Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Τουρκο-ισραηλινή κρίση και Ελληνική διπλωματία


Του Χρήστου Ιακώβου Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)

Ο Χένρυ Κίσσιγκερ είχε πει κάποτε ότι οι μοναδικοί χάρτες που δεν αλλάζουν χρώματα είναι οι γεωφυσικοί ενώ αντιθέτως οι γεωπολιτικοί αλλάζουν συχνά τα χρώματά τους. Πριν από δεκατρία χρόνια, όταν η Τουρκία και το Ισραήλ επισημοποιούσαν την από μακρού στρατηγική τους σχέση μέσω των δύο συμφωνιών που υπέγραψαν, αμφότερες οι χώρες προσδιόριζαν την συνεργασία τους σε γεωπολιτικά πλαίσια, αποδίδοντας της μάλιστα μακροχρόνια δυναμική στην συντεταγμένη του χρόνου και δομικό χαρακτήρα για την αρχιτεκτονική της ασφάλειας στην περιοχή, στην συντεταγμένη του χώρου. Με άλλα λόγια, Τουρκία και Ισραήλ, ενσωμάτωσαν την εξωτερική τους πολιτική στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό για την Μέση Ανατολή. Σήμερα, τα δεδομένα αλλάζουν άρδην σε σημείο που ο μέχρι πρόσφατα ισχυρός Τουρκοισραηλινός άξονας να αναθεωρείται από τις νέες γεωστρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν.

Ο στρατηγικός άξονας Τουρκίας-Ισραήλ ενισχύθηκε σημαντικά την περασμένη δεκαετία λόγω τριών συντελεστών: α) της ανάγκης του Ισραήλ να αντισταθμίσει την έλλειψη στρατηγικού βάθους σε σχέση με τα εχθρικά προς αυτό κράτη, όπως ήταν το Ιράκ στο παρελθόν, η Συρία και το Ιράν, β) του σταθερού προσανατολισμού της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προς τους δυτικούς συνασπισμούς και συμμαχίες και γ) της μεταψυχροπολεμικής Αμερικανικής γεωστρατηγικής στην Μέση Ανατολή που μέρος της στηριζόταν στο δόγμα της διπλής ανάσχεσης (Ιράκ, Ιράν).

Η νέα διπλωματική κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, λόγω της ακύρωσης εκ μέρους της Τουρκίας μέρους διεθνούς στρατιωτικής άσκησης που θα συμμετείχε και η Ισραηλινή αεροπορία, αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την κατάρρευση του εν λόγω στρατηγικού άξονα. Οι στρατιωτικές ασκήσεις αποτελούν μέρος της κληρονομιάς που άφησαν οι δύο συμφωνίες της δεκαετίας του 1990.

Τρία δεδομένα προκάλεσαν αυτήν την αλλαγή εκ μέρους της Τουρκίας. Η άνοδος του Κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη στην εξουσία το 2002, ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003, με τον οποίο η Τουρκία διεφώνησε έντονα και την έθεσε ενώπιον σκληρών διλημμάτων ασφαλείας και τέλος, η πολλαπλή στρατηγική υποστήριξη που έδωσε, ευθύς εξαρχής, το Ισραήλ προς την κατεύθυνση δημιουργίας κουρδικής οντότητος στο Βόρειο Ιράκ.

Με την άνοδο του κόμματος του Ερντογάν στην εξουσία το 2002, η ισλαμική ατζέντα ήρθε στο επίκεντρο της πολιτικής. Μονοπώλησε όμως το ενδιαφέρον η πτυχή της ατζέντας που αφορούσε την εσωτερική αντιπαράθεση ισχύος μεταξύ στρατού και ισλαμιστών. Με τον διορισμό του Αχμέντ Νταβούντογλου εσχάτως ως πολιτικού προϊσταμένου της Τουρκικής διπλωματίας, η ισλαμική ατζέντα μέσω της προβολής ισλαμικής ταυτότητας βρίσκει έδαφος και πρακτική εφαρμογή στην Τουρκική εξωτερική πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της ισλαμικής ατζέντας στον μουσουλμανικό γεωπολιτικό χώρο (μέρος του «στρατηγικού βάθους» κατά τον Νταβούντογλου) είναι η απαγκίστρωση της από τον στρατηγικό άξονα με το Ισραήλ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία αρχίζει να υπονομεύει τη διπλωματική στρατηγική του Ισραήλ (ιδιαίτερα στο Παλαιστινιακό) προκειμένου να αποκτήσει ψυχολογική δυναμική και ερείσματα στον μουσουλμανικό κόσμο. Σταδιακώς, όμως, η Τουρκία έχει αρχίσει να θέτει στρατηγικές προκλήσεις για το Ισραήλ δεδομένου ότι εισήλθε σε μία ανταγωνιστική τροχιά με το εβραϊκό κράτος. Αυτό θα αναγκάσει το Ισραήλ να βρει εναλλακτικές και αντισταθμιστικές λύσεις.

Καθοριστικής σημασίας για το στρατηγικό παίγνιο που άρχισε μεταξύ των δύο χωρών είναι η εξέλιξη του Κουρδικού ζητήματος. Με την Τουρκία να κάνει στρατηγική στροφή σε ένα πλαίσιο γεωπολιτικών συμφερόντων αντίθετα, ανταγωνιστικά και υπονομευτικά προς το Ισραήλ, εκ των πραγμάτων, σπρώχνει το Ισραήλ σε στρατηγική σύζευξη με τους Κούρδους, όχι μόνο του Ιράκ αλλά και της Τουρκίας. Σε αυτό το σημείο εγείρεται ένα καθοριστικό ερώτημα για τις επιλογές της Τουρκίας: εάν δηλαδή η στρατηγική υπερεξάπλωση που επιχειρεί σήμερα αποτύχει ποιο θα είναι το κόστος τόσο για τη διπλωματική της στρατηγική όσο και για την ασφάλειά της, ειδικά σε περίπτωση που το Ισραήλ επιλέξει να προχωρήσει σε γεωστρατηγική σύζευξη με τους Κούρδους της Τουρκίας.

Τα νέα αυτά δεδομένα θα πρέπει να απασχολήσουν σοβαρά Ελλάδα και Κύπρο σε σχέση με μία νέα προσέγγιση με το Ισραήλ. Υπάρχει συγκεκριμένο Ελληνικό πλάνο να αξιοποιήσει τις νέες πραγματικότητες; Πολύ αμφιβάλλω. Υπομιμνήσκει, προσέτι, τις λανθασμένες επιλογές της Ελληνικής πλευράς να εγκαταλείψει το κουρδικό χαρτί από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας. Είναι πλέον σίγουρο ότι, στην επόμενη δεκαετία, αυτός που θα μπορεί να επηρεάσει την πορεία του κουρδικού ζητήματος στην Μέση Ανατολή θα αυξήσει ταυτόχρονα και την επιρροή του στις εξελίξεις στην περιοχή. Διαβάστε περισσότερα...

Η άλλη πλευρά του πολέμου στο Ιράκ


Του Marc Santora
The New York Times


Για να πάει στην εργασία της, στη μεγάλη αμερικανική βάση Μπαλάντ του Ιράκ με το λεωφορείο, η Μίλα, μία μασέζ από το Κιργιζιστάν, χρειάζεται μία ώρα. Η αίθουσα όπου προσφέρει τις υπηρεσίες της, στην τεράστια αυτή βάση των περίπου 1.600 στρεμμάτων, βρίσκεται κοντά σ’ ένα κυλικείο με υπαλλήλους από την Ινδία και το Μπανγκλαντές, οι οποίοι μαγειρεύουν σπιτικές γεύσεις για τους Αμερικανούς στρατιώτες. Στον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι, η Μίλα συναντά ένα εργοστάσιο ενέργειας, ένα εργοστάσιο πάγου, μια κλινική, ένα νοσοκομείο και δεκάδες άλλες εγκαταστάσεις που θα έβρισκε κανείς σε μια μικρή πόλη.
Σε διάστημα μεγαλύτερο των έξι ετών, αυτό είναι το δημιούργημα των Αμερικανών στο Ιράκ: πόλεις στην άμμο.

Μετά την αποχώρηση της αμερικανικής δύναμης από τις ιρακινές πόλεις κι ενώ τουλάχιστον εκατό βάσεις πρόκειται να κλείσουν ή να παραδοθούν στις ιρακινές αρχές, οι 130.000 Αμερικανοί στρατιώτες που παραμένουν τώρα στο Ιράκ καταλήγουν σε αυτές τις αχανείς πόλεις της άμμου. Παρότι μερικές αποκαλούνται στρατόπεδα ή βάσεις, ο κοινός όρος είναι «βάσεις περαιτέρω λειτουργίας» (forward operating bases) ή FOB. Οι FOB είναι τόσο ενσωματωμένες στη γλώσσα αυτού του πολέμου, που οι στρατιώτες ένοικοι αυτών των βάσεων αποκαλούνταν ειρωνικά Fobbits από όσους δεν ζούσαν εντός. Τα στρατόπεδα αυτά, όμως, αντιπροσωπεύουν τον τρόπο με τον οποίο ολοένα και περισσότεροι Αμερικανοί βιώνουν τον πόλεμο.
Βέβαια, χιλιάδες Αμερικανοί συνεργάζονται με Ιρακινούς σε μικρές βάσεις, όπου παίζουν συμβουλευτικό ρόλο και χιλιάδες άλλοι βρίσκονται στους δρόμους και τις μεγάλες οδικές αρτηρίες παρέχοντας την απαραίτητη για την αποχώρηση προστασία. Αλλά οι FOB έχουν γίνει η εικονική πλευρά του πολέμου, τόσο γι’ αυτούς που πολεμούν όσο και για τους Ιρακινούς, οι οποίοι έμειναν αμέτοχοι. Αποτελούν κατά κάποιον τρόπο έναν χωριστό κόσμο εντός του Ιράκ, με κανόνες εργασίας, αποχέτευση, καθαρούς δρόμους και αυστηρά επιτηρούμενους νόμους και κώδικες.

Μερικές βάσεις έχουν πληθυσμό τουλάχιστον 20.000 ατόμων και λειτουργούν χάρη σε χιλιάδες υπαλλήλους και πολίτες τρίτων χωρών. Και καθώς οι βάσεις είναι επίσης τμήμα του ιρακινού τοπίου, οβίδες πέφτουν κάπου κάπου μέσα από τα σύρματα, ενώ οι στρατιώτες μπορούν να αποκοιμηθούν κάτω από τον επίμονο ήχο των ελικοπτέρων, των ελεγχόμενων εκρήξεων και των πυροβολισμών.

Στην κορύφωση του πολέμου, υπήρχαν τουλάχιστον 300 βάσεις διασκορπισμένες στο Ιράκ. Τώρα, στη διάρκεια των επόμενων λίγων μηνών, οι Αμερικανοί ελπίζουν να χρησιμοποιούν έξι τεράστιες βάσεις, με 13 άλλες να λειτουργούν ως κέντρα προετοιμασίας της ολοκληρωτικής αποχώρησης. Οι πρώτοι άνθρωποι που συναντάς φθάνοντας σε μια αμερικανική βάση δεν είναι Αμερικανοί. Συνήθως είναι άτομα από την Ουγκάντα, που προσέλαβε η ιδιωτική εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, Triple Canopy. Οι πολίτες της Ουγκάντας αποτελούν μία από τις πολλές εθνότητες της εργατικής δύναμης του αναπτυσσόμενου κόσμου που φροντίζει για τη λειτουργία των FOB. Ο μεγαλύτερος αριθμός εργατών προέρχεται από τις Φιλιππίνες, το Μπανγκλαντές και την Ινδία. Ζουν μακριά από τους Δυτικούς υπαλλήλους και στρατιώτες μέσα στη βάση και τους συναντούν μόνο όταν η εργασία το απαιτεί.
«Όλοι ζουν σε κάποια απομόνωση», λέει η Μίλα, η μασέζ, η οποία δεν έδωσε το επίθετό της για λόγους ασφαλείας. Η ίδια ζει στο Ιράκ ένα χρόνο, όμως άλλοι εργάτες βρίσκονται εκεί έως και έξι χρόνια, χωρίς να κάνουν το παραμικρό διάλειμμα για να δουν την πατρίδα τους. Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ναρκωτικά, χρήμα και Ταλιμπάν


Του Eric Schmitt International Herald Tribune

Ένα εξελιγμένο οικονομικό δίκτυο, προκειμένου να ενισχύουν τις επιχειρήσεις τους, έχουν οργανώσει οι δυνάμεις των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών, τις απαγωγές, τους εκβιασμούς και τις ξένες δωρεές, δραστηριότητες τις οποίες Αμερικανοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι πασχίζουν να πατάξουν.

Στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν έχουν επιβάλει ένα σύστημα φορολόγησης της καλλιέργειας, επεξεργασίας και μεταφοράς του οπίου, αλλά και άλλων προϊόντων –όπως τα σιτηρά– που καλλιεργούνται στα ελεγχόμενα από τις δυνάμεις τους εδάφη, σύμφωνα με μαρτυρίες Αμερικανών και Αφγανών αξιωματούχων. Στη Μέση Ανατολή, οι ηγέτες των Ταλιμπάν έχουν στείλει άτομα, τα οποία προσηλυτίζουν χρηματοδότες από αραβικές χώρες, ώστε να διατηρούνται τα ταμεία γεμάτα με χρήμα, ρευστό.

Οι εκτιμήσεις για το ετήσιο εισόδημα των Ταλιμπάν ποικίλλουν. Οι εισπράξεις μόνο από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών κυμαίνονται από 70 έως 400 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο, όπως υπολογίζουν αξιωματούχοι του Πενταγώνου και των Ηνωμένων Εθνών. Αποκτώντας νέες πηγές εσόδων εκτός από τις καλλιέργειες του οπίου, οι Ταλιμπάν έχουν προκαλέσει σύγχυση στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ, που προσπαθούν να αποδυναμώσουν την αντίσταση. Παρά τις περυσινές απόπειρες των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να σταματήσουν τη χρηματοδότηση, χρησιμοποιώντας το στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν τώρα ότι δεν πέτυχαν σχεδόν τίποτα. «Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να μειώσουμε αισθητά την αποτελεσματικότητά τους στερώντας τους τα χρήματα αυτήν τη στιγμή», δήλωσε ο Αμερικανός απεσταλμένος Άνταμ Σμιθ, ο οποίος ταξίδεψε στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν τον περασμένο μήνα. «Δεν λέω ότι δεν πρέπει να προσπαθήσουμε. Απλά είναι πιο δύσκολο και πιο πολύπλοκο».

Η ικανότητα των Ταλιμπάν να συγκεντρώνουν χρήματα περιπλέκει τις αποφάσεις της κυβέρνησης Ομπάμα σχετικά με την αποστολή επιπλέον στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Είναι ασαφές, για παράδειγμα, το αν η ανάπτυξη 10.000 πεζοναυτών το καλοκαίρι στην επαρχία Χέλμαντ –την καρδιά της παραγωγής οπίου–θα έχει κάποια ουσιαστική επίδραση στη ροή του ρευστού της αντίστασης. Επιπλέον, Αμερικανοί αξιωματούχοι φοβούνται πως η καταστολή του λαθρεμπορίου ναρκωτικών θα εξοργίσει τους αγρότες, οι οποίοι εξαρτώνται από αυτό για να ζήσουν. Αλλά ακόμη και αν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήταν σε θέση να σταματήσουν τη ροή του χρήματος, δεν είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο θα έφερνε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Εκπαίδευση και κόστος
Δεν κοστίζει πολλά το να εκπαιδεύεις, να εξοπλίζεις και να πληρώνεις την αντίσταση στο φτωχό Αφγανιστάν –οι μαχητές κερδίζουν 200 έως 500 ευρώ το μήνα– ούτε το να δωροδοκείς την τοπική αφγανική ασφάλεια και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους. «Οι επιχειρήσεις τους είναι τόσο φθηνές, που μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον με κονδύλια από ντόπιες πηγές, όπως μικρές επιχειρήσεις και δωρεές», δήλωσε ο Κένεθ Κάτσμαν, ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής και πρώην αναλυτής της CIA. Αμερικανοί αξιωματούχοι, πάντως, αναγνωρίζουν ότι εξεπλάγησαν όταν έμαθαν, τους τελευταίους μήνες, ότι οι ξένοι δωρητές –περισσότερο απ’ ό,τι το όπιο– αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή ρευστού για τους Ταλιμπάν.

«Στο παρελθόν, είχαμε την εντύπωση ότι όλα τα χρήματα προέρχονται από ναρκωτικά», δήλωσε τον Ιούνιο ο ειδικός απεσταλμένος της αμερικανικής κυβέρνησης στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. «Αυτό, απλά, δεν αληθεύει».
Υποστηρίζοντας αυτή την άποψη, σε έκθεσή του στις 30 Αυγούστου, ο ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, στρατηγός Στάνλεϊ Μακρίσταλ, αμφισβήτησε σθεναρά το αν μπορεί πράγματι να ακρωτηριαστεί η οικονομική στήριξη των Ταλιμπάν με μόνη την καταστολή του λαθρεμπορίου οπίου. Η απώλεια των εσόδων από τα ναρκωτικά «δεν θα εξαλείψει την ικανότητα των μαχητών να επιχειρούν εφόσον άλλες οικονομικές πηγές παραμένουν ανέπαφες», δήλωσε ο στρατηγός Μακρίσταλ.
Μαύρες λίστες
Σε πρόσφατη απόρρητη έκθεσή της, η CIA εκτίμησε πως οι ηγέτες των Ταλιμπάν και οι συνεργάτες τους έχουν λάβει ποσό ύψους 106 εκατ. δολαρίων τον τελευταίο χρόνο από δωρητές εκτός Αφγανιστάν, πληροφορία που δημοσίευσε πρώτη τον περασμένο μήνα η «Ουάσιγκτον Ποστ». Ιδιώτες από τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, το Ιράν και ορισμένα κράτη του Περσικού Κόλπου είναι οι κυριότεροι χρηματοδότες, σύμφωνα με πηγή της αμερικανικής αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας.

Ανώτατοι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών και διπλωμάτες δηλώνουν μεν ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ή άλλων κρατών του Κόλπου παρέχουν απευθείας βοήθεια στην αφγανική αντίσταση. Υπάρχει, όμως, η υποψία ότι μέλη των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών συνεχίζουν να δίνουν κάποια οικονομική βοήθεια στους Αφγανούς Ταλιμπάν, μια πρακτική που διαψεύδεται από την πακιστανική κυβέρνηση.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και τα Ηνωμένα Έθνη διατηρούν εδώ και χρόνια μαύρες λίστες με τα ονόματα των υποτιθέμενων δωρητών των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα. Αξιωματούχοι της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας, όμως, λένε ότι οι δωρητές έχουν βελτιώσει τις μεθόδους της συμβολής τους, έτσι ώστε να αποφεύγουν τη σύλληψη. «Οι κυρώσεις έχουν λειτουργήσει έως ένα βαθμό, αλλά προφανώς όχι μέχρι το σημείο που θα μας έδινε τη δυνατότητα να διακόψουμε κάθε χρηματοδότηση», δήλωσε ο Ρίτσαρντ Μπάρετ, πρώην αξιωματούχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος παρακολουθεί σήμερα τις κινήσεις της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν για λογαριασμό του ΟΗΕ.

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

Η Ρωσία μελετά το Κινεζικό μοντέλο


Του Clifford J. Levy International Herald Tribune

Δύο δεκαετίες αφότου κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, οι κυβερνώντες της Ρωσίας ανακάλυψαν απροσδόκητα τη συνταγή της μελλοντικής επιτυχίας: το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η τουλάχιστον αυτό που κυβερνά στη διπλανή πόρτα. Όπως ένας ζηλιάρης φτωχός συγγενής, το κόμμα του Βλαντιμίρ Πούτιν, η Ενωμένη Ρωσία, εξετάζει με ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον το πώς μπορεί να μιμηθεί το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ειδικά την ικανότητά του να οδηγεί το κινεζικό ποίμνιο μέσα από την οικονομική κρίση, σχετικά ανέπαφο. Οι ηγέτες της Ενωμένης Ρωσίας έφθασαν στο σημείο να συγκαλέσουν ειδική σύνοδο με επιφανείς αξιωματούχους του Κινεζικού Κόμματος για να ακούσουν από πρώτο χέρι πώς κρατούν την εξουσία.

Στην πραγματικότητα, οι Ρώσοι δεν εξέφρασαν επιθυμία να επιστρέψουν στον Κομμουνισμό, ως μια απρόσιτη μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία, είτε πρόκειται για τη σοβιετική εκδοχή είτε γι’ αυτήν του Πεκίνου. Αυτό που θαυμάζουν, καθώς φαίνεται, είναι η κινεζική ικανότητα χρήσης ενός μονοκομματικού συστήματος με σκοπό τη διατήρηση αυστηρού ελέγχου στη χώρα την ώρα που εξελίσσεται παράλληλα μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Είναι μια ιστορική στροφή, ένα είδος αντήχησης, δεδομένου ότι οι Κινέζοι Κομμουνιστές είχαν εμπνευστεί από τους Σοβιετικούς, προτού προκύψει η μακρά ρήξη στις διμερείς σχέσεις.

Για τους Ρώσους, αυτό που έχει σημασία είναι οι διαφοροποιημένοι δρόμοι των δύο χωρών τις τελευταίες δεκαετίες. Γνωρίζουν καλά πώς και η Ρωσία κατάφερε μεν να ξεπεράσει κάποιες σκοτεινές ημέρες της περιόδου της μετάβασης προς μια οικονομία της αγοράς, αλλά η Κίνα φαίνεται ότι πραγματοποίησε την αλλαγή με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία.

Οι Ρώσοι επίσης φαίνεται ότι νιώθουν σχεδόν ντροπή για το γεγονός ότι η οικονομία τους εξαρτάται κατά μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και άλλες φυσικές πηγές, σαν να ήταν η Ρωσία κάποιο τριτοκοσμικό έθνος, ενώ η Κίνα διαπρέπει στην κατασκευή προϊόντων παγκόσμιας ζήτησης.

Πρόσκληση στους Κινέζους
«Τα επιτεύγματα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην ανάπτυξη της κυβέρνησής του έχουν τη μέγιστη αξία», διακήρυξε ο αντιπρόεδρος και κορυφαίος σύμβουλος του Βλαντιμίρ Πούτιν, Αλεξάντρ Ζούκοφ, στη διάρκεια συνάντησης με Κινέζους αξιωματούχους στις 9 Οκτωβρίου στην κινεζική συνοριακή πόλη, Σούινφενχε, βορειοδυτικά του Βλαδιβοστόκ. «Η πρακτική εμπειρία που έχουν πρέπει να μελετηθεί με προσοχή».

Ο κ. Ζούκοφ, μάλιστα, προσκάλεσε τον πρόεδρο Χου Ζιντάο στη σύνοδο της Ενωμένης Ρωσίας, τον Νοέμβριο στην Αγία Πετρούπολη. Η συνάντηση στην Σούιφενχε ήταν η κορύφωση μιας διαδικασίας αυξημένων επαφών των πολιτικών κομμάτων, που διήρκεσε μήνες. Την άνοιξη, μία υψηλού επιπέδου αντιπροσωπεία της Ενωμένης Ρωσίας επισκέφθηκε το Πεκίνο για αρκετές ημέρες, ενώ το ρωσικό κόμμα ανήγγειλε επίσης ότι θα ανοίξει γραφείο στην κινεζική πρωτεύουσα για το τμήμα ερευνών του.

Συγκεντρωτική εξουσία
Ο ενθουσιασμός για το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα υπογραμμίζει την έλλειψη ενός φιλοσοφικού πυρήνα της Ενωμένης Ρωσίας. Το κόμμα έχει λειτουργήσει κυρίως ως πτυχή της εξουσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν. Πράγματι, ένα ερώτημα που εκκρεμεί είναι το αν οι προσπάθειες της Ενωμένης Ρωσίας να διδαχθεί από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελούν κάτι παραπάνω από διανοητική άσκηση. Όποιο κι αν είναι το κίνητρο, η Ρωσία τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να κινείται προς το κινεζικό μοντέλο, πολιτικά και οικονομικά. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991, η Ρωσία βυθίστηκε στα βαθιά νερά του καπιταλισμού, πουλώντας πολλές βιομηχανίες, χαλαρώνοντας τους κανονισμούς. Υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν, η κυβέρνηση ανέτρεψε την πορεία, καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο έλεγχο σε πολλούς τομείς.

Σήμερα, αμφότερες οι χώρες κυβερνούν με μια ισχυρή συγκεντρωτική εξουσία, επιβλέποντας την οικονομία με ένα μείγμα ιδιωτικών και κρατικών βιομηχανιών, παρότι οι Ρώσοι επί μακρόν έδειχναν λιγότερο πειθαρχημένοι σε αυτήν την ενασχόληση. Η διαφθορά είναι χειρότερη στη Ρωσία απ’ ό,τι στην Κίνα, σύμφωνα με τους παγκόσμιους δείκτες και οι ξένες εταιρείες σε γενικές γραμμές θεωρούν το επενδυτικό κλίμα της Ρωσίας λιγότερο φιλόξενο, εν μέρει επειδή υπάρχει και λιγότερος σεβασμός στα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Η Ρωσία, επίσης, δεν μπόρεσε να φθάσει την Κίνα στον εκσυγχρονισμό δρόμων, αεροδρομίων, εργοστασίων ενέργειας και άλλης υποδομής.
Επιπλέον, αντιμετωπίζει μυριάδες προβλήματα στον τομέα της υγείας και κοινωνικά προβλήματα, που έχουν μειώσει το προσδόκιμο ζωής των ανδρών στα 60 έτη. Η παγκόσμια οικονομική κρίση πυροδότησε συγκρίσεις μεταξύ των δύο οικονομιών, ρίχνοντας φως στη ρωσική πολιτική. Τον Ιούνιο, η Παγκόσμια Τράπεζα προέβλεψε ότι η οικονομία της Κίνας θα αναπτυχθεί κατά 7,2% μέσα στο 2009, ενώ της Ρωσίας θα συρρικνωθεί κατά 7,9%.

Αλλαγή του πολιτικού συστήματος;
Πολιτικά, η Ρωσία παραμένει πιο ανοιχτή απ’ ό,τι η Κίνα, με ανεξάρτητα αντιπολιτευόμενα κόμματα και μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης. Η πιο προφανής αντίθεση έχει να κάνει με το διαδίκτυο, που λογοκρίνεται στην Κίνα, αλλά όχι στη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικοί σύμβουλοι του κ. Πούτιν μελετούν προ καιρού τους τρόπους μετακίνησης του πολιτικού συστήματος προς το είδος εκείνο, που ρίζωσε για πολλές δεκαετίες σε χώρες όπως η Ιαπωνία και το Μεξικό, με μια ντε φάκτο μονοκομματική κυβέρνηση υπό δημοκρατική μεταμφίεση, όπως σχολιάζουν πολιτικοί αναλυτές. Οι Ρώσοι τείνουν να συγκαλύπτουν το γεγονός ότι σε πολλές από αυτές τις χώρες, οι επί έτη κυβερνώντες οδηγήθηκαν στην πτώση. Η στρατηγική του Κρεμλίνου έγινε εμφανής στις πρόσφατες τοπικές εκλογές, όταν οι ηγέτες της Ενωμένης Ρωσίας και κυβερνητικοί αξιωματούχοι χρησιμοποίησαν αφοπλιστικές μεθόδους για να αποδυναμώσουν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, σύμφωνα με καταγγελίες ανεξάρτητων οργανώσεων. Η Ενωμένη Ρωσία κέρδισε τη μεγάλη πλειοψηφία σε ολόκληρη τη χώρα. Είναι φυσικό το Κρεμλίνο να στρέφει τη ματιά του ανατολικά, σχολιάζει ο πολιτικός αναλυτής, Ντιμίτρι Κόζιρεφ του κρατικού ειδησεογραφικού πρακτορείου. «Όταν ανακάλυψαν ότι υπήρχε τρόπος να μετατρέψουν ένα επισήμως σοσιαλιστικό έθνος σε κάτι καλύτερο και πιο αποτελεσματικό, φυσικά έδωσαν προσοχή»... «Εδώ, όλοι βλέπουν την Κίνα ως πρότυπο, επειδή η Ρωσία δεν είναι πρότυπο».

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Χίτλερ, η Ελλάδα και τα πετρέλαια της Ρουμανίας


Το φιάσκο της επίθεσης στην Ελλάδα ανάγκασε τον Μουσολίνι, τον χειμώνα του 1941, να ζητήσει την υποστήριξη του Χίτλερ. Ο Φύρερ συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ (ακριβώς πίσω του) έσπευσε στη Ρώμη, όπου τον υποδέχθηκε ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (άκρο δεξιά) για να ενισχύσει το αίτημα του Ντούτσε


Oύτε συναισθηματικοί ούτε ρατσιστικοί λόγοι- ότι οι Ελληνες ήταν οι κατ΄ εξοχήν Άριοι, κατά τον Χίτλερ- υπαγόρευαν τη στάση του Φύρερ. Το γερμανικό Επιτελείο, έναν και πλέον χρόνο πριν από την εισβολή στην Πολωνία, είχε προειδοποιήσει ότι οι πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας ήταν ζωτικής σημασίας για τη Βέρμαχτ και ότι θα έπρεπε να παραμείνουν εκτός εμβέλειας της αγγλικής αεροπορίας.


Ουδέτερη Ελλάδα
Γι΄ αυτό ο Χίτλερ επιθυμούσε μια «φιλικώς ουδέτερη Ελλάδα», όπως διαβεβαίωνε τον Μεταξά ο γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα, Γκραφ τσου Ερμπαχ, και το ενδεχόμενο εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο, εξ υπαιτιότητος της Ιταλίας, θα έφερνε τα αγγλικά βομβαρδιστικά στο έδαφός της, οπότε οι ρουμανικές πετρελαιοπηγές θα βρίσκονταν εντός ακτίνας δράσης τους. Ας σημειωθεί σχετικά ότι η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας έγινε όταν οι Ιταλοί δεν κατόρθωσαν να την καταλάβουν και η Αγγλία, η οποία έσπευσε σε βοήθεια της Ελλάδας, άρχισε να προετοιμάζει βάσεις για την αεροπορία της.


Ο Μουσολίνι δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για τους υπολογισμούς του γερμανικού Επιτελείου και τις «υποδείξεις» του συμμάχου του, Χίτλερ. Αποφασίζει να του γράψει παίρνοντας αφορμή από «το ζωηρό ενδιαφέρον,το οποίο εξέφρασε (σσ. ο Χίτλερ) και ανώτατα στελέχη» του ναζισμού για τα «προβλήματα που αντιμετωπίζει η πολεμική προσπάθεια» στην Αφρική - έτσι ονόμασε τις εντυπωσιακές ήττες των Ιταλών στο Μέτωπο της Βόρειας Αφρικής- και εντελώς παρεμπιπτόντως πληροφορεί τον Χίτλερ ότι αποφάσισε να επιτεθεί στην Ελλάδα «επειδή η κατάσταση έχει αποβεί αφόρητη».


Δεν ανέφερε καν την ημερομηνία της επίθεσης που σχεδίαζε. Γνωρίζουμε ότι ο Μουσολίνι έγραψε την επιστολή στις 22 Οκτωβρίου, αλλά βάζει ημερομηνία 19, για να είναι τυπικώς εντάξει, ότι δήθεν εγκαίρως ενημέρωσε τον σύμμαχό του. Ελπίζει ότι ο Χίτλερ, ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία εκείνες τις ημέρες, θα διαβάσει την επιστολή όταν θα έχει ήδη αρχίσει την επίθεσή του στην Ελλάδα, οπότε δεν θα μπορέσει να τον εμποδίσει. Πράγματι, η επιστολή έφθασε στα χέρια του Χίτλερ στις 25, αλλά ο Χίτλερ δεν αντέδρασε. Ζήτησε μόνο από τον Ρίμπεντροπ να κλείσει συνάντηση με τον Μουσολίνι στη Φλωρεντία στις 28 Οκτωβρίου και έδωσε εντολή το τρένο να αλλάξει κατεύθυνση στην επιστροφή του από το Παρίσι.



Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας
Εν τω μεταξύ όμως το σχέδιο εισβολής ήταν έτοιμο. Το επιθεώρησε ο Τσιάνο μαζί με τον υπασπιστή του, Φραντζέσκο Πίκολο, το βρήκαν και οι δύο αξιόλογο. «Θα αρχίσουμε με ένα ισχυρό πλήγμα και είναι πολύ πιθανόν να καταρρεύσουν τα πάντα (σσ. στην Ελλάδα) εντός ολίγων λεπτών». Ο υφυπουργός Εξωτερικών Μπαστιανίνι, ο οποίος παρίσταται, δεν είναι τόσο βέβαιος. «Οι Έλληνες θα αντισταθούν σαν λιοντάρια» λέει, αλλά ο υπουργός «έκανε μια χαρακτηριστική κίνηση με τα δύο δάχτυλα που σήμαινε ότι είχε πληρωμένους» τους Έλληνες, γράφει ο Μπαστιανίνι. Ο Τσιάνο επιμένει. «Θα κάνουμε στρατιωτικό περίπατο. O λα τα έχω κανονίσει. Θα γίνουν όλα εντάξει» . Την ίδια ημέρα κάθησε και έγραψε «μόνος του», όπως καυχήθηκε την επομένη στο προσωπικό επιτελείο του, το τελεσίγραφο που θα επέδιδε ο πρέσβης Γκράτσι στον Μεταξά. Το έδειξε όταν το τελείωσε στον Τζιουζέπε Μπότα, ο οποίος σημειώνει στο «Ημερολόγιό» του: «Ο Γκαλεάτσο (σσ. Τσιάνο) επανέλαβε τη φράση που προχθές εξεστόμισε ο Μουσολίνι στο υπουργικό συμβούλιο. Αν δεν είμαστε σε θέση να νικήσουμε τους Έλληνες ευθύς αμέσως, θα παραιτηθώ από το να είμαι Ιταλός». Άλλοι είχαν διαφορετικές αντιδράσεις. Ο Τσιάνο μάς λέει στο «Ημερολόγιό» του, με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου: «Οι τέσσερις διπλωμάτες στους οποίους ενεχείρισα το κείμενο του τελεσιγράφου προς την Ελλάδα- ο Γερμανός, ο Ιάπων,ο Ισπανός και ο Ούγγρος έμειναν κάπως έκπληκτοι».



Στις 2.30 μετά τα μεσάνυχτα προς την 28η Οκτωβρίου, λίγο προτού ο Γκράτσι ξυπνήσει τον Μεταξά για να του επιδώσει το τελεσίγραφο, έφθανε στο υπουργείο Εξωτερικών στο Βερολίνο τηλεγράφημα από τον γερμανό πρεσβευτή στη Ρώμη, με την ένδειξη «απολύτου προτεραιότητος». Ο πρέσβης Φον Μακένσεν ειδοποιούσε τον Ρίμπεντροπ ότι «η ιταλική επίθεση φαίνεται ότι είναι ήδη γεγονός». Όταν, αρκετές ώρες αργότερα, έφθασε στα χέρια του Ρίμπεντροπ, ήταν πράγματι γεγονός. Λίγο πριν από τις δέκα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου η ειδική αμαξοστοιχία του Χίτλερ φθάνει στη Φλωρεντία και εκεί ο Φύρερ πληροφορείται από τον Μουσολίνι- και όχι από τις εφημερίδες- για την επίθεση στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες και τα γερμανικά κινηματογραφικά επίκαιρα της συνάντησης δείχνουν έναν περιχαρή Μουσολίνι να σφίγγει το χέρι του Χίτλερ, ο οποίος τον κοιτάζει με βλέμμα ψυχρό και ερωτηματικό, πολύ εύγλωττο της αντίδρασής του.


Η οργή του Χίτλερ
Πάντως, εύχεται στον σύμμαχό του «καλή επιτυχία», χωρίς όμως να παραλείψει να προειδοποιήσει ότι «ελπίζω ότι αυτή η εκστρατεία θα τελειώσει σύντομα». Ο Ντούτσε τον διαβεβαίωσε γι΄ αυτό. Τα αρχεία της καγκελαρίας αποκαλύπτουν ότι ο Χίτλερ μετά βίας έκρυψε την «οργή» του. Ο Ρέι Μόσλεϊ, με βάση αυτά τα αρχεία, γράφει: «Ο Φύρερ ήταν έξω φρενών. Δεν μπορούσε να εννοήσει πώς ελήφθη μια απόφαση για πόλεμο τη στιγμή που οι βροχές του χειμώνα είχαν ήδη αρχίσει. Γνώριζε πολύ καλά ότι αυτός ο πόλεμος θα προσφέρει στα βρετανικά αεροπλάνα βάσεις στην Ελλάδα, από τις οποίες μπορούσαν να βομβαρδίσουν το (σσ. διυλιστήριο στο) Πλοέστι και τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας».

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ Διαβάστε περισσότερα...

Φάκελος Τουρκία–Ισραήλ:Το χρονικό του «Χωρισμού»

Παρά τις συχνές επικλήσεις από την τουρκική κυβέρνηση του ανθρωπιστικού δράματος στη Γάζα, η ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ οφείλεται, κυρίως, στην κατάρρευση της τουρκικής μεσολαβητικής προσπάθειας μεταξύ Συρίας και Ισραήλ. Ο Ερντογάν θεωρεί πως οι Ισραηλινοί τον πρόδωσαν. Με δεδομένη τη διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ και τις προτεραιότητες του Ομπάμα, η ένταση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις δεν πρόκειται να κοπάσει σύντομα. Η απώλεια της Τουρκίας αποτελεί σοβαρό χτύπημα για το εβραϊκό κράτος.


Ο κατ’ απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης αποκλεισμός του Ισραήλ από μία προγραμματισμένη στρατιωτική άσκηση στους αιθέρες της Μικράς Ασίας και η προβολή από την κρατική τηλεόραση τουρκικής σειράς, που απεικονίζει τους Ισραηλινούς ως σαδιστικούς δολοφόνους, ήταν οι τελευταίες σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι των διμερών σχέσεων. Τον τελευταίο χρόνο οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις, άλλοτε σταθερό σημείο αναφοράς στη γενικότερη αστάθεια της Μέσης Ανατολής, έχουν πάρει την κατιούσα.

Η τουρκική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Ερντογάν διατείνονται ότι το τέλος του «μήνα του μέλιτος» στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις αντανακλά τη λαϊκή δυσαρέσκεια στην Τουρκία για τα τεκταινόμενα στη Λωρίδα της Γάζας. Ωστόσο, πίσω από την υποβάθμισή τους λανθάνει μακρύ πολιτικό παρασκήνιο. Οι λόγοι για την κατάρρευση του άξονα Άγκυρας – Ιερουσαλήμ πρέπει να αναζητηθούν στη θέση της Τουρκίας και του Ισραήλ στο υπό διαμόρφωση διεθνές περιβάλλον, στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία αλλά και στη νέα τουρκική διπλωματία στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής.

Τουρκοϊσραηλινός άξονας κατά Κούρδων, παναραβισμού και ισλαμισμού

Εκ πρώτης όψεως μπορεί να έμοιαζε απροσδόκητη, αλλά η στρατιωτική και πολιτική συμμαχία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ αποτέλεσε μία από τις σταθερές στο εξόχως ασταθές περιβάλλον της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία, που διέθετε τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα στην περιοχή μετά το Ιράν, υπήρξε η δεύτερη χώρα – πάλι μετά το Ιράν – ανάμεσα στις ελάχιστες του μουσουλμανικού κόσμου που αναγνώρισαν το Ισραήλ. Συνήψε διπλωματικές σχέσεις με το εβραϊκό κράτος ήδη το 1949. Το τρίο των μη αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής Ιράν–Ισραήλ–Τουρκία συνέσφιξε τις σχέσεις του τη δεκαετία του 1960, αισθανόμενο απειλή από το κίνημα του παναραβισμού. Αυτό επεδίωκε να εξαλείψει το Ισραήλ, αλλά παράλληλα, διεκδικούσε εδάφη με αραβόφωνους πληθυσμούς από την Τουρκία και το Ιράν.

Η συμμαχία Ιράν – Ισραήλ – Τουρκίας έχαιρε της ευλογίας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Τόσο το αυτοκρατορικό Ιράν, όσο και η Τουρκία, μόνη μουσουλμανική χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, ήταν σταθερά προσανατολισμένες στη Δύση, όπως βέβαια και το Ισραήλ. Το τρίο αποτελούσε την πλατφόρμα, μέσω της οποίας η Δύση ασκούσε την πολιτική της στη Μέση Ανατολή. Η πλατφόρμα αυτή δέχθηκε σοβαρό πλήγμα όταν το Ιράν διέκοψε τις σχέσεις του με το Ισραήλ, αλλά και τις ΗΠΑ, μετά την άνοδο των μουλάδων στην εξουσία το 1979. Η Τουρκία ήρθε τότε κοντύτερα στο Ισραήλ, αισθανόμενη ότι το κοσμικό της καθεστώς απειλείτο από τα ισλαμικά κινήματα που λαμπάδιαζαν στον αραβικό κόσμο, και στη φωτιά των οποίων, το νέο καθεστώς του Ιράν έριχνε λάδι.

Οι στενές σχέσεις των δύο χωρών έγιναν ακόμη στενότερες με τη σύναψη Συμφώνου Στρατιωτικής Συνεργασίας το 1996. Η συμμαχία είχε χαρακτήρα αποτρεπτικό και στόχευε τις χώρες, που τόσο η Τουρκία όσο και το Ισραήλ έβλεπαν ως απειλή, συγκεκριμένα τη Συρία και το Ιράν. Εκτός από το ότι αποτελούσε τον πιο αποφασισμένο εχθρό του Ισραήλ μεταξύ των γειτόνων του, η Συρία διεκδικούσε την περιοχή του Χατάι (Αλεξανδρέττας) από την Τουρκία και είχε έντονες διαφωνίες με την Άγκυρα για την κατανομή των υδάτινων πόρων του Ευφράτη. Προκειμένου να εκμαιεύσει τουρκικές παραχωρήσεις στο θέμα του Ευφράτη και του Χατάι, το καθεστώς Άσαντ παρείχε στέγη σε μαχητές του ΡΚΚ. Στο έδαφος του Λιβάνου, μεγάλο μέρος του οποίου βρισκόταν για μακρό διάστημα υπό συριακή κυριαρχία, δρούσαν πλήθος οργανώσεις που χτυπούσαν στόχους στην Τουρκία και το Ισραήλ, καθώς και τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό.

Πολιορκημένο από κράτη εχθρικά ή, στην καλύτερη περίπτωση, κράτη με τα οποία διατηρεί σχέσεις αλλά ο πληθυσμός των οποίων διάκειται εχθρικά απέναντί του, όπως η Αίγυπτος και η Ιορδανία, το Ισραήλ βρήκε στην Τουρκία έναν αναπάντεχο σύμμαχο στη γειτονιά. Οι ΗΠΑ προωθούσαν τον τουρκοϊσραηλινό άξονα ως απαραίτητο αντίβαρο στον εξισλαμισμό της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία αναδείχθηκε σε καλό πελάτη της ισραηλινής πολεμικής βιομηχανίας, ξοδεύοντας δισεκατομμύρια δολάρια σε ισραηλινά οπλικά συστήματα. Οι μυστικές υπηρεσίες των δύο χωρών συνεργάζονταν αγαστά στη συλλογή στοιχείων για εχθρικά κράτη και οργανώσεις, και ιδίως για το ΡΚΚ. Έχει γίνει λόγος για «κοινό δάκτυλο ΜΙΤ και Μοσάντ» σε δολοφονίες στα Κατεχόμενα αλλά και στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τουρκοκυπρίων αντιφρονούντων που αντιτίθεντο στο καθεστώς Ντενκτάς, αλλά και στελεχών του ΡΚΚ. Ωστόσο, η ανάμειξη της Μοσάντ δεν απεδείχθη ποτέ με αδιάσειστα στοιχεία.

Παράλληλα, τα τουρκικά και εβραϊκά λόμπι στις ΗΠΑ συστρατεύθηκαν σε ένα αγώνα κατά των ελληνικών και αρμενικών, με στόχο να βελτιώσουν την εικόνα της Τουρκίας, αντικρούοντας τις θέσεις Ελλήνων και Αρμενίων για το παρελθόν, και ιδίως την καμπάνια για την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας. Τα εβραϊκά λόμπι των ΗΠΑ αλλά και πολλοί Ισραηλινοί ιστορικοί στρατεύθηκαν στην τουρκική εκστρατεία άρνησης. Δεν ήταν μία απλή εκδούλευση στην Τουρκία, καθώς η άρνηση εξυπηρετούσε και τη δική τους εμμονή να προβάλλουν τη Shoah (Ολοκαύτωμα) ως τη μοναδική γενοκτονία, με την πραγματική έννοια της λέξης, στη σύγχρονη εποχή.


Η τουρκική Μεταπολίτευση και τα ανοίγματα προς τους γείτονες

Η ανάδειξη του ισλαμικών καταβολών Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην εξουσία το 2002, αποτέλεσε πραγματική Μεταπολίτευση για την Τουρκία, καθώς για πρώτη φορά, έσπασε το μονοπώλιο της τάξης των κεμαλιστών στον πολιτικό βίο. Η κατάληψη της εξουσίας από ένα κόμμα ισλαμικών πεποιθήσεων, ωστόσο, δημιούργησε ανησυχίες στη Δύση αλλά και στους κεμαλιστές για ενδεχόμενη έξοδο της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο.

Οι σχέσεις με το Ισραήλ, πάντως, παρά την αρχική αμηχανία και τις ανησυχίες της Ιερουσαλήμ, παρέμεναν στενές. Η κρίση έπληξε τις σχέσεις της Τουρκίας όχι με το Ισραήλ, αλλά με την κυβέρνηση Μπους. Αφορμή για την ψύχρανση, που έφθασε σε άνευ προηγουμένου επίπεδα, ήταν οι τουρκικές αντιρρήσεις γύρω από την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Για την κρίση με τις ΗΠΑ δεν ευθυνόταν η ισλαμιστικών καταβολών κυβέρνηση, καθώς οι αμερικανικές ενέργειες στο Ιράκ ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταψήφισαν στην Εθνοσυνέλευση, μαζί με το ένα τρίτο περίπου των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, νομοσχέδιο που θα επέτρεπε τη διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων καθ’ οδόν προς το Ιράκ από την τουρκική επικράτεια και τον εναέριο χώρο.

Η κυβέρνηση Ερντογάν, σύσσωμη η αντιπολίτευση αλλά και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θεώρησαν ότι οι ΗΠΑ εισέβαλαν σε μία, γειτονική της Τουρκίας χώρα, αγνοώντας επιδεικτικά τα εκεί τουρκικά συμφέροντα και ανησυχίες. Με τις καθημερινές ειδήσεις για μαζικές απώλειες αμάχων και την αναρχία που ακολούθησε την εισβολή, αλλά και την παγίωση αυτόνομης κουρδικής οντότητας στο Βόρειο Ιράκ, ο αντιαμερικανισμός στην Τουρκία άγγιξε πρωτόγνωρα επίπεδα. Η κυβέρνηση Ερντογάν, με τη σύμφωνη γνώμη του στρατεύματος, εξέφρασε συχνά δυσαρέσκεια για τα τεκταινόμενα στο Ιράκ.



Από την εποχή αυτής της δυσαρέσκειας και της ψύχρανσης με τους «καουμπόηδες» της κυβέρνησης Μπους χρονολογείται η προσπάθεια της κυβέρνησης Ερντογάν να εφαρμόσει στην εξωτερική της πολιτική την αρχή του συμβούλου, τότε, του Ερντογάν Αχμέτ Νταβούτογλου «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες». Στα μάτια της κυβέρνησης, η βαθύτατη ρήξη συμφερόντων με τις ΗΠΑ στο Ιράκ, επέβαλε στην Τουρκία να αναπτύξει αυτόνομη εξωτερική πολιτική, θέτοντας τέλος στη συστράτευση με τη Δύση στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Φιλοδοξία της νέας κυβέρνησης, να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη και φωνή κύρους στη Μέση Ανατολή, περιοχή που η Τουρκία θεωρεί, λόγω του οθωμανικού παρελθόντος, «φυσική της ενδοχώρα» αλλά από την οποία ήταν απούσα από την εποχή της οθωμανικής κατάρρευσης.

Προκειμένου να εκπληρώσει τη φιλοδοξία της αυτή, η Τουρκία έπρεπε να επιλύσει τις διαφορές που τη χώριζαν με τους γείτονές της, καθώς διατηρούσε με όλους κάκιστες σχέσεις. Πρώτα απ’ όλα με τη Συρία, με την οποία έφθασε στα πρόθυρα πολέμου το 1998 με αφορμή τη στέγη που το καθεστώς Άσαντ παρείχε στον Οτσαλάν. Σε εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα, κατόρθωσε να μεταλλάξει τις σχέσεις με τη Συρία σε σχέσεις στρατηγικού εταίρου. Η Τουρκία έστειλε ειρηνευτική δύναμη στο Λίβανο μετά τον πόλεμο Ισραήλ – Χεζμπολλάχ το 2006, ενώ εγκαινίασε σχέσεις με τη Χαμάς. Ωστόσο, παρά τις σχετικές ανησυχίες Δύσης και κεμαλιστών, η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ίδια κυβέρνηση Ερντογάν, που οι κεμαλιστές κατηγορούσαν ότι «τα ‘κανε πλακάκια με τους Άραβες», προώθησε με θεαματική ταχύτητα τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την ευρωπαϊκή ένταξη της χώρας. Θα ήταν περισσότερο ακριβές να γίνεται λόγος όχι για αλλαγή άξονα, αλλά για χάραξη πολυμέτωπης εξωτερικής πολιτικής.

Η πολιτική αυτή κρατούσε λεπτές ισορροπίες. Παρά τα πολιτικά και οικονομικά ανοίγματα στους Άραβες, οι σχέσεις με το Ισραήλ διατηρήθηκαν σε καλό επίπεδο και οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις συνεχίσθηκαν. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι η απερχόμενη κυβέρνηση Όλμερτ είχε αποδεχθεί την τουρκική πρόταση για μεσολάβηση μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, μεσολάβηση που η τουρκική κοινή γνώμη πληροφορήθηκε μήνες αφότου είχαν αρχίσει οι σχετικές συνομιλίες.

Ο κατήφορος προς το «Χωρισμό»

Τα σχόλια που καταφέρονται με σφοδρότητα κατά του Ισραήλ στον τουρκικό τύπο, και δη στις ισλαμικές και αριστερές εφημερίδες, είναι συνηθισμένα. Εντείνονται ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης στις αραβοϊσραηλινές σχέσεις. Έτσι, μύδρους εξαπέλυαν κατά του Ισραήλ οι τουρκικές εφημερίδες κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Χεζμπολλάχ το 2006, αλλά και της επίθεσης στη Γάζα τον περασμένο χειμώνα. Όπως έχουν σημειώσει πολλοί αναλυτές, ο μέσος Τούρκος, αιχμάλωτος στη θρησκοληψία του, ποτέ δεν μπόρεσε να «καταπιεί» τη συμμαχία με το Ισραήλ.

Το συναίσθημα αλληλεγγύης σε θρησκευτικό και μόνο επίπεδο (ο εθνικισμός του «μέσου Τούρκου» κατά τα λοιπά τον κάνει να αισθάνεται περιφρόνηση έναντι των Αράβων) ωθεί την κοινή γνώμη να συστρατεύεται με τους Παλαιστίνιους. Ωστόσο, η κυβέρνηση αν και προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του Ισραήλ και των ΗΠΑ ξεκινώντας διπλωματικές επαφές με τη Χαμάς, τηρούσε πάντα αποστάσεις και διαφήμιζε τον εαυτό της ενώπιον της Δύσης ως τη μόνη δύναμη που διατηρεί στενότατες σχέσεις, τόσο με τον αραβικό κόσμο (ως αποτέλεσμα της πολιτικής Ερντογάν) όσο και με το Ισραήλ.

Στην Τουρκία «ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες» με την άμετρη χρήση βίας των Ισραηλινών στη Γάζα, και σειρά οργανώσεων – από τις ισλαμιστικές ως τις αριστερές – καλούσαν σε μποϊκοτάζ των ισραηλινών προϊόντων. Η κοινή γνώμη ηλεκτρίσθηκε ανησυχητικά. Επανεμφανίσθηκαν σε καταστήματα των τουριστικών περιοχών ταμπέλες «απαγορεύεται η είσοδος σε Ισραηλινούς», όπως είχε συμβεί και το 2006. Η τουρκική και η διεθνής κοινή γνώμη, αλλά και οι περισσότεροι Τούρκοι αναλυτές, συνειδητοποίησαν ωστόσο για πρώτη φορά, πως το κεφάλαιο της τουρκοϊσραηλινής συμπόρευσης έχει κλείσει με την έκρηξη – σόου του Ερντογάν στο διεθνές οικονομικό φόρουμ στο Νταβός τον περασμένο Ιανουάριο. Ένας Ερντογάν σε έξαλλη κατάσταση επιτέθηκε στον πρόεδρο του Ισραήλ Σιμόν Πέρες, κατηγορώντας τον ότι δεν του άφησε χρόνο να μιλήσει. «Είσαι γέρος, γι’ αυτό φωνάζεις... Εσείς ξέρετε καλά να σκοτώνετε».

Η αγένεια και η επιθετικότητα του Ερντογάν, καθώς και το στιλ «του πεζοδρομίου» και ο αυταρχισμός του, ήταν γνωστή στους πάντες και πριν από το επεισόδιο στο Νταβός. Μία φραστική επίθεση τέτοιου μεγέθους, όμως, κατά αρχηγού άλλου κράτους ήταν υπερβολική ακόμη και για τα δεδομένα του Ερντογάν, που έχει επιτεθεί φραστικά ακόμη και σε οπαδούς του κόμματός του με χυδαίο τρόπο μπροστά στις κάμερες.

Εκτός από το ίδιο το περιστατικό, αυτό που προκάλεσε εντύπωση με την κρίση του Νταβός ήταν η πυρετώδης προσπάθεια των Ισραηλινών να το υποβαθμίσουν, καθώς και οι πυροσβεστικές προσπάθειες των ΗΠΑ. Δεδομένου ότι τόσο οι αρχές, όσο και μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης στο Ισραήλ, αντιδρούν συνήθως υστερικά στην παραμικρή κριτική προερχόμενη από το εξωτερικό, προκάλεσε απορία μεταξύ των αναλυτών, η ψυχραιμία και η αυτοσυγκράτηση που επέδειξαν οι Ισραηλινοί στην επίδειξη αγένειας του Ερντογάν. Ως απάντηση στο «μάθημα ηθικής» του Τούρκου πρωθυπουργού, ο αρχηγός του στρατού ξηράς του Ισραήλ Άβι Μιζραχί τον κάλεσε να κοιταχθεί στον καθρέφτη. "Πώς μπορεί ο ηγέτης μιας χώρας με τόσο βεβαρημένο παρελθόν, που περιλαμβάνει από την Αρμενική Γενοκτονία του 1915 ως τις σφαγές των Κούρδων και Κυπρίων αμάχων πολύ πιο πρόσφατα, να παραδίδει μαθήματα ηθικής; Η Τουρκία έχει τη φωλιά της πολύ λερωμένη και καλύτερα να ασχοληθεί με τις δικές της αμαρτίες παρά με εκείνες των άλλων", σημείωσε ο Μιζραχί.

Το αξιοσημείωτο στην επίθεση Μιζραχί, που εξέφρασε αυτό που σκεπτόταν ο μέσος Ισραηλινός, είναι τα συντονισμένα πυρά που ο στρατιωτικός δέχθηκε από τον τύπο της χώρας του. Πολλοί αναλυτές τον κάλεσαν να σιωπήσει, επισημαίνοντας ότι σε παρόμοια ζητήματα νομιμοποιούνται να παρέμβουν μόνο οι πολιτικοί και όχι το στράτευμα. «Εδώ δεν είναι Τουρκία» υπενθύμιζε ο τύπος στον Μιζραχί, «και οι στρατιωτικοί δεν ανακατεύονται εκεί που δεν τους παίρνει». Σε μία ασυνήθιστη κίνηση, οι αναλυτές καλούσαν το Ισραήλ να καταπιεί την προσβολή αδιαμαρτύρητα, δίνοντας προτεραιότητα στη στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία.

Η παράσταση του Ερντογάν στο Νταβός προκάλεσε πανηγυρισμούς στον τύπο του αραβικού και του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου, καθώς και στο φιλοκυβερνητικό και τον εθνικιστικό τύπο της Τουρκίας. Ωστόσο, πολλές από τις κεντρώες κεμαλικές εφημερίδες εξέφραζαν ανησυχία ότι το σόου θα έπληττε ανεπανόρθωτα τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και τη Δύση. Η τουρκική διπλωματία, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιδόθηκαν σε συντονισμένο αγώνα πυρόσβεσης και σε μία προσπάθεια να αποδώσουν το επεισόδιο του Νταβός στον εκρηκτικό χαρακτήρα (και τη διαβόητη έλλειψη τρόπων) του Τούρκου πρωθυπουργού.


Τ. Ερντογάν - Σ. Πέρες στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός (Ιανουάριος 2009)

Η συγκρατημένη αντίδραση των Ισραηλινών μετά το Νταβός οφείλεται στην ευρεία πεποίθηση στο Ισραήλ ότι η στρατιωτική και πολιτική συνεργασία των δύο χωρών αποτελεί στρατηγική επιλογή κτισμένη σε γερά θεμέλια αμοιβαίου συμφέροντος άνω και πέραν από τον Ερντογάν. «Ο Ερντογάν μπορεί να κάνει τον κλόουν όποτε θέλει. Όλοι γνωρίζουν πως η ευρύτερη στρατιωτική και στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών δεν εξαρτάται από πρόσωπα που έρχονται και παρέρχονται», μου είχε πει τότε ισραηλινή διπλωματική πηγή. Ωστόσο, ο αποκλεισμός στις 9 Οκτωβρίου του Ισραήλ από προγραμματισμένη αεροπορική άσκηση στην κεντρική Μικρά Ασία, στην οποία θα συμμετείχαν και η Ιταλία και οι ΗΠΑ, δείχνει πως η κρίση δεν έχει περιορισθεί στο επίπεδο της ηθικολογίας και της διπλωματίας. Έχει μεταφερθεί σε εκείνο των στρατιωτικών σχέσεων, στις οποίες ακριβώς κτίσθηκε η συμμαχία Τουρκίας – Ισραήλ.

Για απρόσμενο «χαστούκι» μιλούν διπλωματικοί κύκλοι στο Ισραήλ, ενώ η δυσαρέσκεια κατά της Τουρκίας για την προσβολή μεγαλώνει στην ισραηλινή κοινή γνώμη. ΗΠΑ και Ιταλία αποχώρησαν από την άσκηση, ενώ ο Ερντογάν δικαιολογούσε την απόφαση ισχυριζόμενος ότι αντανακλά το λαϊκό συναίσθημα στην Τουρκία. Κυβερνητικές πηγές δήλωναν στον τουρκικό τύπο ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε να δώσει το μήνυμα στην κοινή γνώμη της χώρας πως «τα αεροπλάνα που βομβαρδίζουν αμάχους στη Γάζα ασκούνται στους ουρανούς της Ανατολίας». Ο δε υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου δήλωνε πως η Τουρκία δεν επιθυμεί να εμφανίζεται ως συνεργαζόμενη στρατιωτικά με το Ισραήλ, όσο το τελευταίο βομβαρδίζει τη Λωρίδα της Γάζας.

Παρά την ακύρωση της άσκησης και τη δυσαρέσκεια που αυτή προκάλεσε στο Ισραήλ, υπήρχε ωστόσο περιθώριο οι μετριοπαθείς Ισραηλινοί αναλυτές να πείσουν την κοινή γνώμη της χώρας τους πως η τουρκική απόφαση ήταν «προς εσωτερική κατανάλωση» και δεν είχε πρόθεση να προσβάλει το Ισραήλ. Ωστόσο, κάθε τέτοια δυνατότητα χάθηκε μετά την προβολή του πρώτου επεισοδίου της σειράς «Χωρισμός» στην τουρκική τηλεόραση. Η τουρκικής παραγωγής σειρά υποτίθεται πως πραγματεύεται μία ερωτική ιστορία στη Γάζα, με φόντο τους βομβαρδισμούς του περασμένου χειμώνα. Ωστόσο, στο πρώτο επεισόδιο, που έσπειρε τρόμο σε πολλούς κύκλους στην Τουρκία για διαφορετικούς λόγους, εικονίζονταν Ισραηλινοί στρατιώτες να πυροβολούν εν ψυχρώ «για πλάκα» παιδιά και βρέφη που τους χαμογελούσαν και ήθελαν να τους χαιρετίσουν.

Αν πολλοί Τούρκοι αναλυτές έκαναν λόγο για φθηνή υπερβολή με κατασκευή καταστάσεων που «πουλάνε» τηλεοπτικά, στο Ισραήλ η δυσαρέσκεια ξεχείλισε. Το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από την τουρκική κυβέρνηση να παρέμβει ώστε να σταματήσει η προβολή της σειράς στην κρατική τηλεόραση. Στο μεταξύ, αλυσίδα καφέ στο Τελ Αβίβ ανακοίνωνε ότι σταματά την πώληση τουρκικού καφέ, ενώ καλούσε για «πολιτιστικό μποϊκοτάζ» της Τουρκίας. Ταξιδιωτικά γραφεία ανακοίνωναν ότι ακυρώνουν τα ταξίδια προς τα τουρκικά παράλια, το δεύτερο πιο δημοφιλή προορισμό για τους Ισραηλινούς παραθεριστές. Στελέχη της ισραηλινής κυβέρνησης προειδοποιούσαν με τη σειρά τους ότι θα μποϊκοτάρουν τη δεξίωση της τουρκικής πρεσβείας στο Τελ Αβίβ για την εθνική εορτή της 29ης Οκτωβρίου (επέτειος της ανακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας). Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις βρίσκονται στο ναδίρ τους.


Σύριος μουσουλμάνος κληρικός αφήνει ένα τριαντάφυλλο έξω από την τουρκική πρεσβεία στη Δαμασκό

Η ισραηλινή «προδοσία» της τουρκικής μεσολάβησης

Πολλοί στο δυτικό τύπο, αλλά και κάποιοι Τούρκοι αναλυτές, βιάζονται να αποδώσουν τα «επανειλημμένα χαστούκια του Ερντογάν προς το Ισραήλ» στην ισλαμική ιδεολογία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και σε μία υπολαμβανόμενη «αλλαγή άξονα» στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Τα αίτια, όμως, που οδήγησαν στην υπό εξέλιξη κρίση είναι πολλά και ποικίλα και αφορούν τόσο τις εσωτερικές πολιτικές δυναμικές της Τουρκίας, όσο και αυτές στην εξωτερική της πολιτική. Ο σημαντικότερος, ίσως, λόγος για την κρίση βρίσκεται στο παρασκήνιο και διαφεύγει της προσοχής πολλών αναλυτών.

Το άνοιγμα της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο αποτελεί τμήμα της γενικότερης πολιτικής της να αντικαταστήσει μία εξωτερική πολιτική που βασιζόταν στην απειλή της χρήσης στρατιωτικής βίας με μία εξωτερική πολιτική πιο δημιουργική, βασισμένη στη δύναμη που απορρέει από το οικονομικό της οπλοστάσιο, τους εξελισσόμενους δημοκρατικούς της θεσμούς και το κύρος της διπλωματίας της. Μόλις είδε τις σχέσεις της με τη Συρία να αποκαθίστανται και κέρδισε την εμπιστοσύνη της Δαμασκού, η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε πως οι φιλοδοξίες της για περιφερειακή ηγεμονία επέβαλαν να αναλάβει υπηρεσίες καλής θελήσεως μεταξύ της Συρίας και του Ισραήλ. Η άρση της οιονεί εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών, θα αποτελούσε σημαντικό βήμα για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή, και η Τουρκία θα έπαιρνε τα εύσημα για την επιτυχία από τη διεθνή κοινότητα.

Η ισραηλινή επίθεση στη Γάζα ήρθε χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση της Τουρκίας από την ισραηλινή πλευρά. Σύμφωνα με αποκαλύψεις του ισραηλινού τύπου, την επαύριο του επεισοδίου στο Νταβός, ο Εχούντ Όλμερτ απέκρυψε από τον Ερντογάν ότι επίκειτο ισραηλινό χτύπημα κατά της Χαμάς στη Γάζα, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Άγκυρα. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης εκείνης, μία μόλις εβδομάδα πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων στη Γάζα, ο Ερντογάν είχε μεσολαβήσει σε τετράωρη συνομιλία μεταξύ του τότε Ισραηλινού πρωθυπουργού και του Σύριου προέδρου Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Όλμερτ και Άσαντ είχαν συμφωνήσει την έναρξη απευθείας συνομιλιών.

Στην Άγκυρα διεμείφθησαν τα εξής. Μιλώντας έκαστος χωριστά με τον Ερντογάν (ο Άσαντ από το τηλέφωνο), οι δύο αρχηγοί είχαν συντάξει προσχέδιο κοινής δήλωσης για επικείμενη έναρξη συνομιλιών προς την κατεύθυνση της σύναψης διπλωματικών σχέσεων. Όταν άρχισε η επίθεση στη Γάζα, ο Ερντογάν θεώρησε ότι ο Όλμερτ τον ενέπαιξε με το χειρότερο τρόπο, εκθέτοντάς τον παράλληλα μπροστά στο Σύριο πρόεδρο. Προσπαθώντας να βγει από τη διεθνή απομόνωση, στην οποία την έχει σπρώξει το αυταρχικό της καθεστώς αλλά και οι συνεχείς της παρεμβάσεις στα εσωτερικά του Λιβάνου, η Συρία επιθυμούσε την ειρήνευση με το Ισραήλ διακαώς. Η έναρξη των βομβαρδισμών στη Γάζα, ωστόσο, ήρθε και για τη Συρία ως κεραυνός εν αιθρία. Το καθεστώς Άσαντ στερείται μεν λαϊκής νομιμοποίησης, αλλά θα κινδύνευε να εξοστρακισθεί από τον αραβικό κόσμο, εάν προχωρούσε σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ενώ η Γάζα βομβαρδιζόταν.

Στην απογοήτευση για το ναυάγιο της μεσολάβησης οφείλεται το επεισόδιο στο Νταβός, αλλά και ο χαρακτηρισμός της ισραηλινής επιχείρησης από τον Ερντογάν ως «προσβολή, πρωτίστως, κατά της Τουρκίας». Ο Όλμερτ, σε δηλώσεις του μετά το περιστατικό, ισχυρίσθηκε πως στην Άγκυρα δε γνώριζε για την επικείμενη επίθεση και, άρα, δεν ενέπαιξε τον Ερντογάν. Πηγή των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας είχε αρνηθεί να σχολιάσει τον ισχυρισμό. Είχε, ωστόσο, δηλώσει στο γράφοντα: «Εκτιμούμε ιδιαίτερα τις προσπάθειες μεσολάβησης του Ερντογάν για την ειρήνευση μεταξύ Ισραήλ και Συρίας. Ωστόσο, δεν ήταν δυνατόν να ειδοποιηθεί για την επικείμενη επίθεση στη Γάζα. Ο Ερντογάν και η τουρκική κυβέρνηση διατηρούν στενότατες σχέσεις με τη Χαμάς. Εάν ενημερώνονταν, το μυστικό θα περνούσε στην άλλη πλευρά. Έτσι, θα χάναμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού».

Ο Ερντογάν δε συγχώρησε ποτέ τους Ισραηλινούς, θεωρώντας ότι τον μαχαίρωσαν πισώπλατα. Η νέα κυβέρνηση Νετανιάχου, στο μεταξύ, κάθε άλλο παρά διατεθειμένη είναι να ξανανοίξει το κεφάλαιο των συνομιλιών με τη Συρία, ενώ θεωρεί πως, εξαιτίας των σχέσεών της με τη Χαμάς, η Τουρκία δεν μπορεί να αποτελέσει φερέγγυο και αμερόληπτο μεσολαβητή. Ο Νετανιάχου εξέφρασε την εκτίμησή του αυτή σε προτροπή του Ισπανού υπουργού Εξωτερικών Μιγέλ-Άνχελ Μορατίνος να επαναληφθούν οι συνομιλίες με τη Συρία και την Τουρκία στο ρόλο του μεσολαβητή. Ο Μορατίνος βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ συνοδεύοντας τον Ισπανό πρωθυπουργό Χοσέ-Λουΐς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο σε επίσημη επίσκεψη. Η Συρία, παράλληλα, αποστέλλει μηνύματα ότι μόνο την Τουρκία δέχεται ως μεσολαβητή σε όποιες συνομιλίες με το Ισραήλ. Περαιτέρω εξόργισε την τουρκική κυβέρνηση η άρνηση των Ισραηλινών να επιτρέψουν στον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών να επισκεφθεί τη Λωρίδα της Γάζας, κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής του στο Ισραήλ.

Εσωτερικά πολιτικά οφέλη και πολιτικές ισορροπίες

Πέραν της μνησικακίας του Ερντογάν για την «προδοσία» μιας προσπάθειας στην οποία είχε επενδύσει προσωπικά, πίσω από τα χαστούκια στο Ισραήλ κρύβεται η πρόθεσή του να αποκομίσει πολιτικά οφέλη εις βάρος του πρώην συμμάχου. Η αντιπάθεια προς το Ισραήλ συνενώνει τη συντριπτική πλειοψηφία της τουρκικής κοινής γνώμης. Μαζί με τον αντιαμερικανισμό, αποτελούν το κοινό σημείο, γύρω από το οποίο συνενώνονται οι πλέον ετερόκλητες ομάδες – ισλαμιστές, κεμαλιστές, εθνικιστές, φιλελεύθεροι αριστεροί, μαρξιστές, νεο-φασίστες.

Ο Ερντογάν κερδίζει ψήφους εμφανιζόμενος ως προστάτης των αδικημένων, όπως αυτοχαρακτηρίσθηκε σε πρόσφατες δηλώσεις του. Τα τεκταινόμενα στη Γάζα αποτέλεσαν χρυσή ευκαιρία για το κυβερνών κόμμα να συσπειρώσει τους οπαδούς του. Πολλοί Τούρκοι αναλυτές, που δεν είναι αρνητικά προδιατεθειμένοι κατά του Ερντογάν, σημειώνουν πως τα χαστούκια στο Ισραήλ λαμβάνουν χώρα σε στιγμές, όπου η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη κριτική και με τη δημοτικότητά της πεσμένη. Έτσι, η παράσταση του Νταβός ήρθε σε μία στιγμή που η κυβέρνηση βρισκόταν αντιμέτωπη με χείμαρρο επικρίσεων για το χειρισμό της υπόθεσης Εργκένεκον, τη συμπεριφορά της έναντι του τύπου, την αδυναμία της να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και την επιβράδυνση των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων. Με τη φιλελεύθερη διανόηση να έχει εγκαταλείψει τον Ερντογάν, καθώς έβλεπε το κυβερνών κόμμα να υπαναχωρεί στις υποσχέσεις του για συνταγματική μεταρρύθμιση, η δημοτικότητα του Ερντογάν είχε μειωθεί σημαντικά. Δύο μήνες μετά το σόου του Νταβός, διεξήχθησαν στην Τουρκία δημοτικές εκλογές, στις οποίες το κυβερνών κόμμα υπέστη απώλεια ψήφων (οκτώ ποσοστιαίες μονάδες).

Το πρόσφατο πάλι χτύπημα, που ήρθε με τον αποκλεισμό του Ισραήλ από τη στρατιωτική άσκηση, έλαβε χώρα σε μία περίοδο που ο Ερντογάν δεχόταν καταιγισμό πυρών από τον εθνικιστικό και τον κεμαλικό χώρο, αναφορικά με τα ανοίγματα της κυβέρνησης προς τους Κούρδους της Τουρκίας και την Αρμενία. Όπως συνέβη και τον Ιανουάριο, τα χαστούκια στο Ισραήλ ανέβασαν τη δημοτικότητα του πρωθυπουργού στις δημοσκοπήσεις.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από τον ισχυρισμό ότι η τουρκική κυβέρνηση κόπτεται για το δράμα των αμάχων στη Γάζα. Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν κριτήριο στην εξωτερική πολιτική οποιουδήποτε κράτους, πόσο μάλιστα της Τουρκίας που έχει μία ιδιαίτερα ένοχη ιστορία στον τομέα αυτό. Η κυβέρνηση Ερντογάν έσπευσε να συγχαρεί τον Αχμαντινετζάντ για τη δήθεν νίκη του στις προεδρικές εκλογές του Ιράν, παρά την παραδοχή των ιρανικών αρχών για νοθεία και τις εν ψυχρώ δολοφονίες των διαδηλωτών από τη μηχανή καταστολής της ισλαμικής δημοκρατίας. Ο Νταβούτογλου χαρακτήριζε «εσωτερική υπόθεση» του Ιράν τα σχετικά με τις εκεί προεδρικές εκλογές. Ούτε έχει η Τουρκία κάποιο πρόβλημα να ερωτοτροπεί με τη Συρία, ένα καθεστώς προσωποπαγούς δικτατορίας, ή με τη Σαουδική Αραβία, το άντρο του σκοταδισμού. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» καθίστανται αντικείμενο επίκλησης από τον Ερντογάν, μόνο όταν η επίκληση αυτή του κομίζει πολιτικά οφέλη. Έτσι, η θρησκόπληκτη εκλογική του βάση θέλει να ακούει για τα δικαιώματα των «μουσουλμάνων αδελφών μας» στην Παλαιστίνη και για εκείνα των Ουϊγούρων στην Κίνα, όχι όμως για τους «δυτικόπληκτους» και «άθεους» διαδηλωτές του Ιράν.

Πίσω από τις εκρήξεις του Τούρκου πρωθυπουργού, βρίσκεται και η αλλαγή στις σχέσεις πολιτικών – στρατεύματος στην Τουρκία. Το άστρο του Ισραήλ βρισκόταν ψηλά στον τουρκικό ουρανό, όσο το κεμαλικό στρατόπεδο μονοπωλούσε την πολιτική σκηνή της χώρας και οι ένοπλες δυνάμεις υπαγόρευαν στους πολιτικούς τη γραμμή που έπρεπε να ακολουθήσουν. Όσο ζοχαδιασμένος και αν ήταν ο Ερντογάν με το Ισραήλ, δε θα μπορούσε ποτέ πριν πέντε χρόνια, να ακυρώσει μία στρατιωτική άσκηση. Για τα θέματα αυτά αποφάσιζαν οι ένοπλες δυνάμεις, που διαχειρίζονταν τη στρατηγικής σημασίας σχέση με το Ισραήλ. Ωστόσο, η πολιτική δύναμη του στρατεύματος έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα, ως συνέπεια των μεταρρυθμίσεων εκδημοκρατισμού των τελευταίων χρόνων. Σήμερα, ως αποτέλεσμα του περιορισμού του πεδίου ελεύθερης δράσης των ενστόλων, κάθε απόφαση σε ζητήματα με προεκτάσεις στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, λαμβάνεται πλέον από τους πολιτικούς.

Σύμφωνα με τη Λαλέ Κεμάλ, πολιτικό αναλυτή με ειδίκευση στα ζητήματα των ενόπλων δυνάμεων, η κοινή άσκηση με το Ισραήλ, σε καμία περίπτωση δε θα είχε ακυρωθεί, εάν η απόφαση βρισκόταν στα χέρια των στρατιωτικών. Σήμερα, όμως, το στράτευμα δεν μπορεί πια να επιβάλει στην κυβέρνηση τις στρατηγικές του επιλογές. Κατά την Κεμάλ, η εξασθένιση του ρόλου των στρατιωτικών στους μηχανισμούς διαμόρφωσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ευθύνεται σημαντικά για την υποβάθμιση της σχέσης με το Ισραήλ.

Ο καταξιωμένος Τούρκος αναλυτής Τζενγκίζ Τσαντάρ, ειδικευμένος σε ζητήματα Μέσης Ανατολής, συμφωνεί με την Κεμάλ. «Η τουρκοϊσραηλινή συμμαχία δεν είχε βάθος, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με το λαϊκό συναίσθημα στην Τουρκία. Στηριζόταν στις ένοπλες δυνάμεις και σε κοινές ανησυχίες ασφάλειας. Οι ανησυχίες αυτές έχουν, πλέον, εκλείψει για την Τουρκία», σημειώνει. «Δυστυχώς, οι Ισραηλινοί πίστεψαν ότι η συμμαχία με το στρατιωτικό και κρατικό κατεστημένο της Τουρκίας ήταν αρκετή και ότι θα διαρκούσε αιώνια. Καθώς, όμως, η Τουρκία διανύει ραγδαία βήματα εκδημοκρατισμού, η συμμαχία αυτή δε θα μπορούσε να συνεχισθεί με τον ίδιο τρόπο.»

Διεθνείς παράμετροι: «Δεν τους χρειαζόμαστε πια» και η πολιτική Ομπάμα

Με τη διαπίστωση του Τσαντάρ ότι οι απειλές ασφάλειας που άλλοτε υπαγόρευσαν τη συμπόρευση Τουρκίας – Ισραήλ έχουν εκλείψει ομοφωνούν οι Τούρκοι αναλυτές. Σημειώνουν πως η Συρία, πλέον, όχι μόνο δεν είναι εχθρός, αλλά «ο καλύτερος φίλος» της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Το ΡΚΚ έχει πάψει να αποτελεί πραγματική απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, ο ηγέτης του είναι έγκλειστος σε φυλακή ασφαλείας και η κυβέρνηση προωθεί τους τελευταίους μήνες τολμηρό πακέτο μέτρων για την πολιτική λύση του Κουρδικού. Ακόμη πιο τολμηρό είναι το άνοιγμα της κυβέρνησης προς την Αρμενία, και με την υπογραφή στη Γενεύη οδικού χάρτη για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με τη χώρα αυτή. Η λυσσαλέα εκστρατεία σε όλα τα διεθνή φόρα και, κυρίως στις ΗΠΑ, για την προβολή των τουρκικών θέσεων άρνησης της Αρμενικής Γενοκτονίας θα χάσει την κεντρική σημασία που είχε μέχρι πρόσφατα. Η συστράτευση του Ισραήλ και των εβραϊκών λόμπι στον τομέα αυτό δεν είναι πια αναγκαία για την Τουρκία, που βιάζεται να προβεί σε συνολική διαπραγμάτευση με την Αρμενία. Την ειρήνευση Τουρκίας – Αρμενίας επιθυμούν ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, όπως αποδεικνύει και η παρουσία της Χίλαρι Κλίντον κατά την υπογραφή του οδικού χάρτη της Γενεύης.

Η σημερινή Τουρκία αντικατέστησε μία εξωτερική πολιτική επικεντρωμένη στην ασφάλεια, με μία εξωτερική πολιτική βασισμένη στην καλλιέργεια σχέσεων οικονομικής αλληλεξάρτησης. Αντί να επικεντρώνεται στον αγώνα να καταπνίξει τον αποσχιστικό αγώνα των Κούρδων και να αντικρούσει τις αρμενικές αιτιάσεις, έχει στρέψει την προσοχή της στην κατάκτηση των αραβικών αγορών. Τουρκικές κατασκευαστικές και εξαγωγικές εταιρείες έχουν σαρώσει τον αραβικό κόσμο, ενώ εκατομμύρια πετροδολάρια σε επενδύσεις έδωσαν μία τονωτική ένεση στην τουρκική οικονομία. Το άνοιγμα στον αραβικό κόσμο και το φλερτ με το Ισραήλ είναι ασύμβατα, σημειώνουν πολλοί Τούρκοι αναλυτές και διπλωμάτες. «Δεν χρειαζόμαστε πια το Ισραήλ» σημειώνουν αναλυτές, ενώ γίνεται λόγος για «υποθήκη» που βαραίνει την Τουρκία από τη συστράτευσή της με το Ισραήλ την προηγούμενη δεκαετία, μία υποθήκη από την οποία πρέπει να απαλλαγεί.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, πλέον, η Τουρκία μπορεί να διαγράψει το Ισραήλ, χωρίς ιδιαίτερο κόστος στις διεθνείς της σχέσεις. Το εβραϊκό κράτος βρίσκεται στη χειρότερη διπλωματική απομόνωση της ιστορίας του. Η προεδρία Ομπάμα είναι αποφασισμένη να ασκήσει πιέσεις στο Ισραήλ, προκειμένου να διατηρήσει τα ερείσματα που με κόπο έκτισε στο μουσουλμανικό κόσμο. Έχουν αρχίσει να πληθαίνουν στην Αμερική οι φωνές που καλούν το State Department να δώσει τέλος στην άνευ όρων στήριξη του Ισραήλ. Πολλοί κάνουν λόγο για παραμερισμό των συμφερόντων των ΗΠΑ, χάριν της εξυπηρέτησης εκείνων του Ισραήλ. Η πρόσφατη σύλληψη Αμερικανού με την κατηγορία της κατασκοπείας για το Ισραήλ, αποδεικνύει πως τα συμφέροντα των δύο χωρών δε συμβαδίζουν απαραίτητα.

Η άλλοτε καίρια σημασία του Ισραήλ για την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει μειωθεί αισθητά, παρά τις πανικόβλητες προσπάθειες αμερικανοεβραϊκών λόμπι να «περιορίζουν τη ζημία». Η προεδρία Ομπάμα θεωρεί το Ισραήλ, που κατέστη ακόμη πιο αρτηριοσκληρωτικά εθνικιστικό και φοβικό υπό τη νέα κυβέρνηση Νετανιάχου, κομμάτι του προβλήματος και όχι της λύσης στο Μεσανατολικό. Παρά τη «για τα μάτια του κόσμου» αποχώρηση – διαμαρτυρία των ΗΠΑ και της Ιταλίας από την τουρκική αεροπορική άσκηση μετά τον αποκλεισμό του Ισραήλ, πληθαίνουν οι δυτικές κυβερνήσεις που έχουν απηυδήσει με την ισραηλινή αδιαλλαξία. Η δημοσίευση της έκθεσης Γκόλντστοουν, που καταλογίζει στο Ισραήλ (αλλά και τη Χαμάς) ευθύνες για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα προμηνύει νέα προβλήματα για την Ιερουσαλήμ: δεν αποκλείεται Ισραηλινοί πολιτικοί να συρθούν στη Χάγη κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου.

Το Ισραήλ δεν κατέχει θέση – κλειδί, ούτε στο όραμα του Νταβούτογλου περί περιφερειακής ισχύος της Τουρκίας, ούτε στο όραμα του Ομπάμα για το Μεσανατολικό. Η σύμπτωση της αξιολόγησης των δύο κυβερνήσεων ενθαρρύνει την κυβέρνηση Ερντογάν για την ορθότητα των επιλογών της. Της υπαγορεύει να προχωρήσει στο δρόμο των δικών της προτεραιοτήτων με τη διαβεβαίωση πως, ακόμη και αν καταφέρει και νέα χαστούκια στο Ισραήλ, δεν πρόκειται να υποστεί καμία σοβαρή πολιτική ή οικονομική συνέπεια. Όταν οι Τούρκοι αναλυτές σημειώνουν πως σήμερα το Ισραήλ έχει ανάγκη την Τουρκία και όχι το αντίθετο, έχουν δίκιο. Παραλείπουν, ωστόσο, να τονίσουν ότι η Τουρκία δεν έχει καμία διάθεση να προσφέρει κάποια υπηρεσία στο Ισραήλ, τουλάχιστον μέχρι να δεχθεί η κυβέρνηση Νετανιάχου την Άγκυρα ως μεσολαβητή για την ειρήνευση με τη Συρία. Οι ισορροπίες έχουν αλλάξει και ο Ερντογάν βράζει από το θυμό του.

Πηγή : Κωνσταντινούπολη Αλέξανδρος Μασσαβέτας 28 Οκτ, http://www.newstime.gr Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Ισραήλ-Τουρκία: Λυκοφιλία και Αναξιοπρέπεια


Του Μάριου Ευρυβιάδη Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο
21/10/2009

Για μία ακόμη φορά βλέπουμε τη λυκοφιλική διάσταση της στρατηγικής σχέσης ανάμεσα στα κράτη του Ισραήλ και της Τουρκίας να βγαίνει στο φως της δημοσιότητας. Αφορμή αυτή τη φορά υπήρξε η αυθαίρετη απαγόρευση των Τούρκων να επιτρέψουν στους στρατηγικούς τους εταίρους, τους Ισραηλινούς, να συμμετάσχουν σε μια Νατοϊκή άσκηση στην οποία οι Ισραηλινοί, αν και όχι μέλη του ΝΑΤΟ ,συμμετέχουν εδώ και χρόνια ακριβώς διότι υφίσταται η στρατηγική συμμαχία ανάμεσα σε Άγκυρα και Ιερουσαλήμ. Η συμμαχία αυτή λειτουργεί εδώ και δεκαετίες με τις ευλογίες τις Ουάσιγκτον. Οι Ισραηλινοί παραπονιούνται ότι οι σύμμαχοι τους, οι Τούρκοι δεν τηρούν τα υπεσχημένα ενώ οι Τούρκοι απαντούν ότι όλα θα ξαναγίνουν “μέλι-γάλα” εφόσον οι Ισραηλινοί αλλάξουν τη συμπεριφορά τους εναντι των Παλαιστινίων στη Γάζα. Και αυτό μέχρι να προκύψει ένα καινούργιο ζήτημα βάση του οποίου οι Τούρκοι θα απαιτήσουν, ακόμη μια φορά, αλλαγή στη συμπεριφορά των Ισραηλινων και προσαρμογή τους στη Τούρκικη βούληση.
Με τη κρίση αυτή, όπως και με την προηγούμενη τον Ιανουάριο στο Νταβός, όταν ο Ερτογάν αποκάλεσε δημόσια το Πρόεδρο του Ισραήλ “δολοφόνο”, διαπιστώνουμε για νιοστή φορά, το εργολαβικό υπόστρωμα που χαρακτηρίζει τις διακρατικές σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας, καθώς επίσης και την υποκρισία που τις διακρίνει, κυρίως σε ότι αφορά στο κράτος του Ισραήλ.
Οι Τούρκοι, ισλαμιστές σήμερα, κεμαλιστές χθες, ουδέποτε απέκρυψαν τους λόγους, τα αίτια και τα κίνητρα που τους ώθησαν να αναπτύξουν τις σχέσεις τους με τους Εβραίους και από το 1948 με το εβραϊκό κράτος, θέτοντας όμως εξαρχής τους κανόνες, τους όρους και τα όρια που πρέπει να διέπουν τις Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις. Τηρουμένων των αναλογιών οι ίδιοι κανόνες χαρακτήριζαν και τις σχέσεις Οθωμανών και Εβραίων, ιστορικά.
Το διαχρονικό και εγγενές, σχεδόν, στοιχείο της Τούρκικης λογικής ήταν και παραμένει η πεποίθηση ότι οι Εβραίοι, έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τότε στο Ισραήλ και στη διασπορά και μέσα στη Τουρκία σήμερα, ελέγχουν τα πολιτικά “κέντρα εξουσίας” του κόσμου, τη διεθνή οικονομία, τα διεθνή ΜΜΕ κτλπ . Η Τουρκική αυτή θέση και αντίληψη, αν και λανθασμένη, καλλιεργείται εσκεμμένα και από το εβραϊκό κράτος, διότι του αποφέρει μεγάλα μεσοπρόθεσμα ωφέλη. Αποτελεί ωστόσο ένα από τα βασικά στοιχεία του φαινομένου του αντισημιτισμού, φαινόμενο το οποίο στη Τουρκία διαχέεται σ΄όλη τη κοινωνία και εκφράζεται μέσα από τις δομές του συστήματος.
Οι θιασώτες της στρατιωτικής ισχύος του Ισραήλ πιστεύουν ότι η Τουρκία τους προσφέρει στρατηγικό βάθος και ότι ως μη αραβική χώρα και μέλος του ΝΑΤΟ, “παράγει” ασφάλεια για το Ισραήλ. Πιστεύουν παράλληλα ότι ναι μεν οι Τούρκοι είναι μουσουλμάνοι αλλά ότι το Τουρκικό Ισλάμ είναι μετριοπαθές και “ελεγχόμενο” από το κράτος και το στρατιωτικό κατεστημένο.
Με βάση το σκεπτικό αυτό οι Ισραηλινοί έχουν αποδεχθεί από το 1948 και μετά, ότι τους κανόνες και τους όρους των σχέσεων ανάμεσα τους θα τους θέτουν οι Τούρκοι. Ενδόμυχα οι Ισραηλινοί πιστεύουν ότι η Τουρκική συμπεριφορά απέναντί τους θα παραμένει σε “αξιοπρεπή πλαίσια”, λόγω των προσφερόμενων από αυτούς προς την Άγκυρα υπηρεσιών σε ζητήματα όπως το κυπριακό, το αρμενικό, το κουρδικό και στις ευρωπαϊκές τους φιλοδοξίες. Η κύρια ωστόσο εξυπηρέτηση που τους προσφέρουν είναι ως διαμεσολαβητές και ερμηνευτές τους στην κοσμοκράτειρα Αμερική.
Η άγνωστη ή αθέατη πλευρά των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκιας κάθε άλλο παρά στηρίζει τις προσδοκίες του Ισραηλινού κράτους. Αντίθετα, το τελευταίο επεισόδιο έρχεται ως ακόμα μια επιβεβαίωση, με τον Υπουργό Άμυνας του Ισραηλ, Εχούντ Μπαράκ να συμβουλεύει το τερματισμό της όποιας δημόσιας Ισραηλινής κριτικής, μην τυχόν ενοχληθούν και θυμώσουν ακόμη περισσότερο μαζί τους οι ισλαμοπασάδες.
Είναι προφανές ότι ακόμη και αυτή η πυρηνική ισχύς που κατέχουν, δεν επιτρέπει στους Ισραηλινους να ακυρώσουν την διαχρονική υποτέλειά τους έναντι της Άγκυρας. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο αφού το σύνδρομο του ραγιαδισμού (αυτό που εμείς αποκαλούμε “ραγιαδισμό” οι Εβραίοι αποκαλούν “dhimmitude”) έχει προφανώς εγκατασταθεί για καλά μέσα στα μυαλά τους.

Υ.Γ.: Ο Μέγας Μάγιστρος και θιασώτης της μουσουλμανικής ειρήνης απεφάνθη πρόσφατα ότι δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει αντισημιτισμός και ρατσισμός στην Τουρκία. Διαβάστε τι γράφει επ’ αυτού ένας Τουρκο-Εβραίος συγγραφέας, Rifat N. Bali A Scapegoat For All Seasons: The Donmes or Crypro – Jews of Turkey (Istanbul: ISIS Press, 2008). Εναλλακτικά δείτε Rifat N. Bali, Present Day Anti-Semitism in Turkey (July 2009) στο διαδίκτυο. Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η κατάντια των Τουρκο-Ισραηλινών σχέσεων


Του Daniel Steinvorth DER SPIEGEL

Ήταν μια καλή εβδομάδα για τον Σύρο Υπουργό Εξωτερικών Ουλαίτ αλ-Μουαλέμ. Την Τρίτη, μετείχε σε συνάντηση Τούρκων και Σύρων πολιτικών στο μεθοριακό σημείο Ονκουπινάρ με στόχο την κατάργηση της θεώρησης διαβατηρίων μεταξύ των δύο χωρών.

Eνα μεγάλο και σημαντικό βήμα, αν ληφθεί υπόψιν ότι μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι δύο γείτονες βρίσκονταν σε συνεχή αντιπαράθεση λόγω της υποστήριξης της Συρίας στους Κούρδους που μάχονται στην Τουρκία. Αν και σημεία της παραμεθορίου εξακολουθούν να είναι ναρκοθετημένα, εντούτοις οι καιροί έχουν αλλάξει. Σήμερα, οι δύο χώρες συνεργάζονται σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ενώ έχουν προχωρήσει και στη σύσταση του Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας.

Μία θεαματική, νέα σχέση
Άγκυρα και Δαμασκός προγραμματίζουν επίσης να συνεργαστούν και στον στρατιωτικό τομέα, εξέλιξη που ικανοποιεί ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά όσον αφορά το καθεστώς των σχέσεων γειτονίας που επιθυμεί από τα υποψήφια για ένταξη κράτη. Η σύναξη στα Τουρκο-Συριακά σύνορα δεν θα προκαλούσε ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν δεν προηγείτο η μη πρόσκληση στο Ισραήλ να μετάσχει σε προγραμματισμένη, διεθνή στρατιωτική άσκηση στο Τουρκικό έδαφος.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Ηνωμένες Πολιτείες και Ιταλία προχώρησαν αμέσως στην ακύρωση της συμμετοχής του στον «Αετό της Ανατολίας», ενώ η Τουρκία περιορίστηκε να ανακοινώσει ότι η εξέλιξη αυτή έχει να κάνει με την ακύρωση ορισμένων «διεθνών παραμέτρων» της άσκησης, ως αποτέλεσμα «τεχνικών προβλημάτων».

Αργότερα ωστόσο, οι πληροφορίες έφεραν τους Τούρκους να είναι οργισμένοι με τους Ισραηλινούς ένεκα της καθυστέρησης στην παράδοση των μη-επανδρωμένων αεροσκαφών παρακολούθησης Χερών. Την σκυτάλη πήρε ο Τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι ο αποκλεισμός των Ισραηλινών λήφθηκε με βάση πολιτικά κριτήρια, ως αντίδραση στην επιδρομή στη Γάζα στα τέλη του 2008. Όπως δήλωσε στο Αραβικό τηλεοπτικό δίκτυο Αλ-Αραμπίγια, η Τουρκία πράττει με βάση «την συνείδηση του λαού», τονίζοντας ότι «ο λαός απορρίπτει την συμμετοχή του Ισραήλ» στην άσκηση.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου, ο οποίος τόνισε πως η Τουρκία, δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως στρατιωτικός εταίρος του Ισραήλ, από την στιγμή που δεν καταβάλλονται προσπάθειες για ειρήνη. Σκληρές λέξεις που προκάλεσαν αμηχανία στο Ισραήλ, αφού αφενός δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει από μόνο του στρατιωτικές ασκήσεις και αφετέρου η σχέση του με την Τουρκία – την μοναδική Μουσουλμανική χώρα σύμμαχο του στην περιοχή – είναι ζωτικής σημασίας. «Η σχέση μας με την Τουρκία είναι μακρά, σημαντική και στρατηγικής σημασίας», δήλωσε ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας Μπαράκ, σε μία προσπάθεια να μειώσει τις επιπτώσεις από την απόφαση.

Χάθηκε η εμπιστοσύνη
Παρά τις όποιες κατευναστικές δηλώσεις, οι Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις βρίσκονται σήμερα στο χειρότερο τους σημείο εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η Άγκυρα παραμένει χολωμένη από την εισβολή των Ισραηλινών στη Λωρίδα της Γάζας, τη στιγμή που επιχειρούσε να μεσολαβήσει για την έναρξη ανεπίσημων συνομιλιών μεταξύ Ισραήλ και Συρίας. Επιπρόσθετα, λίγες μέρες πριν από την εισβολή, ο τότε πρωθυπουργός Εχούντ Όλμερτ είχε, σύμφωνα με πληροφορίες, αναφέρει στον Ερντογάν ότι δεν προγραμματίζετο οποιαδήποτε επιδρομή.
Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ερντογάν επικαλείται ως επιχείρημα «την φωνή του Τουρκικού λαού», εντούτοις η απόφαση για ακύρωση της πρόσκλησης στο Ισραήλ, συνιστά ξεκάθαρη μεταστροφή πολιτικής.

Την ίδια στιγμή όμως υπάρχει κάτι που βρίσκεται πέραν από την εικόνα της έπαρσης και του λαϊκισμού που προβάλλει ο Ερντογάν. Ο στρατηγός Χαλντούτ Σολμάζτουρκ, δήλωσε ότι ο στρατός – ο αντίποδας στην συντηρητική Ισλαμική πολιτική του Ερντογάν – είναι δυσαρεστημένος από την στάση του Ισραήλ. Ως κύρια αιτία προέταξε τις Ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές το 2007 εναντίον υποτιθέμενων Συριακών πυρηνικών εγκαταστάσεων, από το έδαφος της Τουρκίας. Το Ισραήλ, τόνισε, δεν θεώρησε υποχρέωση του να ενημερώσει τους Τούρκους.

Ο Σολμάζτουρκ κάνει επίσης λόγο για «αναξιόπιστες εμπορικές σχέσεις», ειδικά όσον αφορά την προμήθεια στρατιωτικού υλικού. Όπως ανέφερε, μόνο δύο από τα δέκα αεροσκάφη Χερόν έχουν παραδοθεί στην Τουρκία, τα οποία και κατέπεσαν στη διάρκεια δοκιμαστικής πτήσης. Την ίδια στιγμή ωστόσο ο Σολμάζτουρκ, δεν βλέπει κανένα ουσιαστικό λόγο για τερματισμό της «παραδοσιακής συνεργασίας» της Τουρκίας με το Ισραήλ, και επικρίνει την κυβέρνηση Ερντογάν για λανθασμένη στάση.

Χαιρετίζει η Συρία
Η Τουρκία, υπό την καθοδήγηση του Υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου, επιχειρεί αυτό το διάστημα να ισορροπήσει μεταξύ των δυτικών της συμμάχων και των γειτόνων της στη Μέση Ανατολή. Ο Νταβούτογλου, ως ο πνευματικός πατέρας μίας νέας, πολυεπίπεδης εξωτερικής πολιτικής, πιστεύει ότι έτσι θα ενισχυθεί η επιρροή της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή.

Μία πτυχή αυτής της πολιτικής είναι και η προώθηση στενότερων σχέσεων με τους Μουσουλμάνους συμμάχους της Άγκυρας, με τον Νταβούτογλου να αναφέρεται σε «θεμελιώδεις καχυποψίες» στην ακολουθητέα Ισραηλινή εξωτερική πολιτική.

Την θέση της Άγκυρας χαιρέτισε η Συρία, με τον Υπουργό Εξωτερικών αλ-Μουαλέμ να τονίζει στο πρακτορείο Ρόϊτερ ότι η απόφαση αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία κρίνει την επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα.

Ταυτόχρονα υπέδειξε ότι η Τουρκία δεν θα χρειαστεί να κοιτάξει μακριά για την αναζήτηση νέων συμμάχων με τους οποίους να πραγματοποιήσει στρατιωτικές ασκήσεις. Μετά από την επιτυχημένη άσκηση Τουρκικών και Συριακών δυνάμεων τον Απρίλιο, οι Σύροι έδωσαν ενδείξεις ότι θα ακολουθήσει ακόμη μία, και μάλιστα σύντομα.

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

In Cheap We Trust


Lauren Weber
In Cheap We Trust
Little, Brown and Company, 2009


Megan McArdle The New York Times Book Review


Πρέπει να το ομολογήσω. Αγαπώ την τεράστια μου τηλεόραση. Την αγόρασα πριν κανένα δυο χρόνια μέσω μιας επιταγής δώρου από την Amazon.com. Κυριαρχούσε το μικρό μου σαλόνι μέχρι να μετακομίσω, αλλά και τότε ακόμα την αγαπούσα. Στο τέλος, κατέληξε μια πολύ ακριβή αγορά αλλά ποτέ μου δεν μετάνιωσα.

Ως εκ τούτου δεν είμαι το φυσικό κοινό για το νέο βιβλίο της Βέμπερ «In Cheap We Trust». Αυτό το βιβλίο είναι ένας συνδυασμός προσωπικού απομνημονεύματος, κοινωνικής ιστορίας και ενός πολιτικού μανιφέστου ακραίας λιτότητας. Μη με παρεξηγήσετε: μου αρέσει να φυλάω λεφτά. Αλλά όμως μου αρέσει και να τα ξοδεύω. Η Βέμπερ από την άλλη είναι πολύ...πως να το πούμε, φτηνή.

Πάραυτα είναι πολλά που θα αρέσουν σε αυτό το βιβλίο. Η Βέμπερ παρουσιάζει μια συναρπαστική ιστορία της περίπλοκης σχέσης της Αμερικής με τις δαπάνες. Ενώ είναι πολλές φορές που ακούμε για μια «επιστροφή στην λιτότητα», η ιστορία της υπερβολικής μας κατανάλωσης φτάνει μέχρι και τις μέρες της αποικιοκρατίας, όταν οι ιδρυτές δυσφορούσαν με το γεγονός ότι η έλξη των εποίκων προς τις εισηγμένες πολυτέλειες θα υπέσκαπτε την δημοκρατική αυτό-διοίκηση. Ο Φραγκλίνος και ο Θουρό μπορεί να ενσωμάτωναν της Αμερικάνικες αρχές της οικονομίας και της απλότητας, αλλά φιγούρες όπως ο Τζέφερσον και ο Μάικλ Τζάκσον αποτελούν μια ισοδύναμη παράδοση καταραμένης σπατάλης.

Τα καλύτερα σημεία του βιβλίου της Βέμπερ είναι οι προσωπικές της ιστορίες σχετικές με την προσπάθεια της να ζει φτηνά. Θυμάται χειμώνες όταν ήταν ακόμα παιδί, όταν τα απογεύματα τα περνούσε δίπλα από τον φούρνο επειδή ο πατέρας της επέμενε να διατηρεί το σπίτι στους 10 βαθμούς Κελσίου. Καταγράφει τον εσωτερικό της διάλογο επί της αγοράς ενός ζευγαριού παπουτσιών αξίας 99 δολαρίων. Σε ένα κεφάλαιο πηγαίνει για βουτιές στους Καλάθους με «τροφορακοσυλλέκτες», οι οποίοι ανάγουν την φθήνια σε υπέρβαση.

Εάν κάποτε μπορούσες να μιλήσεις για την προσωπική λιτότητα χωρίς να την ανάγεις σε δημόσια αντιδικία σήμερα αυτές οι μέρες έχουν τελειώσει. Η Βέμπερ θεωρεί την αντίσταση στην κατανάλωση ως την πραγμάτωση μιας προοδευτικής περιβαλλοντικής ατζέντας.

Η Βέμπερ αναπολεί με ενθουσιασμό τον τρόπο με τον οποίο οι οικοκυρές έπαιρναν ζωικό λίπος και το έκαναν κεριά – τα παλιά ρούχα τα έραβαν και τα έκαναν σκεπάσματα. Δεν ερευνά όμως την προφανή επίπτωση: στα πλαίσια αυτής της ακραίας λιτότητας σημαίνει ότι κάποιος, και πιο πιθανό οι γυναίκες, να αφιερώνουν όλο τους το χρόνο στο σπίτι.

Εκτός από σημαντικά άλματα στην τεχνολογία, το Αμερικάνικο λάιφσταιλ της σήμερον δεν είναι βιώσιμο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ένας λαός τροφορακοσυλλέκτων. Αυτό που προτείνει είναι ότι κάναμε λάθος στις τιμές (των προϊόντων).

Όταν τα προϊόντα τιμολογηθούν σωστά, δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερα τιμητικό στην άρνηση να σπαταλήσεις λεφτά που σου περισσεύουν. Εάν ήδη είσαι οικονομικά εξασφαλισμένος και συνεχίζεις να χαμηλώνεις τον θερμοστάτη τον χειμώνα και να τρως από καλάθους δεν σημαίνει ότι είναι αρετή. Απλά είναι μια επιλογή λάιφσταιλ. Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Περί ιστοριογραφίας στην Τουρκία


Του Χρήστου Ιακώβου

Κατά καιρούς εγείρεται ως πολιτικό πλέον θέμα η επανασυγγραφή των εγχειριδίων ιστορίας και ο δημόσιος διάλογος που ενσκήπτει επικεντρώνεται στις ιστορικές πτυχές που αφορούν τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μέσα από το διάλογο προκύπτουν ευδιάκριτα δύο επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο η συζήτηση καταδεικνύει συγκεκριμένες σχολές σκέψεις ιστοριογραφίας και σε δεύτερο επίπεδο η συζήτηση προσεγγίζει και εξαντλεί το θέμα εξολοκλήρου ως πολιτικό. Η πρώτη τάση κινείται αναμφίβολα σε επίπεδο επιστημονικών επιχειρημάτων και, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος με τις απόψεις που παρατίθενται, οφείλει να παραδεχθεί ότι σε αυτό το επίπεδο κυρίαρχο στοιχείο είναι ο ορθολογισμός. Το δεύτερο επίπεδο δεν μπορεί να μπει στη βάσανο της αξιολόγησης και της κριτικής γιατί είναι πλέον αρχή ότι η ιστοριογραφία δεν προσαρμόζεται στις πολιτικές σκοπιμότητες του παρόντος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα γένεσης εθνικής ιστοριογραφίας, η οποία εξαρχής λειτούργησε ως εργαλειοποιημένη πολιτική διαδικασία επιβολής κρατικής ιδεολογίας είναι η Τουρκική. Καλό θα ήταν να το γνωρίζουν μερικοί προτού προχωρήσουν σε αφελείς αναφορές του τύπου ότι ένθεν και ένθεν είναι όλα τα ίδια.

Η περίοδος από την ίδρυση του τουρκικού κράτους, το 1923, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χαρακτηρίζεται από τη θεμελιακή αναδόμηση της τουρκικής κοινωνίας με μοναδικό ρυθμιστή των εξελίξεων το ίδιο το κράτος. Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δημιουργία του κεμαλικού κράτους ανάγκασε τη νέα τουρκική πολιτική ελίτ θα εκλάβει εξ αρχής να επανεξετάσει το θέμα της ταυτότητας, τόσο ως πολιτισμική έκφραση όσο και ως ιστορική ενότητα και συνέχεια. Το γεγονός αυτό προσδιόρισε ένα πλαίσιο δράσης που εκ των πραγμάτων παρήγαγε μια βαθιά συναισθηματική διέγερση σε οποιαδήποτε προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού του τουρκικού έθνους.

Ο Ατατούρκ αποφασισμένος να διαρρήξει κάθε δεσμό με το τραυματικό παρελθόν της ισλαμικής οθωμανικής αυτοκρατορίας και αναγκασμένος να διαμορφώσει μια βάση νομιμοποίησης, κατέφυγε στην εφεύρεση ενός μυθικού παρελθόντος κατά το οποίο οι Τούρκοι, προερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, καθίστανται πρόγονοι του παγκόσμιου πολιτισμού. Επειδή το ευρωπαϊκό στερεότυπο για τους Τούρκους θεωρούσε ότι ο λαός αυτός ήταν βάρβαρος και κατώτερος, τα νέα δόγματα του τουρκικού εθνικισμού που εμφανίστηκαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ρίζωσαν βαθιά επειδή διεμορφώθησαν από το επίσημο κράτος και προωθήθησαν μέσω της επίσημης εκπαίδευσης που αναφερόταν στην ιστορία των Τούρκων. Η προσπάθεια αυτή του Κεμάλ υπήρξε τόσο έντονη, ώστε, παρόλο που πολλές δογματικές τοποθετήσεις που εξεφράσθησαν τότε επισήμως δεν διακηρύσσονται σήμερα, επέφεραν ωστόσο μία ισχυρή επιρροή τόσο στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, όσο και στο πλαίσιο των λαϊκών αντιλήψεων για την τουρκική ιστορία.

Ο Ατατούρκ υπήρξε εκείνος που ουσιαστικά διεμόρφωσε τη θεωρία σχετικά με την ιστορία των Τούρκων η οποία είναι γνωστή ως Turk Tarih Tezi (Η Τουρκική Ιστορική Θέση). Παράλληλα, δημιούργησε τους θεσμούς εκείνους, που θα είχαν ως επίσημο καθήκον να επεξεργαστούν, να εκλαϊκεύσουν και να διαδώσουν μέσω αυτής της θεωρίας την επίσημη εκδοχή της ιστορίας στο νεοσύστατο τότε τουρκικό κράτος. Ο Κεμάλ είχε ήδη από την αρχή συνειδητοποιήσει ότι το τουρκικό έθνος σε αντίθεση με το τουρκικό κράτος, είχε μακρόχρονη ιστορία γι’ αυτό και αρχική του επιδίωξη ήταν να τροποποιήσει την ιστορία αυτή κατά τρόπο που να δίνει αίγλη στο μακρύ παρελθόν των Τούρκων. Για τον ιδρυτή του τουρκικού κράτους ήταν πολιτική επιθυμία η επανένωση του έθνους με το παρελθόν και η εθνική ομογενοποίηση ολοκλήρου του πληθυσμού που περιήλθε μέσα στα γεωγραφικά όρια της Τουρκίας. Πιο απλά, το ζήτημα της συγγραφής της ιστορίας ήταν για τον Κεμάλ θέμα πολιτικό και όχι επιστημονικό-ακαδημαϊκό.

Τα βασικά ερωτήματα που απασχολούσαν τον Ατατούρκ όσον αφορά τη συγγραφή της τουρκικής ιστορίας προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα του ιστορικού βάθους και της ιστορικής συνέχειας ήταν:

Ποιοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι της γεωγραφικής έκτασης που συνιστούσε το τουρκικό κράτος και κατ’ επέκταση ποιος λαός ήταν ο πρώτος που δημιούργησε πολιτισμό σε αυτή την περιοχή,

Ποια είναι η θέση της Τουρκίας στον παγκόσμιο πολιτισμό και ποια η συνεισφορά των Τούρκων στην παγκόσμια ιστορία και η ίδρυση του Οθωμανικού κράτους, ως του πρώτου τουρκικού κράτους στην Ανατολία, από ένα τουρκικό φύλο, αποτελεί ιστορικό μύθο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εφευρεθεί μία νέα ερμηνεία για το σχηματισμό του κράτους αυτού.

Με αυτόν τον τρόπο ο Ατατούρκ, όπως και ολόκληρη η στρατιωτική ελίτ που οικοδόμησε το τουρκικό κράτος, υιοθέτησε από την αρχή τη σαφή αντίληψη ότι η ιστορία ήταν έργο του κράτους και θα έπρεπε να καταστεί ένα ισχυρότατο εργαλείο που να ικανοποιούσε τις πολιτικές ανάγκες των δύο πρώτων δεκαετιών του τουρκικού κράτους, δηλαδή της επιβολής της κρατικής ιδεολογίας πάνω στην τουρκική κοινωνία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο Κεμάλ ίδρυσε το 1931 την Επιτροπή Μελέτης της Τουρκικής Ιστορίας, η οποία συμπεριλάμβανε και στρατιωτικούς και συνεδρίαζε όπου βρισκόταν ο Ατατούρκ. Ο δε ίδιος διάβαζε, διόρθωνε και ενέκρινε τα πορίσματά της. Οι δραστηριότητες αυτής της Επιτροπής κορυφώθηκαν το 1932 με τη σύγκληση του πρώτου Συνεδρίου Τουρκικής Ιστορίας το 1932 στην Άγκυρα, όπου διακηρύχθηκε πλέον και επίσημα η Τουρκική Ιστορική Θέση, ανακηρύχθηκε κτήμα του τουρκικού έθνους και υιοθετήθηκε ως επίσημο κρατικό δόγμα. Διαβάστε περισσότερα...

Συντριβή των Tαλιμπάν από τον πακιστανικό στρατό


Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της Washington Post

Πριν από κάποιους μήνες, Πακιστανοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούσαν συχνά τον όρο «άπιστοι» όταν μιλούσαν για τους μαχητές των Tαλιμπάν που προέρχονταν από τις δυτικές περιοχές των φυλών. Η παραφθορά υποδηλούσε ότι οι Tαλιμπάν είναι μεν ενοχλητικοί, μια συμμορία φανατικών και γκάνγκστερ, επιρρεπών σε ειρηνευτικές συμφωνίες, αλλά δεν απειλούν το Πακιστάν.

Η συγκεκριμένη αυτή θεώρηση της κατάστασης έχει σήμερα εγκαταλειφθεί. Η αντεπίθεση της περασμένης εβδομάδας εναντίον των κρησφύγετων των Tαλιμπάν στο Nότιο Βαζιριστάν είναι μια ακόμη ένδειξη ότι το Πακιστάν έχει πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας του προβλήματος της εγχώριας τρομοκρατίας. Πακιστανός ανώτερος στρατιωτικός διοικητής μού ανέλυσε το ζήτημα, εκφράζοντας συναισθήματα κοινά σε πολλούς συναδέλφους του.

«Πρέπει να νικήσουμε, εάν θέλουμε τα παιδιά μας να ζήσουν μια ζωή της δικής τους επιλογής και πεποίθησης και όχι τη ζωή που θέλουν αυτά τα τέρατα. Θα ήθελα να σου δώσω να καταλάβεις πόσο πολύ τους μισώ. Θέλουμε να πάρουμε πίσω από αυτούς τους διεστραμμένους άρπαγες την όμορφη και ειρηνική χώρα μας. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε να καταστρέψουν το μέλλον μας», μου είπε.

Η οργή του λαού κατά των Ταλιμπάν εφέτος διαρκώς μεγαλώνει. Τον περασμένο Απρίλιο, η χώρα έμοιαζε να παραπαίει στην πολιτική παραλυσία. Καθώς όμως τον μήνα αυτό οι εξτρεμιστές βγήκαν από την Κοιλάδα Σουάτ και κατευθύνθηκαν προς την πρωτεύουσα, κάτι άλλαξε. Ο πακιστανικός στρατός εξαπέλυσε αντεπίθεση στο Σουάτ, απώθησε τους Ταλιμπάν και ο λαός ζητωκραύγασε.

Οι Ταλιμπάν αντεπιτέθηκαν με δεύτερο κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων και σήμερα ο επισκέπτης συναντά περισσότερα οδοφράγματα από ό,τι πριν από λίγες εβδομάδες. Ο κόσμος βρίσκεται σε διαρκή υπερδιέγερση, αλλά οι βομβιστές αυτοκτονίας δεν κατάφεραν να κάμψουν τη λαϊκή υποστήριξη προς τον στρατό και την αντεπίθεση στο Βαζιριστάν. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο, αν κρίνει κανείς από την αρθρογραφία τού συνήθως κακοπροαίρετου πακιστανικού Τύπου.

«Μπορεί οι πολιτικοί να είναι διχασμένοι σε άλλα θέματα, όμως συμφωνούν απολύτως στο ότι η στρατιωτική επιχείρηση κατά των τρομοκρατών είναι αναγκαία», γράφει η Daily Times. Εάν θέλουμε ξανά ειρήνη στο Πακιστάν, οι παραστρατιωτικές ομάδες πρέπει να συνθλιβούν», ισχυρίζεται η Post. «Αυτή τη στιγμή οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν στο πλευρό τους και την πολιτική βούληση και τη λαϊκή στήριξη», συμπεραίνει αρθρογράφος της Dawn.

«Η πλειοψηφία πιστεύει ότι η αντεπίθεση έπρεπε να γίνει νωρίτερα. Με το πρόσφατο κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων, οι Ταλιμπάν επιχειρούν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και να υποδαυλίσουν την εχθρότητα προς το στράτευμα, ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν την αντεπίθεση στο Βαζιριστάν. Δεν πρόκειται όμως να μας αποτρέψουν, η έκβαση της επιχείρησης θα είναι αυτή που πρέπει να είναι», λέει αξιωματούχος του διευθυντηρίου της Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Δρακόντεια είναι τα μέτρα ασφαλείας στο γενικό στρατηγείο, στο Ραβαλπίντι. Στις 10 Οκτωβρίου, οι τρομοκράτες των Ταλιμπάν κατάφεραν να εισχωρήσουν στο συγκρότημα και να σκοτώσουν οκτώ στρατιώτες. Η επίθεση στα άδυτα των αδύτων του στρατού προκάλεσε γενική αναστάτωση, το χρηματιστήριο στο Καράτσι βρέθηκε για λίγο σε ελεύθερη πτώση. Ομως, η αποφασιστικότητα του στρατού χαλυβδώθηκε.

Στο γραφείο του, λίγα μέτρα πιο κάτω από το σημείο που άρχισε η επίθεση, ο αντιστράτηγος Αθάρ Αμπάς, εκπρόσωπος των ενόπλων δυνάμεων, εξηγεί ότι η αντεπίθεση στο κρησφύγετο των Ταλιμπάν σημαίνει και το τέλος ενός τρόπου σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο «στο τέλος κάπως θα τα καταφέρουμε να τους κάνουμε καλά, να τους φέρουμε στα νερά μας, να τους πάρουμε με το μέρος μας». Περίπου 28.000 στρατιώτες έχουν προωθηθεί στις τρεις κύριες οδικές αρτηρίες στο Νότιο Βαζιριστάν και καταδιώκουν 5.000 έως 10.000 μαχητές στα βουνά. Ο στρατός είναι αποφασισμένος να μείνει στην περιοχή έως ότου την ελέγξει απολύτως, πράγμα που θα συμβεί για πρώτη φορά στην ιστορία του Πακιστάν.

Ο Αμπάς λέει ότι ο στρατός, για να νικήσει, πρέπει να δείχνει ότι οι επιχειρήσεις του είναι ανεξάρτητες, δεν ελέγχονται από τις ΗΠΑ. «Είπαμε στους Αμερικανούς να κρατηθούν μακριά, να μας αφήσουν να κάνουμε εμείς τη δουλειά», λέει. Προκειμένου η ανεξαρτησία αυτή να γίνει αντιληπτή στον κόσμο, οι Πακιστανοί ζήτησαν από τους Αμερικανούς να σταματήσουν τις επιθέσεις με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Predator στο Νότιο Βαζιριστάν. «Η λαϊκή υποστήριξη είναι πιο σημαντική για μας», εξηγεί ένας άλλος ανώτερος στρατιωτικός.

Το Πακιστάν είχε δεσμευτεί να αναλάβει δράση κατά των Ταλιμπάν και στο παρελθόν. Αρκέστηκε όμως σε ειρηνευτικές συμφωνίες κάθε φορά που οι μάχες αγρίευαν. Είναι λοιπόν πολύ νωρίς να προβλέψει κανείς εάν η παρούσα αποφασιστικότητα του στρατού θα αντέξει στον σκληρό χειμώνα, ενώ θα είναι αντιμέτωπος με τους διάσημους για την ανθεκτικότητά τους άνδρες του Μεχσούντ. «Στις περιοχές των φυλών, ο κόσμος πάντα στηρίζει αυτόν που κερδίζει. Περιμένουν να δουν πρώτα την έκβαση της μάχης», λέει ο Αμπάς.

Εάν η εκστρατεία στο Βαζιριστάν επιτύχει, τότε σε ολόκληρη την περιοχή θα διαμορφωθεί νέα δυναμική. Αντί του ανίσχυρου Πακιστάν, που δεν είναι σε θέση να ελέγξει τη μεθόριο με το Αφγανιστάν, θα υπάρξει ένα Πακιστάν ισχυρό, κυρίαρχο στις ημιαυτόνομες περιοχές των φυλών. Ετσι θα βοηθήσει και το Αφγανιστάν. Η εξέλιξη αυτή θα είναι μεγάλη ανακούφιση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει όμως η επιχείρηση να είναι αμιγώς πακιστανική.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Διαβάστε περισσότερα...

Είναι καλό να μιλήσουμε με το Ιράν για τα πυρηνικά


Ο διάλογος είναι ο καλύτερος τρόπος να χειριστεί κανείς τους ισλαμιστές

The Guardian

Σε πείσμα των υψηλών τόνων της διεθνούς διπλωματίας αναφορικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ο τελευταίος γύρος των διαπραγματεύσεων της Βιέννης προκάλεσε εκτόνωση της κρίσης. Η εκρηκτική αποκάλυψη από τον Ομπάμα περί μυστικών εγκαταστάσεων του Ιράν στην πόλη Κομ, τον περασμένο μήνα, έχασε την ισχύ της, όταν αποκαλύφθηκε ότι η Αμερική γνώριζε τα καθέκαστα εδώ και χρόνια. Σήμερα είναι πλέον σαφές ότι η συμφωνία του Ιράν να εξαγάγει αποθέματα πυρηνικού καυσίμου στη Ρωσία και τη Γαλλία για περαιτέρω εμπλουτισμό ήταν αποτέλεσμα παρασκηνιακής διπλωματίας τεσσάρων μηνών.

Επιβεβαιώνεται έτσι αυτό που οι αμερόληπτοι αναλυτές έλεγαν καιρό τώρα: Η κατάκτηση προχωρημένης πυρηνικής τεχνολογίας από το Ιράν είναι αναπόφευκτη και δεν υπάρχει καθεστώς κυρώσεων ικανό να την αποτρέψει. Αν όμως τεθεί υπό τον έλεγχο της ΙΑΕΑ, το ιρανικό πρόγραμμα είναι δυνατό να προχωρήσει με ασφάλεια, καθιστώντας τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών κάτι περισσότερο από ευσεβή πόθο των προοδευτικών. Τους ερχόμενους μήνες, είναι πιθανό ότι το Ιράν θα κινείται βάσει της γνωστής συνταγής «ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω», αλλά το ενδεχόμενο των κυρώσεων ή και ακόμα χειρότερων σεναρίων θα συνεχίσει να ξεθωριάζει στον ορίζοντα.

Υποχωρήσεις

Οι υποχωρήσεις του Ιράν είναι έκφραση μιας γενικότερης τάσης, όπου το πολιτικό Ισλάμ εμφανίζεται πρόθυμο να έρθει σε συμβιβασμό, εφόσον του δοθεί η ευκαιρία. Από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου μέχρι τον Στρατό του Σαντρ, η πείρα δείχνει ότι τα ισλαμικά πολιτικά κόμματα, όπως οι περισσότερες οργανώσεις, επιδιώκουν απλώς να μεγιστοποιήσουν τη δική τους ισχύ και να εξασφαλίσουν τη δική τους επιβίωση. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η μετατόπιση πολλών επίφοβων κινημάτων προς μετριοπαθέστερες θέσεις.

Πάρτε για παράδειγμα τη Χεζμπολάχ. Η από πολλές απόψεις κακοήθης λιβανέζικη οργάνωση ξεκίνησε ως αντάρτικο κίνημα με στόχο την εκδίωξη των ισραηλινών εισβολέων και την εγκαθίδρυση ενός κράτους με βάση τον ισλαμικό νόμο, τη σαρία. Σήμερα, στη συνοικία της Βηρυτού, που αποτελεί το προπύργιό της, τη Νταχίγια, συναντά κανείς μπουτίκ μόδας και δισκοπωλεία με ποπ μουσική δίπλα σε γραφεία της Χεζμπολάχ, χωρίς την ψύχωση που αισθάνεται στη βόρεια μεσοαστική Τεχεράνη. Μετά το φιάσκο που έπαθε το Ισραήλ το 2006, το ισλαμικό σχέδιο του Χομεϊνί για τον Λίβανο εξαρτάται από εξισορρόπηση πολιτικών συμφερόντων, εκλογικά ποσοστά και συμμαχίες με πολιτικούς άλλων θρησκευτικών δογμάτων.

Αντίστοιχα, στο Ιράκ, ο Στρατός του Μαχντί ξεκίνησε ως πολιτοφυλακή του ριζοσπαστικού σιιτικού κινήματος του Μοκτάντα αλ Σαντρ, που είχε ριζώσει στις παραγκουπόλεις της Βαγδάτης και άλλων πόλεων και διαπνεόταν από μεσσιανικό ζήλο. Πέντε χρόνια αργότερα, λειτουργεί ως κανονικό πολιτικό κόμμα που οργανώνει εκλογικές εκστρατείες εναντίον άλλων, επίσης σιιτικών πολιτικών δυνάμεων.

Στην πολιτική σκηνή

Εξάλλου, πολύ λίγοι θυμούνται ότι το κόμμα Ντάουα του σημερινού πρωθυπουργού του Ιράκ, Νούρι αλ Μαλικί, ιδρύθηκε πριν από 60 χρόνια ως ισλαμική εναλλακτική λύση στην προοπτική του αραβικού σοσιαλισμού. Ακόμη και στο Κάιρο, αν και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι παραμένουν τυπικά εκτός νόμου, η είσοδός τους στην πολιτική διαδικασία και στον κόσμο των εθνικής εμβέλειας μέσων ενημέρωσης μετέτρεψε ένα κοινωνικό κίνημα ηλικίας 80 χρόνων σε ένα ακόμη συστατικό της αιγυπτιακής κουλτούρας.

Ορισμένοι θα υποστηρίξουν ότι όλα αυτά είναι ψηφίδες ενός μεγάλου ισλαμικού σχεδίου για την κατάκτηση του κόσμου, αλλά τα επιχειρήματα υπέρ αυτής της οπτικής φθίνουν διαρκώς. Οσο για τους φιλελεύθερους που κραυγάζουν στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε φορά που έρχεται στην ημερήσια διάταξη το ενδεχόμενο διαλόγου με το πολιτικό Ισλάμ, θα έπρεπε να αναρωτηθούν: Αν ο στρατηγός Πινοσέτ εξασφάλισε υποστήριξη στο όνομα της ελευθερίας και ο χασάπης Ρασίντ Ντοστούμ στο όνομα της σταθερότητας, γιατί να μην εξασφαλίσει και ο Χαλέντ Μεσάλ της Χαμάς στο όνομα της ειρήνης;

Συνεκτική στρατηγική από τη Δύση

Η Δύση χρειάζεται επειγόντως μια συνεκτική στρατηγική απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ. Για την ώρα, οι αντιφάσεις αφθονούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τη Χεζμπολάχ τρομοκρατική οργάνωση, αλλά η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αποκαταστήσει καιρό τώρα διαύλους επικοινωνίας. Οι Ταλιμπάν του Αφγανιστάν έχουν προσκληθεί να συμμετάσχουν στην πολιτική διαδικασία, αλλά βομβαρδίζονται διαρκώς, ένθεν και ένθεν των συνόρων με το Πακιστάν. Η Δύση πολεμά εναντίον της οργάνωσης Αλ Σαχάμπ στη Μογκαντίσου, αλλά εξοπλίζει έναν πρώην ηγέτη της, ο οποίος είναι σήμερα πρόεδρος της Σομαλίας. Την ίδια στιγμή, στηρίζει το Ανώτατο Ισλαμικό Συμβούλιο του Ιράκ, ένα κόμμα η ένοπλη δύναμη του οποίου εκπαιδεύεται και εξοπλίζεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης, στο Ιράν, αλλά δεν συνομιλεί με τον Μουκτάντα αλ Σαντρ.

Ο δυτικός κόσμος θα έπρεπε να αναγνωρίσει, στον μακρύ διπλωματικό πόλεμο με το Ιράν, ότι ο διάλογος, αν και βραχυπρόθεσμα μπορεί να φαίνεται ότι εξυπηρετεί τους ισλαμιστές εχθρούς, μακροπρόθεσμα εγγυάται την αποριζοσπαστικοποίηση του ισλαμικού παράγοντα. Το σχέδιο του Χομεϊνί για εξαγωγή της ισλαμικής επανάστασης στον κόσμο, στην πραγματικότητα δεν ξεκίνησε ποτέ να υλοποιείται. Τον τελευταίο μήνα, το Ιράν πήρε αυτό που κυνηγούσε χρόνια, μια μικρή θέση σε ένα πολύ μεγάλο τραπέζι, μια θέση που δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ουτε για χάρη της Ιερουσαλήμ. Δίνοντας στο Ιράν, τη Χαμάς και τους ομοίους τους ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, η Δύση μπορεί να είναι βέβαιη ότι θα κρατήσει τον φούρνο.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Διαβάστε περισσότερα...

Από την Κοινωνία των Εθνών στον ΟΗΕ


Της Εμμανουελας Δουση*

Ενενήντα χρόνια πέρασαν από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία λειτούργησε για ένα βραχύ διάστημα, μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Αντικαταστάθηκε, στη συνέχεια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών που αποτελεί, ώς ένα βαθμό, τη βελτιωμένη εκδοχή της.

Αναμφισβήτητα, η Κοινωνία των Εθνών υπήρξε για την εποχή της ένα πρωτοποριακό εγχείρημα. Οι ιδεολογικές βάσεις, όπως εκφράστηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, οξυδερκή διανοητή και εμπνευστή της ιδέας, ανευρίσκονται στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του δικαίου. Ενας οικουμενικός θεσμός που θα συγκέντρωνε δημοκρατικά κράτη, νικητές και ηττημένους του πολέμου, θα μπορούσε να διασφαλίσει τη διεθνή ειρήνη, παρέχοντας αμοιβαίες εγγυήσεις πολιτικής και εδαφικής ανεξαρτησίας στα μικρά και στα μεγάλα κράτη. Ο θεσμός αυτός θα έπρεπε να δώσει στην οργανωμένη διεθνή συνεργασία μια νέα υπόσταση, αντικαθιστώντας τη μυστική διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων με τη δημόσια, πολυμερή διπλωματία και την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό, η Κοινωνία των Εθνών θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Οι αρχικές προσδοκίες γρήγορα όμως διαψεύστηκαν. Οι αρχές που ενέπνευσαν την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών δεν είχαν ακόμη εμπεδωθεί. Δύο επιπλέον λόγοι συνέβαλαν στην αποτυχία του εγχειρήματος. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η Κοινωνία των Εθνών δεν απέκτησε ποτέ οικουμενικό χαρακτήρα. Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμπνεύστηκε τη δημιουργία της, οι ΗΠΑ δεν έγιναν τελικά μέλος της, καθώς η Γερουσία δεν έδωσε την αναγκαία συγκατάθεση. Η Σοβιετική Ενωση προσχώρησε αργοπορημένα, το 1934, για να αποβληθεί μερικά χρόνια αργότερα, μετά την εισβολή στη Φινλανδία. Η άνοδος ολοκληρωτικών καθεστώτων υπήρξε ένα άλλο μεγάλο πλήγμα, καθώς οι ηγέτες τους επέλεξαν την οδό της αποχώρησης από τον οργανισμό για να συνεχίσουν, χωρίς θεσμικούς περιορισμούς, την πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους. Αυτό έπραξαν η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Κοινωνία των Εθνών δεν εξελίχθηκε, όπως αναμενόταν, σ’ έναν πολιτικά ισχυρό θεσμό, ικανό να τιθασεύσει τα επιθετικά κράτη. Η επιλεκτική ενεργοποίηση του συστήματος συλλογικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την έλλειψη αποφασιστικότητας σε κρίσιμες στιγμές, υπονόμευσαν τη λειτουργία του συστήματος. Κατά την πρώτη δεκαετία του σύντομου βίου του, ο οργανισμός συνέβαλε στην επίλυση ορισμένων κρίσεων, οι οποίες αφορούσαν μεσαίας ή μικρής εμβέλειας κράτη. Η εμπλοκή και μόνο μιας μεγάλης δύναμης της εποχής σε διεθνή κρίση ήταν ικανή να αδρανοποιήσει το σύστημα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω με την κρίση που ταλάνισε την παγκόσμια οικονομία, καθ’ όλη τη διάρκεια της δύσκολης δεκαετίας του ’30.

Παρότι απέτυχε στον βασικό της σκοπό, τη διασφάλιση της ειρήνης, η Κοινωνία των Εθνών συνέβαλε καίρια στην οργάνωση και διευκόλυνση της τεχνικής συνεργασίας στον οικονομικό και τον κοινωνικό τομέα. Στις επιτυχίες του οργανισμού καταγράφεται, επίσης, η θεσμική οργάνωση της πολυμερούς διπλωματίας και της επίλυσης διαφορών. Πολλά από αυτά τα νεωτερικά στοιχεία διεθνούς οργάνωσης μεταλαμπαδεύτηκαν στον διάδοχο οργανισμό, τα Ηνωμένα Εθνη.

Σε αντίθεση με την Κοινωνία των Εθνών, τα Ηνωμένα Εθνη εμφανίζουν δύο κρίσιμα πλεονεκτήματα: αφενός έχουν οικουμενική εμβέλεια και, αφετέρου, ικανότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες. Ολα σχεδόν τα κράτη της γης είναι σήμερα μέλη τους, ενώ καμία αποχώρηση δεν έχει καταγραφεί (εξαιρουμένης της αποχής της Ινδονησίας από τις δραστηριότητες του Οργανισμού κατά την περίοδο 1965-1966). Ακόμη κι αν ένα κράτος έχει υποστεί έντονη κριτική, προτιμά να παραμείνει στον Οργανισμό, παρά να αποχωρήσει, όπως συχνά συνέβη στην Κοινωνία των Εθνών. Τα Ηνωμένα Εθνη είναι δε ιδιαίτερα δημοφιλή στα νεότευκτα κράτη.

Για τα μικρά και τα αδύναμα κράτη, τα Ηνωμένα Εθνη ενσαρκώνουν την ίδια τους την υπόσταση, τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στη διεθνή διπλωματία, να εκφράζουν τις θέσεις τους σ’ αυτό το παγκόσμιο forum. Μπορούν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στη διεθνή πολιτική, να ζητήσουν αρωγή για την ανάπτυξή τους, να στρέψουν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στα προβλήματα που τα απασχολούν. Τα Ηνωμένα Εθνη ενδιαφέρουν, όμως, και τις μεγάλες δυνάμεις. Είναι γι’ αυτές ένα πρόσφορο βήμα, ένας χώρος χρήσιμων διπλωματικών επαφών για να διαπραγματευθούν μεταξύ τους και να συγκεντρώσουν συμμάχους και φίλους. Με άλλα λόγια, τα Ηνωμένα Εθνη αποτελούν το σημείο επαφής όλων των κρατών του κόσμου, τον κατ’ εξοχήν μηχανισμό πολυμερούς διπλωματίας σε οικουμενική κλίμακα.

* Η κ. Εμμανουέλα Δούση είναι επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Διαβάστε περισσότερα...