Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Η Ιαπωνία από κρίση σε κρίση


Του Odaira Namihei
Δημοσιογράφου


Στο Τόκιο, το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο. Λίγους μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ιχίρο Οζάβα υφίσταται έλεγχο για μυστικά κονδύλια που έλαβε το κόμμα του. Στις 16 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Οικονομικών Σοΐτσι Νακαγκάβα, που εμφανίστηκε μεθυσμένος στη συνέντευξη τύπου κατά τη σύνοδο της G7 στη Ρώμη, αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Χειρίστη εντύπωση, μεσούσης της συζήτησης για ένα δεύτερο σχέδιο ανάκαμψης. Εν τω μεταξύ, απέναντι στη φτώχεια που έχει αγγίξει επίπεδα-ρεκόρ, η κοινωνία κινητοποιείται.

Οχτώ Ιουνίου 2008. Είναι ένα ωραίο απόγευμα και ένας εικοσάχρονος νεαρός κάνει βόλτα στους πολυσύχναστους δρόμους της συνοικίας Ακιχαμπάρα, «ιερού τόπου» της λαϊκής κουλτούρας του Τόκιο. Οι κάτοικοι της πόλης και οι τουρίστες συρρέουν εκεί για να χαζέψουν εκείνους που είναι ντυμένοι με τη στολή ενός ήρωα της «μάνγκα» ή του «ανιμέ» (ταινία κινουμένων σχεδίων) (1). Μια Κυριακή ήσυχη σαν τις άλλες... μέχρι τη στιγμή που ο νεαρός βγάζει ένα μαχαίρι και χτυπάει δεκαεφτά ανθρώπους. Εφτά χάνουν τη ζωή τους και δέκα τραυματίζονται σοβαρά.
 

Το τέλος μιας «Όασης»
Ως συνήθως, οι ειδικοί σπεύδουν να εξηγήσουν: «Η Ιαπωνία μετατρέπεται σε μια “εγκληματογενή” δύναμη. Για να μην επαναληφθεί αυτό το τραγικό γεγονός, πρέπει οπωσδήποτε να ενισχυθούν τα μέτρα ασφαλείας»(2). Πάντως, με τα ποσοστά εγκληματικότητας να μειώνονται συνεχώς από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η φήμη της χώρας ως μιας «όασης γαλήνης» δεν φαίνεται να αμαυρώνεται. Πράγματι, ο άνδρας που αποφάσισε να σκοτώσει με τόση αγριότητα συμπατριώτες του, μια Κυριακή απόγευμα, δεν ένιωθε να ανήκει πια σ’ αυτή την κοινωνία. «Ήθελα να σκοτώσω κάποιον, οποιονδήποτε!» δήλωσε όταν τον συνέλαβαν.  
 
Τις προηγούμενες εβδομάδες, ο νεαρός προσωρινά υπάλληλος είχε δημοσιεύσει, σε ένα φόρουμ χρηστών κινητών τηλεφώνων, πολλά μηνύματα στα οποία εξέφραζε το φόβο ότι θα χάσει τη δουλειά του και θα τον εγκαταλείψουν όλοι. Φοβόταν να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα από την οποία πολλοί Ιάπωνες προσπαθούν να γλιτώσουν καταφεύγοντας σε ένα εικονικό σύμπαν. Μια κρίση που τη νιώθει όλο και μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού μπροστά στην αβεβαιότητα της απασχόλησης και την όξυνση των ανισοτήτων, σε μια χώρα όπου, τριάντα χρόνια πριν, πάνω από το 90% των κατοίκων θεωρούσε ότι ανήκει στη μεσαία τάξη («σουρίου»)(3).
 
Τότε οι κάτοικοι της χώρας είχαν έναν στόχο: να μπουν στη λέσχη των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων. Αυτό το αίσθημα του ανήκειν εξασφάλισε εντυπωσιακή πολιτική και κοινωνική σταθερότητα. Με το κράτος, την επιχείρηση, το σχολείο και την οικογένεια να χρησιμεύουν ως σημεία αναφοράς για τον καθένα τους, ήταν φυσικό οι Ιάπωνες να ακολουθούν το δρόμο που τους είχαν χαράξει. Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος να ζήσει τις ανατροπές της δεκαετίας του 1990. Ούτε η κυβέρνηση ούτε οι επιχειρήσεις περίμεναν να δουν το «ιαπωνικό μοντέλο» να διαλύεται τόσο βίαια όταν έσκασε η χρηματιστηριακή φούσκα – η οποία συνέπεσε με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Σε διάστημα λίγων μηνών, η χώρα αποσταθεροποιήθηκε σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
 
Συνέπειες της κρίσης
Την εποχή της σταθερότητας διαδέχθηκε, λοιπόν, μια περίοδος χάους που προκάλεσε γενικευμένο φόβο. Η κρίση μεταφράστηκε σε αποδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος, παρότι οι ιαπωνικές τράπεζες, λίγα χρόνια νωρίτερα, ήταν πρώτες στην παγκόσμια κατάταξη. Οι επιχειρήσεις δεν άργησαν να προβούν σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων που είχαν δοθεί ψυχή τε και σώματι στην εξασφάλιση της επιτυχίας των εταιρειών αυτών.
 
Στον γεωπολιτικό τομέα, η Ιαπωνία, αποκλειστική σύμμαχος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αντιλαμβάνεται ότι η ιδιαίτερη σχέση της με την Ουάσιγκτον δεν της επιτρέπει πια να ζει στο απυρόβλητο των διεθνών αναταράξεων. Η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου πρέπει να επιβεβαιωθεί στην παγκόσμια σκηνή την ίδια στιγμή που η εξασθενημένη οικονομία της την αποδυναμώνει. Κανένας δεν φαίνεται πια σε θέση να δώσει μια κατεύθυνση...
 
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη κρίση, και ενώ φαινόταν να μπορεί να ορθοποδήσει, η Ιαπωνία καταποντίζεται ξανά. Παρότι δεν παρασύρθηκε εντελώς από τη χρηματιστηριακή φούσκα, όπως οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, εντούτοις επηρεάστηκε αρκετά: Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της μειώθηκε κατά 12,7%. Η κατάρρευση οφείλεται στην απότομη πτώση των εξαγωγών: –45,7% από τον Ιανουάριο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2009(4). «Οι ιαπωνικές εξαγωγικές βιομηχανίες επωφελήθηκαν ιδιαίτερα από την ευμενή παγκόσμια συγκυρία. Τώρα που η κρίση έπληξε όλο τον πλανήτη, την υφίστανται περισσότερο», σημειώνει ο Ριουτάρο Κόνο, οικονομικός σύμβουλος της τράπεζας BNP Paribas στο Τόκιο(5). 
 
Σύμβολα μιας οικονομίας βασισμένης στις εξωτερικές συναλλαγές, οι εταιρείας κατασκευής αυτοκινήτων είναι τα πρώτα θύματα. Η Τοyota έχει έλλειμμα 450 δισ. γεν (3,4 δισ. ευρώ) για το φορολογικό έτος που τελείωσε τον Μάρτιο του 2009. Ανήγγειλε ήδη πάνω από 4.000 απολύσεις. Στο σύνολο του κλάδου, περίπου 28.000 άτομα επρόκειτο να χάσουν τη δουλειά τους την 1η Απριλίου 2009. Ίδια διαπίστωση και στον κλάδο των ηλεκτρονικών. Το ποσοστό ανεργίας έφτασε στο 4,1% στο τέλος Ιανουαρίου και μπορεί να ξεπεράσει το 6% μέχρι το τέλος του χρόνου(6). Αριθμός μικρός, βέβαια, συγκρινόμενος με αυτόν άλλων αναπτυγμένων κρατών, ο οποίος όμως, σε μια χώρα όπου η οιονεί πλήρης απασχόληση ήταν κανόνας, δύσκολα γίνεται αποδεκτός. Οι απορρυθμιστικές κινήσεις που έγιναν για να αντιμετωπιστεί η προηγούμενη κρίση του 1997-1998 μείωσαν την ικανότητα να αντιμετωπιστούν οι τωρινές δυσκολίες. «Δεν υπάρχει τίποτα πια σ’ αυτή τη χώρα, είναι μια χώρα νεκρή», λέει ο ήρωας του μυθιστορήματος του Ριού Μουρακάμι «Η Έξοδος προς τη χώρα της ελπίδας» («Κιμπό νο κούνι εκουσοντάσου»)(7), ένας μαθητής, απεικονίζοντας το πνεύμα που κυριαρχεί στην ιαπωνική κοινωνία. Ο συγγραφέας φαντάζεται εφήβους που φεύγουν μαζικά και πηγαίνουν στο Χοκάιντο για να ιδρύσουν εκεί ένα κράτος ημιανεξάρτητο, με κανόνες λειτουργίας διαφορετικούς από την υπόλοιπη χώρα.

Η «Σονάτα του Τόκυο»
 
Την εποχή της χρηματιστηριακής φούσκας, όλοι επωφελούνταν. Είκοσι χρόνια μετά, μόνο ελάχιστοι τα βγάζουν πέρα, ενώ οι υπόλοιποι πρέπει να αρκεστούν σε μικροδουλειές. Όροι όπως freeters (νεολογισμός που σχηματίζεται από το αγγλικό free και το γερμανικό Arbeiter και ορίζει ένα άτομο που ζει από μικροδουλειές) και ΝΕΕΤ (Not in Education, Employment or Training, δηλαδή νέοι που είναι αμόρφωτοι, άνεργοι και ανειδίκευτοι) κάνουν την εμφάνισή τους και γίνονται συνώνυμα του αποκλεισμού. Το τέλος του 2008, υπήρχαν πάνω από 1,8 εκατ. freeters και 640.000 ΝΕΕΤ. Όλοι αυτοί ανήκουν στο εξής στη χαμένη γενιά («λόζου τζένε», από το αγγλικό lost generation).
 
Στην ταινία «Η σονάτα του Τόκιο»(8), ο σκηνοθέτης Κιγιόσι Κουροσάβα απεικονίζει αυτή την ηλικιακή τάξη μέσα από τον ήρωά του, τον πρωτότοκο γιο μιας πλήρως διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος κατατάσσεται στον αμερικανικό στρατό και πάει να πολεμήσει στη Μέση Ανατολή, μακριά από την Ιαπωνία. Ο Κουροσάβα θέλει να φτάσει ώς το τέρμα της ασύλληπτης λογικής, σύμφωνα με την οποία ένας ιάπωνας υπήκοος γίνεται αμερικανός στρατιώτης. Ο νεαρός άνδρας καταλήγει, βέβαια, να περάσει στο στρατόπεδο του εχθρού «για να βρει την απόλυτη ευτυχία», όπως λέει. Έτσι, παίρνει τη μοίρα του στα χέρια του. Αυτό είναι, εξάλλου, το μάθημα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης: η αναγέννηση της ιαπωνικής κοινωνίας, η οποία περνάει αναγκαστικά από τη νεολαία και την αναδόμηση κάποιων σημείων αναφοράς. Ο Κουροσάβα χρησιμοποιεί τα σύνορα ως σύμβολο της σχέσης της Ιαπωνίας (η οποία αντιπροσωπεύεται από την οικογένεια) με τον υπόλοιπο κόσμο.
 
Η ταινία απεικονίζει τις επιπτώσεις της αποτυχημένης πολιτικής που άσκησε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Γιουνιχίρο Κοϊζούμι (2001-2006). Υπάρχει, άλλωστε, κάποιος που αποτελεί το σύμβολο αυτής της εποχής κατά τη διάρκεια της οποίας επιβάλλεται ο νεοφιλελευθερισμός: ο Τακαφούμι Χόρι, νεαρός ιδιοκτήτης εταιρείας του Διαδικτύου. Εκκινώντας από την ιδέα ότι «με το χρήμα αγοράζεις τα πάντα», έφτιαξε, το 1996, μια μεγάλη αυτοκρατορία, τη Livedoor. «Εσείς, αναμφισβήτητα, είστε αυτός που κάνει τη σημερινή νεολαία να ονειρεύεται», τον βεβαιώνει ο Κοϊζούμι... λίγο πριν ο 33άχρονος διευθύνων σύμβουλος συλληφθεί, τον Ιανουάριο του 2006, για παράβαση χρηματιστηριακών κανονισμών. Η υποβολή του σε έλεγχο προκαλεί ένα μίνι κραχ, που αναγκάζει το Χρηματιστήριο του Τόκιο, πρώτη φορά στην ιστορία του, να διακόψει τη συνεδρίαση είκοσι λεπτά πριν από το κλείσιμο.

Μπορεί το σύστημα αξιών που υπηρέτησε ο Χόρι να έκανε μια μερίδα των νεαρών Ιαπώνων να ονειρεύεται, συνέβαλε όμως στην περιθωριοποίηση μιας άλλης, σε αυτή τη χώρα που διέπεται μόνο από τη δύναμη του χρήματος. «Η σονάτα του Τόκιο» ξεκινά με την απόλυση του πατέρα της οικογένειας, όταν η εταιρεία στην οποία δούλευε μεταφέρεται στην Κίνα. Η απόφαση αυτή τον κάνει να επαναστατήσει, αλλά την αποδέχεται. Όσο το σύστημα λειτουργεί, λίγες φωνές υψώνονται για να αμφισβητήσουν αυτό το μοντέλο. Όσοι έχουν αποκλειστεί απ’ αυτό συμπεριφέρονται σαν να ανήκουν ακόμα εκεί, όπως το απολυμένο στέλεχος του Κουροσάβα που συνεχίζει τη ζωή τού υποδειγματικού υπαλλήλου. Φεύγει κάθε πρωί για τη δουλειά του, παρόλο που την έχει χάσει, και κάνει δήθεν πως πιστεύει ότι θα μπορέσει κάποια μέρα να ξαναβρεί τη θέση του μέσα στο σύστημα. Πρέπει, ωστόσο, να το πάρει απόφαση: Η παγκοσμιοποίηση νίκησε το ιαπωνικό μοντέλο.
 
Εργαζόμενοι φτωχοί

Επίσης, η παγκοσμιοποίηση, προκάλεσε την ανάπτυξη μιας κατηγορίας μισθωτών που ορίζονται με την αγγλική έκφραση «working poor» («εργαζόμενοι φτωχοί»), ίσως για να τονιστεί ότι αυτή η έννοια δεν ταιριάζει με την ιαπωνική κουλτούρα. Όσο οι Ιάπωνες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον ιαπωνικό όρο «σουρίου», για τη μεσαία τάξη, τόσο προτιμούν να χρησιμοποιούν μια ξένη έκφραση για να μιλήσουν για ένα φαινόμενο που τους ενοχλεί βαθιά. Το ντοκιμαντέρ «Εργαζόμενοι φτωχοί - Δεν θα μπορέσω να πλουτίσω, ακόμα και αν δουλεύω» («Βακίνγκου πούα - Χαταραϊτέμο γιουτακανιναρενάι»), που μεταδόθηκε τον Ιούλιο του 2006 από το κρατικό κανάλι ΝΗΚ, ήταν αποκαλυπτικό. Αυτό που έως τότε γινόταν αντιληπτό ως ατομική συμπεριφορά («γίκο σεκινίν») εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια των Ιαπώνων ως συλλογική αποτυχία.
 
Ο υπεύθυνος του Δικτύου Ενάντια στη Φτώχεια («Χανχινκόν νετοβάκου»), Μακόζο Γιουάζα, καταγγέλλει την «κοινωνία-τσουλήθρα» («σουμπεριντάι σακάι»), στην οποία οι εργαζόμενοι χωρίς σύμβαση δεν λαμβάνουν καμιά βοήθεια. «Από τη στιγμή που κάποιος φτάσει κάτω, είναι αδύνατον να ξαναγυρίσει ανεβαίνοντας ανάποδα την τσουλήθρα», διαπιστώνει. «Το να ξαναξεκινήσει απ’ το μηδέν είναι “επικίνδυνη αποστολή” για όποιον είναι αποκλεισμένος». Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει μια σταυροφορία ενάντια στην εξαθλίωση που απειλεί τη συνοχή της χώρας.
 
Από τις 31 Δεκεμβρίου 2008 έως τις 5 Ιανουαρίου 2009 έφτιαξε το «Χωριό των Προσωρινά Εργαζομένων» για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς («Τοσικόσι χακενμούρα»). Εγκατεστημένο στο πάρκο Χιμπίγια, στην καρδιά του Τόκιο, μερικές εκατοντάδες μέτρα από την περιοχή όπου είναι συγκεντρωμένα τα υπουργεία, το «Χωριό» είχε στόχο να δείξει προς τα έξω την απόγνωση των προσωρινών εργαζομένων, των πρώτων θυμάτων της οικονομικής ύφεσης. Μη έχοντας καμιά κοινωνική προστασία, οι μισθωτοί αυτού του τύπου, που συχνά βρίσκουν στέγη στους εργοδότες τους, βρίσκονται στο δρόμο από τη μια μέρα στην άλλη. Σύμφωνα με στοιχεία των υπουργείων Υγείας και Εργασίας, 557.000 απ’ αυτούς επρόκειτο να έχουν χάσει τη δουλειά τους την 1η Απριλίου 2009(9). Η πρωτοβουλία του Γιουάζα είχε αποτέλεσμα. Περίπου 1.700 εθελοντές εμφανίστηκαν στο «Χωριό» για να παράσχουν βοήθεια: οι νομικές συμβουλές στους πεντακόσιους προσωρινά εργαζόμενους που είχαν καταλάβει την περιοχή είχαν ως αποτέλεσμα να δοθούν αποζημιώσεις. Έτσι, φτιάχτηκαν και άλλα τέτοια «χωριά».
 
Βέβαια, ο κ. Γιουάζα συνειδητοποιεί ότι αυτό δεν θα είναι αρκετό για να ξαναβάλει τη χώρα στον σωστό δρόμο. Ένα άλλο οικονομικό μοντέλο, πιο ισορροπημένο, μέσα στο οποίο ο καθένας θα μπορεί να βρει τη θέση του, παραμένει επομένως στη σφαίρα της φαντασίας. Ωστόσο, η εποχή όπου η κυβέρνηση μπορούσε να δρα χωρίς να δίνει λογαριασμό φαίνεται να έχει πια περάσει. Το Κομουνιστικό Κόμμα Ιαπωνίας ενέγραψε περίπου 14.000 νέα μέλη και οι συνδρομές της εφημερίδας του, «Ακαχάτα» («Κόκκινη Σημαία»), αυξήθηκαν και αυτές(10).
 
Ο Χαρούκι Κόνο, 26 ετών, διευθύνει τον σύλλογο Posse, που έχει ως αποστολή να καθορίσει νέες κοινωνικές σχέσεις και να βοηθήσει τους νέους να οργανωθούν καλύτερα απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Στο πρώτο τεύχος του «Posse», του τριμηνιαίου περιοδικού του συλλόγου, ένα από τα θέματα που προσεγγίστηκαν ήταν «Ταυτότητα και νέοι εργαζόμενοι απέναντι στο μακελειό της Ακιχαμπάρα». Τα μέλη της συντακτικής ομάδας ήξεραν ότι, τοποθετώντας αυτό το τραγικό γεγονός στο πλαίσιο της κοινωνικής κρίσης, θα πετύχαιναν το σκοπό τους. Πράγματι, το περιοδικό προκάλεσε έντονες συζητήσεις. 

Υποσημειώσεις

(1) Σ.τ.Μ.: «Μάνγκα», η ιαπωνική λέξη για τα κόμικς. Προέρχεται από τις λέξεις «μαν», που σημαίνει «τυχαίος, παιχνιδιάρικος», και «γκα», που σημαίνει «εικόνες». «Ανιμέ»: Στην Ιαπωνία χρησιμοποιούν και τη γαλλική λέξη για τα κινούμενα σχέδια (animé). Τα τελευταία χρόνια, οι Οτάκου (οι φανατικοί οπαδοί των ιαπωνικών κόμικς, δηλαδή) έχουν ως κέντρο τους την περιοχή Ακιχαμπάρα, όπου περνούν πολλές ώρες στα εξειδικευμένα μαγαζιά.
(2) Εκπομπή στον τηλεοπτικό σταθμό Nippon Terebi, 9 Ιουνίου 2008.
(3) Έρευνα που δημοσιεύτηκε από το γραφείο του πρωθυπουργού.
(4) «Tokyo Shimbun», Τόκιο, 25 Φεβρουαρίου 2009.
(5) «Asahi Simbun», Τόκιο, 26 Φεβρουαρίου 2009.
(6) «Shûkan Asahi», Τόκιο, 26 Δεκεμβρίου 2008.
(7) Εκδόσεις Bungei Shunjû, Τόκιο, 2001. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το έργο του Ριού Μουρακάμι «Σχεδόν διάφανο γαλάζιο» από τις εκδόσεις Printa.
(8) Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους της Γαλλίας από τις 25 Μαρτίου.
(9) «Mainichi Shimbun», Τόκιο, 27 Φεβρουαρίου 2009.
(10) «Asahi Shimbun», Τόκιο, 11 Ιανουαρίου 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.