Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Νέα κυβέρνηση, παλιά προβλήματα στην Αίγυπτο



Το υπουργικό συμβούλιο δεν περιλαμβάνει κανέναν ισλαμιστή, παρατείνοντας τον διχασμό
The New York Times
Στελεχωμένη κατά κύριο λόγο από φιλελεύθερους και αριστερούς πολιτικούς, η προσωρινή κυβέρνηση της Αιγύπτου που ορκίστηκε την περασμένη Τρίτη έθεσε τέλος στη βραχύβια εποχή της πολιτικής κυριαρχίας των ισλαμιστών, με επικεφαλής τον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι, ο οποίος ανετράπη από το στρατιωτικό κίνημα της 3ης Ιουλίου.
Ούτε ένα από τα 34 μέλη του υπουργικού συμβουλίου δεν προέρχεται από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Ούτε κάποιο άλλο από τα υπάρχοντα ισλαμικά κόμματα εκπροσωπείται στη νέα κυβέρνηση, στις γραμμές της οποίας συναντά κανείς τρεις γυναίκες και τρεις χριστιανούς. Από αυτή την άποψη, το νέο υπουργικό συμβούλιο εμφανίζεται λίγο περισσότερο πλουραλιστικό από εκείνο της εποχής Μόρσι.
Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και υπουργός Αμυνας, στρατηγός Αμπντελφατάχ Ελ Σίσι, ο οποίος αναδύθηκε ως ο ντε φάκτο ισχυρός άνδρας της χώρας ύστερα από την ανατροπή του Μόρσι, προσέθεσε στα αξιώματά του εκείνο του αναπληρωτή πρωθυπουργού, αν και οι αρμοδιότητές του παραμένουν αδιευκρίνιστες.
Παρά το γεγονός ότι αρκετοί αναλυτές μιλούν με εγκωμιαστικό τρόπο για την τεχνοκρατική επάρκεια και διοικητική ικανότητα ορισμένων υπουργών -στοιχεία απολύτως αναγκαία στην Αίγυπτο, ύστερα από έναν χρόνο κακοδιοίκησης και οικονομικής κρίσης- η σύνθεση της κυβέρνησης την αφήνει έκθετη στις ίδιες κατηγορίες με εκείνες που εκτοξεύθηκαν εναντίον του Μόρσι: ότι αποκλείει τους πολιτικούς της αντιπάλους από τη διακυβέρνηση της χώρας και ότι, κατ’ αυτό τον τρόπο, τορπιλίζει κάθε πιθανότητα πολιτικής συναίνεσης.
Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να διευρύνει τα πολιτικά ρήγματα που εμφανίστηκαν στη διάρκεια της προεδρίας Μόρσι και μετά την έξωσή του από το προεδρικό μέγαρο, καθώς οι οπαδοί του κατέβηκαν στους δρόμους αξιώνοντας την απελευθέρωσή του και την επιστροφή του στην προεδρία.
«Σ’ αυτό το πολιτικό σκηνικό, το μήνυμα που στέλνουν ο στρατός και η νέα κυβέρνηση είναι: εμείς νικήσαμε, εσείς χάσατε», λέει ο Αμπντελφατάχ Μοατάζ, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου. Από την πλευρά του το κόμμα των υπερσυντηρητικών ισλαμιστών Αλ Νουρ, το οποίο αρχικά είχε υποστηρίξει το στρατιωτικό κίνημα ζητώντας αμιγώς τεχνοκρατική κυβέρνηση, δήλωσε ότι με το στενά παραταξιακό χαρακτήρα του νέου υπουργικού συμβουλίου «επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη».
Αρκετοί υπουργοί που είχαν υπηρετήσει επί προεδρίας Μόρσι διατήρησαν τα υπουργεία τους. Σε πείσμα των αλλεπάλληλων «μπλακάουτ» προ της ανατροπής Μόρσι, ο υπουργός Ενέργειας έμεινε στη θέση του, όπως συνέβη και με τον υπουργό Εσωτερικών, Μοχάμεντ Ιμπραχήμ, ο οποίος δέχεται σκληρή κριτική από δημοκράτες ακτιβιστές, καθώς δεν πήρε κανένα ουσιαστικό μέτρο αναδόμησης των μηχανισμών ασφαλείας. Υπάρχουν όμως και νέες παρουσίες, οι οποίες υποδηλώνουν διάθεση για αλλαγή. Αίφνης, ο Καμάλ Αμπού Εϊτα, ένας συνδικαλιστής γνωστός για τους αγώνες του εναντίον του καθεστώτος Μουμπάρακ, ανέλαβε υπουργός Εργασίας, ενώ η ακτιβίστρια Λάιλα Ισκαντέρ Κάμελ διορίστηκε υπουργός Περιβάλλοντος.
«Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσει κανείς αντικειμενικά σε ποιο βαθμό η νέα κυβέρνηση απολαμβάνει λαϊκής νομιμοποίησης», δηλώνει ο Ζαΐντ Αλ Αλι, ειδικός σε θέματα Συνταγματικού Δικαίου στο Διεθνές Ινστιτούτο για τη Δημοκρατία. «Υπό ομαλές συνθήκες, η κυβέρνηση θα ήταν υπόλογη στον λαό μέσω των εκλογών και του ελέγχου που θα ασκούσαν τα MME. Ωστόσο, σήμερα δεν υπάρχουν κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Ο μόνος θεσμός που μπορεί να καταστήσει υπόλογη την κυβέρνηση είναι ο ίδιος ο λαός, μέσω διαδηλώσεων. Σ’ αυτό το φόντο, η λαϊκή νομιμοποίηση κρέμεται από μια κλωστή».
Προβληματισμός και στη Δύση για το στρατιωτικό κίνημα
Η ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι από τον ασυνήθιστο συνδυασμό των μαζικότατων, λαϊκών διαδηλώσεων και του κινήματος των στρατηγών διχάζει όχι μόνο τους Αιγύπτιους, αλλά και τους διεθνείς αναλυτές, όπως και τους πολιτικούς της Δύσης, ανεξαρτήτως απόχρωσης.
Το αμερικανικό περιοδικό ΤΙΜΕ χαρακτήριζε, στο κεντρικό του πρωτοσέλιδο θέμα, τους Αιγύπτιους ως «τους καλύτερους διαδηλωτές και τους χειρότερους δημοκράτες του κόσμου». Σε πιο διπλωματική γλώσσα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι δήλωσε στο Αμμάν της Ιορδανίας ότι η Ουάσιγκτον «δεν θα βιαστεί» να πάρει θέση αν η ανατροπή του Μόρσι συνιστούσε ή όχι πραξικόπημα. Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας υποστήριξε μεν ότι το στρατιωτικό κίνημα πιθανότατα απέτρεψε τον εμφύλιο πόλεμο, τάχθηκε όμως εναντίον του αποκλεισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και υπέρ της απελευθέρωσης του Μόρσι.
Με άρθρο της στους New York Times, η Κάρολ Τζιάκομο καυτηριάζει τους Αμερικανούς αξιωματούχους «οι οποίοι προσπαθούν να εμφανίσουν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ως δημοκρατικό εργαλείο» και υποστηρίζει ότι «τα πραξικοπήματα δεν δημιουργούν θεμέλια σταθερότητας και αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης», υπενθυμίζοντας ότι «ο Μόρσι δεν ήταν δικτάτορας, αλλά ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης της χώρας».
Διαμετρικά αντίθετος, ο Ομάρ Ρόμπερτ Χάμιλτον έγραφε στον βρετανικό Guardian ότι η ανατροπή του Μόρσι ήταν «βαθιά δημοκρατική, επαναστατική πράξη», τονίζοντας ότι εκατομμύρια άνθρωποι είχαν κατέβει στους δρόμους προτού κινηθούν οι στρατηγοί. «Το κίνημα ήταν, ουσιαστικά, μια λαϊκή ψήφος καθαίρεσης του Μόρσι από την προεδρία», υποστηρίζει ο αρθρογράφος, αντιγράφοντας τον αφορισμό του αριστερού Αμερικανού ιστορικού Χάουαρντ Ζιν: «Η λαϊκή διαμαρτυρία που υπερβαίνει τον νόμο δεν συνιστά άρνηση της δημοκρατίας, αλλά ουσιώδες στοιχείο της».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.