Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Η επανένταξη της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ



Του Ανδρέα Πενταρά*


Πέρα από τους λόγους που ο Νικολά Σαρκοζί πρόβαλε προκειμένου να εξηγήσει στους πολίτες της χώρας του αλλά και στη διεθνή κοινότητα την επανένταξη της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, θα πρέπει κανείς να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια που εκ πρώτης όψεως δεν είναι και τόσο ορατά.

Είναι γνωστό ότι η Γαλλία από τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και μετά, πρωτοστατούσε σε μια ανεξάρτητη και αυτόνομη Ευρωπαϊκή πολιτική στα θέματα άμυνας και ασφάλειας. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση το 1948 της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που είχε σαν σκοπό την άμυνα της Ευρώπης εναντίον της Σοβιετικής απειλής και αργότερα, το 1951, με εισήγηση του Γάλλου προέδρου Ρενέ Πλεβέ, στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο αυτοί οργανισμοί δεν έπαιξαν το ρόλο που οι ιδρυτές τους ονειρεύονταν, εξαιτίας της Αμερικανικής εμπλοκής στην άμυνα της Ευρώπης με την ίδρυση του ΝΑΤΟ, εν τούτοις η Γαλλική πολιτική για μια περισσότερο αυτόνομη Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια δεν σταμάτησε ποτέ. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που το 1966 ο Ντε Γκώλ απέσυρε τη Γαλλία από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, στη προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα τρίτο πόλο με επικεφαλής τη Γαλλία, ανάμεσα στο διπολισμό του ψυχρού πολέμου.

Η Γαλλική πολιτική για μια αυτόνομη Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, ξαναμπαίνει σε τροχιά με τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993, με την οποία καθιερώνεται o πυλώνας της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ. Η έναρξη της υλοποίησης της ΚΕΠΠΑ και ιδιαίτερα της Κοινής Ευρωπαϊκής Άμυνας και Ασφάλειας, αρχίζει μετά τη συνάντηση του προέδρου της Γαλλίας Ζαν Σιράκ με το πρωθυπουργό της Αγγλίας Τόνυ Μπλερ στο Σαν Μαλό το 1998, όπου η μέχρι τότε διστακτική Αγγλία συναινεί στο ρόλο που καλείται να παίξει η ΕΕ στο νέο διεθνές περιβάλλον μετά τη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού Συνασπισμού.

Αργότερα, κατά το καταρτισμό του μη εγκριθέντος Ευρωπαϊκού Συντάγματος, η Γαλλία προωθεί διατάξεις για περισσότερη αυτονομία στην Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και το ίδιο πράττει και με τη συνθήκη της Λισσαβόνας.

Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει, είναι γιατί ο Νικολά Σαρκοζί, με την απόφασή του να επανεντάξει τη Γαλλία στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ακυρώνει μια στρατηγική μισού και πλέον αιώνα. Οι λόγοι κατά την άποψή μας είναι δύο. Ο πρώτος είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση και η εξ αυτής παγίωση της αδυναμίας των Ευρωπαϊκών χωρών να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο βαθμό που να μπορέσει η Ευρώπη να αποκτήσει τα οπλικά συστήματα, τις υποδομές και τα μέσα που σήμερα δανείζεται από το ΝΑΤΟ προκειμένου να φέρει εις πέρας τις ειρηνευτικές και ανθρωπιστικές αποστολές που αναλαμβάνει. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι τωρινό. Από την εποχή του ψυχρού πολέμου, οι ΗΠΑ πίεζαν τις Ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ προκειμένου να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, έτσι ώστε οι ΗΠΑ να μπορέσουν να αποδεσμεύσουν στρατεύματα που στάθμευαν στην Ευρώπη για να τα χρησιμοποιήσουν σε άλλες περιοχές του πλανήτη που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Οι Ευρωπαϊκές βέβαια κυβερνήσεις προτιμούσαν πάντοτε τη διάθεση πόρων υπέρ των κοινωνικών και εις βάρος των αμυντικών δαπανών και αυτή η τακτική ασφαλώς δεν πρόκειται να αλλάξει ύστερα από τη βαθιά οικονομική κρίση που βιώνει η Ευρώπη και η Δύση. Η Γαλλία, συνειδητοποιώντας ότι η απόκτηση των αναγκαίων μέσων και υποδομών για μια αυτόνομη Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια μετατίθεται χρονικά για το απώτερο μέλλον, προτίμησε την αύξηση της επιρροής της μέσα στο ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να επηρεάζει τις αποφάσεις των συμμάχων υπέρ των Γαλλικών και Ευρωπαϊκών συμφερόντων.

Ο δεύτερος λόγος, πάντοτε κατά την άποψή μας, είναι η πρόταση του Ρώσου προέδρου Μετβέντεφ, για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας που να εκτείνεται από την Αμερικανική ήπειρο μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Μια πρόταση την οποία ο Νικολά Σαρκοζί χαιρέτησε, ενώ το ΝΑΤΟ δεν εξέφρασε την αντίθεσή του όπως φυσιολογικά θα αναμενόταν. Ήδη η πρόταση αυτή έχει προωθηθεί στον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) ως το καταλληλότερο όργανο για συζήτηση, παρά το γεγονός ότι τον τελικό λόγο σε ένα τέτοιο εγχείρημα θα έχει το ΝΑΤΟ το οποίο θα πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση, είτε να διαλυθεί είτε να μετεξελιχθεί σε ένα νέο οργανισμό. Η Γαλλία απέδειξε με τη μέχρι τώρα εξωτερική και αμυντική της πολιτική, ότι πιστεύει πραγματικά σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, στην υλοποίηση της οποίας εκτιμά ότι θα συμβάλει περισσότερο, συμμετέχοντας ισότιμα με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες στα κέντρα λήψεως αποφάσεων του ΝΑΤΟ.

  Το παράδειγμα της Γαλλίας αποδεικνύει τελικά, ότι η διεκδίκηση μιας ανεξάρτητης και αυτόνομης πολιτικής μέσα στο δεδομένο διεθνές σύστημα, επιτυγχάνεται όχι με το να παραμένει μια χώρα μακριά από τους διεθνείς οργανισμούς και τα συλλογικά συστήματα ασφάλειας, αλλά με το να μπορεί να επηρεάζει και συνδιαμορφώνει τις πολιτικές των οργανισμών αυτών υπέρ των Εθνικών συμφερόντων. Και ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί αυτό είναι να βρίσκεται η χώρα εντός των κέντρων λήψεως αποφάσεων των οργανισμών αυτών και όχι να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τα τεκταινόμενα.
 

* Υποστράτηγος ε.α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.