Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Τι δεν επιθυμεί η Κύπρος από τις ελλαδικές εκλογές


Χρήστος Ιακώβου Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελτών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)


Μέσα στον ανελέητο βομβαρδισμό της ελλαδικής προεκλογικής περιόδου ακούστηκαν πολλά για το Κυπριακό. Το γεγονός δεν εκπλήσσει, αφού το Κυπριακό στην Αθήνα προσφέρεται πλέον ως πεδίο δημόσιας προβολής και ανέξοδης δημαγωγίας. Η πράξη όμως αυτή έχει φέρει εκ νέου στην επιφάνεια και υπομιμνήσκει το ζήτημα του ρόλου που ιστορικά διεδραμάτισαν ή ακόμη μπορούν διαδραματίσουν κάποιες πολιτικές δυνάμεις μέσα στο Ελλαδικό κράτος σε σχέση με τον εξωελλαδικό ελληνισμό, και πιο ειδικά με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η πολιτική φιλοσοφία και στάση του σημερινού προέδρου του ΠΑΣΟΚ, όπως έχει αποτυπωθεί εμπράκτως καθ’ όλη τη διάρκεια του δημοψηφίσματος του 2004 και επαναλήφθηκε ρητορικά προσφάτως στον πολιτικό του λόγο δεν ήταν τίποτε άλλο από μία σημειολογική επίκληση της «σοφίας» και δήθεν «υπεύθυνης» εποπτείας των εθνικών προτεραιοτήτων από την Αθήνα σε σχέση με τις επιλογές που θα πρέπει να κάνει η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή υπήρξε, δυστυχώς, η στάση με την οποία ο Αθηναϊκός μανδαρινισμός αντιμετώπισε τον Κυπριακό Ελληνισμό από την εποχή του αντιαποικιακού αγώνα μέχρι σήμερα.

Η Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και η τραγική απόληξή της υπήρξαν το ορόσημο για την αναίρεση της Μεγάλης Ιδέας ως βασικής συντεταγμένης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η ήττα του 1922 και η συνεπακόλουθη συσπείρωση του μεγαλυτέρου μέρους του Ελληνισμού μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους είχε ως συνέπεια την σταδιακή ταύτιση του ελληνικού κράτους με το ελληνικό έθνος καθώς επίσης και τη δημιουργία νέων ρυθμιστικών αρχών στην εξωτερική πολιτική και πιο ειδικά στην διαχείριση των συμφερόντων των υπολειμμάτων του εξωελλαδικού ελληνισμού. Η πολιτική αυτή αποκρυσταλλώθηκε από τον Βενιζέλο μέσα από τις διπλωματικές συγκυρίες του μεσοπολέμου. Η νέα διπλωματική προσέγγιση που καθιέρωσε ο Βενιζέλος στηριζόταν στην διασφάλιση της επιβίωσης του εξωελλαδικού ελληνισμού μέσω της διπλωματίας καλών σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις και της πολιτικής κατευνασμού προς εκείνα τα κράτη κάτω από την κυριαρχία των οποίων βρισκόντουσαν διάφορα τμήματα του Ελληνισμού, και πιο ειδικά με την Τουρκία.

Με αυτή την νέα λογική η Αθήνα προσέγγισε το εθνικό αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα, την δεκαετία του 1950, μέσα από μία Αγγλοελλαδική και Ελλαδοτουρκική προσέγγιση, έστω και αν αυτό οδηγούσε στην εγκατάλειψη του αιτήματος για Ένωση, που και η ίδια η Αθήνα απεδέχθη, και σταδιακά έφερε τη νέα πολιτική της σε αντιπαράθεση με τους στόχους του Ελληνικού εθνικού κινήματος στην Κύπρο. Αυτό οδήγησε, αναπόδραστα, σε σταδιακή αποξένωση από τα πολιτικά αιτήματα των ντόπιων Ελλήνων. Η εμμονή της Αθήνας στην επιβολή των επιλογών της με εκβιαστικό τρόπο πάνω στους πολιτικά «ανώριμους» Κυπρίους, όπως εμφατικά τόνιζαν Ελλαδίτες διπλωμάτες λίγο πριν την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, είχε σαν συνέπεια η ελλαδική στοχοθεσία στο κυπριακό βαθμιαία να αλλάζει μέσω μίας διαδικασίας που τα βασικά της χαρακτηριστικά ήταν η παθητικότητα, η έλλειψη συνοχής, η αναποτελεσματικότητα και, τέλος, η συρρίκνωση στόχων. Το ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η Αθήνα μετά τις πιέσεις που ασκούσε άφηνε να φαίνεται η τελική επιλογή ότι προερχόταν από τους ίδιους τους Κυπρίους και όταν αργότερα ενέσκηπταν προβλήματα (1963-1974) κατελόγιζε την ευθύνη στους κακούς χειρισμούς της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, παρασιωπώντας και αποφεύγοντας τις δικές της ευθύνες.

Η τραγική θέση στην οποία βρέθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία μετά το 1974 καθώς επίσης και η ισχυρή διπλωματική υποστήριξη που χρειάστηκε για να ενταχθεί στην ΕΕ δημιούργησαν νέες συνθήκες αυξημένης εξάρτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ελλαδική διπλωματία. Η καθολική εποπτεία των εθνικών συμφερόντων από την Αθήνα και η αλαζονική πανσοφία των διπλωματικών μανδαρίνων του Ελλαδικού υπουργείου εξωτερικών, που θέλουν να διατηρούν για τον εαυτό τους το ρόλο των τιμητών της υποτιθέμενης πολιτικής ανικανότητας και ανευθυνότητας του Κυπριακού Ελληνισμού, απετέλεσαν τη βάση υλοποίησης της πολιτικής των κυβερνήσεων Σημίτη και Παπανδρέου στο Κυπριακό και της επανεμφανισθείσας θεωρίας του «εθνικού κέντρου». Αυτή η πολιτική δεν απετέλεσε καινοτομία στην ιστορία του κυπριακού ζητήματος. Είναι μία συνέχεια της λογικής που διέπει τη στάση της Αθήνας ως «εθνικού κέντρου» μετά το 1922, μίας στάσης που επέβαλε μία κολοβή Κυπριακή Δημοκρατία το 1960, την οποία υπέσκαψε τραγικά το 1974 και την οποία προσπάθησε να οδηγήσει σε διάλυση το δίδυμο Σημίτη-Παπανδρέου το 2004, στο βωμό μίας αβέβαιης ελληνοτουρκικής φιλίας. Η λογική αυτή πλέον, χωρίς παραπέτασμα, αποκρυσταλλώνει το δυσάρεστο για τον κυπριακό ελληνισμό συμπέρασμα ότι τα συμφέροντα του Αθηναϊκού κράτους βρίσκονται σε υψηλότερη προτεραιότητα απ’ ότι τα συμφέροντα του εξωελλαδικού ελληνισμού. Η αποστασιοποίηση του Καραμανλή στο Κυπριακό και η στάση του στο δημοψήφισμα απετέλεσε εκ των και αποστασιοποίηση από το δόγμα του «Εθνικού Κέντρου». Αυτό που πραγματικά δεν επιθυμεί η Κύπρος από τις ελλαδικές εκλογές είναι σε περίπτωση αλλαγής της κυβέρνησης να επανέλθει ως συντεταγμένη της ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής η θεωρία του «εθνικού κέντρου».

2 σχόλια:

  1. Πολύηση του εύστοχη η παρατήρηση του κυρίου Ιακώβου για το ρόλο της Αθήνας ως "Εθνικού Κέντρου".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εκπληκτική η ανάλυση. Έτσι η Αθήνα κατέστρεψε τον Ελληνισμό εκτός συνόρων του Ελληνικού κράτους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.