμάτωση, επειδή δεν μπορεί (ορίστε μας!) να μας πληρώνει πάνω από 42.800 λίρες το χρόνο, η Κύπρος είναι στιγματισμένη ως πάμπτωχη κοινότητα που ζεί με επιχορηγήσεις.
Η εικόνα της δυστυχίας δεν γίνεται λιγότερο φανερή, ούτε αν η Κύπρος θεωρηθεί ως μια επαρχία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, στην οποία έχουν παραχωρηθεί πολιτικά δικαιώματα, αντί αυτού που πράγματι είναι, δηλαδή ένα νησί για το οποίο είμαστε υπεύθυνοι και διοικείται ωσάν να ήταν βρετανική αποικία. Συγκρίνατε, αναλογικά, το ποσόν που αποσπούμε από την Κύπρο προς το συμφέρον μας, με τον φόρο που έχει επιδικασθεί -βάσει διεθνών συμφωνιών- στην Τουρκία, και εισπράττεται από την Αίγυπτο, από την Σάμο, από την Ρωμυλία και, πάνω απ’όλα, από την Κρήτη. Η Κρήτη καταβάλλει μόνον 5.000 λίρες ετησίως. Με βάση τα εθνικά τους εισοδήματα, το ποσό που η Κύπρος καταβάλλει κάθε χρόνο στην Μ. Βρετανία, αντιστοιχεί σε 34.000.000 λίρες, που θα πλήρωνε η Μ. Βρετανία ετησίως. Το πώς αυτός ο τόπος έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει και να προοδεύσει, παρ’όλη την ειδεχθή αποστράγγιση, είναι αξιοθαύμαστο. Το γεγονός συνιστά ισχυρή απόδειξη, από την μια πλευρά των αρετών της βρετανικής διοίκησης και από την άλλη της εγγενούς αξίας του νησιού.
Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμε πραγματική ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία το Kars και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την Κύπρο. Το επιχείρημα, εν όψει της εικονικής υπόσχεσης του Λόρδου Salisbury προς τους Κυπρίους, ότι το νησί ουδέποτε θα επιστραφεί στην Τουρκία, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για να μιλήσω σοβαρά, είναι έντιμο να κακομαθαίνουμε τους νησιώτες με διπλωματικά μυθεύματα, υπό το κράτος μιας διεθνούς συνθήκης, την οποία και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ανοικτά παραβιάσει και αγνοήσει; Έχουμε, πλέον, μείνει για πολύ καιρό στην Κύπρο. Το επόμενο έτος θα είναι το τριακοστό από την επιβολή της κατοχής μας. Έχουμε αναλάβει εκεί πολλές συμβατικές υποχρεώσεις, οι γνωριμίες μας έχουν αυξηθεί και αυξάνονται καθημερινά. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε το νησί στην Τουρκία. Η Ευρώπη και η Βουλή των Κοινοτήτων, ουδέποτε θα επέτρεπαν τέτοια επιστροφή στο παρελθόν. Πρόκειται να την δώσουμε στην Ελλάδα; Δεν γνωρίζω να έχει εγερθεί τέτοιο ζήτημα και θα μου προκαλούσε βαθειά θλίψη, εάν επρόκειτο να τεθεί. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ζωή των Μουσουλμάνων σ’αυτό στο νησί, που συνιστούν πάνω από το 1/5 του πληθυσμού και έχουν πάντοτε συμπεριφερθεί απέναντί μας με απόλυτη νομιμοφροσύνη και καλή συμπεριφορά, θα γινόταν ολοκληρωτικά ανυπόφορη και όλοι θα ήταν καταπιεσμένοι και χωρίς δικαιώματα, ακριβώς όπως υπέφεραν οι Έλληνες τον παλιό καιρό. Ποιά άλλη Δύναμις θα μπορούσε να ενδιαφερθεί;
Δεν θα με στενοχωρούσε το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας την Κύπρο, θα πρέπει να λάβουμε μέτρα για την εκπλήρωση του χρέους μας, μέχρι το ποσό των 42.800 λιρών, ετησίως. Η άσκοπη, όμως, θυσία τόσης προσπάθειας από Βρετανούς αξιωματούχους, η άκαρπη απασχόληση τόσων ετών, η παραδοχή της αποτυχίας, είτε να ξαναζωντανέψουμε τον τόπο είτε να συμφιλιωθούμε με τον λαό του, θα αποτελούν ένα λυπηρό επεισόδιο στην βρετανική ιστορία και, δικαιολογημένα, δεν θα είναι αρεστά στην βρετανική κοινή γνώμη. Ο καθένας γνωρίζει, ότι, σήμερα, δεν υπάρχει πρόθεσή μας να αλλάξουμε το διεθνές καθεστώς της Κύπρου και ότι σκοπεύουμε να την κρατήσουμε υπό την κατοχή μας επ’αόριστον. Και με αυτό το δεδομένο, είναι, ασφαλώς, καιρός να εγκαταλείψουμε την θεωρία, ότι έχουμε μόνον περιορισμένη ευθύνη στο νησί και ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε στους Κυπρίους πράγματα τα οποία, ούτε στα όνειρά μας δεν θα τολμούσαμε να διαπράξουμε εις βάρος των συνυπηκόων μας, σε οποιοδήποτε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ας αφήσουμε στο νησί της Κύπρου όλα τα έσοδα που εισπράττονται από την φορολόγηση των κατοίκων της, για την ανάπτυξή της και για την αποκατάσταση της φημισμένης ευμάρειάς της. Και ας επιλέξουμε το επόμενο έτος -αυτό της συμπλήρωσης τριάντα ετών κατοχής- γι’αυτή την πράξη δικαιοσύνης και επανόρθωσης.
Η παρούσα κατάστασις στο νησί είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Δεν εννοώ, πως δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά υπό την διακυβέρνησή μας. Ούτε, ακόμα περισσότερο, ότι δεν είναι ασύγκριτα πιο καλή από ό,τι θα ήταν υπό τους Τούρκους. Και, βεβαίως, ούτε πως οι ίδιοι οι Κύπριοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, δεν παραδέχονται και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός αυτό. Ωστόσο, μια βελτίωση με μέτρο την Τουρκία, δεν αποτελεί επαρκή και πρόσφορη υπεράσπιση της βρετανικής πολιτικής. Η οικονομική βελτίωση και ανόρθωση του νησιού έχουν αυξηθεί πολύ. Η ετήσια οικονομική αφαίμαξη που ανέρχεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 20 και 30% του συνολικού εισοδήματος, με τα ποσά της να έχουν διοχετευθεί εκτός του νησιού, χωρίς οποιοδήποτε ανταποδοτικό όφελος, και ο δαπανηρός χαρακτήρας της υψηλού επιπέδου βρετανικής διοίκησης, έχουν αποτρέψει σημαντικά κάθε μορφή ταχύρρυθμης ανόρθωσης. Ο ασθενής δεν πέθανε στα χέρια μας. Στην μακρά περίοδο της ανάρρωσης έχει, αργά αλλά σταθερά, δυναμώσει. Εάν όμως, η έμφυτη ενεργητικότητα της Κύπρου δεν απομαστευόταν χρόνο με τον χρόνο, το νησί θα ήταν εδώ και καιρό υγιές και ισχυρό. Και αν αύριο αφήσουμε αυτή την ενεργητικότητα ελεύθερη, η ευμάρεια της Κύπρου θα αποκατασταθεί σύντομα, χωρίς αυτό να στοιχίσει, έστω, μια δεκάρα στην Μ. Βρετανία και χωρίς να την αναγκάζουμε να εξεμεί τα μεγάλα ποσά που της έχουμε ήδη αποσπάσει.
Στο μεταξύ, ωστόσο, κάθε αναγκαίο έργο έχει παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, όλα έχουν παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται και σχεδόν λιμοκτονούν, η ανάπτυξη της γεωργίας (που περιλαμβάνει βαμβάκι και μετάξι) η κατασκευή των απόλυτα δικαιολογημένων και επειγόντως αναγκαίων διακλαδώσεων της σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Μόρφου, που λειτουργεί σήμερα και, πάνω απ’όλα, η απίστευτα παραμελημένη αναδάσωση του νησιού -σ’αυτήν στηρίζονται η ομορφιά και η άνεση της ζωής, η συχνότητα των βροχοπτώσεων και η προμήθεια καύσιμης ύλης- όλα, μα όλα, είναι περιορισμένα μέσα σε αυταρχικά και αφύσικα όρια.
Όπου υπάρχει οικονομική αδικία, θα υπάρξει και πολιτική δυσφορία. Όπου μια κοινωνία χρησιμοποιεί μιάν άλλη σαν αγελάδα για άρμεγμα, θα υπάρξουν αναπότρεπτα, έχθρα και διάσταση. Είναι ανώφελο για την Δύναμη που εισπράττει φόρο, να αναζητά ευγνωμοσύνη από τον λαό που τον πληρώνει, χωρίς την θέλησή του, όσο έντιμη και αποτελεσματική και να είναι η σημερινή διακυβέρνησή της. Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι βγάζουμε χρήματα από αυτούς. Γνωρίζουν ότι, πέραν από τους μισθούς των Βρετανών αξιωματούχων, των επιφορτισμένων με τη διοίκηση του νησιού, υπάρχει η ετήσια πληρωμή ενός τεράστιου ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε μια Δύναμη, στην άλλη πλευρά της θάλασσας, και ότι είναι η απόσπαση αυτού του ποσού που, χρόνο με τον χρόνο, εμποδίζει εκείνη ή την άλλη δραστηριότητα ή απόλαυση, που έχουν τόσο ανάγκη και ολόψυχα επιθυμούν. Γνωρίζουν πως ζούμε εις βάρος τους και ότι, παρ’όλο τον πλούτο μας, είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε την δύναμή μας προκειμένου να στύψουμε κάθε χρόνο το νησί, για να αποσπάσουμε αυτό που για κείνους αποτελεί έναν φόρο που τους τραυματίζει και τους σακατεύει. Και ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, όλα τα επιτεύγματα της βρετανικής διοίκησης, όλη η δεξιότητα και η αφοσίωσή της, ακόμα και αν συγκριθούν με την πάλαι ποτέ τουρκική τυραννία, δεν πετυχαίνουν να έχουν οποιαδήποτε απήχηση στις καρδιές του λαού. Όπου και να πήγα, έγινα δεκτός από τον ελληνικό πληθυσμό -αποτελεί τα 4/5 του νησιού- με ελληνικές σημαίες και με ελληνικά τραγούδια, με παθιασμένες εκκλήσεις στην μεγαλοψυχία και την φιλελεύθερη παράδοση της Μ. Βρετανίας, προκειμένου να τους επιτρέψουμε να ενωθούν με την Ελλάδα και να τους "απελευθερώσουμε". Και αν οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται γι’αυτές τις διαδηλώσεις που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο βίαιες, τούτο οφείλεται στο ότι γνωρίζουν πως η ένωση με την Ελλάδα θα αποτελέσει την καταστροφή τους και όχι στο ότι δεν νοιώθουν και αυτοί την οικονομική πίεση, υπό τις σημερινές συνθήκες. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι. Είναι μάταιο, να περιφέρονται οι Βρετανοί επισκέπτες του νησιού, παραπονούμενοι για την κυπριακή "αγνωμοσύνη". Κοιτάξτε πίσω από το σύμπτωμα. Αγγίξτε την αιτία.
Αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας. Πολιτικά, είναι μια από τις χώρες, όπου οι βρετανικές μέθοδοι, ούτως ειπείν, δικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρώπης. Μια μεγάλη και τρανή επιτυχία στην Κύπρο, όπως στην Αίγυπτο, θα προσθέσει στα μάτια του κόσμου, μεγαλείο -ακόμα και ακτινοβολία- στο βρετανικό όνομα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, συνεπάγεται δυσφήμηση και ανυποληψία. Αλλά, από καθαρά υλική άποψη, αξίζει τον κόπο να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας, κάτι εύκολο στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Παρατηρώ ότι δαπανούμε περίπου 80.000 λίρες το χρόνο στο προτεκτοράτο της Σομαλίας, ποσό το οποίο είναι, σχεδόν τελείως, αντιπαραγωγικό. Ακόμα και σε άλλες χώρες που ζουν από επιχορηγήσεις, υπάρχουν στοιχεία αμφιβόλου αποτελέσματος. Η Κύπρος αποτελεί μια βεβαιότητα. Γνωρίζουμε πως το νησί, όχι μόνον είναι ήδη αυτοσυντηρούμενο αλλά και ικανό να συνεισφέρει ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες μας. Γνωρίζουμε ότι τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με μη επιστημονικές μεθόδους παραγωγής, ο πληθυσμός της Κύπρου υπερέβαινε το 1.000.000 κατοίκους, ή περισσότερο από τέσσερις φορές παραπάνω από τον σημερινό, και ότι μία μόνον πλούσια πόλις, η Σαλαμίς -σήμερα ένα μελαγχολικό ερείπιο- κάποτε είχε 250.000 κατοίκους. Δεν υπάρχει θέμα δημιουργίας αλλά αναβίωσης. Και αν επιτραπεί, τα έσοδα του νησιού να διοχετεύονται στα δημόσια έργα και στην επιστημονική οργάνωση, η αναβίωση αυτή, σίγουρα θα πραγματοποιηθεί με απρόσμενη ταχύτητα. Η Μ. Βρετανία, όχι μόνον θα αναγνωρισθεί για ένα ακόμα καλό έργο αποκατάστασης, αλλά θα εισπράξουμε και μια πιο υλική αμοιβή, με την διατήρηση μιας πολύτιμης περιοχής για τις βρετανικές διοικητικές ικανότητες και με την σταθερή ανάπτυξη εμπορικών επαφών. Το εάν η αλλαγή που προτείνω θα έχει ως αποτέλεσμα να εξανεμισθούν οι βλέψεις για ελληνική εθνική ενότητα, αυτές που έχουν αρχίσει να προκαλούν τόση αναταραχή και θα προκαλέσουν περισσότερη, δεν είμαι σε θέση να το πω. Όμως, σε κάθε περίπτωση, με την άρση της αδικίας του φόρου, τα οικονομικά συμφέροντα των Κυπρίων θα συνταχθούν με την δική μας πλευρά. Και, χωρίς να επιθυμώ να υποτιμήσω την ειλικρίνειά τους, θα εναπέθετα πολλά στην λύση αυτή.

Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχουμε κάνει το καθήκον μας και να έχουμε απαλλαγεί από αυτή την κατάσταση που ηθικά, πολιτικά και οικονομικά είναι αδικαιολόγητη.

Αποφεύγω σκόπιμα την αναφορά στις λεπτομέρειες της νέας ρύθμισης. Πιστεύω, εντούτοις, ότι το επόμενο έτος, οπότε συμπληρώνονται 30 χρόνια κατοχής μας, θα πρέπει να θεωρηθεί σαφώς, ως το έτος για το γεγονός. Τολμώ να πω, ότι οι Κύπριοι θα μπορούσαν να παρακινηθούν να ψηφίσουν, μιά για πάντα, ένα ετήσιο ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις 10.000 λίρες, ως επιστροφή αξίας από την βρετανική προστασία. Όμως αυτή η εισφορά θα πρέπει να είναι αυτόβουλη. Τείνω προς την άποψη, ότι το εισοδηματικό κεφάλαιο θα πρέπει να διοχετεύεται για τοπικούς σκοπούς, χωρίς όμως, να θέλω να μειώσω τον υφιστάμενο έλεγχο του κυβερνήτη σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της οικονομίας. Ει δυνατόν, δεν πρέπει να απομακρυνθούμε από τις διατάξεις της Συνθήκης του 1878. Ο φόρος μπορεί είτε να εισπράττεται και να επιστρέφεται εξωλογιστικά, μέσω μιας αντίστοιχης επιχορήγησης, ή, διαφορετικά, η επιχορήγηση, απλά, θα καταργηθεί. Το νησί θα αναγνωρισθεί ως αυτοσυντηρούμενο και η επιβάρυνσή μας για την εξυπηρέτηση του δανείου του 1855 θα αυξηθεί κατά 35.000 λίρες, περίπου, ετησίως. Αυτό είναι το αγκάθι. Όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ, γιατί εμείς έχουμε περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε άλλο, να αρνούμεθα την εκπλήρωση του τμήματος της οφειλής μας ή να την μεταθέτουμε δια της βίας σε άλλους.
19 Οκτωβρίου 1907 W. S. C.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Όταν το 1914 η Τουρκία τάσσεται στο πλευρό της Γερμανίας και των συμμάχων της, η Μ. Βρετανία ακυρώνει, μονομερώς, την Συνθήκη του 1878 και προσαρτά το νησί, ενώ το 1923, με την Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτείται από όλα τα εδαφικά της δικαιώματα σ’αυτό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1925, η Κύπρος ανακηρύσσεται, επίσημα, βρετανική αποικία. Όσο για τον φόρο, το 1927 η βρετανική κυβέρνηση αυξάνει την επιχορήγηση μέχρι το ποσό του, υπό τον όρο όμως, ότι η Κύπρος θα καταβάλλει 10.000 λίρες το χρόνο, ως "αμυντική δαπάνη"….

:::::::::::::::

[δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» Αθηνών το Σάββατο 07 Φεβρουαρίου 2009 ] Διαβάστε περισσότερα...

Η ΤΡΑΟ ανακάλυψε νέες πετρελαϊκές περιοχές στη Θράκη και στην Ανατολία


 

(16/2/2009) 

Η Κρατική Εταιρεία Πετρελαίων Τουρκίας [ΤΡΑΟ] επιτάχυνε τις πετρελαϊκές εργασίες της για την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων στα δυτικά και στα ανατολικά της Τουρκίας. 

Στο πλαίσιο αυτό, τόσο στην περιοχή της Θράκης, όσο και στη νοτιοανατολική περιοχή, εντόπισε νέα κοιτάσματα πετρελαίου. Αναφέρεται ότι στη νοτιοανατολική περιοχή οι έρευνες πραγματοποιούνται στις περιοχές Αντίγιαμαν και Ντιγιάρμπακιρ.

Παράλληλα, η ΤΡΑΟ επιτάχυνε και τις εργασίες της για την ανακάλυψη φυσικού αερίου στην περιοχή της Ίμβρου. Ως γνωστόν, η ΤΡΑΟ είχε πραγματοποιήσει έρευνες σε βάθος 3.200 μέτρων εντός των χωρικών υδάτων των 6 μιλίων της Ίμβρου, όπου και είχε ανακαλύψει φυσικό αέριο. Κατόπιν αυτού, άρχισε έρευνες και πάνω στο νησί της Ίμβρου.

Στη συνέχεια, η εφημερίδα γράφει ότι η γνωστή εταιρεία της Βραζιλίας PETROBRAS φέτος θα πραγματοποιήσει δύο ξεχωριστές έρευνες στην περιοχή της δυτικής Μαύρης Θάλασσας. Στο πλαίσιο αυτό, στην περιοχή Κιρκλάρελι θα πραγματοποιηθεί έρευνα σε βάθος 1.200 μέτρων, στη δε περιοχή της Σινώπης σε βάθος 2.200 μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται ότι για την πρώτη έρευνα η εταιρεία της Βραζιλίας εξασφάλισε πλοίο γεώτρησης από τη Ρουμανία, συνεχίζοντας παράλληλα την αναζήτησή της και για δεύτερο πλοίο για τη δεύτερη έρευνα.


CNN Türk 
(16/2/2009)

Η CHEVRON στο παιχνίδι για το πετρέλαιο της Μαύρης Θάλασσας

Επιταχύνθηκαν οι συνομιλίες της TPAO με την αμερικανική εταιρία CHEVRON για έρευνες στα βαθιά νερά της Μαύρης Θάλασσας για πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η TPAO, που δέχθηκε προσφορές από πολλές εταιρίες για τις εργασίες ερευνών πετρελαίου στη Μαύρη Θάλασσα, συναντήθηκε στην Τουρκία με τους αρμοδίους της αμερικανικής εταιρίας CHEVRON μετά από αλληλογραφία που έγινε κατά τον Ιανουάριο.

Κατά τη συνάντηση αυτή, υπήρξε ανταλλαγή απόψεων για ορισμένες βασικές λεπτομέρειες, που θα αποτελέσουν τα θεμέλια της συμφωνίας μεταξύ TPAO και CHEVRON.

Η TPAO, που είχε προβεί σε εργασίες με την PETROBRAS της Βραζιλίας νωρίτερα, τελευταία και ειδικότερα τον περασμένο Νοέμβριο προέβη και σε συμφωνία με την αμερικανική EXXON MOBIL.

Επειδή οι έρευνες πετρελαίου στη βαθιά θάλασσα είναι ακριβότερες απ’ ό,τι στην ξηρά, για τις θαλάσσιες έρευνες προτιμώνται οι από κοινού εργασίες τόσο για το διαμοιρασμό του κόστους όσο και για το διαμοιρασμό του ρίσκου.

Ο υποδιευθυντής της TPAO, Οζντάς, δήλωσε ότι μετά την αλληλογραφία που υπήρξε με τη CHEVRON, πραγματοποιήθηκαν απευθείας συνομιλίες που ήταν άκρως θετικές, και ότι δεν τίθεται κανένα θέμα το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρνητικό. Επίσης, δήλωσε ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και ότι για τη συμφωνία χρειάζεται χρόνος.  Διαβάστε περισσότερα...

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ «Ο ΛΟΓΟΣ»
(101,1 FM)


ΕΚΠΟΜΠΗ «ΑΝΟΙΚΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»


Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου, 17:00 – 18:00

Συζήτηση


Μηχανισμοί Επιβολής Ιδεών και Πλύση Εγκεφάλου
Οι μέθοδοι προπαγάνδας από το Ψυχρό Πόλεμο στην Νέα Τάξη



Καλεσμένος: Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, Ψυχολόγος

Παρέμβαση: Μάριος Ευριβιάδης, Επ. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο 


Συντονίζει: Χρήστος Ιακώβου


Διαβάστε περισσότερα...

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
ΓΩΝΙΑ ΛΕΩΦ.ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΜΠΟYΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 1

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου, 19.00
To Κυπριακό Κέντρο Μελετών σας προσκαλεί στην εκδήλωση με θέμα:
"Η Διεθνής Οικονομική Κρίση και οι Επιπτώσεις στην Κυπριακή Οικονομία"

Χαιρετισμός: Τώνης Τουμαζής
Πρόεδρος ΚΥΚΕΜ
Ομιλητές:
Σταύρος Ευαγόρου
Βουλευτής, ΑΚΕΛ

Αβέρωφ Νεοφύτου
Βουλευτής, ΔΗΣΥ

Μιχάλης Σαρρής
Τέως Υπουργός Οικονομικών

Συντονιστής :
Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής ΚΥ.ΚΕ.Μ

Πληροφορίες: KY.KE.M 22 66 88 48
Χορηγός
S. KAZEPIS
AUTO RECYCLING AND ENGINEERING LTD
Χορηγός επικοινωνίας
Διαβάστε περισσότερα...

Η Κούβα αναζητά νέο σοσιαλιστικό μοντέλο


Le Monde Diplomatique


Της Janette Habel
Eιδικής απεσταλμένης της Monde Diplomatique
Πανεπιστημιακού, Ινστιτούτο Ανώτερων Λατινοαμερικανικών Σπουδών, Παρίσι


Την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο επαναστατικός στρατός μπήκε στην Αβάνα κι έδιωξε τον δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Πενήντα χρόνια αργότερα, αν και ο Φιδέλ Κάστρο εγκατέλειψε επίσημα την εξουσία, τον έχει αντικαταστήσει ο αδερφός του, Ραούλ. Αυτή η κρίσιμη περίοδος, η οποία μόνο από ακινησία δεν χαρακτηρίζεται, βλέπει την ανάδυση μιας έντονης συζήτησης γύρω από το μέλλον του σοσιαλισμού, τόσο στους κόλπους των αντιφρονούντων όσο και μεταξύ εκείνων που τον υπερασπίζονται, παρόλο που ταυτόχρονα επιθυμούν την εξέλιξή του.

«Να βγούμε από το χάος χωρίς να υποκύψουμε στο νόμο της ζούγκλας». Έτσι συνοψίζει ο κοινωνιολόγος Αουρέλιο Αλόνσο το δίλημμα της Κούβας. Μισό αιώνα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστατικό στρατό, το νησί βρίσκεται και πάλι σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του. Ο Φιδέλ Κάστρο, «προσωρινά» απών από τον Ιούλιο του 2006 για λόγους υγείας, έπαψε να είναι πρόεδρος αφότου παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του το 2008. Παραμένει ωστόσο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας (PCC) μέχρι το επόμενο συνέδριο το οποίο, ο αδερφός του, Ραούλ, έχει ορίσει για το φθινόπωρο του 2009.

Το πολιτικό σκηνικό είναι πρωτόγνωρο. «Δεν φεύγω. Επιθυμώ μονάχα να αγωνιστώ ως ένας στρατιώτης ιδεών. Θα εξακολουθήσω να γράφω με τον τίτλο "Σκέψεις του συντρόφου Φιδέλ". Ίσως κάποιοι με ακούσουν. Θα είμαι προσεκτικός»(1), τόνισε ο κομαντάντε στις 19 Φεβρουαρίου του 2008, αναγγέλλοντας την αποχώρησή του από το προσκήνιο. Με την ανάληψη των καθηκόντων του πέντε μέρες αργότερα, ο Ραούλ Κάστρο ζήτησε από την Εθνοσυνέλευση την άδεια για να συμβουλεύεται τον μεγαλύτερο αδερφό του στα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα, όπως την άμυνα, τη διεθνή πολιτική και την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη. Οι βουλευτές ενέκριναν ομόφωνα την πρόταση με φανερή ψηφοφορία.

Σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, εκείνη η ψήφος έδωσε στον Φιδέλ Κάστρο κάτι σαν δικαίωμα βέτο το οποίο ενδεχομένως εξηγεί τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις. Έκτοτε, ο πρώην πρόεδρος πολλαπλασιάζει τις «σκέψεις» του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η κληρονομιά, για τον αδερφό του τον Ραούλ, είναι ιδιαίτερα «ευαίσθητη».


Διαδοχή με δυσχέρειες
Η διαδοχή, προτού καλά - καλά ξεκινήσει, έρχεται αντιμέτωπη με μια απρόσμενη συνακολουθία περιστασιακών δυσχερειών (την άνοδο στις τιμές των αγροτικών πρώτων υλών, τις σοβαρές ζημιές που προκάλεσαν τρεις διαδοχικοί κυκλώνες (2), τη διεθνή οικονομική κρίση, την πτώση της οικονομικής ανάπτυξης της Κούβας) και δομικών εμποδίων (μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, χαμηλή παραγωγικότητα, διπλό νόμισμα (3), γραφειοκρατική υπερσυγκέντρωση). Τα περιθώρια οικονομικών ελιγμών για την ομαλή διεξαγωγή των αλλαγών που ανακοινώθηκαν το 2007 και που στοχεύουν στον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών μηχανισμών, είναι περιορισμένα. Υπολογίζεται ότι το 2008, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και πετρελαίου έφτασαν τουλάχιστον τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το μισό του σημερινού δυναμικού εξαγωγών της Κούβας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η παροχή υπηρεσιών στη Βενεζουέλα (4).

Η αποκέντρωση των αγροτικών κύκλων, η επικαρπία πάνω στις ακαλλιέργητες εκτάσεις που παραχωρήθηκε σε μικρούς αγρότες, η πολιτική αντικατάστασης των εξαγωγών με τη βοήθεια ιδιωτών καλλιεργητών και η νέα πολιτική μισθοδοσίας (5) είναι μερικά από τα σημαντικά μέτρα που ήδη έχει λάβει η νέα κυβέρνηση. Κάποιοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι «πρέπει να απελευθερωθούν οι παραγωγικές δυνάμεις», όπως έγινε με επιτυχία στο Βιετνάμ. Το σημερινό σύστημα δεν μπορεί, κατά τη γνώμη τους, να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για την ανάπτυξη. Ο οικονομολόγος Πέδρο Μονρεάλ επικαλείται την αναγκαιότητα μιας «οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής επανίδρυσης». (6)

Κοινωνικά κεκτημένα
Εν τούτοις, η ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και οι συνέπειες μιας διευρυμένης οικονομίας της αγοράς ενδέχεται να επιδεινώσουν τις ήδη πολύ δυσάρεστες κοινωνικές ανισότητες, τη στιγμή που οι μισθοί είναι ανεπαρκείς, όπως αναγνώρισε δημόσια ο Ραούλ Κάστρο, ενώ η παραοικονομία και η μαύρη αγορά κάνουν χρυσές δουλειές.
Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 1990 αποσταθεροποίησαν τον πληθυσμό και προκάλεσαν μια νέα κοινωνική ανακατάταξη. Η κουβανή κοινωνιολόγος Μάιρα Εσπίνα διαπιστώνει ότι «ο φτωχός αστικός πληθυσμός που δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες πέρασε από το ποσοστό του 6,3% το 1988 στο 20% το 2000». (7) «Η μικροαστική τάξη στις πόλεις και στην επαρχία ανασυντάχθηκε γύρω από την παραοικονομία, την ελεύθερη εργασία και τη διεύρυνση των μηχανισμών της αγοράς στη διανομή. Στην παραοικονομία, παρατηρούμε ορισμένες δραστηριότητες που λειτουργούν ως μικρές επιχειρήσεις, όπου μπορεί κανείς να ξεχωρίσει με ευκολία το αφεντικό από τον υπάλληλο, τους μισθωτούς, τους οικιακούς βοηθούς, ακόμα και τους μαθητευόμενους». (8)

Η κοινωνική ομοιογένεια και η ισότητα που επιτεύχθηκαν στην αρχή της επανάστασης έχουν υποχωρήσει, παρόλο που ως αξίες παραμένουν βαθύτατα ριζωμένες στην κοινωνία. Πριν την κρίση, η καθιέρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων εγγυόταν την ολική κάλυψη στα είδη βασικής διατροφής, στην παιδεία, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση, την εργασία και την πρόσβαση στα αγαθά του πολιτισμού. Η κοινωνία είχε φτάσει σε σχετικά υψηλά επίπεδα ισότητας, ενώ είχε σημειωθεί πρόοδος και στο θέμα της φυλετικής ισότητας. (9) Η κρίση υπέσκαψε αυτά τα κεκτημένα και οι εντάσεις αυξήθηκαν.

Χάσμα γενεών
Ποτέ πριν δεν ήταν τόσο μεγάλο το χάσμα ανάμεσα στους νέους και την παλιά γενιά των επαναστατών. Το μόνο που έχουν γνωρίσει οι νεότερες γενιές είναι η λιτότητα της «ειδικής περιόδου» (την οποία προκάλεσε μετά το 1991 η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ) και μια κοινωνία η οποία δεν έχει καμία σχέση με εκείνη στην οποία έζησαν οι παλαιότεροι. Τη δικτατορία του Φουλχένσιο Μπατίστα τη θεωρούν σαν μια ιστορία του παρελθόντος που διδάσκεται στα σχολικά βιβλία. Η εποχή της πολυτέλειας τη δεκαετία του 1980, η οποία σε πολλές περιπτώσεις επέτρεψε την κοινωνική άνοδο των γονιών τους, φαντάζει σαν μακρινή ανάμνηση.
Κι ενώ η παιδεία υποβαθμιζόταν, αρκετοί καθηγητές εγκατέλειψαν την εργασία τους προς χάριν καλύτερα αμειβομένων δραστηριοτήτων. Μερικές φορές αντικαθίστανται από «maestros emergentes» (ανερχόμενους δασκάλους), εκπαιδευτικούς με ελάχιστη εμπειρία που έχουν λάβει μια σύντομη επιμόρφωση. «Η εκπαίδευση είναι σκέτη συμφορά», φωνάζει ένας ακροατής κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας συζήτησης που οργάνωσε το περιοδικό «Temas» (10), απηχώντας την αξιοσημείωτη παρέμβαση του διευθυντή του «Φεστιβάλ Λατινοαμερικάνικου Κινηματογράφου» Αλφρέδο Γκεβάρα στο συνέδριο της «Εθνικής Ένωσης Κουβανών Συγγραφέων» (Uneac), ο οποίος κατήγγειλε «τα παράλογα κριτήρια και τις πρακτικές που βασιλεύουν στην παιδεία».

Από πού προέρχεται αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος που επιδεικνύουν πολλοί νέοι απέναντι στην πολιτική; «Με αρρωσταίνει», απαντάει ένας από αυτούς, απηυδισμένος με τις καθημερινές «παροτρύνσεις» και τους πολιτικούς «προσανατολισμούς» των ιθυνόντων. Η αίσθηση ότι δεν έχουν επαγγελματικό μέλλον που να αντιστοιχεί στη μόρφωσή τους είναι διάχυτη και πολλοί προσπαθούν να εγκαταλείψουν το νησί. Το Φεβρουάριο του 2008, κατά τη διάρκεια ενός πολυδιαφημισμένου τετ-α-τετ, ένας φοιτητής εξέφρασε τα παράπονά του στον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης Ρικάρδο Αλαρκόν. Γιατί χρειαζόμαστε άδεια για να ταξιδέψουμε; Γιατί επιβάλλονται περιορισμοί στην πρόσβαση στο Ίντερνετ;


Ανελαστικοί θεσμοί
Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας που διήρκησε πολλούς μήνες, η Μισέλ Τσέιζ, μια αμερικανίδα ιστορικός, υπογραμμίζει ότι οι σημαντικότερες κριτικές σχετίζονται με την έλλειψη ιδεολογικών συζητήσεων και την αρτηριοσκλήρωση των θεσμών (11). Ορισμένοι νεαροί φοιτητές και ερευνητές δίνουν έμφαση στην αναγκαιότητα για «κοινωνικοποίηση της εξουσίας» (12). Το 2007 οργάνωσαν στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας μια δημόσια ενημερωτική συνάντηση με θέμα την Οκτωβριανή Επανάσταση στην οποία παρευρέθησαν εξακόσια άτομα. Ως κληρονόμοι της επανάστασης, επικαλούνται τον σοσιαλισμό και ξαναδιαβάζουν τους «κλασικούς» του μαρξισμού. Αλλά, σημάδι των καιρών, κανένας ανάμεσά τους δεν δηλώνει «φιδελικός».

Αναγνωρίζοντας δημόσια ότι το σύστημα δεν λειτουργεί σωστά, ότι οι μισθοί δεν επαρκούν και ότι χρειάζονται «δομικές αλλαγές», ο Ραούλ Κάστρο γέννησε πολλές ελπίδες. Ο νέος πρόεδρος, όταν κάλεσε τους συμπατριώτες του να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη εθνική συζήτηση, άνοιξε ένα πεδίο για την έκφραση διαφορετικών απόψεων. Παρόλο που καμία σύνοψη της συζήτησης δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, ξέρουμε ότι τα κομματικά στελέχη τάχθηκαν υπέρ ενός πιο συμμετοχικού και δημοκρατικού σοσιαλισμού. Όσο για τον κόσμο -και, κατ΄ αρχάς, για τους αντιφρονούντες- διεκδικεί πάνω από όλα τη βελτίωση της καθημερινής του ζωής. Χρειάζονται αλλαγές. Αλλά, ποιές, πότε και πώς;

Εμφάνιση δημόσιας κριτικής
«Κάτι αρχίζει να κινείται στην Κούβα, το σημερινό μοντέλο περνάει κρίση», σχολιάζει ο νεαρός ερευνητής Αριέλ Ντακάλ. Εδώ και δυο χρόνια, είναι έκδηλη η συλλογική έκφραση της κριτικής πάνω στις σύγχρονες δυσλειτουργίες ή στον απολογισμό του παρελθόντος. Το Φεβρουάριο του 2007, κατά την ανάρρωση του Φιδέλ Κάστρο, η προβολή μιας τηλεοπτικής εκπομπής που εκθείαζε τους πρώην λογοκριτές της δεκαετίας του 1970 προκάλεσε ομαδική αντίδραση που πήρε την ονομασία «ο πόλεμος των e-mail» γιατί εκφράστηκε για πρώτη φορά μέσω διαδικτύου. Το κείμενο, το οποίο υπέγραψαν πολλές προσωπικότητες του πολιτισμού (ο Αλφρέδο Γκεβάρα, η Μαριέλα Κάστρο, κόρη του Ραούλ Κάστρο) και της θρησκείας (ο ιερωμένος Κάρλος Μανουέλ δε Σέσπεδες), ακολούθησε ένας κύκλος διαλέξεων κι ένα βιβλίο που έκανε αρνητικό απολογισμό για τα «χρόνια του μολυβιού». (13)

Για πρώτη φορά, σημειώνει ο Δεσιδέριο Ναβάρο, διευθυντής του περιοδικού «Criterios», «συστάθηκε μια δημόσια σφαίρα που συμπληρώνει τις ελλείψεις των μεγάλων μέσων». Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν τον Απρίλιο του 2008, στο συνέδριο της Uneac, στη γιορτή του Βιβλίου, στις συναντήσεις που οργάνωσε το περιοδικό «Temas» ή στα κέντρα επιμόρφωσης, όπως το «Κέντρο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ». Η ύπαρξη της ιστοσελίδας «Kaosenlared» (χάος στο διαδίκτυο) που δημοσιεύει κείμενα από την Κούβα, επιτρέπει την ανταλλαγή απόψεων και τη διάδοση των συζητήσεων σε μια άγνωστη μέχρι τότε κλίμακα.

Για τί συζητούν; Πού έγκεινται οι διαφορές; Κομματικά στελέχη, ερευνητές, διανοούμενοι και ορισμένοι φοιτητικοί κύκλοι αναζητούν ένα εναλλακτικό σοσιαλισμό. Αυτή η αναζήτηση συνοδεύεται από μια κριτική αναφορά στον υπαρκτό σοσιαλισμό και στον απολογισμό της πτώσης της ΕΣΣΔ, μια ανάλυση την οποία, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας Αμπρόσιο Φορνέτ, «πάντοτε αναβάλλαμε για να μην θέσουμε σε κίνδυνο την ενότητα και να μη δώσουμε όπλα στον αντίπαλο». Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μια «εικονική ομοφωνία» (14): Ο Αλφρέδο Γκεβάρα καταγγέλλει «τη μετατροπή των ιδεών σε εθιμοτυπία, σε λόγια, σε τελετουργία, κάτι συνηθισμένο στην ιστορία των γραφειοκρατών και των οπορτουνιστών».

«Ραουλίστας» - «Φιδελίστας»
Δυο μεγάλα ερωτήματα κυριαρχούν στην καρδιά των συζητήσεων. Κατ' αρχάς, η οικονομία. Εν συνεχεία, η έλλειψη λαϊκής συμμετοχής.
Γιατί δεν πηγαίνει καλά η οικονομία; Ποιές είναι οι σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και την αγορά σε μια μεταβατική οικονομία προς τον σοσιαλισμό; Ποιά διδάγματα μπορεί να αντλήσει η Κούβα από την εμπειρία της Κίνας και κυρίως, του Βιετνάμ; Οι απαντήσεις διαφέρουν ανάμεσα στους «ραουλίστας» και τους «φιδελίστας». Παρόλο που ούτε οι μεν ούτε οι δε εκπροσωπούν απαραίτητα τους αντίστοιχους μέντορές τους, μαρτυρούν την ύπαρξη ουκ ολίγων διαφορών στην κεφαλή του κράτους.

Μέχρι πού μπορεί και θέλει να φτάσει ο Ραούλ Κάστρο; Ως ρεαλιστής, δίνει έμφαση στην ανάγκη για έξοδο από την οικονομία της παλιάς ρουτίνας και για βελτίωση της απόδοσης στη γεωργία (περισσότερο από το 50% της γης μένει ακαλλιέργητο), κάνοντας παράλληλα λόγο για μια περισσότερο οργανωμένη και άξια σεβασμού λειτουργία της θεσμικής τάξης, την οποία βραχυκύκλωνε τακτικά ο μεγάλος του αδερφός. Με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις προσδοκά να διαιωνίσει το πολιτικό σύστημα χωρίς όμως να το αποσταθεροποιήσει, με στόχο να προετοιμάσει τη μετά-Κάστρο εποχή. Εξ ου και το ενδιαφέρον για την εμπειρία του Βιετνάμ που φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι μπορείς να δανειστείς από τον καπιταλισμό ό,τι είναι αποτελεσματικό, όπως την οικονομία της αγοράς, χωρίς να διακυβεύσεις το πολιτικό σύστημα και τον μονοκομματισμό.

Μπορεί όμως μια τέτοια εμπειρία να μεταφυτευθεί στην Κούβα; Και θα αντέξουν οι Κουβανοί το κοινωνικό κόστος ύστερα από τόσα δύσκολα χρόνια που έχουν περάσει; Τη στιγμή που έχει απομακρυνθεί εντελώς η ιδέα της θεραπείας-σοκ, κερδίζει έδαφος η προοπτική για μια αργή και σταδιακή μετάβαση. Ωστόσο, ο Ραούλ Κάστρο είναι 77 χρονών: ο χρόνος του είναι μετρημένος.

Αντίστροφα, όσοι αντιτίθενται στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για κατάρρευση του συστήματος. Ο Φιδέλ Κάστρο δεν έκρυψε ποτέ τις επιφυλάξεις του ως προς τους «καπιταλιστικούς μηχανισμούς», φοβούμενος τις πολιτικές τους συνέπειες.

Έδινε πάντα έμφαση στον εθελοντισμό και τις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Ο πολιτειολόγος Χουάν Βαλδές Πας συνοψίζει κάπως έτσι τις διαφορές: «Για ορισμένους, η επανάσταση είναι μια ιστορική διαδικασία που προχωρεί με άλματα και για να οδηγηθεί στην πρόοδο, πρέπει να θέσει ως στόχο της το ανέφικτο. Πρόκειται για ένα πολύ ισχυρό ρεύμα σκέψης, ενδεχομένως το ισχυρότερο στους κόλπους της επανάστασης. Άλλοι επαναστάτες αποδεικνύονται περισσότερο ρεαλιστές: κατανοούν ότι υπάρχουν καταστάσεις τις οποίες η επανάσταση δεν δύναται να ξεπεράσει. Είναι μια ενδιαφέρουσα διαμάχη ανάμεσα στους ουτοπιστές, ας τους ονομάσουμε έτσι, τους υποκειμενικούς μαρξιστές και τα πιο προσγειωμένα κομματικά στελέχη, που τα απασχολούν συγκεκριμένοι στόχοι και έχουν επίγνωση των συνθηκών».
Σε μια κίνηση με ιδιαίτερη σημασία, το θεωρητικό και πολιτικό περιοδικό του PCC, το «Cuba Socialista», αναδημοσίευσε δυο παλαιότερες ομιλίες του Φιδέλ Κάστρο (15). Η μία, την οποία είχε δώσει το 1988 και «παραμένει πάντα επίκαιρη», σύμφωνα με τον εκδότη, υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η υπεράσπιση της πατρίδας και της ιδεολογικής μάχης: «Ορισμένοι αναρωτιούνται, κάποιες φορές, μήπως αξίζει μάλλον να αφιερώσουμε όλη την ενεργητικότητα, όλες τις προσπάθειες, όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στην ανάπτυξη της χώρας... Αυτή όμως θα ήταν μια σοβαρή πλάνη, μια εγκληματική πλάνη, γιατί είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο λαός μας για την επανάστασή του, για την ελευθερία του και την ανεξαρτησία του». Αυτά, πριν την κρίση κι ενώ η οικονομία της Κούβας ήδη γνώριζε δυσκολίες.

Ποιός κυβερνά την Κούβα;
Ποιός κάνει κουμάντο στην Κούβα; Αυτό το καυτό ερώτημα διατυπώνεται mezzo voce. Ο Φιδέλ Κάστρο τόνισε ότι δεν ηγείται ούτε θα ηγηθεί καμίας «φράξιας». Παρ’ όλα αυτά, η αποκρυπτογράφηση του φύλλου της «Granma» της 19ης Δεκεμβρίου, είναι αποκαλυπτική. Ψηλά στην πρώτη σελίδα, μια επικεφαλίδα με μεγάλα κόκκινα γράμματα δηλώνει «ο Φιδέλ
υποδέχεται τον Χου Ζιντάο». Μόνο στο κάτω μέρος της σελίδας, με μικρότερα μαύρα γράμματα αναγγέλλεται η συνάντηση ανάμεσα στον εν ενεργεία πρόεδρο της Κούβας και τον πρόεδρο της Κίνας: «Επίσημες συνομιλίες ανάμεσα στον Ραούλ και τον Χου Ζιντάο». Δύσκολο να σκεφτούμε ότι απλά έγινε λάθος στη μακέτα, καθώς γνωρίζουμε τον έλεγχο που ασκεί η Κεντρική Επιτροπή του PCC.

Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς ομοιογενείς ομάδες στον κρατικό μηχανισμό. Οι «Ένοπλες Επαναστατικές Δυνάμεις» (FAR) παραμένουν ακλόνητες. Ο Ραούλ Κάστρο ήταν ο αρμόδιος υπουργός για μισό περίπου αιώνα. Ελέγχουν, έμμεσα ή άμεσα, τα δύο τρίτα της οικονομίας. Οι επιχειρήσεις τους αποτελούν τον άξονα πολλών αλλαγών, ενώ οι στρατιωτικοί που τις διευθύνουν έχουν πειραματιστεί με τις μεθόδους καπιταλιστικής διαχείρισης και μπορούμε να σκεφτούμε ότι θα διαδραματίσουν κάποιο ρόλο υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, καλό θα είναι να αποφεύγονται οι γενικεύσεις. Ορισμένα στελέχη του κόμματος, του συνδικάτου ή των λαϊκών οργανώσεων εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους. Ένας συνδικαλιστής υπογραμμίζει ενώπιόν μας τους εγγενείς κινδύνους από την εντυπωσιακή ανάπτυξη της Κίνας, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με «την άνιση κατανομή του εισοδήματος, την εξαθλίωση, τις κραυγαλέες διαφορές ανάμεσα στις πόλεις και την επαρχία και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος». Με μια πολιτική ευαισθησία που ευνοεί τον Φιδέλ Κάστρο, η Σέλια Αρτ εξέφραζε τον Αύγουστο του 2008 το φόβο της «μήπως η Κούβα ακολουθήσει την κατεύθυνση της Κίνας» (16). Ένας υψηλόβαθμος κουβανός αξιωματούχος κάνει αναφορά στον πρώην πρόεδρο της Πολωνίας, Ταντέους Μαζοβιέσκι: «Κανένας δεν είχε την εμπειρία της μετάβασης από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Εγώ, αν ήξερα ότι θα είχαμε ένα 18% ανέργων, ίσως να μην προχωρούσα τόσο βιαστικά».

Προς συμμετοχική δημοκρατία
Μολονότι κανένας από τους ιθύνοντες δεν προτείνει πολιτικές αλλαγές, γίνεται αισθητή η επιθυμία για συμμετοχική δημοκρατία και για ένα αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό, υπό την επίδραση της λατινοαμερικάνικης αριστεράς. «Ο κόσμος επικρίνει τους υπερβολικά γραφειοκρατικούς θεσμούς, ζητά ευρύτερη συμμετοχή της κοινωνικής βάσης», σχολιάζει ο Χουάν Βαλδές Πας. Αυτή η απαίτηση, την οποία έχουν εκφράσει θεωρητικά οι διανοούμενοι, συνοδεύεται από την κριτική ως προς τον ρόλο του PCC. «Δεν μπορεί το κόμμα να διευθύνει το κράτος, αυτό πρέπει να το κάνει ο λαός», δηλώνει ένα κομματικό στέλεχος. «Πιστεύω πως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε φτιάξει ένα υπερβολικά συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό σύστημα, με πολύ περιορισμένη λαϊκή συμμετοχή στον τομέα λήψης των αποφάσεων», τονίζει ο Αουρέλιο Αλόνσο.

Για πρώτη φορά, κάποιες «προγραμματικές προτάσεις» που προορίζονταν για το έκτο συνέδριο του PCC το οποίο προβλέπεται να διεξαχθεί στα τέλη του 2009, αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα Kaosenlared. Την πλατφόρμα αυτή με τον τίτλο «Η Κούβα χρειάζεται ένα συμμετοχικό και δημοκρατικό σοσιαλισμό» παρουσίασαν «κομμουνιστές και επαναστάτες της Κούβας» και την προώθησε ο Πέδρο Κάμπος, ένας πρώην διπλωμάτης ο οποίος στο παρελθόν είχε υπηρετήσει στο υπουργείο Εσωτερικών (17).

Ο Κάμπος ζει φτωχικά και αρνείται τις συνεντεύξεις, δέχτηκε ωστόσο να μας συναντήσει. Όσοι δεν έχουν πρόσβαση στο Ίντερνετ, μπορούν να προμηθευθούν στο σπίτι του το κείμενο με τις δεκατρείς «προτάσεις» -που καταδικάζουν τον αυταρχικό «κρατικό σοσιαλισμό». Σύμφωνα με τους συγγραφείς του, πρέπει να δημιουργηθούν εργατικά συμβούλια που θα ελέγχουν τις αποφάσεις στα κέντρα εργασίας, να τροποποιηθεί το εκλογικό σύστημα προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο συμμετοχικής δημοκρατίας, να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του ποινικού κώδικα που ευνοούν τις καταδίκες για πολιτικούς λόγους, να κηρυχθεί παράνομη η «βοήθεια» των ξένων κυβερνήσεων με ανατρεπτικούς σκοπούς, και παράλληλα να νομιμοποιηθεί η ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι.

Το κείμενο τάσσεται, τέλος, υπέρ ενός κομμουνιστικού κόμματος που αποδέχεται την ύπαρξη ρευμάτων στο εσωτερικό του. Το σύνολο συμπληρώνουν κάποιες ιδιαίτερα δημοφιλείς διεκδικήσεις, κυρίως την κατάργηση της άδειας εξόδου από τη χώρα και τη χωρίς περιορισμούς πρόσβαση στο διαδίκτυο. Διάφορες προσωπικότητες της Κούβας εκφράζονται σε αυτό το πεδίο διαλόγου, συζητώντας για τις σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και την ιδιοκτησία, την αυτοδιαχείριση και την αγορά, τον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία, καθώς πλησιάζει το τέλος ενός ιστορικού κύκλου.

Αναγκαία η συναίνεση
Απέναντι στην επικείμενη αλλαγή εποχής -στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η άφιξη του Μπαράκ Ομπάμα στο Λευκό Οίκο- οι συμπεριφορές σημειώνουν μια ανεπαίσθητη εξέλιξη και εκδηλώνονται ορισμένες πολιτικές διαφωνίες. Ο Ραφαέλ Ερνάντες, διευθυντής του περιοδικού «Temas», διερωτάται: πώς να «οικοδομήσουμε την συναίνεση»; Οποιαδήποτε ρήξη στην κορυφή θα έθετε σε κίνδυνο το σύστημα στο σύνολό του. Πώς να αντικαταστήσουμε τη διαιτησία που μέχρι πρότινος ασκούσε ο Φιδέλ Κάστρο, ένας χαρισματικός ηγέτης (και «αναντικατάστατος» σύμφωνα με τον αδερφό του τον Ραούλ); Μέσα από μια συλλογικότερη κατεύθυνση, απαντά ο νέος πρόεδρος, εμμένοντας στην ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η
Ήδη έχει αποκλείσει τους «ταλιμπάν», παρατσούκλι που έχει δοθεί στους φανατικούς νέους από τους οποίους περιστοιχιζόταν ο πρώην πρόεδρος τα τελευταία χρόνια.

Δεν ξέρουμε αν η ιστορική γενιά η οποία κατέχει ακόμα τις θέσεις-κλειδιά μπορεί να μεταρρυθμίσει αυτό που η ίδια έχτισε ή αν, τρομαγμένη από τις αλλαγές, θα επιλέξει το στρατόπεδο της ακινησίας. Πραγματικά, η σημερινή ηγεσία δεν είναι νεότερη από την προηγούμενη, είναι μάλιστα... πιο ηλικιωμένη. Μερικοί πιστεύουν ότι χρειάζονται καινούργιοι πρωταγωνιστές ώστε να γίνουν πιστευτές οι όποιες μεταλλαγές. Ανάμεσα σε εκείνους που ο χρόνος τους είναι μετρημένος και σε εκείνους για τους οποίους ο χρόνος πιέζει, η ιστορία δεν έχει καταλήξει ακόμα.

Υποσημειώσεις
(1) «Μήνυμα του κομαντάντε», «Granma», Αβάνα, 19 Φεβρουαρίου 2008.
(2) Το 2008, οι κυκλώνες Γκούσταβ, Αϊκ και Παλόμα προκάλεσαν ζημιές σε περισσότερες από 400.000 κατοικίες, άφησαν 200.000 άστεγους και κατέστρεψαν ολοσχερώς περισσότερα από 55.000 εκτάρια με διάφορες καλλιέργειες.
(3) Το κανονικό πέσο χρησιμεύει κυρίως στις πληρωμές μισθών και στις αγορές ειδών πρώτης ανάγκης. Το μεταβλητό πέσο (το οποίο αντικατέστησε το δολάριο το 2004) χρησιμοποιείται από τους τουρίστες και είναι απαραίτητο για την απόκτηση διαφόρων αγαθών.
(4) Philippe Colombani, «La Lettre de la Havane», Νο 82, Πρεσβεία της Γαλλίας, οικονομική αποστολή, Ιούνιος 2008.
(5) Στο εξής, οι εργαζόμενοι θα αμείβονται σύμφωνα με την απόδοσή τους: ο μισθός τους θα καθορίζεται χωρίς παραπομπή στις εθνικές καταστάσεις μισθοδοσίας, ενώ στις επιχειρήσεις θα μπορούν να συνυπάρχουν διάφορα συστήματα αξιολόγησης.
(6) Espacio Laical, Αβάνα, Φεβρουάριος 2008.
(7) Mayra Espina, «Politicas de atencion a la pobreza y la desigualdad», CLASCO, Μπουένος Αϊρες, 2008.
(8) Mayra Espina, «Viejas y nuevas desigualdades en Cuba», «Nueva Sociedad», Νο 216, Αβάνα, Ιούλιος - Αύγουστος 2008.
(9) Alejandro de la Fuente, «Race, inequality and politics in twentieth-century Cuba», A nation for all. Chapel Hill & London, 2001.
(10) Έβδομο συνέδριο της UNEAC, 1η Απριλίου 2008.
(11) Michelle Chase, «Cuba's generation gap», Nacla Report, Νέα Υόρκη, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2008.
(12) Julio Cesar Guanche «Todo lo que existe merece perecer», 15 Σεπτεμβρίου 2008, http://kaosenlared.net
(13) «La politica cultural del periodo revolucionario, memoria y reflexion», κύκλος διαλέξεων που οργάνωσε το θεωρητικοπολιτιστικό κέντρο «Criterios», Αβάνα, 2007.
(14) «Ell quinquenio gris: revisitando el termino», Ibid. in «La politica cultural..., op.cit.
(15) Cuba Socialista, Απρίλιος - Ιούνιος 2008 Νο 47, Φιδέλ Κάστρο, «Defendernos en el terreno militar y en el terreno ideologico» (1988).
(16) Pagina 12, Μπουένος 'Αιρες, 25 Αυγούστου 2008. Η Σέλια Αρτ, κόρη δύο ιστορικών στελεχών της κουβανέζικης επανάστασης, του Αρμάντο Αρτ και της Αϊδέ Σανταμαρία, είχε διαγραφεί από το PCC. Βρήκε τραγικό θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα.
(17) E-mail: perucho1949@yahoo.es Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Ένα έγκλημα του «Βαθέος Κράτους» στον τουρκικό κινηματογράφο



Το Παρόν της Κυριακής – 15.02.2009 

 Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Εδώ και λίγες εβδομάδες το φιλοθεάμον κοινό της Τουρκίας έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια πρωτότυπη ταινία για τα τουρκικά δεδομένα. Οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της χώρας είχαν την ευαισθησία να ασχοληθούν με μία από τις σκοτεινότερες σελίδες της σύγχρονης τουρκικής ιστορίας: Τα γεγονότα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955, που άλλαξαν τη μοίρα της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη.

Η ταινία «Φθινοπωρινός Πόνος» είναι η μεταφορά στον κινηματογράφο του ομώνυμου μυθιστορήματος του Γιλμάζ Καρακογιουνλού, πρώην πολιτευτή του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδος (ΑΝΑΡ) και συγγραφέα. Κεντρικό της θέμα είναι η ιστορία της αποφράδας εκείνης νύχτας του Σεπτέμβρη του 1955, όταν η ελληνική μειονότητα βρέθηκε στο στόχαστρο του τουρκικού παρακράτους. Η σκηνοθέτις Τομρίς Γκιριτλίογλου, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις των καιρών για ένα δημοκρατικότερο και λιγότερο καταπιεστικό πολιτικό σύστημα, τολμά με περισσό θάρρος να ασχοληθεί με τα κακώς κείμενα μιας περιόδου που κανείς άλλος δεν τόλμησε ως σήμερα στην Τουρκία. Παρουσιάζει με εκπληκτικό τρόπο το εκρηκτικό πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο που περιβάλλει τον έρωτα ενός τούρκου και μιας ρωμιάς στην Πόλη. Η ιστορία όμως εκτυλίσσεται σε μια χρονική στιγμή που συμπίπτει με τις προσπάθειες του τουρκικού παρακράτους να κατασκευάσει και να αναδείξει ένα ανύπαρκτο ως τότε «εθνικό ζήτημα», την τύχη της μικρής τουρκικής μειονότητας της Κύπρου.

Η ταινία έρχεται να καλύψει ένα πραγματικό κενό στον τουρκικό κινηματογράφο και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο οφείλουμε να αποδώσουμε τα εύσημα στους παραγωγούς, τη σκηνοθέτιδα και τους καλλιτέχνες για την προσπάθεια που κατέβαλαν. Η ταινία παρουσιάζει με έξοχο τρόπο τις λεηλασίες και καταστροφές που προκάλεσε ο οργανωμένος όχλος σε χιλιάδες ελληνικής ιδιοκτησίας καταστήματα, σπίτια, εκπαιδευτήρια, ναούς κ.λπ., σε σημείο που να προκαλεί συγκίνηση στο τουρκικό κοινό. Έχει βέβαια και αδυναμίες, όπως η μονότονη πλοκή που μετριάζει τον αρχικό ενθουσιασμό. 

Ο «Φθινοπωρινός Πόνος» είναι στην ουσία μια ταινία που φέρει πολιτικά μηνύματα: Καταγγέλλει την απρεπή στάση της τουρκικής κοινωνίας, που παρέμεινε θεατής στα αποτρόπαια εγκλήματα που διαπράχτηκαν εναντίον των ελληνορθόδοξων από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Και ιδωμένη υπ' αυτό το πρίσμα, έχει δύο σημαντικά ελαττώματα. Μια ταινία σαν κι αυτή, που επιδιώκει να «αποκαταστήσει» την αδικία και την αλήθεια, επιλέγει να δώσει τον ρόλο της ιερόδουλης στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα που υποδύεται το μειονοτικό στοιχείο. Ακολουθώντας πιστά την αναπαραγωγή των εθνικών στερεοτύπων που θέλουν το χριστιανικό στοιχείο ηθικά υποδεέστερο του τουρκικού-μουσουλμανικού, επιδιώκεται ίσως με αυτόν τον τρόπο η αποδοχή της ταινίας από το ευρύ κοινό, ενώ αποφεύγεται και το μένος του κρατικού μηχανισμού, που παρά τη δυσμενή συγκυρία της υπόθεσης Εργκένεκον, ανέχτηκε τη δουλειά της Γκιριτλίογλου. Έτσι, όμως, η ταινία αναιρεί ουσιαστικά την ίδια της την ύπαρξη και ό,τι καλό έχει αυτή να επιδείξει, καθώς στο πρόσωπο της ηρωίδας βιάζεται για ακόμη μια φορά η μνήμη της πολύπαθης ελληνικής κοινότητας. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει η καθηγήτρια Ντιλέκ Γκιουβέν, εκείνη τη «νύχτα των κρυστάλλων» οι βιασμοί είχαν φτάσει τους 400! («Σαμπάχ» 1/2/2009). 

Ένα δεύτερο μειονέκτημα της ταινίας που χρήζει επισήμανσης είναι ότι προβάλλει ως αιτία του κακού αποκλειστικά το Κυπριακό, παραβλέποντας τον ρόλο του κρατικού μηχανισμού. Είναι γνωστή η τύχη που επεφύλασσαν οι τουρκικές αρχές στις μειονότητες από πολύ νωρίς - το αργότερο από την επιβολή του ληστρικού «Φόρου Περιουσίας» του 1941. Το πρίσμα μέσα από το οποίο προσεγγίζονται τα γεγονότα, όμως, ταυτίζεται απόλυτα μ' εκείνο του κράτους. Έτσι, εξασφαλίζεται η απόλυτη ιδεολογική σύμπνοια με το καθεστώς και εξανεμίζεται και το τελευταίο ψεγάδι του βαθύτερου μηνύματος που κομίζει η ταινία στους θεατές της.

Ο αρθρογράφος της «Ραντικάλ» Ουγούρ Βαρντάν, σχολιάζοντας την ταινία, σημειώνει ότι ο «Φθινοπωρινός Πόνος» ήταν ένα είδος «συγγνώμης»: Ένα πρώτο σοβαρό βήμα στον τουρκικό κινηματογράφο για την καυτηρίαση του ένοχου πρόσφατου παρελθόντος της Τουρκίας. Εκφράζει, ακόμη, την ελπίδα ότι οι καλλιτεχνικοί κύκλοι θα εξακολουθήσουν να ασχολούνται με τις «απαγορευμένες» περιόδους της τουρκικής ιστορίας. («Ραντικάλ» 23/1/2009). Εμείς, δεν έχουμε παρά να τους ευχηθούμε καλή συνέχεια και καλή επιτυχία.


Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Παιγνίδια τακτικής από τη Μόσχα


Των Helen Burry και Michael Schwirtz
New York Times 


Ο λόγος περί αμφισημίας μηνυμάτων. Αμέσως μετά την ορκωμοσία του, οι ηγέτες της Ρωσίας εκθείαζαν τον πρόεδρο Ομπάμα και τις προθέσεις του για μία νέα πολιτική. Οι προεκλογικές θέσεις του προέδρου των ΗΠΑ για το Αφγανιστάν ήταν «ενθαρρυντικές», οι προτάσεις του αναφορικά με τη μείωση των πυρηνικών κεφαλών «ένα θετικό σημάδι», όπως και οι δηλώσεις για διπλωματικό διάλογο με το Ιράν. Τα κομπλιμέντα, ωστόσο, συνοδεύτηκαν από μια γροθιά στο πρόσωπο στο γεωπολιτικό επίπεδο.

Η βάση στο Κιργιστάν
Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος του Κιργιστάν, Κουρμανμπέκ Μπακίγιεφ ανακοίνωσε από τη Μόσχα, όπου βρέθηκε, για να υπογράψει την οικονομική βοήθεια ύψους 2,15 δισ. δολαρίων του Κρεμλίνου, την απόφαση της χώρας του να σταματήσει τη λειτουργία της αμερικανικής βάσης στο Μανάς. Η κίνηση δημιούργησε ένα εξαιρετικά δύσκολο εμπόδιο στην προσπάθεια του Ομπάμα να αλλάξει τα δεδομένα του πολέμου στο Αφγανιστάν. 

Πιθανότατα, η εξέλιξη να ήταν αναμενόμενη. Αρχής γενόμενης με την ομιλία του Ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, λίγες ώρες μετά την εκλογή του κ. Ομπάμα, τα μηνύματα από το Κρεμλίνο προς την αμερικανική κυβέρνηση ήταν τη μια στιγμή επιθετικά και την άλλη συγκαταβατικά.Είναι σαφές ότι οι Ρώσοι εξετάζουν σοβαρά την πιθανότητα συνεργασίας με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Παράλληλα, ωστόσο, απαιτούν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο από τον κ. Ομπάμα να έχει σε προτεραιότητα τα συμφέροντα της χώρας τους. «Δεν είναι ξεκάθαρο ποιος κάνει κουμάντο και ποιο ακριβώς είναι το μήνυμα», λέει ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Κλίντον και νυν πρόεδρος του Ιδρύματος Μπρούκινγκς, Στρόουμπ Τάμποτ. «Πρόκειται σίγουρα για έναν παράξενο τρόπο για να ξεκινήσει ένας σοβαρός διάλογος μεταξύ των δύο κρατών», επισημαίνει ο ίδιος.

Το Αφγανιστάν συγκαταλέγεται θεωρητικά στους πρόσφορους για συνεργασία γεωγραφικούς χώρους, δεδομένου ότι η διάδοση του ισλαμικού εξτρεμισμού στην ευρύτερη περιοχή ανησυχεί βαθύτατα τη Ρωσία. Το εύλογο παραπάνω συμπέρασμα, όμως, ανετράπη από την απόφαση του κ. Μπακίγιεφ να κλείσει την αμερικανική βάση στο Μανάς. Κιργίζιοι και Ρώσοι αξιωματούχοι επέμεναν ότι η απόφαση δεν σχετίζεται με τη δέσμευση της Μόσχας να βοηθήσει τους Αμερικανούς στο Αφγανιστάν, παρέχοντάς τους εναλλακτικές διαδρομές για την τροφοδοσία των νατοϊκών στρατευμάτων, αλλά ουδείς πρέπει να λησμονεί ότι το Κρεμλίνο έχει προ πολλού θέσει στόχο την απομάκρυνση των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ από την κεντρική Ασία. Ουκ ολίγες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, οι Ρώσοι έσπευσαν να υπενθυμίσουν ότι ο κ. Ομπάμα είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Μόσχας εφόσον επιμείνει στην απόφαση για αύξηση της αμερικανικής δύναμης στο Αφγανιστάν κατά 30.000 άνδρες.

Ρωσική δυσαρέσκεια
Αυτό συνεπάγεται ότι ο κ. Ομπάμα καλείται να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τη δυσαρέσκεια των Ρώσων για την αντιπυραυλική ασπίδα στην ανατολική Ευρώπη και την επέκταση του ΝΑΤΟ. «Στο ρωσικό μυαλό υπάρχει πάντα η λογική του παζαριού και καθώς φαίνεται να παρουσιάζεται μια ευκαιρία διασφάλισης των συμφερόντων μας, οφείλουμε να έχουμε καλά χαρτιά στα χέρια», τονίζει η καθηγήτρια του Διεθνούς Ινστιτούτου Στατηγικών Μελετών του Λονδίνου, Οκσάνα Αντονένκο. «Στα μάτια του Κρεμλίνου δεν υφίσταται ο όρος συνεργασία, αλλά η μετουσίωση σε πραγματικότητα του καλύτερου δυνατού σεναρίου για τα ρωσικά συμφέροντα», λέει η ίδια.

Η κίνηση του Κιργιζιστάν προκάλεσε έκπληξη, διότι έλαβε χώρα μετά σωρεία μηνυμάτων που έδειχναν ότι η Μόσχα ήταν διατεθειμένη να συνεργαστεί με τον νέο Αμερικανό ηγέτη. Οι σχεδιαστές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είχαν ενθαρρυνθεί από την ομιλία του πρωθυπουργού της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο τόνος της οποίας δεν ήταν, για πρώτη φορά μετά από καιρό, αντιαμερικανικός.

Τις τελευταίες εβδομάδες, η Μόσχα εμφανίζεται έτοιμη να παράσχει στο ΝΑΤΟ οδούς ανεφοδιασμού προς το Αφγανιστάν, μέσω Ρωσίας. Επιπλέον, ανώνυμη πηγή του υπουργείου Άμυνας δήλωσε στο Ρωσικό Πρακτορείο Ειδήσεων Interfax ότι η Μόσχα αναστέλλει τα σχέδιά της να εγκαταστήσει πυραύλους Ισκαντέρ στο θύλακο του Καλίνινγκραντ, κοντά στη μεθόριο με την Πολωνία.

Οι Ρώσοι δεν μοιράζονται την αισιοδοξία των Ευρωπαίων για την πολιτική Ομπάμα. Πέρυσι, οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ άγγιξαν το χαμηλότερο επίπεδό τους μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. «Ο κ. Ομπάμα θα πρέπει να χειριστεί την κληρονομιά Μπους», περιλαμβανομένων των επιπτώσεων του πολέμου στη Γεωργία, δήλωσε ο Σεργκέι Ρογκόφ, διευθυντής Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών της Μόσχας. «Είναι δυνατόν, μετά τον πόλεμο στη Γεωργία, η Ρωσία να ασκεί πιέσεις στο Κιργιζιστάν για λογαριασμό των ΗΠΑ;», ρώτησε. Η απόφαση για το κλείσιμο της βάσης «δεν ήταν κάτι που έκανε η Ρωσία, ήταν κάτι στο οποίο η Ρωσία δεν έφερε αντίρρηση»... Και οι Ρώσοι ηγέτες ανυπομονούν όλο και πιο πολύ να δουν σαφή σχέδια από την πλευρά της Ουάσιγκτον. Ο κ. Ομπάμα μοιάζει πρόθυμος να επιβραδύνει την εφαρμογή των σχεδίων της αντιπυραυλικής άμυνας και της ΝΑΤΟϊκής διεύρυνσης, αλλά όχι και να αποσύρει επισήμως αυτά τα σχέδια. «Το πραγματικό παιχνίδι δεν έχει ακόμη αρχίσει», υπογράμμισε ο κ. Ρογκόφ. «Θα ακολουθήσουν σκληρές διαπραγματεύσεις για πολλά θέματα». Διαβάστε περισσότερα...

Αποχαιρετισµός στην Ελλάδα

"Αποχαιρετισµός στην Ελλάδα" από τον
Βρετανό πρέσßη στην Ελλάδα στην
Καθηµερινή της Κυριακής 28/12/08


Tου Σαϊµον Γκας *

Γράψε αν µπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη µέρα τ' όνοµα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να ßουλιάξει.

Γιώργος Σεφέρης


Γυµνοπαιδία - Σαντορίνη


Σε λίγες µέρες η γυναίκα µου κι εγώ
αφήνουµε την Αθήνα ύστερα από οκτώ
ευτυχισµένα χρόνια στη χώρα σας - πρώτα
στη δεκαετία του '80 και για
δεύτερη φορά αυτά τα τελευταία χρόνια. Η
Ελλάδα ήταν καλή µαζί µας. Μας
χάρισε τον πρώτο µας γιο, που γεννήθηκε εδώ
πριν από 23 χρόνια. Μας χάρισε
πολλούς φίλους. Μας χάρισε πολλές στιγµές
ευτυχίας. Και ποτέ, µα ποτέ δεν
µας άφησε να πλήξουµε.


Η Ελλάδα και οι Ελληνες ασκούν έντονη
επίδραση στους ξένους. Ο Βρετανός
συγγραφέας Lawrence Durrell έγραψε: «Αλλες χώρες
µπορούν να σε κάνουν να
ανακαλύψεις έθιµα ή παραδόσεις ή τοπία. Η
Ελλάδα σου προσφέρει κάτι πιο
σκληρό: την ανακάλυψη του εαυτού σου». Στην
Ελλάδα εµείς οι Βορειοευρωπαίοι αφήνουµε
πίσω µας λίγη
απ' την ψυχραιµία και την
επιφυλακτικότητά µας και γινόµαστε πιο
εξωστρεφείς, αναζητάµε πιο πολύ τη
συντροφιά των άλλων ανθρώπων. Δεν
εκπλήσσοµαι που η λέξη privacy δεν
µεταφράζεται ακριßώς στα Ελληνικά.. Αλλά,
πάλι, ούτε η λέξη παρέα µεταφράζεται στα
Αγγλικά.



Η Ελλάδα άναψε τον πόθο του ταξιδιού σε
γενιές και γενιές Βρετανών, και η
Μαριάν κι εγώ προσπαθήσαµε να
ακολουθήσουµε τα ßήµατά τους. Η µυρωδία
του
καπνού του ξύλου που καίγεται ένα
φθινοπωρινό απόγευµα στην Ηπειρο, τα
λιßάδια µε τ' αγριολούλουδα στην
Πελοπόννησο την άνοιξη, τα κρυστάλλινα
γαλανά νερά του Ιονίου το καλοκαίρι είναι
µερικές από τις αναµνήσεις που
θα πάρουµε µαζί µας φεύγοντας.

Οι Ζουλού λένε ότι οι άνθρωποι είναι
άνθρωποι µέσα από άλλους ανθρώπους. Η
Ελλάδα δεν θα σήµαινε τόσα πολλά για µας αν
δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που
γνωρίσαµε εδώ. Η γιαγιά που µας φίλεψε
ροδάκινα απ' το καλάθι της όταν
χάλασε το αυτοκίνητο της παρέας µας, στη
Θεσσαλία το 1975. Το ζευγάρι που
µας παραχώρησε το διαµέρισµά του, παρόλο
που µόλις µας είχε συναντήσει,
στο Ρέθυµνο το 1984. Ο ταξιτζής στη Χίο, το 1992,
που όταν ο γιος µου ο
Κρίστοφερ ζαλισµένος από το ταξίδι έκανε
εµετό κι έκανε χάλια και το ταξί
και τον ίδιο, αυτός ανησυχούσε µόνο αν ήταν
εντάξει το παιδί. Θα µας
λείψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην
Ελλάδα, που µας έδωσαν τη φιλία τους
και τη συντροφιά τους.


Θα θέλαµε επίσης, η Μαριάν κι εγώ, να
ευχαριστήσουµε όλους αυτούς που ήταν
τόσο επιεικείς και συγχωρητικοί όσο εµείς
κατακρεουργούσαµε την ελληνική γλώσσα.
Θέλω να ζητήσω ιδιαιτέρως συγγνώµη
από µια κυρία που γνώρισα σε
µια δεξίωση πριν από λίγα χρόνια. Τη ρώτησα
τι δουλειά έκανε ο άντρας της.
Μου απάντησε ότι ήταν γεωπόνος. Δυστυχώς,
µπέρδεψα τη λέξη γεωπόνος µε τη
λέξη Γιαπωνέζος. Καθώς η συζήτηση
προχωρούσε, διαπίστωσα µε έκπληξη ότι
δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για την Ιαπωνία.
Και καθώς επέµενα µε τις
ερωτήσεις µου για τον ιαπωνικό πολιτισµό,
έßλεπα σιγά σιγά τον πανικό να
φουντώνει στα µάτια της.


Θα ήθελα ακόµη να ζητήσω συγγνώµη κι από
τον προßεßληµένο εκείνον υπουργό,
που παρέµεινε ατάραχος όταν τον ρώτησα πώς
σκόπευε να αντιµετωπίσει όλες
τις προσκλήσεις και όχι τις προκλήσεις του
τοµέα ευθύνης του. Τώρα ήρθε ο
καιρός να πάµε σε µιαν άλλη χώρα.
Χαιρόµαστε µε την προοπτική των νέων
εµπειριών, των νέων ενδιαφερόντων που
πάντα φέρνει ένα νέο διπλωµατικό
πόστο. Οπως λέει κι ο ποιητής:



«Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που µε τι ευχαρίστηση, µε τι χαρά
θα µπαίνεις σε λιµένες πρωτοϊδωµένους»

Aλλά, δεν θα είναι Ελλάδα.

Αυτό για το οποίο µπορούµε να είµαστε
σίγουροι είναι ότι θα επιστρέψουµε.
Δεν νοµίζουµε ότι η Ελλάδα µας έχει δώσει
ακόµη την άδεια να την
εγκαταλείψουµε οριστικά. Και όταν
επιστρέψουµε δεν θα το κάνουµε µόνο για
τους ανθρώπους ή για το τοπίο, αλλά και
γιατί η Ελλάδα είναι µια χώρα που
θαυµάζουµε για πάρα πολλά πράγµατα.



Αλλά αυτό που ιδιαίτερα θαυµάζουµε εδώ
είναι η σηµασία που δίνουν οι
Ελληνες στους οικογενειακούς δεσµούς και
τη φιλία, την επιµονή σας να
χαίρεστε τη ζωή, την ανοιχτόκαρδη διάθεσή
σας, τη γενναιοδωρία σας και την
αίσθηση αξιοπρέπειας και ευπρέπειας. Το
ταλέντο των Ελλήνων ξεχειλίζει σε
κάθε τοµέα, από τις καλές τέχνες ώς τον
κάθε χώρο δουλειάς και
δηµιουργίας. Ενα από τα προνόµια που είχα
ως πρέσßης στην Ελλάδα ήταν η
ευκαιρία που µου έδωσε να συναντήσω τόσους
προικισµένους, ζωντανούς
ανθρώπους από φοιτητές µέχρι
δισεκατοµµυριούχους.

Οµολογώ ότι ακόµη και τώρα, µετά οκτώ
χρόνια στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόµη
µερικά πράγµατα που δεν καταλαßαίνω. Δεν
καταλαßαίνω την ελληνική µανία να
ßουτάνε όλοι στη θάλασσα κάθε φορά που η
θερµοκρασία ανεßαίνει πάνω από
τους δέκα ßαθµούς. Εγώ µεγάλωσα σε µια χώρα
που η θάλασσα ήταν κρύα και
γκρίζα και, γενικώς, έπρεπε να αποφεύγεται.
Δεν καταλαßαίνω γιατί τα
κινητά είναι τόσο δηµοφιλή, ενώ τόσες και
τόσες Ελληνίδες σε διακοπές
έχουν τη συνήθεια να φωνάζουν τόσο δυνατά
και σε τόσο ψηλές νότες ώστε οι
φωνές τους να σκίζουν τον αιθέρα και
λόγγοι και ραχούλες να αντηχούν «έλα
Τούλααα.». Θαυµάζουµε το πάθος των
Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και
ελευθερία του λόγου. Ακόµη δεν έχω
καταλάßει τα παραθυράκια στην
τηλεόραση. Πώς καταλαßαίνει ο ένας τι λέει
ο άλλος όταν όλοι ?ιλούν
ταυτόχρονα; Ο στρατηγός Ντε Γκολ
αναρωτήθηκε κάποτε πώς είναι δυνατόν να
κυßερνήσει κανείς µια χώρα που παράγει 246
διαφορετικά είδη τυριών.
Αναρωτιέµαι πώς είναι δυνατόν να
κυßερνήσει κανείς µια χώρα που έχει
σχεδόν τόσους τηλεοπτικούς και
ραδιοφωνικούς σταθµούς όσα τυριά έχει η
Γαλλία. Αυτό που καταλαßαίνω και ξέρω καλά
είναι ότι η Μαριάν και εγώ
αισθανόµαστε τεράστια τρυφερότητα,
ευγνωµοσύνη και θαυµασµό για µια χώρα
που µας φέρθηκε τόσο καλά.

Σ' ευχαριστώ, Ελλάδα. 

*Ο κ. Σάιμον Γκας είναι απερχόμενος πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΥΠΕΡΟΠΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιεύσεις η Τουρκία εξοπλίζεται με σύγχρονα μέσα στον τομέα της έρευνας και διάσωσης προκειμένου να δημιουργήσει νέα δεδομένα και να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ελλάδας στην έρευνα και διάσωση στο Αιγαίο και μέσω αυτών να προωθήσει την μακρόχρονη στρατηγική της που αποσκοπεί στην διχοτόμηση του.


Την απειλή συνθέτει κυρίως η τουρκική υπεροπλία στα εναέρια μέσα έρευνας και διάσωσης και στο σύγχρονο δορυφορικό σύστημα έρευνας και διάσωσης COSPAS-SARSAT.

Όπως προκύπτει και από μελέτη Ελληνικού Γενικού Επιτελείου έναντι των 16 ελικοπτέρων και αεροσκαφών που διατίθενται από ελληνικής πλευράς στον τομέα της έρευνας και διάσωσης η Τουρκία διαθέτει 56 αντίστοιχα μέσα 

Πλέον των ανωτέρω μέσων η Τουρκια φρόντισε και απέκτησε και σύγχρονη δορυφορική τεχνολογία και το κατάλληλο σύστημα επίγειας λήψης δορυφορικών ειδοποιήσεων κινδύνου COSPAS-SARSAT.

Η Ελλάδα από το 2004 ξεκίνησε την διαδικασία απόκτησης του ιδίου συστήματος αλλά έπειτα από διάφορες αναβολές του διαγωνισμού μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλισθεί ο απαιτούμενος εξοπλισμός.

 Η πρώτη φορά που οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις χρησιμοποίησαν το δορυφορικό σύστημα COSPAS-SARSAT σε άσκηση έρευνας και διάσωσης έγινε στις 12 Ιουνίου 2006 σε θαλάσσια περιοχή βορείως της Κύπρου. 

Την διοίκηση και τον τακτικό έλεγχο είχε ο Αντιναύαρχος Α.Γκουμούσογλου επί της φρεγάτας Zafer και σύμφωνα με τα τουρκικά ΜΜΕ είχε μεγάλη επιτυχία ενώ δοκιμάσθηκαν όλα τα είδη δορυφορικών πομπών εκπομπής σήματος κινδύνου.  

Το Δορυφορικό Σύστημα Έρευνας και Διάσωσης COSPAS-SARSAT λειτουργεί με 20 δορυφόρους, 38 δορυφορικούς σταθμούς εδάφους(LUT) , 24 κέντρα έλεγχου αποστολής(MCC) , 590.000 πομπούς εντοπισμού νέας τεχνολογίας (406ΜΗz) με ακρίβεια εντοπισμού 10μ και 156.000 πομπούς εντοπισμού παλαιάς τεχνολογίας (121,5 MHz) με ακρίβεια εντοπισμού 2 μιλίων. 

Συμμετέχουν 32 χώρες μεταξύ των οποίων η Τουρκία και η Ελλάδα και από τότε που άρχισε να λειτουργεί έχουν διασωθεί 18.500 άνθρωποι.

Η Τουρκία από τον Φεβρουάριο του 2006 κατάφερε να έχει τον πρώτο λόγο στη δορυφορική έρευνα και διάσωση( υπ αριθμό 18 ανακοινωθέν τύπου Φεβ 2006 του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας και Διάσωσης) θέτοντας σε λειτουργία Δορυφορικό Σταθμό Εδάφους(LUT), και Κέντρο Ελέγχου Αποστολής (MCC) στην Άγκυρα.

Επικαλούμενοι την απουσία ανάλογης δορυφορικής τεχνολογίας από την Ελλάδα οι Τούρκοι πέτυχαν να εγκρίνει ο Διεθνής Οργανισμός για την Έρευνα και Διάσωση την εκχώρηση στην Τουρκία περιοχή ευθύνης στο Αιγαίο 

Μετά από αυτή την δυσμενέστατη εξέλιξη για τα εθνικά συμφέροντα και ενώ θα περίμενε κάνεις κάποια μορφή αντίδρασης συνεχίζει να καθυστερεί από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας η υλοποίηση του διαγωνισμού αγοράς των υλικών για την λειτουργία Ελληνικού Δορυφορικού σταθμού εδάφους(πρώτη προκήρυξη το2004) ενώ το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε την πρόθεση αγοράς από την Γαλλία ελικοπτέρων έρευνας και διάσωσης όταν οκτώ ελικόπτερα έρευνας και διάσωσης τύπου Dauphin τα οποία αγοραστήκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 παραμένουν αναξιοποίητα. 

 

Χρήστος. Κουτσογιαννόπουλος

Ταξίαρχος(ε.α) 

Πρώην Δντης Διεθνών Σχέσεων ΥΠΕΘΑ Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Η στρατηγική υπερεκτίμηση του Ταλάτ



Χρήστος Ιακώβου

Στην πολιτική ανάλυση έχει πάντοτε ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται να ερμηνευτούν στρατηγικές επιλογές της δημοσίας πολιτικής να δίδεται έμφαση στην προσωπική συμβολή των δημοσίων δρώντων σε ό,τι αφορά το στρατηγικό σχεδιασμό και την λήψη αποφάσεων.  

Από το 2004 και εντεύθεν όπου στην τροχιά του κυπριακού προβλήματος εισήλθε θεσμικά ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ παρουσιάστηκε, τόσο από μέρος της Ελληνικής πλευράς όσο, ιδιαιτέρως, από το διεθνή παράγοντα ως μία δομική καινοτομία που άλλαξε άρδην τα δεδομένα στις προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος. Αρχικά, ο Ταλάτ έγινε το χρήσιμο στρατηγικό εργαλείο των Βρετανών και των Αμερικανών στην προσπάθειά τους να αντικαταστήσουν το Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος ολοκλήρωσε τον πολιτικό του κύκλο και δεν ανταπεκρίνετο πλέον στους νέους σχεδιασμούς μίας δοτής λύσης.  

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, μία ευρεία γκάμα ανθρώπων στην Ελληνική πλευρά, από πολιτικούς και διπλωμάτες έως δημοσιογράφους και επιχειρηματίες θεώρησε ότι η αλλαγή προσώπου στην Τουρκοκυπριακή ηγεσία συνιστούσε μία ορθολογική αλλαγή που επιβλήθηκε από την κοινωνία των κατεχομένων και η οποία θα μπορούσε να πείσει τον Τουρκία (κυβέρνηση και στρατό) για την ανάγκη μίας λύσης συμβιβασμού στη βάση της επανένωσης και των νέων δεδομένων που δρομολογούσε η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν ανάμεσα στην ελληνική πλευρά νέες εννοιολογικές κατηγορίες και κατ’ επέκταση υποθέσεις μέσα στις οποίες εκινούντο πολλές αναλύσεις και προτάσεις πολιτικών επιλογών. Με άλλα λόγια, απεδόθη κεντρικός ρόλος στον Ταλάτ, που ως ορθολογικός δρων η πολιτική του συμπεριφορά ερμηνευόταν και ερμηνεύεται ως προθετική και κατευθυνόμενη προς το στόχο μίας λύσης που θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους συμβιβασμούς (βλ. ομοσπονδιακή λύση) της Ελληνικής πλευράς. 

Μετά την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στην προεδρία, η διπλωματική τακτική της ελληνικής πλευράς άλλαξε σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση. Επένδυσε σε ένα διάλογο με τον Ταλάτ, όπου κεντρικό σημείο της αλλαγής ήταν η πιο πάνω εκτίμηση για τον κεντρικό ρόλο του Τουρκοκύπριου ηγέτη. Ένα χρόνο μετά την έναρξη του διαλόγου είναι πλέον διάχυτη η εντύπωση στον πρόεδρο Χριστόφια, αν και δεν το διετύπωσε δημόσια, ότι ο Ταλάτ πόρρω απέχει από τις αρχικές προσδοκίες της νέας κυβέρνησης. Αυτό μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα για δύο λόγους: α) ο Ταλάτ απέδειξε τελικά ότι λειτουργεί ως βραχίονας της Άγκυρας στην Κύπρο, άρα αντίθετα απ’ ό,τι αρχικά εξετιμάτο, με όλες τις στρατηγικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για το διάλογο και β) έστειλε σαφές μήνυμα ότι δεν θα είναι ικανοποιημένος ούτε καν με την επαναφορά του σχεδίου Ανάν που η ελληνική πλευρά απέρριψε. 

Εδώ αρχίζει να δημιουργείται ένα επώδυνο δίλημμα στον πρόεδρο Χριστόφια. Να συνεχίσει μία διαδικασία με κίνδυνο να παγιδευτεί σε ένα νέο σχέδιο που θα πρέπει η ελληνική πλευρά να το απορρίψει; Ή να προσπαθήσει να απεμπλακεί από μία διαδικασία μέσα στην οποία βιώνει την πολιτική απογοήτευση από τον Τουρκοκύπριο ηγέτη;  

Στην πρώτη περίπτωση το κόστος είναι ευδιάκριτο. Στη δεύτερη υπόθεση του διλήμματος το κόστος θα είναι σταδιακό. Θα αρχίσει ο αμερικανοβρετανικός παράγοντας να υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος υπαναχώρησε από τις αρχικές τους θέσεις και δεν επιθυμεί λύση γιατί ήταν περισσότερο τακτικιστής. Τότε θα θυμηθούν ότι στήριξε τον Τάσσο Παπαδόπουλο και την πολιτική του και το αποκορύφωμα θα είναι ότι θα θυμηθούν ότι είναι κομουνιστής, ωσάν να το έκρυψε μέχρι σήμερα.  

Συμπερασματικά, στο σχεδιασμό στρατηγικής και πιο συγκεκριμένα στην ερμηνεία του τρόπου λήψεως αποφάσεων ενός συντελεστή ισχύος αποτελεί μεγάλο σφάλμα να αποδίδεται κεντρικός ρόλος σε πρόσωπα που δεν έχουν μεγάλα περιθώρια ελιγμών έξω από περιορισμούς που θέτει η πραγματικότητα και να εκλαμβάνεται η συμπεριφορά τους ως «στοχευτική» ή να θεωρείται η δράση τους ως «προθετικά ορθολογική». Τότε έχουμε το φαινόμενο της στρατηγικής υπερεκτίμησης με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, ειδικά για αδύνατους συντελεστές ισχύος σε μια διαπραγμάτευση.   Διαβάστε περισσότερα...