Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Οι ισλαμιστές δοκιμάζονται στην εξουσία




Le Monde Diplomatique


Του Alain Gresh
Δημοσιογράφου της Le Monde Diplomatique

Ένα ισχυρό ισλαμικό κύμα, που εκφράζει τη συμμαχία μεταξύ Αδελφών Μουσουλμάνων, σαλαφιστών και εμίρηδων του Κόλπου, μοιάζει να κατακλύζει τον αραβικό κόσμο. Κοιτάζοντας από πιο κοντά, ωστόσο, δεν είναι το Κοράνι η πυξίδα που επιτρέπει να προσανατολιστεί κανείς στο πολιτικό τοπίο της περιοχής.

Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι; «Μια μικρή ομάδα που παρεξέκλινε από τον ίσιο δρόμο». Η επανάσταση στην Αίγυπτο; «Δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την υποστήριξη του Ιράν και αποτελεί το πρελούδιο νέων συμφωνιών Sykes-Picot». [1] Η εκλογή του Μοχάμαντ Μόρσι; «Μια ατυχής επιλογή». Όπως και πολλοί άλλοι αξιωματούχοι στον αραβικό κόσμο, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Ντουμπάι, στρατηγός Νταΐ Κάλφα Αλ-Ταμίμ, γράφει στο Twitter: «Εάν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι προσπαθήσουν να αμφισβητήσουν την ασφάλεια του Κόλπου, το αίμα που θα χυθεί θα τους πνίξει».

«Αμαρτωλή οργάνωση»
Κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού, ο «πρώτος μπάτσος» του Ντουμπάι πολλαπλασίασε τις επιθέσεις του εναντίον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, χαρακτηρίζοντάς την «αμαρτωλή οργάνωση που πλησιάζει το τέλος της». [2] και προτείνοντας το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων και της χρηματοδότησής της. Συνδυάζοντας θεωρία και πράξη, οι αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων -των οποίων το Ντουμπάι αποτελεί τμήμα- παρέπεμψαν περίπου εξήντα μέλη των Αδελφών Μουσουλμάνων στη δικαιοσύνη για συνωμοσία εναντίον του καθεστώτος.

Η εφημερίδα «Al-Chark Al-Awsat» αποτελεί ιδιοκτησία της οικογένειας του πριγκιπικού διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας, Σαλμάν. Παρά τη φήμη αυτής της παναραβικής εφημερίδας στη Δύση, ο βαθμός αυτονομίας της σε σχέση με την πολιτική της Σαουδικής Αραβίας αγγίζει το μηδέν [3]. Την επομένη της ορκωμοσίας του Μόρσι, στις 30 Ιουνίου 2012, ο διευθυντής της εφημερίδας, Αμντούλ Ραχμάν αλ-Ρασέντ, εξέθετε τους προβληματισμούς του -ή, καλύτερα, τους προβληματισμούς της οικογένειας Αλ-Σαούντ. [4]

Ο νέος αρχηγός του αιγυπτιακού κράτους θα καταπολεμήσει, άραγε, την τρομοκρατία και θα αντιτεθεί πραγματικά στην Αλ-Κάιντα; Θα συνεχίζει να παίζει τον ρόλο του μεσολαβητή στο παλαιστινιακό ζήτημα που είχε αναλάβει ο πρώην πρόεδρος, Χόσνι Μουμπάρακ; Θα υποστηρίξει πραγματικά τη συριακή αντιπολίτευση, αν και ήταν αντίθετος σε κάθε ξένη στρατιωτική επέμβαση; Θα υποστηρίξει τον βασιλιά Αμπντάλα τον Β’ της Ιορδανίας απέναντι στην αμφισβήτηση που δέχεται από τους εκεί Αδελφούς Μουσουλμάνους [5]; «Από τη στιγμή που το Ιράν υπήρξε για πολύ καιρό σταθερός υποστηρικτής των Αδελφών Μουσουλμάνων, θα αποκαταστήσει ο Αιγύπτιος πρόεδρος τις διπλωματικές σχέσεις με την Τεχεράνη, με το επιχείρημα ότι και οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου διατηρούν παρόμοιες σχέσεις; Θα παραμείνει σιωπηλός απέναντι στην ιδεολογική και θρησκευτική δραστηριότητα του Ιράν στην Αίγυπτο, η οποία έχει ενταθεί μετά την πτώση του Μουμπάρακ, όπως αποδεικνύεται από την ιρανική υποστήριξη σε τοπικές ομάδες που θέλουν να διαδώσουν το σιιτικό Ισλάμ στην Αίγυπτο; Το Al-Azhar [σημαντικός θεσμός του σουνιτικού Ισλάμ, με έδρα το Κάιρο] έχει ήδη προειδοποιήσει για τους κινδύνους της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η οποία θα μπορούσε να πυροδοτήσει θρησκευτικές συγκρούσεις στην Αίγυπτο».

Μερικές εβδομάδες αργότερα, τον Σεπτέμβριο, ο ίδιος δημοσιογράφος επέκρινε την πρόθεση του Καΐρου να συμπεριλάβει και την Τεχεράνη -μαζί με το Ριάντ και την Άγκυρα- σε τετραμερή ομάδα για την ανεύρεση λύσης στη συριακή κρίση [6]. Δεν προκάλεσε έκπληξη η είδηση ότι ο Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών μποϊκοτάρισε συνάντηση της τετραμερούς ομάδας, που πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο στις 17 Σεπτεμβρίου.

Δείγματα δυσπιστίας
Αυτά και πολλά άλλα δείγματα δυσπιστίας προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους που κάνουν την εμφάνισή τους στις εφημερίδες χωρών του Κόλπου προκάλεσαν ελάχιστες συζητήσεις στη Δύση, ίσως γιατί αντιφάσκουν με τη γενικά αποδεκτή άποψη ότι υπάρχει μια μεγάλη συμμαχία του σουνιτικού Ισλάμ, η οποία συνενώνει τους εμίρηδες του Κόλπου και τα ισλαμικά κινήματα, με σκοπό την επιβολή μιας αυστηρής θρησκευτικής τάξης και την εφαρμογή της σαρία. Ως εάν η κοινή αναφορά σε μια συντηρητική θεώρηση του Ισλάμ να μπορούσε να εξαφανίσει τους πολιτικούς υπολογισμούς και τις διπλωματικές αντιπαλότητες, τις εθνικές διαφορές και τις αποκλίσεις στρατηγικής.

Ορισμένα ιστορικά προηγούμενα τροφοδοτούν τη φαντασίωση αυτή, παρ’ ότι σχετίζονται περισσότερο με την πολιτική παρά με τη θρησκεία. Στη δεκαετία του 1950 και του 1960, χιλιάδες στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων, τα οποία αντιμετώπιζαν διώξεις στην Αίγυπτο, τη Συρία, την Αλγερία και το Ιράκ, εγκαταστάθηκαν στον Κόλπο, ιδιαίτερα στη Σαουδική Αραβία. Όπως υπενθυμίζει ένας Αιγύπτιος διανοούμενος που πρόσκειται στην αδελφότητα, «δεν επρόκειτο για ρητή συμφωνία. Εκείνη την εποχή, η οργάνωση είχε εξαρθρωθεί και δεν διέθετε δομημένη ηγεσία. Είναι, όμως, αλήθεια ότι η δεξαμενή μελών που εγκαταστάθηκε στη Σαουδική Αραβία προσέφερε στη χώρα χιλιάδες στελέχη στη μάχη κατά του αραβικού εθνικισμού, ιδιαίτερα της εκδοχής που πρέσβευε ο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, και κατά της Αριστεράς».

Η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, τον Δεκέμβριο του 1979, επανέφερε στο προσκήνιο τη συνεννόηση στο όνομα του κοινού αγώνα κατά του κομουνισμού. [7] Έχοντας κινητοποιηθεί μέσω των ισλαμικών δικτύων -οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι κρατήθηκαν στα μετόπισθεν και αρκέστηκαν στην προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας [8]- με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της CIA, με τη χρηματοδότηση των πετρελαιοπαραγωγών μοναρχιών, χιλιάδες εθελοντές συνέρρευσαν στο Αφγανιστάν για να πολεμήσουν τον Κόκκινο Στρατό. Από αυτή την κινητοποίηση υπέρ των Αφγανών « μαχητών της ελευθερίας » έμελλε να γεννηθεί η Αλ-Κάιντα.
Μήπως η «αραβική άνοιξη» αποτελεί το τρίτο επεισόδιο αυτής της «ιερής συμμαχίας»;

Μια τέτοια γοητευτική υπόθεση συσκοτίζει ορισμένες πιο λεπτές πτυχές της πραγματικότητας, οι οποίες διαμορφώθηκαν στη μεταψυχροπολεμική εποχή, με πρώτη τη ρήξη που επήλθε μεταξύ των Αδελφών Μουσουλμάνων και της σαουδαραβικής μοναρχίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και στη σκιά της εισβολής στο Κουβέιτ. Μάλιστα, σε εφημερίδα του συγκεκριμένου εμιράτου, την «Al-Seyassah», το 2002, ο πανίσχυρος τότε υπουργός Εσωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, ο πρίγκιπας Ναγιέφ, ανέλυε τα παράπονά του απέναντι στην αδελφότητα[9]: «Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτελούν την αιτία των περισσότερων προβλημάτων στον αραβικό κόσμο και έχουν προκαλέσει τεράστια ζημιά στη Σαουδική Αραβία. Τη συγκεκριμένη οργάνωση την υποστηρίξαμε υπερβολικά και αυτοί κατέστρεψαν τον αραβικό κόσμο».

Περίεργες αποφάσεις
Ο πρίγκιπας υπενθύμιζε ότι, κατά τη διάρκεια της κρίσης στον Κόλπο, το 1990-91, είχε δεχθεί αντιπροσωπεία, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Τυνήσιος Ρασίντ Γκανούσι (σημερινός πρόεδρος του κόμματος Ενάχντα), ο Σουδανός Χασάν Αλ-Τουραμπί, ο Τούρκος Νετζμεντίν Ερμπακάν και ο Αμπντούλ Μαζίντ Αλ-Ζιντανί από την Υεμένη, όλοι μέλη του κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων. «Τους ρωτήσαμε: “Εγκρίνετε την εισβολή στο Κουβέιτ;”. Απάντησαν ότι είχαν έλθει για να ακούσουν τη δική μας άποψη. Στη συνέχεια, όμως, πήγαν στο Ιράκ, όπου, προς μεγάλη μας έκπληξη, δημοσίευσαν δήλωση με την οποία υποστήριζαν την εισβολή στο Κουβέιτ».

Ωστόσο, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας απέφευγε να αναφέρει έναν άλλο λόγο για τον οποίο ήταν οργισμένος, όπως και οι υπόλοιποι εμίρηδες του Κόλπου: το ρίζωμα των Αδελφών Μουσουλμάνων στις κοινωνίες του Κόλπου και τη συμμετοχή τους, από τον πόλεμο του Κουβέιτ και μετά, στις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο βασίλειο. Γιατί το πολιτικό όραμα της αδελφότητας -ένα ισλαμικό κράτος, φυσικά, αλλά με ελεύθερες εκλογές- αποκλίνει από τη μοναρχική θεώρηση της απόλυτης υπακοής στη σαουδαραβική βασιλική οικογένεια. Ο βασιλικός οίκος, άλλωστε, προτίμησε να χρηματοδοτήσει τα διάφορα σαλαφιστικά ρεύματα, γιατί η άρνηση παρέμβασής τους στο πολιτικό πεδίο και η παρότρυνσή τους να υποστηριχθούν τα καθεστώτα που υπήρχαν, όποια κι αν ήταν αυτά -από τη σαουδαραβική βασιλική οικογένεια μέχρι τον Μουμπάρακ- τον καθησύχαζε.

Το χάσμα μεταξύ του Ριάντ και της αδελφότητας διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη δεκαετία του 2000, εξαιτίας της συμμετοχής των Αδελφών Μουσουλμάνων, μέσω της παλαιστινιακής Χαμάς, στον «άξονα αντίστασης» κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, στο πλευρό του Ιράν, της Συρίας και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ.

Όταν η ρεάλπολιτικ βαραίνει περισσότερο από τη θρησκευτική αλληλεγγύη
Στη συνέχεια, οι αραβικές εξεγέρσεις μοίρασαν ξανά την τράπουλα. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν τις ήθελαν. Για τα δύο κράτη, το πείραμα των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο ή στην Τυνησία κάθε άλλο παρά καλό νέο ήταν. Οι ουαχαμπίτες ηγέτες, οι οποίοι είχαν αναπτύξει εξαιρετικές σχέσεις με τον Μουμπάρακ και πρόσφεραν φιλοξενία στον έκπτωτο πρόεδρο της Τυνησίας, Ζιν Ελ-Αμπιντίν Μπεν Αλί, μετά τη φυγή του -απορρίπτοντας, μάλιστα, το αίτημα της νέας κυβέρνησης της Τυνησίας να εκδοθεί ο πρώην πρόεδρος στη χώρα του- κατηγορούν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους ότι προκάλεσαν την ανατροπή των δύο δικτατόρων και τα Ηνωμένα Έθνη ότι τους το επέτρεψαν. Το μοναρχικό σαουδαραβικό καθεστώς αναδεικνύεται σε προπύργιο της αντεπανάστασης και καταπνίγει την εξέγερση στο Μπαχρέιν, τον Μάρτιο του 2011.

Ωστόσο, το πρώτο ταξίδι του προέδρου Μόρσι στο εξωτερικό –όπως και το αντίστοιχο του Τυνήσιου πρωθυπουργού, Χαμαντί Τζεμπάλι, στελέχους του [ισλαμικού κόμματος] Ενάχντα- στις 11 Ιουλίου 2012, είχε προορισμό τη Σαουδική Αραβία. Όχι από «ισλαμική» αλληλεγγύη, αλλά στο όνομα της ρεαλπολιτίκ που κυριαρχεί στις διεθνείς σχέσεις. Η Αίγυπτος έχει μεγάλη ανάγκη τα χρήματα της Σαουδικής Αραβίας -δέχτηκε ήδη βοήθεια ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι Σαουδάραβες της έχουν υποσχεθεί άλλα 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια [10]. Εξάλλου, περισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο Αιγύπτιοι εργάζονται στο σαουδαραβικό βασίλειο και τα χρήματα που στέλνουν στις οικογένειές τους τροφοδοτούν το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Όσο για τη Σαουδική Αραβία, όποιες κι αν είναι οι διαφωνίες της, δεν μπορεί να αποκοπεί τελείως από την κυριότερη χώρα της Μέσης Ανατολής.

«Η επίσκεψη του Μόρσι δεν έλυσε όλα τα προβλήματα», σχολιάζει ένας Αιγύπτιος διπλωμάτης. Πρόκειται για ευφημισμό. Οι διμερείς διαφορές παραμένουν και είναι πολλές, είτε πρόκειται για τη μεταχείριση των Αιγυπτίων στο σαουδαραβικό βασίλειο είτε για την τύχη των σαουδαραβικών επενδύσεων στην Αίγυπτο. Τον Απρίλιο του 2012, το βασίλειο ανακάλεσε τον πρεσβευτή του στο Κάιρο, μετά από διαδηλώσεις κατά της σύλληψης του Αιγύπτιου δικηγόρου Άχμεντ Αλ-Γκιζάουι από το ουαχαμπιτικό βασίλειο, με την κατηγορία της κατοχής ναρκωτικών. Τον Αύγουστο του 2012, ο Εσάμ Ελ-Εριάν, από τα κεντρικά στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων, ο οποίος έγινε και προεδρικός σύμβουλος, στον λογαριασμό του στο Twitter ζητούσε από τη σαουδαραβική πρεσβεία «να προσκομίσει διευκρινιστικά στοιχεία για το έγκλημα, τη δικαστική κρίση και τις συνθήκες σύλληψης της Νάγκλα Ουάφα», Αιγύπτιας υπηκόου, η οποία κρατείται από το 2009, έχοντας καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση και πεντακόσιες βουρδουλιές μετά από οικονομική διαφωνία που είχε με κάποια πριγκίπισσα. [11]

Διαφωνίες
Η τύχη των σαουδαραβικών επενδύσεων στην Αίγυπτο τροφοδοτεί τις διαφωνίες. Τον Ιούνιο του 2011, με ανακοίνωσή του, ο βαθύπλουτος Σαουδάραβας πρίγκιπας Αλ-Ουαλίντ Μπεν Ταλάλ γνωστοποιούσε ότι «παραχωρεί στον αιγυπτιακό λαό» τα τρία τέταρτα έκτασης 400.000 στρεμμάτων, που είχε αγοράσει σε εξευτελιστική τιμή χάρη στο σύστημα διαφθοράς που κυριαρχούσε επί προεδρίας Μουμπάρακ. [12] Με τον τρόπο αυτό, απέφευγε ενδεχόμενες ενοχλήσεις από την αιγυπτιακή δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη έχει ξεκινήσει και άλλες έρευνες που στοχεύουν ιδιαίτερα τα σαουδαραβικά συμφέροντα, παρόλο που Κάιρο και Ριάντ προσπαθούν να αμβλύνουν τις εντάσεις που προκύπτουν, ενώ στο αιγυπτιακό υπουργείο Επενδύσεων έχει δημιουργηθεί ειδικό γραφείο επίλυσης διαφορών με τη Σαουδική Αραβία. [13].

Επίσης, στο Ριάντ προκαλεί φθόνο η επιστροφή του Καΐρου στη διπλωματική κονίστρα, καθώς την προηγούμενη δεκαετία η Αίγυπτος έβλεπε το άστρο της να σβήνει και να γίνεται συχνά ουραγός της ουαχαμπιτικής μοναρχίας. Το ταξίδι του Μόρσι στην Κίνα -σημάδι ότι η εποχή του στενού εναγκαλισμού με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει παρέλθει- και, στη συνέχεια, στο Ιράν, επιβεβαίωσε τους φόβους του Ριάντ. Η επίσκεψη του Μόρσι στην Τεχεράνη, στα τέλη Αυγούστου, του προσέδωσε κάποιο κύρος ενώπιον της αιγυπτιακής κοινής γνώμης. Οι Αιγύπτιοι ένιωσαν περήφανοι που ο πρόεδρος αντιστάθηκε στις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και, ταυτόχρονα, δεν δίνουν μεγάλη σημασία στην αντι-ιρανική και αντι-σιιτική ρητορική των ηγετών του Κόλπου. Αλλά για να αποφύγει να θίξει τη Σαουδική Αραβία, ο Μόρσι χρειάστηκε να κάνει έναν ακροβατικό ελιγμό: δεν έμεινε παρά μερικές ώρες στην ιρανική πρωτεύουσα, δεν συνάντησε τον Οδηγό της Επανάστασης [14], όπως ήταν προγραμματισμένο, και απέφυγε να αναφερθεί στην αποκατάσταση των διμερών διπλωματικών σχέσεων. Αφού απέτισε φόρο τιμής στον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ –πραγματικό τόλμημα, όταν είναι γνωστό ότι ο πρώην πρόεδρος της Αιγύπτου είχε καταστείλει βίαια τους Αδελφούς Μουσουλμάνους τη δεκαετία του 1950 και του 1960- σκλήρυνε τη ρητορική του στο συριακό ζήτημα, ζητώντας την αποχώρηση του Μπασάρ Αλ-Άσαντ, απορρίπτοντας, όμως, ταυτόχρονα, την ξένη επέμβαση που ζητούσε η Σαουδική Αραβία. Όσο για τον Γκανούσι, τον Τυνήσιο πρόεδρο του ισλαμικού κόμματος Ενάχντα, έμεινε για πολύ καιρό στο Λονδίνο, το οποίο προτίμησε από το Ριάντ κατά την πολύχρονη εξορία του. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Δεκέμβριο του 2011, ο Γκανούσι είχε δηλώσει ότι η «αραβική άνοιξη» θα ανέτρεπε τους εμίρηδες του Κόλπου. Η πρόβλεψη αυτή του στοίχισε μια ειρωνική απάντηση από τη σαουδαραβική εφημερίδα «Al-Riyad» [15], η οποία διερωτήθηκε εάν η πρόβλεψη αφορούσε και τον εμίρη του Κατάρ.

Ανταγωνισμός Αιγύπτου – Σ. Αραβίας
Η επιστροφή της Αιγύπτου στη διπλωματική κονίστρα μετά από μια δεκαετία αποδυνάμωσης προκαλεί το φθόνο του Ριάντ. Γιατί οι σχέσεις μεταξύ του Κατάρ -το οποίο, όπως και η Σαουδική Αραβία, επικαλείται τον ουαχαμπισμό- και των Αδελφών Μουσουλμάνων είναι στέρεες. Το εμιράτο θεωρεί ότι, μέσω της αδελφότητας, έχει βρει έναν μοχλό διάδοσης της πολιτικής του επιρροής, τη στιγμή μάλιστα που δεν διαθέτει ούτε στρατό ούτε διπλωμάτες ούτε κατασκόπους σε επαρκή κλίμακα για να παίξει δραστήριο περιφερειακό ρόλο και το μόνο του πλεονέκτημα είναι τα αστρονομικά ρευστά διαθέσιμα σε δολάρια. Το εμιράτο κατάφερε να αξιοποιήσει την παρουσία, από τη δεκαετία του 1970, στο έδαφός του του σεΐχη Γιουσέφ Αλ-Καρανταουί, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους δημοφιλέστερους κήρυκες της περιοχής, χάρη στην εκπομπή του στο τηλεοπτικό δίκτυο του Al-Jazira του Κατάρ, «Η σαρία και η ζωή». Ο Αλ-Καρανταουί αποτελεί θρησκευτική αναφορά για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, της οποίας υπήρξε μέλος -μολονότι διατηρεί την αυτονομία του απέναντί της.

Το Κατάρ, αφού φλέρταρε για κάποιο διάστημα με τη Χεζμπολάχ, τη Συρία και το Ιράν –διατηρώντας, ταυτόχρονα, στέρεες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες- επέλεξε, μετά την «αραβική άνοιξη», να στοιχηματίσει στην επικράτηση των Αδελφών Μουσουλμάνων. Στην προσπάθεια αυτή, το Al-Jazira, τηλεοπτικό δίκτυο που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από το εμιράτο, έχασε μεγάλο μέρος από την αίγλη του και ορισμένους από τους καλύτερους δημοσιογράφους του : στην Αίγυπτο και, ορισμένες φορές, στην Τυνησία, μετατράπηκε σε φερέφωνο των Αδελφών Μουσουλμάνων. Η επίσκεψη του εμίρη του Κατάρ στο Κάιρο, τον Αύγουστο του 2012, στην καρδιά του ραμαζανιού, καθώς και η από μέρους του κατάθεση 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Κεντρική Τράπεζα της Αιγύπτου, προκειμένου να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τις οικονομικές δυσχέρειές της, επιβεβαιώνουν ότι η συνεννόηση των δύο πλευρών είναι σταθερή. Επιπλέον, στις 23 Οκτωβρίου, ο εμίρης του Κατάρ μετέβη με άδεια των αιγυπτιακών αρχών στη Γάζα, όπου συνάντησε την κυβέρνηση της Χαμάς.
Σε αντίθεση με τη θεώρηση του στρατηγού Ντε Γκολ, ο οποίος ξεκινούσε με απλές ιδέες για την «περίπλοκη Ανατολή», η συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου δεν είναι μυστηριώδης, αλλά μπορεί να αναλυθεί με τα ίδια εννοιολογικά εργαλεία που αφορούν την πολιτική και στον υπόλοιπο πλανήτη. Πρέπει, απλώς, να δεχτεί κανείς να τα χρησιμοποιήσει. Έτσι, οι οργανώσεις των Αδελφών Μουσουλμάνων στις διάφορες χώρες της περιοχής δεν κινούνται με την καθοδήγηση ενός παράνομου μαέστρου, ο οποίος, κρυμμένος στη Μέκκα, διαβάζει παρτιτούρες που εμπνέονται από τα δόγματα του Ισλάμ: η στρατηγική τους μπαίνει συχνά στο καλούπι των εθνικών συμφερόντων του κάθε βραχίονα, όπως δείχνει και η πολιτική του Μόρσι απέναντι στο Ισραήλ ή στη Γάζα, η οποία έχει προκαλέσει σοβαρή απογοήτευση στους κόλπους της Χαμάς.

Στον καμβά αυτόν πρέπει να προστεθούν και οι σαλαφιστές -η είσοδός τους στην πολιτική σκηνή της Αιγύπτου και της Τυνησίας γεννά για τα ρεύματα αυτά νέες προκλήσεις, τις οποίες μέχρι τώρα είχαν καταφέρει ν’ αποφύγουν: [16], να προστεθεί ακόμα η προσέγγιση μεταξύ Κατάρ και Σαουδικής Αραβίας, μολονότι το εμιράτο παραμένει καχύποπτο απέναντι στον ισχυρό γείτονά του, ή ακόμη να προστεθούν και οι απειλές προς την ιορδανική μοναρχία –η οποία αρνείται πλέον να χορηγεί βοήθεια στους Σύρους εξεγερμένους από κοινού με το Κατάρ, το οποίο θεωρεί ύποπτο ενίσχυσης των Αδελφών Μουσουλμάνων. Μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί τη δυσκολία κατανόησης του ισλαμικού τοπίου της περιοχής, εάν επιλέξει να το ερμηνεύσει μόνο μέσα από το θρησκευτικό πρίσμα.

Μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης


Υποσημειώσεις

[1] Οι συμφωνίες αυτές, τις οποίες διαπραγματεύτηκαν μυστικά Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του A’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατέληξαν στον διαμοιρασμό της Μέσης Ανατολής μεταξύ των δύο δυνάμεων.
[2] Βλ., μεταξύ άλλων, «Dubai police chief warns of Muslim Brotherhood, Iran threat», «Egypt Independent», Κάιρο, 26 Ιουλίου 2012, ιστότοπος Al-Sharq, 6 Σεπτεμβρίου 2012, "Al-Arabiya", 9 Σεπτεμβρίου 2012.
[3] Βλ. Mohammed El-Oifi, «Voyage au coeur des quotidiens panarabes», «Le Monde diplomatique», Δεκέμβριος 2006
[4] Abdul Rahman Al-Rashed, «What will Mursi do?», «Al-Chark Al-Awsat», Λονδίνο, 2 Ιουλίου 2012, www.asharq-e.com.
[5] Βλ. Hana Jaber, «Vers un printemps jordanien?», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 2012.
[6] «Al-Chark Al-Awsat», 19 Σεπτεμβρίου 2012, αναφέρεται στη «Mideast Mirror», Λονδίνο, 19 Σεπτεμβρίου 2012.
[7] Βλ. Christian Parenti, «Retour sur l’expérience communiste en Afghanistan», «Le Monde diplomatique», Αύγουστος 2012.
[8] Stéphane Lacroix, «Osama Bin Laden and the Saudi Muslim Brotherhood», «Foreign Policy», Ουάσινγκτον, 3 Οκτωβρίου 2012.
[9] Το κείμενο μεταφράστηκε στα αγγλικά από την επίσημη σαουδαραβική ιστοσελίδα Ain-Al-Yaqeen, 6 Δεκεμβρίου 2002: www.ainalyaqeen.com/issues/20021206.
[10] Ahram Online, 19 Σεπτεμβρίου 2012.
[11] «Al-Watan», Κάιρο, 2 Σεπτεμβρίου 2012.
[12] Reuters, 11 Ιουνίου 2011.
[13] «Through special office, government to protect Saudi investors», «Al-Masry Al-Youm», Κάιρο, 4 Οκτωβρίου 2012.
[14] ΣτΕ: ανώτατος πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης, θέση που δημιουργήθηκε από το Σύνταγμα του 1979 και που σήμερα κατέχει ο Αλί Χαμενεϊ
[15] «Gannouchi crée la polémique en Arabie saoudite», BusinessNews.com, Τύνιδα, 15 Δεκεμβρίου 2011.
[16] Όπως δείχνει η κρίση στο εσωτερικό του Αλ-Νουρ, του μεγαλύτερου σαλαφιστικού κόμματος στην Αίγυπτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.