Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Αμερικανικοί κολοσσοί οπλικών συστημάτων και ενέργειας παρέχουν στήριξη στην Άγκυρα


Η αρνητική εικόνα της Τουρκίας στο διεθνές στερέωμα έχει ωθήσει την Άγκυρα, εδώ και μερικές δεκαετίες, να εντείνει τις πολιτικές δραστηριότητές της στην πρωτεύουσα της παγκόσμιας υπερδύναμης, με απώτερο στόχο την απόκτηση σημαντικών ερεισμάτων. Οι τουρκικές προσπάθειες φαίνεται να αποδίδουν καρπούς, εάν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι η Τουρκία χαίρει της υποστήριξης ισχυρών αμερικανικών εταιρειών σε ολοένα και πιο σημαντικά ζητήματα.

Πρόσφατα δημοσιεύματα διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων αποκάλυψαν ότι αμερικανικοί κολοσσοί ανέπτυξαν δραστηριότητες λόμπι υπέρ των τουρκικών θέσεων. Η είδηση, που κατά πάσα πιθανότητα δεν προκαλεί καμία εντύπωση στον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τα θέματα άμυνας και διπλωματίας, αξίζει να καταγραφεί και να μη διαφύγει της προσοχής του ευρέος αναγνωστικού κοινού, καθώς η ταυτότητα των εταιρειών και η βαρύτητα των θεμάτων με τα οποία σχετίζεται η δραστηριότητά τους είναι εξαιρετικά σοβαρές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, έξι αμερικανικές εταιρείες κολοσσοί παρείχαν σημαντική πολιτική στήριξη στην Άγκυρα το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Το ποσό που ξόδεψαν οι εταιρείες αυτές για την άσκηση πίεσης στα αμερικανικά κέντρα εξουσίας για την προώθηση των θέσεών τους συνολικά ανέρχεται, βάσει των δημοσιευμάτων, στα 14 εκατ. δολάρια (Associated Press, 13/6/2009). Ωστόσο, το ακριβές ποσό που δαπανήθηκε ειδικά για την υποστήριξη του τουρκικού λόμπι δεν έγινε γνωστό.

Η ιδιαιτερότητα των εταιρειών αυτών είναι ότι δραστηριοποιούνται στους τομείς των οπλικών συστημάτων και της ενέργειας διεθνώς. Το γεγονός αυτό και μόνο ίσως είναι αρκετό για να κινήσει τις υποψίες του αναγνώστη για τη σοβαρότητα του ζητήματος. Η αποκάλυψη των επωνυμιών των βιομηχανικών κολοσσών, όμως, δίνει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα του πράγματος. Οι έξι εταιρείες, λοιπόν, είναι οι εξής: α) BAE Systems Inc., β) Goodrich Corp., γ) Northrop Grumman Corp., δ) Raytheon Corp., ε) United Technologies Corp. και στ) Chevron.

Στα θέματα όπου εξασκήθηκε πίεση εκ μέρους των εταιρειών συγκαταλέγονται γενικότερα τα ζητήματα που άπτονται των δαπανών του Πενταγώνου, της κλιματικής αλλαγής, της φορολογίας κ.λπ. Στο θέμα, όμως, της υποστήριξης του τουρκικού λόμπι το σκηνικό είναι διαφορετικό. Οι εταιρείες περιέπεσαν, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα, στο σοβαρό ολίσθημα της φανερής άσκησης πίεσης υπέρ της προώθησης των τουρκικών εθνικών ζητημάτων και ειδικότερα της τουρκικής ιστορικής θεώρησης, όπως φερ' ειπείν, στο ζήτημα της Αρμενικής Γενοκτονίας!

Οι σχέσεις της Τουρκίας με την αμερικανική οπλική βιομηχανία, βέβαια, δεν είναι καινούργιες. Η Άγκυρα επιδίωξε να αποκτήσει στενές επαφές με τον συγκεκριμένο κλάδο της αμερικανικής οικονομίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα λόμπι ικανό να εξουδετερώσει τα υπόλοιπα εθνικά λόμπι (το ελληνικό, το αρμενικό και το εβραϊκό), ούτως ώστε η χώρα να εξέλθει από τη δεινή διεθνή θέση που της είχε επιβληθεί μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974. Απ' ό,τι φαίνεται όμως και από το 28ο ετήσιο Συνέδριο Αμερικανοτουρκικών Σχέσεων, που διοργάνωσαν τα τουρκικά σωματεία και κέντρα μελετών στην Ουάσινγκτον στις αρχές του μήνα, η Άγκυρα τελικά έχει αναπτύξει υπέρ το δέον τις σχέσεις της αυτές. Εξάλλου, αρκεί κανείς να ενδιαφερθεί να μάθει την ταυτότητα των χορηγών του συνεδρίου, αν όχι και των μελών του Αμερικανοτουρκικού Συμβουλίου, υπεύθυνου για τη διοργάνωση του συνεδρίου. Θα διαπιστώσει, λοιπόν, ότι τα ονόματα της πλειοψηφίας των εν λόγω έξι εταιρειών -αλλά και άλλων σημαντικότερων- φαντάζουν σε περίοπτη θέση. Ας σημειωθεί ακόμη ότι όλες αυτές οι εταιρείες οπλικών συστημάτων που έτειναν «χείρα βοηθείας» στην Άγκυρα είτε προσδοκούν μερίδιο από το εξοπλιστικό πρόγραμμα δισεκατομμυρίων δολαρίων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων είτε τους έχει ήδη ανατεθεί πρόσφατα η υλοποίηση ενός απ' αυτά…

Το γεγονός ότι αμερικανικές εταιρείες όπλων και ενέργειας έχουν ταχθεί φανερά υπέρ των τουρκικών θέσεων και έχουν αναλωθεί σε δραστηριότητες λόμπι δίχως να τηρούν τα προσχήματα, είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Δίνει, όμως, το στίγμα της κατάστασης που επικρατεί στα κέντρα αποφάσεων στις υπερατλαντικές συμπολιτείες εν όψει των επερχόμενων κρίσιμων αναμετρήσεων στα εθνικά μας θέματα, όπως το Κυπριακό, το Αιγαίο και η Θράκη.

Κ. Βοσπορίτης, ο νεώτερος

Το Παρόν της Κυριακής - 28/6/2009

http://paratiritirio-tourkias.blogspot.com/2009/06/blog-post_29.html

Διαβάστε περισσότερα...

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ


Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Στάινμπεργκ στη σύνοδο του ΟΑΣΕ στην Κέρκυρα εξέφρασε την ιδιαίτερη ανησυχία του για την κλιμάκωση της έντασης στο Αιγαίο και πρότεινε ότι ο καλύτερος τρόπος για την επίλυση του προβλήματος είναι η «απευθείας διπλωματία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία».Ποια είναι όμως η διπλωματία που εφαρμόζει η Ελλάδα και πόσο αποτελεσματική είναι όταν η Τουρκία ζητά μόνο διάλογο για τις υπερπτήσεις των μαχητικών της στο Φαρμακονήσι και το Αγαθονήσι;O Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου στην συνάντηση του με την Ελληνίδα ΥΠΕΞ στο περιθώριο της συνόδου μιλώντας επίσης ωσάν η Ελλάδα να είναι υπεύθυνη για την ένταση στο Αιγαίο τόνισε ότι δεν πρέπει να κυριαρχούν στην καθημερινή ατζέντα αυτά τα θέματα. Δεν είναι δυνατόν να επιδεικνύουμε με καμάρι πόσο φιλικοί είμαστε απέναντι στη γείτονα χώρα όταν αυτή παραβιάζει καθημερινά τον εθνικό εναέριο χώρο μας. Οι τουρκικές αμφισβητήσεις στους Διεθνείς Οργανισμούς NATO ,EE IMO ICAO,EUROCONTROL ,COSPAS-SARSAT δείχνουν ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της Ελλάδας στους Διεθνείς Οργανισμούς ενώ αδυνατεί να συμβαδίσει με τις διεθνείς εξελίξεις επειδή της λείπει η Εθνική Στρατηγική. Με τον όρο «Εθνική Στρατηγική» εννοούμε την ύπαρξη συμφωνημένης και καταγεγραμμένης θέσης όλων των πολιτικών δυνάμεων επί των μεγάλων θεμάτων πολιτικής εθνικού επιπέδου προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων και της ασφαλείας της Ελλάδας. Αποκτάται με αυτή μία σταθερή γραμμή πλεύσης για την εκάστοτε κυβέρνηση, χωρίς να την εγκλωβίζει από πλευράς τακτικής και μεθόδων που θα ακολουθήσει παρά μόνο στο ότι δεν θα μπορεί να ξεφύγει από την προσυμφωνημένη τηρητέα θέση. Μία θέση, που θα οριοθετεί το κάθε μείζον εθνικό θέμα πέραν του οποίου ουδείς δικαιούται να προβαίνει σε διαπραγμάτευση, πολύ περισσότερο σε παραχώρηση. Η εθνική στρατηγική δεν ζητά να υποκαταστήσει την άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Αυτή είναι ένα συμφωνημένο γενικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί άνετα να κινείται η εξωτερική πολιτική, εφαρμόζουσα μεθόδους και τακτικές που κρίνει κατάλληλες και αποτελεσματικές για την επίτευξη των εθνικών στόχων, αυτών που η εθνική στρατηγική θα έχει προσδιορίσει. Η εξωτερική πολιτική βοηθάτε παρά εμποδίζεται από την ύπαρξη εθνικής στρατηγικής. Χρησιμοποιεί όλη την ποικιλία των μέσων της και ασφαλώς τη διπλωματία της, χωρίς περιορισμούς, προσπαθώντας βέβαια να μη ξεφύγει από τα γενικά πλαίσια της εθνικής στρατηγικής. Τέλος, ως προς το περιεχόμενο της εθνικής στρατηγικής μπορούν να διατυπωθούν πολλά όπως η ανάλυση πολιτική, γεωπολιτική και διεθνολογική του περιβάλλοντος χώρου εγγύτερου και ευρύτερου, οι προς επιδίωξη εθνικοί στόχοι για την υπεράσπιση των συμφερόντων και της ασφαλείας. Προσδιορίζονται επίσης και ιεραρχούνται οι κίνδυνοι κατά της ασφαλείας, της ακεραιότητας και της απρόσκοπτης πορείας της χώρας και καταγράφονται τα μέσα και οι προσφορότεροι τρόποι αντιμετώπισής τους. Εντοπίζονται οι αδυναμίες αλλά και οι δυνατότητές και υποδεικνύονται τρόποι εξάλειψης των πρώτων και εκμετάλλευσης των δεύτερων για την υπηρέτηση των εθνικών στόχων. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριληφθεί στην Εθνική Στρατηγική είναι η καταγραφή του στίγματος της Ελλάδας μέσα στην πορεία της ανθρωπότητας και η θέλησή της να επιβιώσει και να συνεχίσει να διαδραματίζει θετικό ρόλο μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.

 

Χρήστος. Κουτσογιαννόπουλος

Ταξίαρχος(εα)

Πρώην Δντής Διεθνών Σχέσεων ΥΠΕΘΑ Διαβάστε περισσότερα...


 ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ «Ο ΛΟΓΟΣ»
(101,1 και 101, 6 FM STEREO)
Τηλ. 22477965


ΕΚΠΟΜΠΗ «ΑΝΟΙΚΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»

Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 17:00 – 18:00


Συζήτηση

Παρουσίαση του τόμου των πρακτικών της ημερίδας

Εκπαιδευτική «Μεταρρύθμιση» και Εθνική Αλλοτρίωση  



Καλεσμένοι

Χάρης Φεραίος
Πρόεδρος Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων

Κρίνος Μακρίδης 
Γενικός Οργανωτικός της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων



Συντονίζει: Χρήστος Ιακώβου





Διαβάστε περισσότερα...

Σταμάτησαν οι πωλήσεις ακινήτων στα κατεχόμενα


Milliyet 
(29/6/2009)



Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [ΔΕΚ], η οποία καταδίκασε το ζεύγος Όραμς λόγω του ότι έχτισε κατοικία σε ε/κ οικόπεδο, έπληξε και την Κτηματαγορά της “ΤΔΒΚ”. Περίπου 15.000 κατοικίες σε όλη τη “χώρα” έμειναν αδιάθετες.  

Εκπρόσωποι του τομέα απηύθυναν έκκληση στην Τουρκία, ζητώντας να εγγυηθεί τους τίτλους ιδιοκτησίας που πουλήθηκαν στους ξένους. Στην “ΤΔΒΚ” πάρα πολλές κατοικίες έχουν οικοδομηθεί πάνω σε οικόπεδα, τα οποία πριν το 1974 ανήκαν σε Ε/κ. Οι ξένοι, πάλι, αγοράζοντας ακίνητα ζητούν παράλληλα και εγγύηση «για τους τίτλους ιδιοκτησίας τους οποίους εκχωρεί η ΤΔΒΚ».

Ο εκπρόσωπος του κλάδου, Σουνγκούρ, ανέφερε: «Εάν η Τουρκία και η κυβέρνηση της ΤΔΒΚ στείλουν το κατάλληλο μήνυμα για τους τίτλους ιδιοκτησίας, τότε θα μπορέσει να επιλυθεί το πρόβλημα. Δεν λέμε να στείλει το μήνυμα ο Π/Θ Ερντογάν. Εμάς, μας αρκεί μια ανακοίνωση εκ μέρους ενός αρμοδίου της Τουρκίας ή του πρέσβη της Τουρκίας στη Λευκωσία». 

Ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε: «Στις πωλήσεις διαδραμάτιζε ρόλο και η επιρροή της Τουρκίας και του τουρκικού στρατού. Όταν πουλούσαμε τις κατοικίες αυτές, τους δίναμε και την εγγύηση ότι η Τουρκία είναι εδώ, ο τουρκικός στρατός είναι εδώ. Όμως, τον τελευταίο καιρό έχει δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η Τουρκία δεν βρίσκεται στο πλευρό της ΤΔΒΚ. Αυτό είναι κάτι πολύ κακό. Εμείς δίνουμε μεγάλη σημασία στην ύπαρξη της Τουρκίας και των ΤΕΔ». Ανέφερε, επίσης, ότι ενώ οι τιμές των κατοικιών “τουρκικής” ιδιοκτησίας έχουν ανέβει στα ύψη, αντίθετα δεν μπορούν να βρεθούν αγοραστές για τις κατοικίες που διαθέτουν ε/κ τίτλους ιδιοκτησίας.

Ο Πρόεδρος της Ένωσης Κατασκευαστών της “ΤΔΒΚ”, Σονέρ Γετκιλί, αναφερόμενος στην προσφυγή Όραμς επεσήμανε ότι οι πωλήσεις προς την Αγγλία έφτασαν σε σημείο στασιμότητας και ότι πρέπει να δημιουργηθούν άλλες εναλλακτικές λύσεις με χώρες εκτός Ε.Ε., σημειώνοντας ότι πρέπει να γίνει στροφή του κτηματομεσιτικού τομέα προς τις χώρες της Μ. Ανατολής. Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Η κληρονομιά του απαρτχάιντ επιβιώνει ακόμη στη Ν. Αφρική


Le Monde Diplomatique

Του Achille Mbembe
Καθηγητή Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Witwatersrand στο Γιοχάνεσμπουργκ

«Μια κυβέρνηση για όλους τους Αφρικανούς», ήταν η υπόσχεση που έδωσε ο πρόεδρος Τζέικομπ Ζούμα, μετά την εκλογική νίκη του στις 22 Απριλίου 2009. Προσωπικότητα εξίσου αινιγματική και χαρισματική, αυτός που θα διοικεί στο εξής την πρώτη οικονομική δύναμη της μαύρης ηπείρου θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κοινωνία διαβρωμένη από τις ανισότητες και την εγκληματικότητα. Θα κληθεί επίσης να αντιμετωπίσει την κρίση που ταλανίζει το κόμμα του, το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (AΕΚ), το οποίο υπονομεύεται από εσωτερικές εντάσεις.

Στις 6 Μαΐου 2009, η Νότιος Αφρική επέλεξε ως επικεφαλής τον πιο πανούργο και πιο αινιγματικό πολιτικό της χώρας. Περιπετειώδης προσωπικότητα, λαϊκός ήρωας και μυθιστορηματική φιγούρα, ο νέος πρόεδρος της πρώτης οικονομικής δύναμης των χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, ο Τζέικομπ Ζούμα, γεννά έντονα πάθη από τότε που τον καθαίρεσε από τη θέση του αντιπροέδρου, ο αρχηγός του κράτους Τάμπο Μπέκι, το 2005. Μεταξύ άλλων, κατηγορήθηκε από την πρώτη εκλεγμένη δημοκρατική κυβέρνηση, το 1994, για διαφθορά στην αμφιλεγόμενη αγορά εξοπλισμών.
Με τη μαχητική υπεράσπιση των καλύτερων Νοτιοαφρικανών δικηγόρων, ο Ζούμα χρησιμοποίησε με επιτυχία όλα τα νόμιμα και μη (2) μέσα προκειμένου να μην απαντήσει ποτέ για όλα όσα κατηγορούνταν ενώπιον των δικαστηρίων. Επικεφαλής του λεγόμενου κινήματος «της ηθικής αναγέννησης», σε ένα από τα πιο εκτεθειμένα στην πανδημία του AIDS κράτη, αθωώθηκε, αργότερα, σε μια σκοτεινή υπόθεση βιασμού μιας νεαρής κοπέλας. 

Οι καταβολές του Ζούμα
Παιδί μιας φτωχής και συντηρητικής οικογένειας του Κουαζουλού-Νατάλ, ο Ζούμα εγκατέλειψε πολύ νωρίς τις σπουδές του για να εμπλακεί στον απελευθερωτικό αγώνα. Όπως και τα περισσότερα στελέχη του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ΑΕΚ) της γενιάς του, πέρασε πολλά χρόνια στις φυλακές στη νήσο Ρόμπεν, ανοιχτά του Ακρωτηρίου. Αφού απελευθερώθηκε, επαναδραστηριοποιήθηκε, στην εξορία, σε ένα παράνομο κίνημα. Άνδρας ελάχιστα καλλιεργημένος αλλά πονηρός και πραγματιστής, σκαρφαλώνει ταχύτατα τις βαθμίδες του κόμματος, καθώς ασχολείται, λίγο πριν την πτώση του απαρτχάιντ, με το δίκτυο πληροφοριών.

Η ανέλιξή του στην εξουσία είναι μία από τις πιο περίπλοκες στη σύγχρονη ιστορία της Νοτίου Αφρικής. Είναι το αποτέλεσμα σκληρών αγώνων στο εσωτερικό του ΑΕΚ: η υποψηφιότητά του για την προεδρία προκάλεσε, το Δεκέμβριο του 2008, τη ρήξη του κόμματος και τη δημιουργία του Κογκρέσου του λαού (COPE), με επικεφαλής πρώην σημαντικούς αποστάτες της κυβέρνησης Μπέκι (3). Στη διαμάχη που φέρνει αντιμέτωπους τους οπαδούς του Ζούμα με αυτούς του Μπέκι, κάθε πλευρά κατηγορεί την άλλη ότι χρησιμοποιεί τις μυστικές υπηρεσίες και τα όργανα ασφαλείας του κράτους για ιδιωτικούς σκοπούς. Από τις συγκρούσεις αυτές, σχεδόν κανένας δημόσιος θεσμός δεν βγήκε ηθικά αλώβητος. Και η Νότιος Αφρική χάνει τον ιδεαλισμό που σημάδεψε τα δέκα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής περιόδου.

Πέρα από τον επίμονο χαρακτήρα του, πολλοί παράγοντες εξηγούν από τη μία τη στροφή στο πρόσωπό του, ενός μέρους των μαύρων, που αρχικά ήταν συγκρατημένοι, και από την άλλη την εκλογή του από τη Βουλή (4), παρά τα κραυγαλέα κενά και τις αδυναμίες του, που σε άλλη περίπτωση θα είχαν αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο. Σε μια κοινωνία που δίνει προνομιούχα θέση στα θύματα της ιστορίας, τα αναγάγει σε μάρτυρες και με κάθε ευκαιρία κηρύσσει την άφεση των αμαρτιών, τη συγχώρεση και τη συμφιλίωση, ο Ζούμα κατάφερε και φόρεσε τα ρούχα του φτωχού και καθημερινού ανθρώπου που καταδιώκεται από μια κακή και απόμακρη εξουσία, έπειτα σταυρώνεται από μια εγκληματική δικαιοσύνη σύμφωνα με τις διαταγές ενός κακού πρίγκιπα, ο οποίος παρουσιαζόταν με τα χαρακτηριστικά του προέδρου Μπέκι.


Ο «λούμπεν-ριζοσπαστισμός» επανέρχεται
Αφού μετέστρεψε σε πλεονεκτήματά του τους κακούς χειρισμούς του κυριότερου αντιπάλου του, συνέβαλε στην περαιτέρω απομόνωσή του, ασπαζόμενος, για τις ανάγκες του σκοπού, την παλιά κουλτούρα του «λούμπεν-ριζοσπαστισμού», που είναι τόσο χαρακτηριστική στην ιστορία των αγώνων και των λαϊκών οργανώσεων στη Νότιο Αφρική. Συγχρόνως, παρουσιάστηκε ως ο υπερασπιστής των εγκαταλελειμμένων στη μοίρα τους, θύματα της ανάπτυξης χωρίς τη δημιουργία θέσεων εργασίας της περιόδου διακυβέρνησης του Μπέκι, καθώς και ως εκείνος που θα έθετε ξανά σε τροχιά την επανάσταση και θα φρόντιζε ώστε τα κέρδη να μοιραστούν σε όλους.

Πράγματι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας του θητείας, η δημοτικότητα του Μπέκι στις τάξεις των φτωχών και περιθωριοποιημένων έφθινε διαρκώς. Η απειρία της κυβέρνησης απέναντι στις δύο μάστιγες που πλήττουν σοβαρότατα τις πιθανότητες επιβίωσης των φτωχών στρωμάτων –την εγκληματικότητα και το AIDS– δεν συνέβαλε μόνο στην όξυνση του χάσματος ανάμεσα στη γραφειοκρατία και το λαό. Άνοιξε και το δρόμο σε μια ολέθρια αμφισβήτηση του κράτους δικαίου, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των φτωχών θεωρούν εαυτούς «προδομένους» από την ίδια τη δημοκρατία.

Από την άλλη, προκειμένου να πάρει τα ηνία του κόμματος και να αποκτήσει πρόσβαση στο ύψιστο αξίωμα, ο Ζούμα επωφελήθηκε από τη στήριξη ενός ετερόκλιτου συνασπισμού συνδικαλιστών και κομμουνιστών –που αντιτίθονταν στην νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του Μπέκι στα μέσα της δεκαετίας το ’90– και νατιβιστών (5). Ο Ζούμα μπόρεσε επίσης να ενώσει σε συμμαχία τις οργανώσεις νεολαίας του ΑΕΚ και του κομμουνιστικού κόμματος, που σταδιακά μετατράπηκαν σε πολιτοφυλακή με καθήκοντα τον εκφοβισμό των πολιτών και την επίθεση στη νομιμότητα των δικαστικών, κυρίως, θεσμών. Ξαναέφεραν στη μόδα μέρος της ρητορικής που ίσχυε την εποχή του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ, φορώντας την ετικέτα των αντεπαναστατών σε όλους εκείνους που τολμούσαν να αμφισβητήσουν τα ηθικά προσόντα του Ζούμα.
Επίσης, αποκατέστησαν τη γλώσσα της συνομωσίας και της προδοσίας, χωρίς να διστάσουν να διακηρύσσουν την πρόθεσή τους να «σκοτώνουν» ή να «εξοντώνουν» τους εχθρούς μιας επανάστασης που κοπιάζει όλο και περισσότερο να κρύψει τη μικροαστική εθνικιστική παρέκκλισή της – την ίδια που ο Φραντς Φανόν (6) πίστεψε ότι εντόπισε στα περισσότερα αφρικανικά αντιαποικιακά κινήματα από τη στιγμή που έρχονται στην εξουσία και αντικαθιστούν τους λευκούς αρχηγούς του χθες.

Σ’ αυτές τις οργανωμένες δυνάμεις προστέθηκε ένα πλήθος τυχοδιωκτών, στυγνών επιχειρηματιών και πολιτικάντηδων που αναζητούσαν προσόδους και επεδίωκαν το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος. Πολλοί από αυτούς κατηγορήθηκαν για διαφθορά, απάτη και κατάχρηση. Οι περισσότεροι επιδιώκουν κυρίως να εισχωρήσουν σε δίκτυα επιρροής και κυκλώματα ιδιωτικού πλουτισμού που άνοιξαν οι λεγόμενες πολιτικές «θετικής διάκρισης» (Black Economic Empowerment) (7).


Πλήρης η κυριαρχία του ΑΕΚ
Ακόμη κι αν το ΑΕΚ έχει υπαναχωρήσει ελαφρώς σε σχέση με τα αποτελέσματα των 
εκλογών του 2004, τα ποσοστά που πέτυχε ο Ζούμα στις εκλογές Απριλίου-Μαΐου επιβεβαιώνουν την κυριαρχία του κόμματος στην πολιτική σκακιέρα. Τα επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα, οι χρόνιες καταχρήσεις χρημάτων, η περιβόητη ανικανότητα και η έρπουσα διαφθορά δεν στάθηκαν ικανά να αποτρέψουν τη στήριξη των φτωχών και μαύρων πληθυσμών των αγροτικών περιοχών, των παραγκουπόλεων και των προσωρινών στρατοπέδων που περικυκλώνουν πια τις αστικές μητροπόλεις.
Άλλωστε, στη διάρκεια των δεκαπέντε τελευταίων ετών, κατασκευάστηκαν εκατομμύρια κατοικίες. Σχεδόν είκοσι δύο εκατομμύρια άτομα επωφελούνται είτε άμεσα είτε έμμεσα από διάφορα κοινωνικά προγράμματα για τους άπορους. Η πρόσβαση στο πόσιμο νερό αποτελεί πραγματικότητα για τους περισσότερους. Για το πλήθος αυτό των φτωχών, το ΑΕΚ παραμένει η μοναδική ελπίδα για να βγουν από τη μιζέρια.

Η μαζική ανεργία, ωστόσο, ενδημεί. Επισήμως πλήττει το 34% του ενεργού πληθυσμού. Πράγματι, η οικονομία έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που, ελλείψει κατάλληλης κατάρτισης, εκατομμύρια άνθρωποι είναι εκτός αγοράς εργασίας. Τα επίπεδα ανισότητας μεταξύ των φτωχών (κατά πλειοψηφία μαύρων) και των πλουσίων είναι τα υψηλότερα στον κόσμο. Το 60% του πληθυσμού –κατά κύριο λόγο μαύροι και με ελάχιστη μόρφωση– κερδίζει λιγότερα από 42.000 ραντ (5.000 ευρώ) ετησίως, ενώ μόλις το 2,2% εισπράττει ετήσιο εισόδημα άνω των 360.000 ραντ (37.000 ευρώ) και ζει σύμφωνα με το δυτικό μοντέλο.

Κάθε χρόνο, ο συνολικός αριθμός των νεκρών, θύματα τροχαίων, κάθε είδους εγκλημάτων, του AIDS και της φυματίωσης ανέρχεται σε περισσότερο από εκατό χιλιάδες. Η εγκληματικότητα είναι τόσο έντονα παρούσα στην καθημερινή ζωή που ο οποιοσδήποτε μπορεί να χάσει τη ζωή του οποτεδήποτε , οπουδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Πολλές χιλιάδες γυναίκες και νέες κοπέλες πέφτουν, κάθε χρόνο, θύματα βιασμών.


Βίαιη και κατακερματισμένη κοινωνία
Λόγω των ένοπλων ληστειών, των βιασμών και των διαφόρων εγκλημάτων, ένα κομμάτι του πληθυσμού είναι υπερβολικά οπλισμένο (ακόμα και οι φτωχοί) ή, αν έχει την πολυτέλεια, φρουρείται σε προστατευμένους αστικούς θύλακες (8). Προς το παρόν, η χαώδης αυτή κατάσταση δεν έχει πολιτικοποιηθεί. Συμβάλλει, ωστόσο, στη σχετική γενίκευση της κουλτούρας της βίας και της απατεωνιάς.

Από το 1994 έως το 2009, η διαστρωμάτωση της μαύρης κοινότητας περιπλέχθηκε. Η εμφάνιση ενός μεσαίου στρώματος και στη συνέχεια μιας μικρής αστικής τάξης, αποτελεί μείζον κοινωνικό γεγονός των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Η μαύρη αστική τάξη, που προέρχεται από τις πολιτικές θετικής διάκρισης, αποδεικνύεται, για ένα διόλου αμελητέο κομμάτι της, παρασιτική.

Χάρη στα διάφορα εργοτάξια που άνοιξε η κυβέρνηση και στους μηχανισμούς προώθησης των μαύρων, σχηματίζεται ένας ιστός μαύρων επιχειρήσεων. Το σύστημα μειοδοτικών διαγωνισμών επιτρέπει επίσης στο ΑΕΚ να χρηματοδοτήσει τη δημιουργία πελατειακών δικτύων, λαδώνοντας στο πέρασμά του τη μηχανή της διαφθοράς που, κατά ειρωνικό τρόπο, υπερσκελίζει τους φυλετικούς διαχωρισμούς. Οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί δεν φέρνουν πια αντιμέτωπους μόνο τους Μαύρους με τους Λευκούς. Το κοινωνικό χάσμα περνά από την ίδια την καρδιά των ομάδων που ήταν θύματα του απαρτχάιντ, καθώς οι ταξικοί παράγοντες υπερσκελίζουν πλέον τους φυλετικούς διαχωρισμούς του παρελθόντος. 

Στις συνθήκες αυτές, η στρατηγική του ΑΕΚ έγκειται στην πάση θυσία διατήρηση του μονοπωλίου της ηθικής κυριαρχίας που ασκείται για καιρό στην πλειοψηφία. Επειδή δεν κατάφερε να εξαλείψει τη φτώχεια και την ανεργία βραχυπρόθεσμα, από το 1994, το κυβερνών κόμμα επιχειρεί να γενικεύσει τα προγράμματα βοήθειας στους πιο ευάλωτους. Επιδιώκει, επίσης, να εδραιώσει πελατειακές σχέσης με τη νέα αστική τάξη των μαύρων.

Η συνεχιζόμενη μιζέρια, η όξυνση των ανισοτήτων και η μονιμότητα του φυλετικού ζητήματος αποτελούν, ωστόσο, δυνητικές απειλές στην κυριαρχία αυτή, η ταξική φύση της οποίας είναι όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί. Προκειμένου να αποφύγει την πιθανότητα να αποτελέσει σταθερά μιας ενδεχόμενης αντιπολίτευσης, η άρχουσα τάξη ιδιοποιείται εκ των προτέρων τη συγκεκριμένη θεματική. Την χρησιμοποιεί η ίδια προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνοχή της βάσης του ΑΕΚ, να εξουδετερώσει την κριτική και να αποποιηθεί της υποχρέωσης να λογοδοτήσει. Η συγκεκριμένη στρατηγική επιτρέπει στο κόμμα να συνδυάσει τις διαχειριστικές λειτουργίες (χωρίς ευθύνη όμως) με τις ρητορικές λειτουργίες. Η εξουσία, έκτοτε, προσδοκά να γίνει δική της η αντιπολίτευση.


Νέες πολιτικές τάσεις 
Χρήσιμη την περίοδο του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ, η παράδοση του «λούμπεν-ριζοσπαστισμού» αναδύθηκε στα πλαίσια της ανόδου του Ζούμα στην εξουσία, και στο πλαίσιο της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας. Το ίδιο ισχύει και για τη ρητορική της επαναστατικής βίας, για τους προδότες και τους άλλους ταξικούς εχθρούς. Την παράδοση αυτή έχει αναλάβει πλέον η κυριότερη συνδικαλιστική οργάνωση, το Κογκρέσο των Νοτιοαφρικανικών Συνδικάτων (KNΣ, Congress of South African Trade Unions, Cosatu), η Λίγκα της νεολαίας του ΑΕΚ και το Κομμουνιστικό κόμμα. Στόχοι τους δεν είναι μόνο τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και ορισμένοι κλάδοι της συνταγματικής εξουσίας, όπως για παράδειγμα οι δικαστικοί θεσμοί.

Επίσης, στόχο αποτελούν και διάφορες ανεξάρτητες προσωπικότητες που θέτουν υπό αμφισβήτηση τα ηθικά προσόντα του Ζούμα (όπως ο αρχιεπίσκοπος Ντεσμόντ Τουτού, ο πρόεδρος του πανεπιστημίου της Νοτίου Αφρικής Μπάρνε Πιτιάνα και ο καρικατουρίστας Τζόναθαν Σαπίρο), καθώς επίσης και διάφορες οργανώσεις και τα μέσα ενημέρωσης. 

Οι τελευταίες εκλογές φέρνουν επιτέλους στην επιφάνεια τρεις τάσεις που πιθανόν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο μέλλον του νοτιοαφρικανικού πειράματος. Η πρώτη είναι η εγκατάλειψη του ΑΕΚ από το προοδευτικό κομμάτι του λευκού πληθυσμού –το κομμάτι εκείνο που είχε υπερπηδήσει τις φυλετικές προκαταλήψεις και είχε ψηφίσει υπέρ της μαύρης πλειονότητας. Κατά δεύτερον, η διάσπαση των μικρών τοπικών κομμάτων και η πόλωση του εκλογικού σώματος γύρω από δύο ομάδες σχετικά διακριτές και με φυλετικά χαρακτηριστικά: από τη μία, η μαύρη πλειονότητα, η βάση της οποίας αποτελείται κυρίως από τους φτωχούς, ενώ από την άλλη μια συμμαχία μειονοτήτων λευκών, μιγάδων και ινδών σχετικά εύπορων.

Κι εδώ προστίθεται η σταδιακή διάσπαση της χώρας. Παρατηρείται μια νέα φάση εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, με συνέπεια την εδαφική αναδιανομή του λευκού πληθυσμού και την εμφάνιση ανισορροπιών μεταξύ των παραλιακών ζωνών (η «νέα χώρα» των Λευκών) και του εσωτερικού (η «χώρα των Μαύρων»). Στις πόλεις που κατακλύζονται από την αυξανόμενη μάζα των φτωχών Μαύρων (εκ των οποίων ορισμένοι έρχονται από γειτονικές χώρες) αντιτίθενται δύο μορφές λευκής μετανάστευσης. Αρχικά, σχετίζεται με την αναδίπλωση στις ακτές και κυρίως στην επαρχία του Δυτικού Ακρωτηρίου, κι έπειτα με τη μετανάστευση με κατεύθυνση την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ιρλανδία και τον Καναδά.

Αναδιπλώνονται οι Λευκοί
Η αναδίπλωση των Λευκών στις ακτές και η πολιτική τους συμμαχία με τους μιγάδες επέτρεψαν στη Δημοκρατική Συμμαχία (απομεινάρι των παλιών ρατσιστικών και νεοφιλελεύθερων κομμάτων των λευκών) να κερδίσουν την επαρχία του Ακρωτηρίου στις τελευταίες εκλογές, κάνοντάς την τη μοναδική στη χώρα που ξεφεύγει από την πρωτοκαθεδρία του ΑΕΚ.

Αντί, όμως, η επαρχία να αποτελέσει εργαστήριο μεταφυλετικής δημοκρατίας και χώρος όπου θα δοκιμαστεί μια ενδεχόμενη εναλλαγή, όλα δείχνουν ότι η Δημοκρατική Συμμαχία και η αρχηγός της, Έλεν Ζιλ, επιδιώκουν να κάνουν την επαρχία του Ακρωτηρίου την τελευταία λευκή αποικία στην ήπειρο. Δεν στοχεύουν να στερήσουν από τους Μαύρους την πολιτική τους υπόσταση, αλλά επιχειρούν, πίσω από τα κουρέλια του νεοφιλελευθερισμού και της υπεράσπισης της τεχνοκρατικής λογικής, μια εκδοχή αποικιακού ρεφορμισμού που το καθεστώς του απαρτχάιντ, υπό το βάρος των προκαταλήψεων, δεν κατόρθωσε να φτάσει μέχρι το τέλος.

Πολλές οι προκλήσεις για τον Ζούμα
Ο πρόεδρος Ζούμα κληρονομεί μια εύθραυστη χώρα. Το διεθνές πλαίσιο δεν δίνει περιθώρια για βαθιές αλλαγές της πολιτικής οικονομίας, οι οποίες είναι ωστόσο αναγκαίες για την αντιμετώπιση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αποκτήσουν προσόντα οι πολίτες που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας και που τροφοδοτούν τις ουρές των περιθωριοποιημένων.

Περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, η έκρηξη της εγκληματικότητας –γίνεται λόγος για έρπουσα εγκληματικοποίηση της κοινωνικής τάξης–, η οποία έρχεται να προστεθεί στην υπέρμετρη διαφθορά, αντιπροσωπεύει την πιο άμεση απειλή ενάντια στη συνταγματική πολιτική τάξη. Το γεγονός ότι η δημοκρατική μετάβαση έχει βαλτώσει, το μόνο που θα πετύχει είναι να οξύνει την απειλή. Από το 1994, το πολιτικό σύστημα δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο βαθιάς «αποφυλετικοποίησης». Αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει καμία προοπτική εναλλαγής. Αν και διχασμένο από εσωτερικούς διαμάχες, το ΑΕΚ είναι ντε φάκτο ηγεμονικό κόμμα. Σταδιακά, τα αντικειμενικά συμφέροντα της νέας άρχουσας τάξης και των μεσαίων μαύρων τάξεων διαφοροποιούνται από αυτά των υποδεέστερων τάξεων –δεξαμενή στη διάθεση των δημαγωγικών δυνάμεων που γοητεύονται από τη φαντασίωση του «ισχυρού άνδρα».

Η ηγεμονία του ΑΕΚ στην πολιτική και θεσμική ζωή, και μάλιστα η σύγχυση που δημιουργείται ανάμεσα στο κόμμα και το κράτος, αντί να αποτελούν πηγή σταθερότητας, συνιστούν, αντίθετα, ενδεχόμενη απειλή για τη δημοκρατία και το μέλλον του κράτους δικαίου. Το ζητούμενο είναι μια υγιέστερη ισορροπία ανάμεσα στην εξουσία και της αντιπολίτευσης. Η εξισορρόπηση αυτή θα είναι δυνατή μόνο αν η αντιπολίτευση βάλει τέλος στην πολυδιάσπασή της. Έτσι, θα ανοίξει ο δρόμος για την ανασύνθεσή της γύρω από ένα κόμμα το οποίο, προκειμένου να επιταχύνει την εναλλαγή, θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικά ένας πολυεθνικός και πολυφυλετικός συνασπισμός. Κι όμως, μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να δρομολογηθεί χωρίς βαθιές πολιτισμικές αλλαγές καθώς και αλλαγές στο «φυλετικό» ήθος που εμποτίζει ακόμα την πολιτική ζωή της χώρας, και όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς.

Απαιτεί, επίσης, μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου, με απευθείας εκλογή του αρχηγού κράτους από το λαό καθώς και εκλογή των βουλευτών σε οριοθετημένες περιοχές ενώπιον των οποίων στο εξής θα είναι υπόλογοι. Απουσία τέτοιων αλλαγών, η Νότιος Αφρική κινδυνεύει να μη σημειώσει καμία πρόοδο προς το ιδανικό μιας μεταφυλετικής δημοκρατίας.


Υποσημειώσεις 

1. Η υπόθεση ενέπλεκε το γαλλικό όμιλο Thales.
2. Τον Ιούλιο του 2008, ο Ζβελινζίμα Βαβί, επικεφαλής του Κογκρέσου των νοτιοαφρικανικών συνδικάτων (Cosatu), ο Τζούλιους Μαλέμα, πρόεδρος της Λίγκας της νεολαίας του κόμματος, ο Μπουτί Μαναμέλα, Γενικός Γραμματέας της Κομμουνιστικής νεολαίας, και οι κυριότεροι εκπρόσωποι της Οργάνωσης των βετεράνων του ένοπλου αγώνα δηλώνουν «έτοιμοι να σκοτώσουν γι’ αυτόν και να πεθάνουν».
3. Το COPE κέρδισε λίγο περισσότερο από 1.300.000 ψήφους (7,42% των ψηφισάντων) και τριάντα έδρες στις γενικές εκλογές της 22ης Απριλίου 2009.
4. Στη Νότιο Αφρική, ο πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή. Η νίκη του ΑΕΚ (65,9% των ψήφων) στις βουλευτικές εκλογές έδωσε τη δυνατότητα στον Ζούμα να γίνει αρχηγός κράτους με διακόσιες εβδομήντα επτά ψήφους έναντι σαράντα τεσσάρων.
5. Ο νατιβισμός είναι μια ιδεολογία που εξυμνεί τη διαφορά και τη διαφορετικότητα και που αγωνίζεται για τη διαφύλαξη των εθίμων και των ταυτοτήτων που θεωρούνται απειλούμενα. Σύμφωνα με τη νατιβιστική λογική, οι ταυτότητες και οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονται στη βάση μιας διάκρισης ανάμεσα σε αυτούς που είναι από εδώ» (τους αυτόχθονες) και «εκείνους που ήρθαν από αλλού» (τους αλλόχθονες). Οι νατιβιστές ξεχνούν ότι, στα στερεότυπά τους, τα έθιμα και οι παραδόσεις τα οποία επικαλούνται, συχνά αποτελούν εφευρέσεις όχι των ίδιων των αυτοχθόνων, αλλά των ιεραποστόλων και των αποίκων.
6. Frantz Fanon (1925-1961). Επαναστάτης, ψυχίατρος και φιλόσοφος από τη Μαρτινίκα. Ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς της αποαποικιοποίησης και της ψυχοπαθολογίας της αποικιοκρατίας. 
7. Βλ. Jonathan Rossow, «"Ισότιμη πρόσληψη" για τους Νοτιοαφρικανούς», Le Monde Diplomatique, Μάιος 2007.
8. Βλ. Philippe Rivière, «Ο
9. Όταν οι Νοτιοαφρικανοί ζητούν μια στέγη», «Le Monde Diplomatique», Απρίλιος 2008. Διαβάστε περισσότερα...

Κατασκοπεύοντας για την Κούβα


Της Ginger Thompson 
The New York Times


Η Γκουεντολίν είχε ήδη χωρίσει δύο φορές όταν γνώρισε τον Κένταλ Μάιερς, δισέγγονο του εφευρέτη του τηλεφώνου Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ και αναλυτή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το ερωτευμένο ζευγάρι μετακόμισε στη Νότια Ντακότα, όπου υιοθέτησαν χίπικο τρόπο ζωής, καλλιεργώντας μαριχουάνα στο υπόγειο του σπιτιού τους. Συμμετείχαν σε πορείες υπέρ της άμβλωσης, της ηλιακής ενέργειας και κατά της εμπλοκής των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Όταν ένιωσαν ότι οι αχανείς εκτάσεις των Δυτικών ΗΠΑ έπαψαν να τους συγκινούν, επέστρεψαν στην Ουάσιγκτον, το φθινόπωρο του 1980 και επανασυνδέθηκαν με την αστική τάξη της πρωτεύουσας, την οποία είχαν παλιότερα απορρίψει. Η ομοσπονδιακή εισαγγελία της Ουάσιγκτον, όμως, υποστηρίζει σήμερα στο κατηγορητήριό της κατά των Μάιερς, ότι η πραγματική αιτία της επανόδου του ζεύγους στην Ουάσιγκτον ήταν η πρόθεσή τους να κατασκοπεύσουν για λογαριασμό του καθεστώτος της Κούβας. Ο 72χρονος σήμερα κ. Μάιερς φέρεται να αξιοποίησε τη διαβάθμιση ασφαλείας του για να αφαιρέσει απόρρητα έγγραφα από το υπουργείο Εξωτερικών για τρεις σχεδόν δεκαετίες. Η 71χρονη σήμερα σύζυγός του, που εργαζόταν ως ταμίας σε τράπεζα της Ουάσιγκτον, αναλάμβανε την παράδοση των εγγράφων στα χέρια Κουβανών πρακτόρων. Το ζευγάρι, που συνελήφθη στις αρχές του μήνα και κρατείται, δεν πρόκειται να αποφυλακισθεί με περιοριστικούς όρους, όπως αποφάσισε την περασμένη εβδομάδα το ομοσπονδιακό δικαστήριο, που εκτιμά ότι οι Μάιερς μπορεί να χρησιμοποιήσουν το μικρό τους ιστιοπλοϊκό σκάφος για να εγκαταλείψουν τις ΗΠΑ για την Κούβα.

Στο κατηγορητήριο 40 σελίδων, το FBI περιγράφει πώς οι Μάιερς αξιοποίησαν σειρά πρωτότυπων κατασκοπευτικών μεθόδων για να διοχετεύσουν τις πληροφορίες τους, όπως με τη βοήθεια κρυμμένου ασυρμάτου ή χάρη σε ταξίδια σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου είχαν συναντήσεις με Κουβανούς πράκτορες.

Το χρήμα, όμως, ουδέποτε υπήρξε το κίνητρο των Μάιερς για τις προδοτικές τους δραστηριότητες, καθώς οι δύο ηλικιωμένοι κατάσκοποι έλαβαν μόνο «αποζημίωση» από την Κούβα για την αγορά του κατασκοπευτικού τους εξοπλισμού. Το ζεύγος σύμφωνα με την εισαγγελία εξέφρασε με τον τρόπο αυτό την ιδεολογική του διαφωνία με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Η σύλληψη των δύο και το κατηγορητήριο εναντίον τους στηρίχθηκε κυρίως σε μυστική επιχείρηση, που εγκαινίασε το FBI στις αρχές του χρόνου. Ισπανόφωνος πράκτορας της ομοσπονδιακής υπηρεσίας γνώρισε το ζεύγος Μάιερς, στους οποίους εμφανίσθηκε ως στέλεχος των κουβανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο συνταξιούχος κ. Μάιερς υποδέχθηκε την αποκάλυψη της «ιδιότητας» του πράκτορα με ενθουσιασμό, λέγοντας: «Μας λείψατε πάρα πολύ. Υπήρξατε σημαντικό μέρος της ζωής μας και νιώθαμε άδειοι όσο λείπατε. Ο κουβανικός λαός και η χώρα σας είναι στην καρδιά μας και δεν θέλουμε να χαθούμε ποτέ πια». Λίγες εβδομάδες μετά το ξέσπασμα τρυφερότητας του κ. Μάιερς, το ζευγάρι έπεφτε στα χέρια του FBI και της δικαιοσύνης, που απειλεί τώρα να τους καταδικάσει σε τουλάχιστον 20 χρόνια ειρκτής. Διαβάστε περισσότερα...

Η πληγή στο Ιράν δεν θα κλείσει


Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της Washington Post

Στη μια πλευρά παρατάσσονται σύσσωμες οι δυνάμεις της ιρανικής καταπίεσης, όντας σε ετοιμότητα για μια ακόμα επιχείρηση καταστολής. Στην απέναντι όχθη στέκονται οι άοπλοι διαδηλωτές, κρατώντας φωτογραφίες της άτυχης Νέντα Αγκχά Σολτάν, της νεαρής μάρτυρος που πέθανε αβοήθητη στην άκρη κάποιου δρόμου. Οι τελευταίες της λέξεις ήταν: «Μ’ έκαψε». Ποιος θα επικρατήσει; Ολες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι τα «σκουπίδια» που ισχυρίζονται ότι κυβερνούν στο όνομα του Θεού κέρδισαν αυτό τον γύρο. Ο λόγος περί των Φρουρών της Επανάστασης, των παραστρατιωτικών της Μπασίτζ και των λοιπών οργάνων της ισλαμικής επανάστασης που παρήκμασε και απέκτησε ένα ακόμα πιο αυταρχικό πρόσωπο. Απέδειξαν ότι είναι διατεθειμένοι να σκοτώσουν όσους συμπατριώτες τους απαιτείται, προκειμένου να συγκρατήσουν το πρώτο αυτό κύμα της αλλαγής.

Προσωπικά, όμως, στοιχηματίζω ότι τους επόμενους γύρους θα τους κερδίσουν οι υποστηρικτές της Νέντα. Εξέθεσαν τις αδυναμίες του θεοκρατικού καθεστώτος κατά τρόπο που οι εχθροί του –η Αμερική, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία– ποτέ δεν θα μπορούσαν. Ανοιξαν δε ένα μεγάλο ρήγμα στο εσωτερικό του. Οι σκληροπυρηνικοί ηγέτες του Ιράν θα προσπαθήσουν να δέσουν αυτό τραύμα με επιδείξεις ισχύος και να το γιατρέψουν με κάποιες παραχωρήσεις. Εν τέλει, όμως, η πληγή δεν θα κλείσει.

Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε την αρχή ενός παιχνιδιού μεγάλης διάρκειας. Οξύνοντας σταδιακά τους τόνους, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα δείχνει να αντιλαμβάνεται ακριβώς αυτό. Από την Τρίτη και μετά άρχισε να χρησιμοποιεί σκληρές εκφράσεις και να κάνει αναφορές στην «αιώνια αξιοπρέπεια» των διαδηλωτών. Αφησε να εννοηθεί ότι οι μουλάδες δεν μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο σε βάρος του ιρανικού λαού. «Εν έτει 2009 καμία σιδηρά γροθιά δεν είναι αρκετά ισχυρή, προκειμένου να εμποδίσει την παγκόσμια κοινότητα από την παρακολούθηση ειρηνικών διαδηλώσεων», τόνισε ο πρόεδρος Ομπάμα. Πίσω από την αυτοπεποίθηση του Αμερικανού ηγέτη κρύβεται η ασφαλής διαπίστωση ότι οι μουλάδες δεν μπορούν πλέον να βάλουν το τζίνι πίσω στο μπουκάλι του. Οπως εξήγησε ανώτατος σύμβουλος του κ. Ομπάμα: «Το Ιράν δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο και δεν χρειάζεται να περιμένεις την κατάληξη της αντιπαράθεσης για να καταλήξεις σ’ αυτό το συμπέρασμα».

Ενα αποδυναμωμένο Ιράν ενδεχομένως να αναζητήσει τη νομιμοποίηση μέσω των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, θέτοντας ένα διπλωματικό δίλημμα στον πρόεδρο Ομπάμα. Πριν από τις εκλογές της 12ης Ιουνίου, αρκετοί Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστήριζαν πως η Τεχεράνη είχε ήδη στείλει το μήνυμα στον Λευκό Οίκο ότι είναι έτοιμη για διάλογο. Την περασμένη Τρίτη, ο πρόεδρος Ομπάμα προσπάθησε να κρατήσει την πόρτα αυτή ανοιχτή τονίζοντας: «Εχουμε δημιουργήσει το μονοπάτι, προκειμένου το Ιράν να βαδίσει προς τη διεθνή κοινότητα και να αποδεχτεί τα ήθη της». Οι διαπραγματεύσεις, ωστόσο, δεν πρόκειται να αρχίσουν όσο οι Μπασίτζ βιαιοπραγούν σε βάρος διαδηλωτών.

Καθώς, η ισχύς των μουλάδων εξασθενεί, εμφανίζονται ευκαιρίες προκειμένου να στερηθούν κάποιους από τους συμμάχους τους. Οι ΗΠΑ κινούνται ήδη στην κατεύθυνση της ομαλοποίησης των σχέσεων με τη Συρία και φημολογείται ότι συνεργάζονται με τους Σαουδάραβες, προκειμένου να απομακρύνουν τη Χαμάς από την αγκαλιά της Τεχεράνης, δημιουργώντας τις συνθήκες για την ένταξη της ισλαμικής οργάνωσης σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας που θα είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί με το Ισραήλ. «Οι σύμμαχοι του Ιράν στην περιοχή θα αναρωτιούνται τώρα μήπως έφτασε η στιγμή να απαγκιστρωθούν από την Τεχεράνη», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος υπό τον όρο της ανωνυμίας του.

Ο Λευκός Οίκος αντιμετωπίζει, προς το παρόν τουλάχιστον, την κατάσταση στο Ιράν ως «παιχνίδι εξουσίας». Ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και ο πρόεδρος Μαχμούντ Αχμεντινετζάντ φέρονται να οργάνωσαν ένα πραξικόπημα υπέρ του καθεστώτος. Η Φρουροί της Επανάστασης λειτουργούν ως η αιχμή του δόρατος και λέγεται ότι ο κ. Αχμεντινετζάντ θα διορίσει στην κεφαλή της υπηρεσίας πληροφοριών τον σκληροπυρηνικό, Ρουντολά Χοσεϊνιάν. Παρά ταύτα και οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, οι οποίοι έχουν ρίζες στην επανάσταση του 1979, φημίζονται για τη σκληρότητά τους. Ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί δεν είναι ακριβώς δημοκράτης. Ως πρωθυπουργός της χώρας, διετέλεσε επιτηρητής του υπουργείου Ερευνών και Μελετών, το οποίο οργάνωσε ουκ ολίγες ιρανικές επιχειρήσεις επί λιβανικού εδάφους πριν από δύο δεκαετίες.

Πώς θα εξελιχθεί η διαμάχη; Ο ειδικός σε θέματα εξεγέρσεων του Πανεπιστημίου Τζορτζ Μέισον, Τζακ Γκόλντστοουν, προβέπει ότι η αλλαγή καθεστώτος θα αποτελέσει γεγονός έπειτα από τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο μέλη της ελίτ κόβουν τους δεσμούς με την εξουσία και σχηματίζουν έναν ισχυρό αντιπολιτευτικό πυρήνα. Στο δεύτερο στάδιο υπάρχει εθνική πόλωση και στο τρίτο μαζική κινητοποίηση. Τα παραπάνω στοιχεία της επαναστατικής διαδικασίας είναι ήδη ορατά στο Ιράν. Στη συνέχεια ο αναβρασμός θα ωριμάσει, καθώς το καθεστώς θα προσπαθεί απεγνωσμένα να αποτρέψει το τέταρτο και τελικό στάδιο: αυτό της κατάρρευσής του.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...

Τα όρια της μετανάστευσης στην Κύπρο


Προβληματισμοί από την ημερίδα του ΚΥΚΕΜ

Χρήστος Ιακώβου*


Προσφάτως, το Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.), μέσα στα πλαίσια των επιστημονικών του δραστηριοτήτων, διοργάνωσε ημερίδα με θέμα «Λαθρομετανάστευση και Πολυπολιτισμικότητα». Όσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν και ακόμη περισσότερο να διαβάσουν τα πορίσματα της ημερίδας μπορούν να διαμορφώνουν παραστάσεις για την εξέλιξη και τη δυναμική που λαμβάνει ένα πρόβλημα, το οποίο προκαλεί επώδυνα διλήμματα σε σχέση με την στρατηγική αντιμετώπισής του και σοβαρό πολιτικό προβληματισμό σε σχέση με την σταδιακή ιδεολογικοποίηση του εντός της Κυπριακής κοινωνίας.  

H εικόνα της Κύπρου ως χώρας υποδοχής μεταναστών, όπως προβάλλει από τα στοιχεία που έχουν μέχρι στιγμής καταγράψει οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου εσωτερικών και της ΕΕ δείχνει περισσότερο απ’ όλα ασάφεια και σύγχυση. Παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες Κύπριοι είμαστε μέχρι πρόσφατα οι ίδιοι μετανάστες και είχαμε βιώσει την εμπειρία της οργάνωσης για την υποδοχή μεταναστών σε ανεπτυγμένες χώρες, αλλά και ποια προβλήματα παρουσιάζονταν στην πορεία, όταν βρεθήκαμε μπροστά στο κύμα της μετανάστευσης προς τη χώρα μας τα δύσκολα διλήμματα άρχισαν να ενσκήπτουν. Μεγάλο μέρος του προβλήματος αυτού έχει να κάνει, με την δυσκολία επαρκούς ελέγχου τόσο της γραμμής αντιπαράταξης (υπολογίζεται ότι ποσοστό 90% των λαθρομεταναστών εισέρχεται μέσω των κατεχομένων) όσο και των θαλασσίων προσβάσεων προς το νησί από τη Μέση Ανατολή. Επίσης, η ελλειμματική πολιτική από πλευράς ΕΕ θέτει σημαντικούς περιορισμούς στα μέλη της να αντιμετωπίσουν μακροπρόθεσμα και με επάρκεια τα προβλήματα που προκαλεί το αυξανόμενο κύμα λαθρομετανάστευσης από την Μέση Ανατολή.  

Tο αποτέλεσμα είναι να ζουν στη χώρα περίπου 200.000 μετανάστες, εκ των οποίων 25.000 να παραμένουν παράνομα παρά τις συστηματικές προσπάθειες των τελευταίων ετών να αποκατασταθεί κάποια τάξη. Αυτό έχει συνέπεια τη διαμόρφωση μιάς κατάστασης όπου σήμερα στην μικρή κοινωνία της Κύπρου ο αριθμός των μεταναστών (νομίμων και παρανόμων) να φθάνει μέχρι και το 20% του πληθυσμού. Aκόμη και από όσους έρχονται βάσει συμβολαίου εποχικής εργασίας κάποιοι δεν επιστρέφουν στους τόπους τους, αλλά μετακινούνται, αποφεύγοντας τους μηχανισμούς ελέγχου, αναζητώντας δουλειά. H αναντιστοιχία του αριθμού τους με τη ζήτηση εργασίας άρχισε ήδη να προκαλεί τριγμούς, η δε διαβίωση στο περιθώριο του νόμου απλώνει μια «γκρίζα κοινωνική ζώνη» μέσα στην οποία οι μετανάστες εναλλάσσουν τον ρόλο του κοινωνικού θύματος με εκείνον του κοινωνικού προβλήματος. Όλα αυτά τρέφουν την εκμετάλλευση, αλλά και, το χειρότερο, την ξενοφοβία των ντόπιων. H δε βραδύτητα και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών νομιμοποίησης, όπως καθορίζει η εθνική νομοθεσία αλλά και ΕΕ, πέραν του ότι αποτελεί χρονοβόρα ταλαιπωρία, πολλαπλασιάζει τις τάξεις των «παρανόμων» – έστω κι αν η παρανομία τους έγκειται μονάχα σε μια διαδικαστική παράλειψη.

Κατά καιρούς, στις συνόδους των υπουργών Eσωτερικών της EΕ, αρκετά κράτη – μέλη της ΕΕ έχουν ταχθεί υπέρ της ανάγκης να απλουστευθούν οι διαδικασίες νομιμοποίησης. H εκλογίκευσή τους είναι αναγκαίο βήμα για να μπει μια τάξη στο άμεσο μέλλον. Mαζί μ’ αυτό, όμως, πρέπει να είμαστε έτοιμοι, ως ΕΕ πλέον, να απαντήσουμε τα βασικότατα ερωτήματα που αντιμετωπίζει κάθε μεταναστευτική πολιτική: Πόσοι και με ποιες προϋποθέσεις θα νομιμοποιούνται; Για πόσον καιρό; Mε τι υποχρεώσεις ως προς την εγκατάσταση και την εργασία τους;

Eπί μακρό χρόνο μετανάστες οι ίδιοι, ξέρουμε καλά ότι τα κράτη που υποδέχθηκαν Έλληνες το έκαναν με όρους. Eίναι αφελές να πιστεύουμε ότι εμείς μπορούμε να το αποφύγουμε. H «δεξαμενή» των ανθρώπων που χειμάζονται στις γειτονικές χώρες της Μέσης Ανατολής είναι, δυστυχώς, απέραντη – και η Κύπρος, όπως και άλλα μεσογειακά κράτη της ΕΕ, δεν μπορούν να υποδεχθούν παρά ελαχίστους. Δεν μπορεί, λοιπόν, να νομιμοποιεί οποιονδήποτε κατορθώνει να εισέλθει παράνομα και να βρει δουλειά. Eίμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε όρια, χρονικά και ποσοτικά – και να τα εφαρμόσουμε. Aλλιώς, και αν σήμερα αποκατασταθεί κάποια ευταξία με όσους είναι ήδη εγκατεστημένοι στη χώρα μας, αύριο θα υπάρξει πρόβλημα με το επόμενο κύμα, δεδομένου ότι η δημογραφική έκρηξη στην Μέση Ανατολή, κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες θα προκαλεί μονίμως (λάθρο)μετασταστευτικό κύμα στις χώρες της Βόρειας Μεσογείου. Αυτό το ενδεχόμενο, αν τελικά μετατραπεί σε γεγονός τότε θα είναι τραυματικό για την κυπριακή κοινωνία, τόσο για το επίπεδο ζωής όσο και για την αξιοπρέπεια των ίδιων των μεταναστών. Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Rebirth of a Nation


Jackson Lears
Rebirth of a Nation 
Harper/Harper Collins, 2009


Του Beverly Gage
Καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ
The New York Times Book Review 



Στις 11 του Μάρτη, 2003, περίπου μια βδομάδα πριν να αρχίσει ο Μπους να βομβαρδίζει το Ιράκ, ο πολιτιστικός ιστορικός Τζάκσον Λήαρς δεν μπορούσε παρά να διερωτάται για την ρίζα αυτής της «αναπαραγωγικής» τάσης να επιδιώκεται εθνική δόξα μέσω του πολέμου. Το αποτέλεσμα είναι το «Rebirth of a Nation», ένα συναρπαστικό βιβλίο πολιτιστικής ιστορίας το οποίο ανιχνεύει τις αρχές της πολεμοκαπηλείας του Μπους στις αγωνίες και νεωτεριστικές τάσεις από τα τέλη του 19ου αιώνος.

Ο τίτλος του βιβλίου υποδηλώνει δύο από τις αναθεωρητικές ενασχολήσεις του Λήαρς: την διαρκή επιρροή που έχουν η βία του Εμφυλίου Πολέμου και η (τότε) «αυξάνουσα σημασία της φυλής». Μας λέει ότι, αρχίζοντας το 1870, οι Αμερικάνοι προσπάθησαν να επανενώσουν την χώρα τους στη βάση μιας «στρατιωτικής φαντασίας» περί της Αγγλοσαξονικής υπεροχής. Όμως, αντί να φέρει την ελπιδοφόρα προσωπική και εθνική εξιλέωση, οι προσπάθειες τους παρήγαγαν τραγωδία. Κατά τον Λήαρς, η ίδια πολιτισμική λογική που δικαιολόγησε το λιντσάρισμα στον Αμερικάνικο Νότο και την κατάληψη των Αμερικανών Ινδιάνων οδήγησε επίσης στον πόλεμο στην Κούβα, στις Φιλιππίνες και την Ευρώπη – και εσχάτως, ένα αιώνα αργότερα, στο υφιστάμενο χάος που επικρατεί στο Ιράκ. 

Σίγουρα ο Λήαρς δεν είναι ο πρώτος ακαδημαϊκός που αναφέρεται σε αυτές τις θεματικές. Αλλά είναι από τους πλέον ενδελεχείς όσον αφορά την προσπάθεια να επαναπροσδιοριστεί μια εποχή γνωστή για την μεταρρυθμιστική της ενέργεια εν μέσω της επικράτειας του ρατσισμού και του μιλιταρισμού έναντι φιλειρηνικών και δημοκρατικών ιδεωδών. Και ως κάθε καλή σύνθεση, το βιβλίο αυτό καλύπτει τις τάσεις της εποχής: την ανάδυση του βιομηχανικού καπιταλισμού και την επέκταση της Αμερικανικής αυτοκρατορίας. Αυτό που προσδίδει νέα ζωή σε αυτό το υλικό είναι η έμφαση που δίνεται στο τρόπο με τον οποίο ο «εσωτερικός κόσμος» των Αμερικανών κατέληξε δομικός του «έξω κόσμου» - του δικού τους και των άλλων. Γεγονότα που φαινόντουσαν ως κατακτητικοί και καταστροφικοί πόλεμοι κατέληξαν, όπως σημειώνει ο Λήαρς, να εκπηγάζουν από μια προσωπική αναζήτηση για νόημα. 

Το βιβλίο συλλαμβάνει κάτι αδιαμφισβήτητα ισχυρό για την ψυχολογική κρίση του έθνους κατά την περίοδο της αποθεραπείας του μετά τον Εμφύλιο. Τα τέλη του 19ου έφεραν τεράστιες αλλαγές σε σχεδόν κάθε επίπεδο του πολιτισμού και της κοινωνίας: από την ανάπτυξη της γραφειακής εργασίας, στις αναδιατάξεις που έφερε η μαζική μετανάστευση έως την αστικοποίηση. Αυτή η κρίση ήταν ιδιαίτερα έντονη για τους λευκούς άντρες οι οποία βρήκαν τις παραδοσιακές πηγές ισχύος και ταυτότητάς τους να προκαλούνται. Ως απάντηση στράφηκαν σε μια σειρά λύσεων που περιλάμβανε από την μυώδης χριστιανικότητα των Κέντρων Νεότητας σε Λαϊκιστικούς αγώνες για αυτοδιάθεση και αιματηρές συγκρούσεις σε πεδία μάχης.

Το μοντέλο αυτής της νέας επιθετικής αρρενωπότητας είναι ο Τέντυ Ρούζβελτ, ένα αμάλγαμα επιδειξιομανίας, προοδευτισμού και αναιδούς ιμπεριαλισμού, το οποίο συμπεριελάμβανε τόσο τα ιδεώδη όσο και του κινδύνους της. Από τη μια ήθελε να κάνει την Αμερική πιο ίση και δημοκρατική και από την άλλη πίστευε ότι οι Αγγλοσάξονες είχαν το θεόσταλτο δικαίωμα να κατακτήσουν τον κόσμο. Και ως τέτοιο, ο Λήαρς αναγνωρίζει τον Ρούζβελτ, παρά τον καθολικό Γουίλσον ως τον ιδεολογικό πρόγονο του Μπους. Το βιβλίο «Rebirth of a Nation» είναι ένα μεγάλο έργο από ένα μεγάλο ιστορικό – και όπως κάθε βιβλίο ιστορίας είναι ένα βιβλίο που μπορεί και μιλά για την σημερινή δική μας εποχή. Διαβάστε περισσότερα...

The Secret Speech


Tom Rob Smith
The Secret Speech 
Grand Central Publishing, 2009


Του Dennis Lehane 
The New York Times Book Review


Το δεύτερο αυτό μυθιστόρημα του Σμίθ, «The Secret Speech» λαμβάνει χώρα το 1956 όταν η Σοβιετική Ένωση κάνει το πρώτο της βηματάκι προς την απο-Σταλινοποίηση. Στα μέσα του βιβλίου, φυλακισμένοι σε ένα Σιβηριανό Γκούλαγκ εξεγείρονται και συλλαμβάνουν τους δεσμοφύλακες τους. Ο διοικητής του στρατοπέδου, ο Σινιάβσκι, που έχει τρελαθεί από τις αμαρτίες του, διατάζεται να ανεβεί 13 σκαλοπάτια προς αυτό που αποτελούσε το κάποτε γραφείο του. Σε κάθε βήμα, οποιοσδήποτε από τους φυλακισμένους μπορεί να απαγγείλει ένα από τα εγκλήματα του διοικητή. Εάν βρεθεί ένοχος, κάνει άλλο ένα βήμα - εάν φθάσει στην κορυφή, θα εκτελεσθεί. Όσο και αν είναι βασανισμένος από την ενοχή, ο Σινιάβσκι κρίνει παράλογη την όλη έννοια της καρμικής δικαιοσύνης στην μετα-σταλινιστική Ρωσία. Υπενθυμίζει τους δυνάμει εκτελεστές του ότι ενώ είναι ένοχος φοβερών εγκλημάτων, τα τελευταία χρόνια έχει ενεργήσει συχνά ως ο ευεργέτης τους, βοηθώντας τις οικογένειές τους οικονομικά, βελτιώνοντας τη ιατρική φροντίδα και αυξάνοντας τα δελτία τροφίμων. Τότε λοιπόν τους ρωτά: «Εάν μπορείς να ανεβείς ένα σκαλοπάτι, δεν μπορείς να κατεβείς ένα επίσης; Εάν μπορείς να κάνεις λάθος δεν μπορείς να κάνεις επίσης το καλό; Δεν μπορώ να δοκιμάσω να διορθώσω τα λάθη που έχω κάνει;» Στο οποίο οι άνδρες απαντούν: «καμία δεύτερη ευκαιρία.»

Το βιβλίο, «The Secret Speech» εξετάζει το ακανθώδες θέμα των δεύτερων ευκαιριών για εκείνους τους ανθρώπους που μπορεί να μην αξίζαν ένα πρώτο. Ο τίτλος αναφέρεται σε μια ομιλία που δόθηκε από τον Χρουτσιώφ, φαινομενικά πίσω από κλειστές πόρτες. Αποσκοπεί στην αναγγελία μιας νέας εποχής καλοκαγαθίας από μια κυβέρνηση που προηγουμένως καθοριζόταν από γενοκτονικές ροπές και εκκαθαρίσεις. Αλλά δύο φατρίες - οι υποστηριζόμενοι από το κράτος βασανιστές και οι δολοφόνοι από τη μια, και οι εγκληματικές συμμορίες, γνωστές ως Βόρι, από την άλλη - δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον είτε για την παράδοση ούτε όμως και για τη αποδοχή ή παραδοχή ενός Μέα Κούλπα. Για τους εγκληματίες, είναι πάρα πολύ λίγο. Για τους αντιπροσώπους του κράτους, «δεν έχει καμία σχέση με εάν ο Στάλιν πήγε ή όχι πάρα πολύ μακριά. Το έκανε. Φυσικά το έκανε. Αλλά δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν. Και η αρχή μας είναι βασισμένη στο παρελθόν».

Μόλις η μυστική ομιλία διαρρεύσει στο κοινό, οι Βόρι αρχίζουν μια εκστρατεία αντιποίνων ενάντια στους αστυνομικούς, τους δεσμοφύλακες, τους δικαστές και ιερείς που βοήθησαν τον Στάλιν να διατηρήσει την εξουσία του. Ένας από εκείνους που πλέκονται στο όλο όργιο αίματος είναι ο τέως ανώτερος υπάλληλος της μυστικής αστυνομίας, Λήο Ντεμίντοβ. Ο Λήο, κατά την τριετή υπηρεσία του στην Μυστική Αστυνομία, έστειλε εκατοντάδες στις αίθουσες βασανιστηρίων, στα γκούλαγκ ή στον εκτελεστή. Όπως ήταν αναμενόμενο, καταδυναστεύεται από Ερινύες. Αυτός και η σύζυγός του η Ραίσα, ζουν στη Μόσχα με τις υιοθετημένες κόρες τους, την Ζώγια και την Έλενα. Τα κορίτσια έμειναν ορφανά όταν οι γονείς τους εκτελέστηκαν από κάποιους κατόπιν διαταγής του Λήο. Η Έλενα, η μικρότερη των δύο, φαίνεται πρόθυμη να δεχτεί την προσπάθεια επίτευξης ευτυχίας, αλλά η Ζώγια στέκεται συχνά πάνω από το κρεβάτι του Λήο με ένα χασαπομάχαιρο, ευχόμενη να μπορούσε να του κόψει τον λαιμό.
Είναι δίκαιο να ζητήσεις από τα θύματα σου να σε απαλλάξουν από τα εγκλήματα που διέπραξες εναντίον τους; Τι μπορεί να κάνει ένα συνηθισμένο άτομο όταν η ίδια του η ύπαρξή τον καθιστά όργανο ενός θεσμοποιημένου σαδισμού; Στη Σοβιετική Ένωση του Σμιθ αυτή είναι η ερώτηση.  Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Είναι αναπόφευκτος ένας πόλεμος Ιράν-Ισραήλ;


Του Erich Follath 
DER SPIEGEL

Από την εποχή του Άρνολτ Σβάτζενεγκερ και του Ντάνι ντε Βίτο, οι οποίοι ενσάρκωσαν με μεγάλη επιτυχία τους δίδυμους στην ομώνυμη ταινία, έκτοτε δεν υπήρξε άλλο παρόμοιο ζευγάρι. Αν και οι ηγέτες του Ιράν και του Ισραήλ, μοιράζονται αρκετά χαρακτηριστικά από τους δύο Χολιγουντιανούς ήρωες, εντούτοις οι μεταξύ τους διαφορές είναι ουσιαστικές.
 
Μπορεί ο Ισραηλινός πρωθυπουργός και ο Ιρανός Πρόεδρος Αχμαντινεντζιάτ να είναι «δίδυμοι πνευματικά», εντούτοις αυτό δεν εξυπακούει ότι είναι και «ηθικά ίσοι». Ασχέτως αν και οι δύο είναι πεπεισμένοι για την απόλυτη εγκυρότητα των πιστεύω τους, εμμένουν στο ότι έχουν θεάρεστο έργο να επιτελέσουν, και πιστεύουν ότι η αποστολή τους έχει Μεσσιανικά χαρακτηριστικά: να «τιμήσουν» την θρησκεία τους ή να «σώσουν» τους λαούς τους.

Δυσοίωνες προοπτικές 
Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι οι επικείμενες διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον-, αν φυσικά αρχίσουν, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο στα τέλη του 2009. Σε τέτοια περίπτωση, ο Αμερικανός πρόεδρος θα ασκήσει πιέσεις για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Τεχεράνης στις αρχές του 2010, με την έστω και υπό διαμαρτυρία υποστήριξη των Ρώσων και των Κινέζων. Η Ιρανική ηγεσία, θα ερμηνεύσει μία τέτοια κίνηση ως επιθετική και το πιθανότερο είναι ότι θα επισπεύσει το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, κάτι που θα σημαίνει ότι θα υπολείπεται μερικούς μήνες για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Εντός της Άνοιξης, οι εξελίξεις θα οδηγήσουν το Ισραήλ να πλήξει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, χωρίς την έγκριση της Ουάσιγκτον. Ως αποτέλεσμα, ολόκληρη η Μέση Ανατολή θα μετατραπεί σε κόλαση, και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα είναι δραματικές. 

Για να γίνει αντιληπτό τι παρακινεί τον Ιρανό πρόεδρο και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, και ποιες πεποιθήσεις διέπουν την πολιτική τους, είναι σημαντικό να εξεταστούν οι βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές έννοιες και ιδανικά που τους διαμορφώνουν, και ταυτόχρονα τους ωθούν προς την σύγκρουση. Όλα έχουν να κάνουν με την Θεολογία της Ισλαμικής σχολής Χακκανί και της Εβραϊκής αντίληψης του Αμάλεκ. Για να γίνει κατανοητό γιατί η Τεχεράνη και τα Ιεροσόλυμα, με τους Αχμαντινεντζιάτ και Νετανιάχου ως επικεφαλής, αποδύθηκαν σε μία επικίνδυνη και εν δυνάμει καταστροφική πορεία, θα πρέπει κάποιος να έχει γνωρίσει σε βάθος όλους τους εμπλεκόμενους και το περιβάλλον στο οποίο δρουν. 

Το κίνημα Χακκανί
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 επισκέφθηκα την Ιερή Πόλη Κουμ. Επρόκειτο για την πρώτη επίσκεψη μου στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, μετά την ηγεμονία του Σάχη. «Θα ήθελες να συναντήσεις τον Αγιατολλά Μοχάμετ Τάκι Μέσπα Γιάζτι, τον επικεφαλής του εκπαιδευτικού τμήματος στο Ινστιτούτο Ρα-ι-Χάκ» με ρώτησε ο οδηγός μου; Όχι άλλον έναν Κληρικό, σκέφτηκα. Η απόφαση μου άλλαξε ότι μου επισημάνθηκε ότι ο Μέσπα Γιάζτι θεωρείται από τους πλέον εξέχοντες και σημαίνοντες διανοούμενους στην Κουμ, ενώ υπήρξε και μαθητής του ηγέτη της επανάστασης Αγιατολλά Χομεινί.

Στην συνέντευξη, ο Μέσπα Γιάζτι, προβάλλεται ως κοσμοπολίτης και λάτρης των υπολογιστών. Ωστόσο, ιδεολογικά, είναι ένας υπερσυντηρητικός σκληροπυρηνικός και θεωρητικός των φανατικών. Υπερασπίζεται ανοικτά των επιθέσεων αυτοκτονίας, ζητά εκτέλεση της θανατικής ποινής του συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι και ζητά «την θανάτωση όποιου προσβάλλει το Ισλάμ». Θεωρεί επίσης τους Σιωνιστές, ως την γενεσιουργό αιτία του κακού στην Γη.

Για χρόνια, ο Μέσπα Γιάζτι διατηρούσε χαμηλούς τόνους, εκτός όταν αποφάσισε να θέσει υπό τον έλεγχο του το κίνημα Χακκανί. Ταυτόχρονα έθεσε υπό την προστασία του έναν φιλόδοξο και θεοσεβή νεαρό, τον Μαχμούτ Αχμαντινεντζιάτ, τον οποίο και προώθησε με κάθε δυνατό τρόπο.

Στα εφηβικά του χρόνια, ο πρόεδρος του Ιράν, γιος σιδηρουργού, είχε εντυπωσιαστεί από την θεωρία του Ισλάμ για την κοινωνική επανάσταση. Επηρεάστηκε από τον Αλί Σιαράτι, Ιρανό φιλόσοφο με σπουδές στο Παρίσι, ο οποίος είχε συνδέσει τον Μαρξισμό με θρησκευτικές, αντι-αποικιοκρατικές θεωρίες. Ωστόσο γύρω στα 20 του, ο Αχμαντινεντζάτ γνώρισε τον Μέσπα Γιάζτι και επηρεάστηκε από τον μυστικιστικό φανατισμό. Έκτοτε, υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της ίδιας υπερ-ορθόδοξης σχολής Σία, όπως ακριβώς και ο Γιάζτι. Η οργάνωση Χακκανί, στο θρησκευτικό της σκέλος, προσομοιάζει με μία άλλη θρησκεία, τους αναγεννηθέντες Χριστιανούς (στην οποία ανήκει και ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους).

Ο Δωδέκατος Ιμάμης
Οι Μαχτιστές, όπως έχουν ονομαστεί όσοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Μέσπα Γιάζτι και τον Αχμαντινεντζάτ, πιστεύουν ότι τον 9ο αιώνα, ο Παντοδύναμος Αλλάχ έκρυψε τον Δωδέκατο Ιμάμη, ώστε να υποβάλει την ανθρωπότητα σε μια δοκιμασία. Πιστεύουν επίσης ότι ο Δωδέκατος Ιμάμης, ή Μάχτι, θα επιστρέψει, και θα δημιουργήσει έναν παράδεισο επί της γης για τους πιστούς, ενώ θα καταδικάσει διά παντός στην κόλαση τους βλάσφημους. Ωστόσο η επιστροφή του θα γίνει μόνο όταν θα έχει θα έχει επέλθει η κάθαρση, μετά από μία ολοκληρωτική εκκαθαριστική επιχείρηση. 

Μήπως αυτή η επάνοδος θα μπορούσε να προσλάβει την μορφή ενός γενικευμένου πολέμου μεταξύ Μουσουλμάνων και Αιρετικών; Ή ενδεχόμενα ενός πυρηνικού πολέμου; Και μήπως ορισμένα στελέχη του Κινήματος Χακκανί, οπαδοί της αποκάλυψης, θα επιδιώξουν να προκαλέσουν αυτό το κατακλυσμιαίο γεγονός, ώστε να επισπεύσουν την επιστροφή του Μάχτι;

The New York Times Syndicate Διαβάστε περισσότερα...

Οι πραιτωριανοί του ισλαμικού καθεστώτος



Του Neil MacFarquhar
Οι καθημερινές διαδηλώσεις εναντίον του Μαχμούντ Αχματίνετζάτ στο Ιράν πραγματοποιήθηκαν μέχρι στιγμής σε σχετικά ειρηνικό κλίμα. Οι Ιρανοί, όμως, ζουν με τον φόβο της νυχτερινής βίας, που ασκούν οι πολιτοφύλακες Μπασίτζ, με ξυλοδαρμούς, λεηλασίες και πυρά εναντίον διαδηλωτών, τους οποίους εντοπίζουν στις πρωινές διαδηλώσεις.
Η φιλοκυβερνητική διαδήλωση που πραγματοποίησαν το μεσημέρι 19ης Ιουνίου οι Μπασίτζ σηματοδότησε την πρώτη τους δημόσια εμφάνιση. Ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Μιρ Χουσεΐν Μουσαβί, δημοσίευσε δύο ανοικτές επιστολές στην ιστοσελίδα του την ίδια ημέρα. Στην πρώτη, ο Μουσαβί καταδικάζει τον θάνατο επτά διαδηλωτών σε ειρηνική διαδήλωση, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί ευθέως στους Μπασίτζ. «Προσπάθησαν να μετατρέψουν αυτή τη θριαμβευτική συγκέντρωση σε κτηνώδη αντιπαράθεση, αφήνοντας πικρή γεύση στα στόματα όσων αγαπούν το Ιράν», έγραφε ο Μουσαβί. Στη δεύτερη επιστολή του που απευθύνεται στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, ο υποψήφιος πρόεδρος χαρακτηρίζει τη δράση των πολιτοφυλάκων «έργο προβοκατόρων». Το γεγονός ότι οι Μπασίτζ δεν φορούν στολές, λέει ο Μουσαβί, και κανένα διακριτικό που να αποκαλύπτει ότι είναι κρατικοί λειτουργοί, αλλά και η τακτική τους που αφορά την πρόκληση βίαιων επεισοδίων λίγο πριν από την έφοδο της αστυνομίας, τους προσδίδει την ιδιότητα του προβοκάτορα.
Η λέξη Μπασίτζ σημαίνει μαζική κινητοποίηση στα Περσικά, ενώ η οργάνωση στις πρώτες της ημέρες συγκέντρωνε στις τάξεις της τους εθελοντές που ο αγιατολάχ Χομεϊνί έστελνε στην πρώτη γραμμή των μαχών με το Ιράκ. Πολλοί από αυτούς πέθαναν εφορμώντας πάνω σε ιρακινά ναρκοπέδια. Οι Μπασίτζ «επανιδρύθηκαν» στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αφού η κυβέρνηση θεώρησε ότι κινδυνεύει να απολέσει τον έλεγχο ύστερα από τις ταραχές του 1998 και τις φοιτητικές διαδηλώσεις του 1999. «Αποφάσισαν να επενδύσουν σε μία πολιτοφυλακή, ικανή να καταλάβει τον δρόμο και που δεν θύμιζε –τουλάχιστον οπτικά– ένστολες στρατιωτικές δυνάμεις», λέει αναλυτής του Ιράν.
Τα μέλη των Μπασίτζ, που τύποις ανήκουν στους Επαναστατικούς Φρουρούς, είναι συνήθως νέοι από χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, που εξασφαλίζουν αναβολή στράτευσης, εγγυημένη θέση σε συγκεκριμένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και μικρή χρηματική αποζημίωση για τους κόπους τους. Ουδείς γνωρίζει ακριβώς τον αριθμό τους, που τοποθετείται μεταξύ 200.000 και ενός εκατομμυρίου μελών. Κατά τη διάρκεια των βραχύβιων φοιτητικών διαδηλώσεων στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης το 2003, οι Μπασίτζ κυκλοφορούσαν με μοτοσικλέτες, αναζητώντας φοιτητές, τους οποίους χτυπούσαν αλύπητα με γκλομπς. Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Masters and Commanders


Andrew Roberts
Masters and Commanders
HarperCollins, 2009


Του Max Boot
The New York Times Book Review


Ο Ρόμπερτς είναι ένας από τους πολυγραφότερους και δημοφιλείς Βρετανούς ιστορικούς. Από το πρώτο του βιβλίο το 1991, μια βιογραφία του Λόρδου Χάλιφαξ, ο Ρόμπερτς έγραψε ακόμα εννιά και επιμελήθηκε ακόμα τέσσερα. Αυτή η έντονη παραγωγικότητα όμως δεν βλάπτει την ποιότητα της δουλειάς του. Το νέο του βιβλίο, «Masters and Commanders», χρειάστηκε τόση έρευνα που μοιάζει απίστευτο πως το προηγούμενο του έργο εκδόθηκε μόλις πριν δύο χρόνια.

Το βιβλίο εμβαθύνει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την σχέση μεταξύ των ηγετών («masters») Ουίνστον Τσώρτσιλ και Φραγκλίνου Ρούζβελτ, και των ανώτερων στρατιωτικών συμβούλων τους («commanders»), Στρατάρχη Μπρουκ της Βρετανίας και Στρατηγού Μάρσαλ. Οι τέσσερις άντρες συνεργάστηκαν αποτελεσματικά, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρξαν και πολλά εμπόδια. Μετά το τέλος μιας ιδιαίτερα δύσκολης συνάντησης με τους Αμερικάνους ο Μπρουκ έγραψε στο ημερολόγιο του: «ακόμα μια μέρα δηλητήριο!»

Ένα από τα πλέον επίμαχα θέματα ήταν η πρόταση του Μάρσαλ και του Αϊζενχάουερ για εισβολή στην Ευρώπη το 1942 ή το 1943. Ο Τσώρτσιλ και ο Μπρουκ όμως έπεισαν τον Ρούζβελτ ότι δεν έπρεπε να επιτεθούν πριν αποδυναμωθεί πρώτα ο εχθρός. Ο Ρούζβελτ έλεγε πάντα πως ήταν «ερασιτέχνης στη στρατηγική» όμως σαν πολιτικός ήξερε πως οι ψηφοφόροι ήθελαν να δουν πράξεις και για αυτό με τον Τσώρτσιλ διέταξε εκστρατεία στην Αφρική παρά τη διαφωνία των στρατιωτικών τους. Μετά την ήττα του Ρόμελ, Συμμαχικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Ιταλία. Ο Μάρσαλ είχε διαφωνήσει, μια και φοβόταν πως η επιχείρηση κατέληγε όπως την εκστρατεία της Καλλίπολης, μια άλλη ιδέα του Τσώρτσιλ. «Έγινα έξαλλος όταν είδα πως προσπαθούσε να μας σπρώξει βαθύτερα στη Μεσόγειο» έγραψε αργότερα ο Μάρσαλ. 

Η πρόταση του Μάρσαλ εισακούστηκε τελικά το 1944 με την απρόθυμη συγκατάθεση του Τσώρτσιλ. Αποφασίστηκε όμως ότι ο στρατηγός δεν θα ήταν ο επικεφαλής της απόβασης επειδή ο Ρούζβελτ τον θεωρούσε χρησιμότερο στην Ουάσινγκτον. Όπως και ο Μάρσαλ, και ο Μπρουκ απογοητεύτηκε όταν δεν επελέγη ως επικεφαλής. Όμως η απόβαση της Νορμανδίας θα είχε αποτύχει αν γινόταν νωρίτερα, υποστηρίζει ο Ρόμπερτς, μια και στην επιτυχία της συνεισέφεραν η εμπειρία από την Αφρικανική εκστρατεία καθώς και το ότι οι Ιταλοί ήταν απασχολημένοι στην Ιταλία. Ο Ρόμπερτς επισημαίνει πως από τη στιγμή που οι Σύμμαχοι πέρασαν βόρεια της Ρώμης το Ιταλικό μέτωπο δεν ήταν πλέον καθοριστικής σημασίας, και σε αντίθεση με ιστορικούς που τυφλώνονται την εθνικότητα τους αναγνωρίζει ότι ούτε οι Αμερικανοί ούτε οι Βρετανοί είχαν το αλάθητο.

Σύμφωνα με τον Ρόμπερτς, η τελική νίκη της Δύσης οφείλεται στη συνεργασία και τον συντονισμό των Βρετανικών και των Αμερικανικών διοικήσεων η οποία καθιερώθηκε το 1942 παρά τις αντιρρήσεις του Μπρουκ. Διαφωνίες που δεν μπορούσαν να επιλυθούν στο πεδίο της μάχης παραπέμπονταν στους Μάρσαλ και Μπρουκ. Οι ανώτεροι αξιωματικοί μπορούσαν να συνεργαστούν για να αποτρέψουν κακοσχεδιασμένες κινήσεις, όπως την πρόταση του Τσώρτσιλ για εισβολή στη Νορβηγία. Οι Σύμμαχοι βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση έναντι της Γερμανίας όπου ο Χίτλερ έβαζε το κάθε παράλογο σχέδιο του σε εφαρμογή χωρίς να συγκρατείται από επαγγελματίες στρατιωτικούς. Στο «Masters and Commanders» βλέπουμε τον πόλεμο χωρίς την ρομαντική του αίγλη, μέσα από τις εργασίες μιας επιτροπής που διδάσκουν πολλά για την πρακτική εφαρμογή του. Διαβάστε περισσότερα...

Η «μαφία του φαινομένου του θερμοκηπίου» ρυπαίνει την Αυστραλία


Le Monde Diplomatique

Της Laurence Mazure 
Ειδικής απεσταλμένης της Le Monde Diplomatique


Για τις δασικές πυρκαγιές που ξέσπασαν στην Αυστραλία και κατέστρεψαν τη χώρα στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου, προκαλώντας πάνω από 200 θύματα, μπορεί να μην ευθύνεται άμεσα η κλιματική αλλαγή, αλλά, όπως εκτιμούν πολλοί ειδικοί, έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η χώρα είναι από τις πρώτες σε εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου ανά κάτοικο. Πώς όμως να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα όταν τα λόμπι των πιο ρυπογόνων βιομηχανιών έχουν εισχωρήσει στους κόλπους της ίδιας της κυβέρνησης; 

«Παγκοσμίως, η Αυστραλία είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά κάτοικο», αναφέρει ο καθηγητής Μαρκ Ντίζεντορφ, συνδιευθυντής του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας, στο Σίδνεϊ. «Αν καταφέρει να τις περιορίσει, οι υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες θα αναγκαστούν να κάνουν το ίδιο. Δεν θα έχουν πια καμιά δικαιολογία για να μη δράσουν. Η Αυστραλία διαθέτει όλα τα οικονομικά και τεχνολογικά μέσα για να δεχτεί την πρόκληση. Πράγματι βρισκόμαστε σε αποφασιστική καμπή». Δυστυχώς, όπως προσθέτει ο Ντίζεντορφ, οι ελπίδες που είχε εναποθέσει στον νέο Εργατικό πρωθυπουργό Κέβιν Ραντ αποδείχτηκαν φρούδες.

Η μεταστροφή του πρωθυπουργού 
Πράγματι, το 2008 σημαδεύτηκε από τη μεταστροφή του Ραντ, ο οποίος ξέχασε τις υποσχέσεις που τον έφεραν στην εξουσία, τον Οκτώβριο του 2007, έπειτα από έντεκα χρόνια διακυβέρνησης του φιλελεύθερου Τζον Χάουαρντ (1996-2007). Στις 15 Δεκεμβρίου του 2007, ο Ραντ ανήγγελλε ότι η Αυστραλία όριζε το ποσοστό μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου κατά 5% σε σχέση με το 2000, «σχεδιάζοντας» να το φτάσει στο 15%. Στην έκθεση για τη φορολόγηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ETS: Emissions Trading Schemes – Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου) που του είχε υποβάλει, στο τέλος Οκτωβρίου, ο οικονομολόγος Ρος Γκάρνοτ συνιστούσε μείωση κατά 25% έως το 2020 ή 450 ppm(1) αρχής γενομένης από τον Ιούλιο του 2010.
 
Την επομένη της δημοσίευσης της έκθεσης, 16 αυστραλοί ειδικοί, σε συνεργασία με τη Διακυβερνητική Ομάδα για την Εξέλιξη του Κλίματος (IPCC), έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου στέλνοντας ανοιχτή επιστολή στον Ραντ: «Αν δεν θέλουμε να λιώσουν η Γροιλανδία και οι παγετώνες της Ανταρκτικής, ούτε να καταρρεύσουν τα οικοσυστήματα, πρέπει να σταθεροποιήσουμε τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στα 400 ppm, και ει δυνατόν χαμηλότερα»(2). Μάταιος κόπος. Η Αυστραλία, έκτη χώρα με τη μεγαλύτερη ρύπανση σε διοξείδιο του άνθρακα (που είναι ένα μόνο αέριο από εκείνα που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου) ανά κάτοικο, μετά το Καζακστάν, το Λουξεμβούργο, τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Σαουδική Αραβία, μοιάζει αναγκασμένη να συνεχίσει να ανήκει σ’ αυτή τη θλιβερή ομάδα χωρών. Γιατί και πώς, όμως, ο Ραντ έκανε τέτοια στροφή σε διάστημα τόσο λίγων μηνών;
 
Στις 3 Δεκεμβρίου του 2007, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, επικύρωσε αμέσως το Πρωτόκολλο του Κιότο, βάζοντας τέλος στα εμπόδια που έβαζε επί τόσα χρόνια ο προκάτοχός του, ο οποίος προερχόταν από έναν πολιτικό συνασπισμό της δεξιάς, αποτελούμενο από το Φιλελεύθερο Κόμμα Αυστραλίας και το μειοψηφούν Εθνικό Κόμμα.
 
Η μέχρι τότε εθνική πολιτική ήταν εντελώς διαφορετική. Πιστός σύμμαχος του Τζορτζ Μπους, ο Χάουαρντ άσκησε οικονομική πολιτική εντελώς εξαρτημένη από τα αυστραλιανά λόμπι των ορυχείων και της ενέργειας, αφού η χώρα του παράγει ηλεκτρισμό από θερμοηλεκτρικούς σταθμούς που δουλεύουν με άνθρακα. Τα ισχυρά λόμπι, όμως, δεν χρησιμοποίησαν, απλώς, την επιρροή τους. Οργανωμένα από καιρό, συμμετείχαν απευθείας και μυστικά, επί χρόνια, στην εκπόνηση και τη σύνταξη των νόμων της κυβέρνησης Χάουαρντ για το περιβάλλον, με σκοπό να προστατεύσουν τα άμεσα συμφέροντά τους κάτω από ψεύτικες ετικέτες με την ένδειξη «πράσινο».

Το σκάνδαλο ξεσπά
Το σκάνδαλο ξεσπάει όταν, τον Φεβρουάριο του 2006, ο Γκάι Πιρς, πρώην συνεργάτης του Ρόμπερτ Χιλ, υπουργού Περιβάλλοντος της κυβέρνησης Χάουαρντ, αποκαλύπτει την ύπαρξη της «Greenhouse Mafia», της «μαφίας του φαινομένου του θερμοκηπίου» δηλαδή. Πρόκειται για μια ομάδα στελεχών και διευθυνόντων συμβούλων επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δίκτυο Αυστραλιανών Βιομηχανιών για το Φαινόμενο του Θερμοκηπίου (AIGN - Australian Industry Greenhouse Network) και εξαρτώνται όλες από τις ορυκτές πηγές ενέργειας – άνθρακας, πλαστικό, πετρέλαιο, τσιμέντο, χάλυβας, αλουμίνιο, αλλά και χημικά και αυτοκίνητα(3).
 
Όλες αυτές οι προσωπικότητες επωφελήθηκαν για χρόνια από τη συνενοχή τουλάχιστον οκτώ μελών της κυβέρνησης Χάουαρντ, εκ των οποίων οι υπουργοί Οικονομικών, Βιομηχανίας, Αλιείας, Τουρισμού, Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως και από αυτήν του προέδρου της Επιτροπής για την Προστασία του Περιβάλλοντος. Το αποτέλεσμα της σύγκλισης στο ανώτατο κρατικό επίπεδο δεν άργησε να φανεί: κρατικές καμπάνιες οι οποίες αρνούνταν την πραγματικότητα και τη σοβαρότητα των προβλημάτων που οφείλονταν στην υπερθέρμανση του πλανήτη, δυσφήμηση των ομάδων πίεσης για την προστασία του περιβάλλοντος, οι οποίες χαρακτηρίζονται «ακροαριστερές», προώθηση δήθεν «πράσινων» μέτρων. Όλα αυτά οδήγησαν στην παραποίηση των αριθμητικών στόχων που αφορούσαν τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου –διατηρώντας την ψευδαίσθηση ότι κάτι γίνεται– αλλά και σε συστάσεις για τη φορολογική προστασία της βιομηχανίας του άνθρακα.
 
Πώς όμως ο Πιρς μπόρεσε να αποκαλύψει ένα τόσο μεγάλο σκάνδαλο; Προερχόμενος και ο ίδιος από το Φιλελεύθερο Κόμμα, εκπονούσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μια διατριβή με θέμα τις σχέσεις μεταξύ πολιτικών και βιομηχανικών κύκλων. Τα μέλη της «Greenhouse Mafia» θα του μιλήσουν λοιπόν όπως σε έναν από το σινάφι τους, αποκαλύπτοντάς του, ανώνυμα φυσικά, σε μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, την άμεση, αν και μυστική, συμμετοχή τους στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Θορυβημένος από τη σοβαρότητα των γεγονότων, ο Πιρς προσπαθεί τότε, ανεπιτυχώς, να ειδοποιήσει τους ιθύνοντες. Στις αρχές του 2006, θυσιάζει την καριέρα του αποκαλύπτοντας στο κρατικό κανάλι ABC την ύπαρξη και τη λειτουργία της μαφίας. Σε μια χώρα όπου κανένας νόμος δεν προστατεύει την ελευθερία του Τύπου και όπου τα λόμπι παραπέμπουν τους δημοσιογράφους στη Δικαιοσύνη με την παραμικρή αφορμή, ο Πιρς μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να κάνει τη φωνή του να ακουστεί γιατί προέρχεται από την κυβέρνηση και γιατί τα μαγνητοφωνημένα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του είναι τόσο τρανταχτά που δεν μπορούν να απορριφθούν(5)
 
Διαπλοκή και «μαφία»
Τα ίδια τα μέλη του δικτύου ΑΙGN βάφτισαν την ομάδα τους «μαφία». Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ο πλέον κατάλληλος για να περιγράψει το σύστημα της διαπλοκής «δεξαμενών σκέψης», συμβούλων, διευθυντών επιχειρήσεων του Αυστραλιανού Δημοσίου και αντιστρόφως, χωρίς να υπολογίσουμε τα διεθνή τους δίκτυα. Οι «ερευνητές» των «δεξαμενών σκέψης» που χρηματοδοτούνται από το AIGN έχουν τον ίδιο σκεπτικισμό όσον αφορά την αναγκαιότητα της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Διαλέξεις, συζητήσεις και διαφημίσεις θα επιστρατευθούν για να μεταδώσουν τη μονοδιάστατη αυτή αντίληψη, η στρατηγική της οποίας συνοψίζεται στο «διαψεύδουμε και κερδίζουμε χρόνο».
 
Ο τρόπος είναι απλός: σαφής απόρριψη του συστήματος ΕΤS και προώθηση του μύθου του «καθαρού άνθρακα» (η τεχνολογική υποδομή του οποίου, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι έτοιμη σε δεκαπέντε χρόνια)(5) όπως και της πυρηνικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Όλα αυτά στο όνομα φυσικά των ολέθριων συνεπειών που θα είχε για την οικονομία ο περιορισμός της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου. Οι «δεξαμενές σκέψης» προωθούν στη συνέχεια το «ερευνητικό έργο» των «ανεξάρτητων ειδικών», που χρησιμοποιούνται σαν βιτρίνα των βιομηχανικών ομίλων, οι οποίοι το χρηματοδοτούν.
 
Άλλο λεπτό ζήτημα είναι ο έλεγχος των κρατικών υπηρεσιών της Αυστραλίας από τη «μαφία». Ο Πιρς ασχολήθηκε κυρίως με δύο: το Γραφείο Γεωργίας και Οικονομικών Πόρων της Αυστραλίας (ABARE - Australian Bureau of Agriculture and Resource Economics) και τον Οργανισμό Επιστημονικής και Βιομηχανικής Έρευνας της Κοινοπολιτείας (CSIRO - Commonwealth Scientific and Industrial Research Organization). Με τις κρατικές επιδοτήσεις που τους παρέχονταν να μειώνονται σιγά σιγά, οι δυο αυτές υπηρεσίες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν ιδιωτικούς πόρους για να συνεχίσουν το ερευνητικό τους έργο.
 
Όλα τα μέλη του δικτύου AIGN από τα οποία πήρε συνέντευξη ο Πιρς επιβεβαίωσαν ότι είχαν πληρώσει το γραφείο ABARE για να δημιουργήσει τα οικονομικά μοντέλα που θα επέτρεπαν κατόπιν στον Χάουαρντ να δικαιολογήσει τη (μη) δράση του για την καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Οι ίδιοι εκπρόσωποι των ρυπαινουσών αυστραλιανών βιομηχανιών διακήρυξαν δημοσίως, και ως στόχο, «τη στήριξη κατά 100%» αυτού του έργου.

Ύποπτες «ανεξάρτητες αναλύσεις» 
Οι ίδιες πρακτικές εξακολουθούν να εφαρμόζονται: Στις 9 Δεκεμβρίου του 2008, το διαδικτυακό περιοδικό «Crikey» (6) ανησυχούσε για τo διορισμό ενός πρώην εκτελεστικού διευθυντή του ABARE, του Μπράιαν Φίσερ, ως επικεφαλής της Επιτροπής της Γερουσίας για το Πετρέλαιο και την Ενέργεια (που ελέγχεται από την αντιπολίτευση), ο οποίος έπρεπε να προτείνει μια «ανεξάρτητη ανάλυση» των οικονομικών μοντέλων που χρησιμοποίησε το υπουργείο Οικονομικών για να στηρίξει το σύστημα ETS. Ο διορισμός του επιδοκιμάστηκε από τον πρόεδρο της Γερουσίας, τον Εργατικό Τζον Χογκ.
 
Ωστόσο, είναι γνωστό σε όλους ότι ο Φίσερ στήριξε τον Χάουαρντ στην πολιτική τού «διαψεύδουμε και κερδίζουμε χρόνο». Εξάλλου διευθύνει τη νεοφιλελεύθερη «δεξαμενή σκέψης» Concept Economics, μαζί με έναν πρώην στενό συνεργάτη του Χάουαρντ. Με δεδομένο όμως ότι ο οικονομολόγος. Μπράιαν Φίσερ δεν είναι στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, και επομένως δεν έχει πρόσβαση στον πρόσφατο οικονομικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, θα είναι άραγε σε θέση να διατυπώσει πραγματικά σωστές παρατηρήσεις για το σύστημα ETS;
 
Τα μέλη του δικτύου AIGN εκμεταλλεύτηκαν επίσης τις «επιστημονικές» εργασίες του οργανισμού CSIRO, το γραφείο του οποίου, το Energy Futures Forum (EEF), προωθεί την απόρριψη του συστήματος ETS προς όφελος του «καθαρού άνθρακα» ή και της πυρηνικής ενέργειας, επικρίνοντας τους ειδικούς της κλιματικής αλλαγής. Ένας εσωτερικός κανονισμός του CSIRO απαγορεύει σ’ αυτούς να σχολιάζουν δημοσίως την εμπλοκή των έργων τους στις δημόσιες πολιτικές. Το EEF χρηματοδοτείται από όσους αντιτίθενται στον περιορισμό της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου, δηλαδή από τις επιχειρήσεις Alcoa, AAC, BHP Billinton, Rio Tinto, Xstrata Coal, Woodside, Stanwell, Orica, Delta Electricity, Macquerie Generation και Loy Yang Power...
 

Οι «εξυπηρετικοί» δημοσιογράφοι
Εξάλλου, δεν λείπουν και οι «εξυπηρετικοί» δημοσιογράφοι, οι οποίοι προέρχονται από τον συντηρητικό τύπο που ελέγχεται από τους ομίλους Fairfax και NewsCorp (του Ρούπερτ Μέρντοχ). Οι δημοσιογράφοι αυτοί δίνουν συχνά το «παρών» στα σεμινάρια που διοργανώνουν το Institute of Public Affairs (ΙΡΑ), το Lavoisier Group και άλλες «δεξαμενές σκέψης» του ίδιου είδους. Ταξίδια με όλα τα έξοδα πληρωμένα και άλλες πλούσιες παροχές περιορίζουν το κόστος σύνταξης των εκθέσεων και εξασφαλίζουν ευνοϊκό κλίμα για τα συμφέροντα των μελών του AIGN. 
 
Πάντως, η προοπτική της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, που θα διεξαχθεί στην Κοπεγχάγη τον Δεκέμβριο του 2009, επιφύλαξε εκπλήξεις σε κάποια μέσα ενημέρωσης γνωστά για τη θέση τους εναντίον του Πρωτοκόλλου του Κιότο, όπως η εφημερίδα «The Australian»: Στις 8 Δεκεμβρίου, τα ονόματα της NewsCorp (στην οποία εξάλλου ανήκει η εφημερίδα) και των δύο διεθνών αυστραλιανών τραπεζών, της National Australian Bank (NAB) και της Westpac, εμφανίστηκαν ανάμεσα στους 140 ομίλους που υπέγραψαν το Ανακοινωθέν του Πότσδαμ. Το Ανακοινωθέν ζητάει από τις αναπτυγμένες χώρες να «λάβουν άμεσες και συγκεκριμένες δεσμεύσεις σε όλους τους οικονομικούς τομείς ώστε να περιορίσουν τις εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου».
 
Την ίδια μέρα, η «The Australian» εξέφραζε την απογοήτευσή της για τον τρόπο με τον οποίο η Βραζιλία μόλις είχε απορρίψει μια πρόταση που αφορούσε τον «καθαρό άνθρακα», γνωστή με την ονομασία Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης –ΜΚΑ (Clean Development Mechanisms), τον οποία πρότεινε «η Καμπέρα και η βιομηχανία άνθρακα» και «τη στήριζε η πλειονότητα των χωρών όπως και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας»(7). Η ενσωμάτωση του ΜΚΑ, μηχανισμού που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο για να βοηθήσει τις χώρες να πετύχουν τους στόχους τους για περιορισμό της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου, στις τεχνολογίες του «καθαρού άνθρακα» είναι καθαρή απάτη. Αυτό το κατάλαβε καλά η βραζιλιάνικη αντιπροσωπεία στο Πότσδαμ: «Ο βασικός διαπραγματευτής της Βραζιλίας, Χοσέ Μιγκέζ, είπε στην “Australian” ότι αντί να βοηθάει τα φτωχά κράτη να μειώσουν τη ρύπανσή τους, η Αυστραλία ήταν απλώς το φερέφωνο της δικής της βιομηχανίας άνθρακα (...)»(8).
 
Μεταφέροντας τις δηλώσεις των Βραζιλιάνων, το άρθρο επιβεβαιώνει χωρίς να το θέλει ένα από τα γεγονότα που είχε αποκαλύψει ο Πιρς: η σύνθεση των αυστραλιανών αντιπροσωπειών που στάλθηκαν στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για την κλιματική αλλαγή περιλαμβάνει βιομηχανικούς ομίλους. Ένα από τα μέλη της «μαφίας» τού εξήγησε: «Στις ΗΠΑ, οι όμιλοι μένουν απέξω. Στην Αυστραλία [...] αποτελούν μέρος της ομάδας. Διαθέτουν συντεχνιακή μνήμη όσον αφορά όλες τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, από το 1988. Όσο για την κυβέρνηση, δεν διαθέτει κάτι τέτοιο».
 
Ερώτηση: «Και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα για σας;»
Απάντηση: «Ναι... Ο Μπεκ και ο Αϊλς το έκαναν [να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί με την αντιπροσωπεία] ως μέλη της AIGN. O Τζον (Τίλι) [μέλος της AIGN] ως μέλος της ομάδας διαπραγμάτευσης και ο Τζόουνς [μέλος της AIGN] διευθύνοντας αυτή την ομάδα [της αυστραλιανής κυβέρνησης]. Ήταν την εποχή όπου το υπουργείο Περιβάλλοντος δεν καταλάβαινε τι δουλειά είχε εκεί πέρα και είχε αφήσει το υπουργείο Ενέργειας να χειριστεί την κατάσταση»(9).
 

Η «πράσινη» στροφή του Ομπάμα
Για την Αυστραλία και τη «μαφία» της, η «πράσινη» στροφή του Μπαράκ Ομπάμα αποτελεί ρίσκο. Στον Τζορτζ Μπους, τα μέλη του δικτύου AIGN είχαν βρει έναν σύμμαχο στην άρνησή τους να λάβουν οποιοδήποτε αποτελεσματικό μέτρο για την καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου.
 
Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε τον ρόλο κάποιων αμερικανικών «δεξαμενών σκέψης», όπως του Global Climate Coalition (που σήμερα έχει διαλυθεί), το οποίο, το τέλος της δεκαετίας του 1990, κατήγγελλε το Πρωτόκολλο του Κιότο διακηρύσσοντας ότι αυτό θα οδηγούσε την οικονομία των ΗΠΑ στην καταστροφή. Άλλες αμερικανικές οργανώσεις, πιο διακριτικές, αλλά εξίσου εμπλεκόμενες στην υπεράσπιση των συμφερόντων των πιο ρυπαινουσών βιομηχανιών, πήραν τη σκυτάλη: Cooler Heads Coalition, Tech Central, Science and Environment Policy Project (SEPP), Greening Earth Society, που χρηματοδοτείται από το αμερικανικό λόμπι του άνθρακα, και The Advancement of Sound Science Coalition (TASSC). Το πιο «τραβηγμένο» παράδειγμα που αναφέρει ο Πιρς είναι αυτό του Competitive Enterprise Institute (CEI), το οποίο, το 2006, δεν δίστασε να διεξαγάγει μια τηλεοπτική καμπάνια που επαινούσε τα πλεονεκτήματα της ρύπανσης με το εξής σλόγκαν: «Διοξείδιο του άνθρακα: Αυτοί το λένε ρύπανση. Εμείς το λέμε ζωή».

Στην Αυστραλία, όπως και στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, αυτές οι «δεξαμενές σκέψης» δημοσίευσαν διάφορα κείμενα για να κοινοποιήσουν την άποψή τους για το ζήτημα. Όπως το World Climate Report, που χρηματοδοτείται από την Greening Earth Society, και το βρετανικό Energy and Environment που αντικατοπτρίζει κυρίως τις απόψεις των «επιστημόνων», οι εργασίες των οποίων δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρών συζητήσεων. Και για να συμπληρωθεί το πανόραμα, να επισημάνουμε τη μόνιμη παρουσία της Exxon-Mobil πίσω από τη Charles River Associates International (CRAI), μια οργάνωση ενεργή και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Η CRAI, της οποίας οι αναλύσεις «αποδεικνύουν» τις καταστροφικές συνέπειες του περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενδιαφέρεται για το Boat House Group, το δίκτυο παραγωγής οικονομικών μοντέλων του οργανισμού ABARE.

Συνομωσία και παραπληροφόρηση
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από πολιτική βούληση εκ μέρους του Ραντ για να πάρει τα κατάλληλα μέτρα απέναντι στους κλιματικούς κινδύνους που αρχίζουν να απασχολούν ακόμα και το υπουργείο Άμυνας. Ο Ραντ, αντιθέτως, το μόνο που έκανε ήταν να διοργανώσει τη Σύνοδο Κορυφής 2020, στην Καμπέρα, από τις 19 έως τις 21 Απριλίου 2008. Οι συζητήσεις εκεί διεξήχθησαν κεκλεισμένων των θυρών, ακολουθώντας την παράδοση της μυστικότητας, η οποία είναι μεν ελάχιστα δημοκρατική, αλλά πολύ ισχυρή στην Αυστραλία.
 
Περιέργως, ο Πιρς, ο οποίος παρ’ όλα αυτά αγωνίστηκε για την εκλογή του Ραντ, δεν συμπεριελήφθη στους εκατό ευτυχείς εκλεγέντες για να συμμετάσχουν σ’ αυτή τη σύνοδο: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν με εξέπληξε ο αποκλεισμός μου. Πρόκειται για μια πολιτική διαδικασία η οποία έχει στόχο να δίνει την εντύπωση ότι συμπεριλαμβάνει όλο τον κόσμο και ότι δεν μεροληπτεί, ελαχιστοποιώντας όμως παράλληλα και τους κινδύνους διαφωνίας. [...] Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, όπως και να έχουν τα πράγματα, ήταν η συμμετοχή ατόμων ελάχιστα ειδικών... Ενώ δόθηκε πολύς χώρος στους εκπροσώπους των λόμπι των ορυκτών πηγών ενέργειας, ελάχιστοι υπερασπιστές του περιβάλλοντος προσκλήθηκαν (με πιο γνωστούς τους Τιμ Φλάνερι και Ίαν Λόου), χωρίς να αναφέρουμε ότι οι αυστραλοί ειδικοί επί των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ενεργειακής απόδοσης (10) έμειναν στο περιθώριο (Μαρκ Ντίζεντορφ και Χιουγκ Σάντλερ)»(11).
 
Τα άτομα τα οποία παραδέχτηκαν, στις μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις που έκανε ο Πιρς, ότι συνέταξαν σχέδια νόμων της κυβέρνησης Χάουαρντ όσον αφορά το φαινόμενο του θερμοκηπίου δεν συμπεριελήφθησαν, φυσικά, στους εκατό προσκεκλημένους. Υπήρχαν, όμως, άλλοι εκεί, που εκπροσωπούν ή έχουν εκπροσωπήσει βιομηχανικές εταιρείες και συμμαχίες που ανήκουν στο δίκτυο AIGN.
 
Δυστυχώς, όσα κατάφερε να μάθει ο Πιρς για το περιεχόμενο των συζητήσεων δεν προκαλούν αισιοδοξία: «Οι ίδιες οι συζητήσεις, και τα συμπεράσματα που βγήκαν από αυτές, ήταν ασαφείς και απείχαν αρκετά από τις ενέργειες που είναι πραγματικά ανάγκη να γίνουν...».
 
Η παραπληροφόρηση που είχε επί πολλά χρόνια εφαρμόσει το λόμπι της ενέργειας κατάφερε να πείσει τους πολιτικούς, όλων των τάσεων, και το λαό ότι τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντά τους συνέκλιναν με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Αυστραλίας. Όπως έλεγε ο Πιρς στο τέλος του 2007, αυτό είναι μεγάλο ψέμα: «Αν κοιτάξετε πραγματικά τους αριθμούς, οι βιομηχανίες παρέχουν λιγότερο από ένα δολάριο στα δέκα του ΑΕΠ και μία στις είκοσι θέσεις εργασίας. Αντίθετα με όσα μας έκαναν να πιστεύουμε, δεν είναι ο στυλοβάτης της οικονομίας μας».(12)
 
Οι άλλοι τομείς –τουρισμός, νερό, δάση, γεωργία κ.λ.π.– δεν ακούστηκαν πολύ, ενώ, κατά τον Πιρς, συμβάλλουν κατά 90% στο ΑΕΠ και παρέχουν το 90% των θέσεων εργασίας, τη στιγμή που υφίστανται πιο άμεσα απ’ όλους τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής...
 
Καμία προσφυγή στη Δικαιοσύνη δεν έγινε εναντίον των μελών της «μαφίας του φαινομένου του θερμοκηπίου», ούτε διεξάγεται δημόσιος διάλογος πάνω σ’ αυτή την κατάσταση που η σιωπή των εθνικών μέσων ενημέρωσης βοηθάει να ξεχαστεί. Η Αυστραλία εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της «μαφίας». 


Υποσημειώσεις

(1) Η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα (CO2), του βασικότερου αερίου που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, μετριέται σε ppm (μέρη ανά εκατομμύριο). 
(2) «Climate experts’ hard line on greenhouse pollution reduction», «The Australian», Σίδνεϊ, 8 Οκτωβρίου 2008.
(3) Κατάλογος των κύριων βιομηχανικών ομίλων που ανήκουν, μεταξύ άλλων, στο δίκτυο AIGN: BHP Billinton, Rio Tinto, Chevron, Woodside, BP, Exxon-Mobil, Caltex, Shell Australia, Xstrata, Santos, Westfarmers, Alcoa, Mitsui, CSR, Origin Energy.
(4) Η εργασία του Γκάι Πιρς, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του με τίτλο «High and Dry: John Howard, Climate Change, And The Selling of Australia’s Future» (Penguin/Viking, London, 2007), συνιστά ένα μοντέλο έρευνας και για άλλες περιοχές του κόσμου. Βλ. επίσης www.highanddry.com.au
(5) To ζήτημα του «καθαρού άνθρακα» το έθεσε ξανά ο Μπαράκ Ομπάμα.
(6) http://www.crikey.com.au
(7) «Brazilians kill off Aussie led proposal on carbon capture at Poznan climate summit», «The Australian», 11 Δεκεμβρίου 2008. 
(8) Στο ίδιο.
(9) «High and Dry», ό.π., σ. 231.
(10) Στη φυσική και στη μηχανική, η ενεργειακή απόδοση (ή θερμοδυναμική απόδοση) είναι ένας αριθμός χωρίς διάσταση. Αποτελεί το λόγο ανάμεσα στη χρησιμότητα της μηχανής και στο κόστος λειτουργίας της.
(11) Συνέντευξη του Guy Pearse, 30 Μαΐου 2008.
(12) Συνέντευξη του Guy Pearse στην Bianca Frost, FΜΑ Οnline. www.fma.com.au Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Το Κυπριακό στο Τουρκικό παζάρι για τη Χάλκη


Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών



H Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την ίδρυσή της το 1844 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκπαιδευτική παράδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθοδοξίας γενικότερα. Από το 1971, χρονιά που το Τουρκικό κράτος διέταξε την αναστολή της λειτουργίας της με μία σειρά μέτρων, το ζήτημα του ανοίγματος της Σχολής έχει καταστεί μία σημαντική παράμετρος της διπλωματικής ατζέντας των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και τα τελευταία χρόνια αυτή η προσπάθεια ενσωματώθηκε στην διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, με την προσδοκία ότι το Τουρκικό κράτος θα επιτρέψει επιτέλους τη εφαρμογή των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης. 

Η διπλωματική διάσταση του ζητήματος αυτού έγκειται στο ότι τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και η Ελλάδα έχουν ταυτίσει την επαναλειτουργία της Σχολής με την επιβίωση του Πατριαρχείου. Ως εκ τούτου, η Τουρκία με την επιμονή της να διατηρεί τη Σχολή της Χάλκης κλειστή έχει καταφέρει να μετατρέψει το πρόβλημα σε μείζονος εθνικό θέμα για την Ελληνική διπλωματία και την Ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο μάλιστα παραμένει επί μακρόν στην κορυφή της διπλωματικής ατζέντας. Στην ουσία, όμως, η Ελληνική διπλωματία έπεσε στην παγίδα της Τουρκικής πολιτικής. 

Το Πατριαρχείο αντλεί τη δύναμη και την επιρροή στην Ορθοδοξία από τον οικουμενικό του χαρακτήρα αφού οι ορθόδοξες εκκλησίες του αναγνωρίζουν αυτό τον προνομιακό ρόλο. Αυτός άλλωστε είναι και ο βασικός λόγος που η Τουρκία αρνείται να του αναγνωρίσει τον οικουμενικό του χαρακτήρα και συνεχώς το υποβιβάζει σε τοπική εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Το ζήτημα της Σχολής της Χάλκης, όπως και άλλα συναφή ζητήματα που σχετίζονται με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι θέματα που αφορούν ξεκάθαρα το κεφάλαιο ανθρώπινα δικαιώματα και ως τέτοια θα πρέπει η Ελλάς να τα θέτει στην Ελληνοτουρκική και Ευρωτουρκική ατζέντα. Αυτό, όμως, που σήμερα κάνει η Ελληνική διπλωματία είναι ότι έχει αποδεχτεί το θέμα της Θεολογικής Σχολής ως μέρος ενός παζαριού. Αντί να απαιτήσει άμεσα το άνοιγμα της Σχολής από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ακόμη περισσότερο να προχωρήσει το Πατριαρχείο μονομερώς στη λειτουργία της Σχολής, εκθέτοντας τα σοβαρά ελλείμματα δημοκρατίας στην Τουρκία σε περίπτωση που η κυβέρνηση Ερντογάν αντιδράσει, η Ελληνική πλευρά μπήκε σε ένα παιγνίδι διαπραγμάτευσης όπου η Τουρκία παζαρεύει σκληρά προκειμένου να αποσπάσει ανταλλάγματα για τη μειονότητα της Θράκης. Αυτός άλλωστε ήταν πάγιος τακτικός στόχος της Άγκυρας εδώ και χρόνια, να συνδέσει δηλαδή τα θέματα που αφορούσαν το Πατριαρχείο και τη δήμευση Ελληνικών περιουσιών στην Κωνσταντινούπολη με τη μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα. Η επιτυχία αυτού του στόχου για την Άγκυρα της εξασφαλίζει την εξισορρόπηση των πιέσεων που δέχεται διεθνώς για την παραβίαση των δημοκρατικών ελευθεριών. 

Στην ουσία, η Τουρκία δεν έχει τίποτα να χάσει από την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής. Επιπλέον, αυτή η στόχευσή της ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές πιέσεις προς την Τουρκία να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Σχολής. Για τις ΗΠΑ έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία το Οικουμενικό Πατριαρχείο γιατί το βλέπουν ως ανάχωμα προς τις αξιώσεις τις Ρωσίας να αναλάβει την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο και να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή μέσω του Πατριαρχείου της Μόσχας.

Επειδή, όμως, η Αμερικανική πίεση στην Τουρκία αυτή την περίοδο είναι οριοθετημένη, το ρόλο διευκόλυνσης ανέλαβε η Ελληνική διπλωματία που ήδη έπεσε στην παγίδα μεγιστοποιώντας τη σημασία της επαναλειτουργίας της Σχολής της Χάλκης μπαίνοντας στο παζάρι της διαπραγμάτευσης. Η Τουρκία, ενόψει της αξιολόγησής της ενταξιακής της πορείας στο τέλος του χρόνου, επείγεται περισσότερο για μία επικοινωνιακή εκμετάλλευση κάποιας «παραχώρησης» στα Ελληνοτουρκικά. Αυτή η «παραχώρηση» αναμένεται να είναι η επαναλειτουργία της Σχολής, ενώ από την άλλη η Αθήνα θα πανηγυρίσει μία κατασκευασμένη εθνική «επιτυχία» η οποία εξυπηρετεί λιγότερο τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα. Δυστυχώς, αφού η Τουρκία θα έχει ήδη κάνει την «παραχώρηση» θα αδρανοποιηθούν οι διεθνείς πιέσεις προς αυτή σε ό,τι αφορά υποχρεώσεις της στο Κυπριακό, όπως το άνοιγμα των λιμανιών της στα Κυπριακά πλοία.   Διαβάστε περισσότερα...

Η Αμερική απέναντι στις εξελίξεις στο Ιράν


Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της Washington Post

Οι θυελλώδεις ιρανικές εκλογές είναι μια ακόμη ένδειξη ότι στην εποχή του Μπαράκ Ομπάμα ο κόσμος διέρχεται περίοδο αναστάτωσης. Οι μουλάδες του Ιράν είναι νευρικοί, ανησυχούν για τις απειλές κατά του καθεστώτος. Η αντιπολίτευση έχει βγει στους δρόμους και διαμαρτύρεται για τις νοθευμένες, όπως λέει, εκλογές. Ο πρόεδρος Μαχμούντ Αχμεντινετζάντ διεκδικεί τη δεύτερη θητεία του. Και αυτό που διαπιστώνει η υφήλιος είναι η τρωτότητα του καθεστώτος. Τι πρέπει λοιπόν να πει ο Ομπάμα για τις ζυμώσεις στο Ιράν, γι’ αυτή τη διαδικασία την οποία ο ίδιος ανεπαίσθητα στήριξε. Εγώ θα έλεγα να συνεχίσει πάνω στη γραμμή που χάραξε με την ομιλία του στο Κάιρο πριν από δύο εβδομάδες, όταν απευθύνθηκε σε μουσουλμανικά ακροατήρια και ταυτόχρονα πρότεινε τον διάλογο σε καταπιεστικά καθεστώτα, όπως αυτό που κυβερνά το Ιράν και τόσα άλλα κράτη.

Θα ήταν σφάλμα εκ μέρους του Ομπάμα εάν έδειχνε ότι αναμειγνύεται στην ιρανική πολιτική. Ετσι θα προσέφερε στους μουλάδες τον εξωτερικό εχθρό που χρειάζονται για να απαξιώσουν τους μεταρρυθμιστές. Το μήνυμα του Αμερικανού προέδρου πρέπει μάλλον να είναι «Στηρίζουμε τον ιρανικό λαό και τη δημοκρατία. Οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης του Ιράν είναι δική τους απόφαση, όχι της Αμερικής». Η πίεση με την καταλυτική επίδραση θα προέλθει όχι από την Ουάσιγκτον, αλλά από τη διεθνή προβολή εστιασμένη στο εκπληκτικό αυτό δράμα.

Ο καθοριστικός παράγοντας είναι οι νεαροί διαδηλωτές, εάν αυτοί θα μείνουν στους δρόμους, αναγκάζοντας τους μουλάδες να επέμβουν δυναμικά, να προσπαθήσουν να τους αποσταθεροποιήσουν. Μετά λόγου γνώσεως ένας πρώην αξιωματούχος της CIA, ειδικευμένος σε θέματα που αφορούν το Ιράν, πιστεύει ότι οι Ιρανοί διαδηλωτές είναι «χαλαρά οργανωμένοι» και χωρίς καμία έξωθεν βοήθεια. Ενας άλλος πρώην αξιωματικός της υπηρεσίας, επίσης γνώστης των θεμάτων του Ιράν, ισχυρίζεται ότι οι φόβοι του καθεστώτος μήπως και στο Ιράν εκραγεί «επανάσταση των χρωμάτων», σαν εκείνη της Γεωργίας ή της Ουκρανίας, είναι πρόωροι. «Καθώς όμως το θέρος θα προχωρά, η κατάσταση ίσως γίνει ενδιαφέρουσα», προειδοποιεί.

Οι αξιωματούχοι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών μου λένε ότι είναι πολύ πιθανό ο Αχμεντινετζάντ να κέρδισε τις εκλογές της 12ης Ιουνίου, με μικρότερο ποσοστό του 63%, που επικαλείται το καθεστώς. «Το αποτέλεσμα παραφουσκώθηκε», λέει ένας αξιωματούχος, που μεταφέρει την κατ’ αρχήν εκτίμηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο ίδιος όμως αναγνωρίζει ότι η διείσδυση στους ιρανικούς εκλογικούς μηχανισμούς είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Το άνοιγμα του Ομπάμα στο Ιράν φαίνεται να ενθάρρυνε τους υποστηρικτές του Μιρ Χουσεΐν Μουσαβί, πρώην πρωθυπουργού που ήλθε δεύτερος σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα, και του οποίου οι υποστηρικτές διαδηλώνουν όλες αυτές τις μέρες. «Μια μεγάλη μερίδα της ιρανικής κοινής γνώμης αντιμετωπίζει ευνοϊκά το άνοιγμα προς τις ΗΠΑ, ο Ομπάμα ενθάρρυνε αυτή τη ροπή», εξηγεί ο Αμερικανός αξιωματούχος.

Ο ευφραδής κ. Μουσαβί και η χαρισματική σύζυγός του επέδρασαν σαν τονωτική ένεση στους Ιρανούς που ενοχλήθηκαν από τους πρωτόγονους μονολόγους του Αχμεντινετζάντ. «Βαρέθηκαν να τους ξεγελούν και να τους περιφρονούν», λέει ο ίδιος Αμερικανός αξιωματούχος, ο οποίος παρακολουθεί από κοντά πληροφορίες από το Ιράν και άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Οι άνθρωποι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών συνεννοήθηκαν με τον Λευκό Οίκο, καθώς οι λογογράφοι ετοίμαζαν την ομιλία του Καΐρου - προσπαθώντας να διαρθρώσουν το μήνυμα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των μουσουλμάνων εξτρεμιστών. Οι αξιωματούχοι αυτοί πιστεύουν ότι ο Ομπάμα, με την ήρεμη, λογική του προσέγγιση, προτείνει ένα νέο δρόμο σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι διαφορετικά θα ήταν ευάλωτοι στα λόγια των ακραίων της Τζιχάντ.

Αυτό που έκανε ο πρόεδρος μέχρι στιγμής είναι να δημιουργήσει στρατηγικό πλαίσιο κατανόησης των ΗΠΑ, με νέο τρόπο, λέει άλλος αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών. Ο Ομπάμα «ξεφεύγει» από τη ριζοσπαστική γλώσσα και ταυτόχρονα ενισχύει τις εναλλακτικές λύσεις έναντι του ριζοσπαστισμού, εξηγεί ο ίδιος. «Κάνει πιο ελκυστική την ιδέα ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει από αλλού και όχι μόνο από τη διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης», συνεχίζει.

Ανάλυση αντίστοιχη με την προσέγγιση του Ομπάμα προς τον μουσουλμανικό κόσμο κάνει ο Ταουφίκ Χαμίντ, πρώην μαχητής του ιερού πολέμου από την Αίγυπτο, άλλοτε στο δίκυτο που ανήκε ο Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, το Νο 2 της Αλ Κάιντα. Σε συνέντευξή του ο Χαμίντ ισχυρίστηκε ότι ο Ομπάμα ενθάρρυνε την κριτική σκέψη στους νέους μουσουλμάνους, ωθώντας τους να υπερβούν την απλοϊκότητα του «χαλά» -αγνό και ισλαμικό- και του, χαράμ» - ακάθαρτο και μη ισλαμικό. Με άλλα λόγια ο Ομπάμα αντιπαρατέθηκε στο δόγμα «Οποιος σκέφτεται είναι άπιστος».

Λογική αντί του παραλογισμού, επαφή με τον έξω κόσμο αντί για απομόνωση και οπισθοδρομικότητα. Ελευθερία αντί για καταπίεση. Ετσι θα διαμορφωθεί η αντιπαράθεση στο Ιράν και σε μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου, καθώς η εποχή του Ομπάμα θα προχωρεί. Ετσι τουλάχιστον η Αμερική θα βρεθεί στο πλευρό των ανθρώπων. Αυτά που συμβαίνουν στην Τεχεράνη είναι η υπόμνηση ότι εκατομμύρια μουσουλμάνοι διψούν για αλλαγή, που δεν μπορούν να πετύχουν μόνοι τους.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε περισσότερα...