Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

The Day Wall Street Exploded


Beverly Cage
The Day Wall Street Exploded
Oxford University Press, 2009



Του Kenin Baker
New York Times Book Review


Το μεσημέρι της 16ης Σεπτεμβρίου 1920 μια βόμβα εξερράγη στη Γουόλ Στρητ σκοτώνοντας 38 άτομα. Πολλοί από τους περαστικούς βρέθηκαν με κομμένα χέρια και πόδια, άλλοι αποκεφαλίστηκαν, ξεκοιλιάστηκαν ή κάηκαν ζωντανοί. 

Στόχος της επίθεσης θεωρήθηκε η Τράπεζα Μόργκαν, ισχυρότερη τράπεζα του κόσμου μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο, η οποία δεχόταν κριτική και απειλές για το δάνειο της στους συμμάχους. Από τους υπαλλήλους της τράπεζας σκοτώθηκε μόνο ένας 24χρονος. Το μόνο που μένει ορατό από την επίθεση σήμερα είναι τα σημάδια στους μαρμάρινους τοίχους του κτιρίου. Μόνο επτά από τους νεκρούς ήταν μεγαλύτεροι των 40, πέντε ήταν γυναίκες και τέσσερις έφηβοι. Κανείς δεν δικάστηκε ούτε καταδικάστηκε, κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη και σύντομα η υπόθεση χάθηκε από τα πρωτοσέλιδα.

Στο πρώτο της βιβλίο η Μπέβερλι Γκέιτζ, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, εξετάζει την υπόθεση στα πλαίσια των συνδικαλιστικών μαχών της εποχής οι οποίες έχουν ξεχαστεί γιατί κανείς δε θέλει να μιλήσει για αυτές σοβαρά. Η δέξια αποφεύγει να μιλήσει για τις δεκαετίες πολιτικής καταπίεσης που προηγήθηκαν της επίθεσης στην Γουόλ Στρητ, ενώ η αριστερά δεν θέλει να παραδεχτεί πώς κάποιοι θα έφταναν στη βία για να πολεμήσουν το καπιταλιστικό σύστημα.

Μεταξύ του 1881 και του 1905 ο συνδικαλισμός αντιμετωπιζόταν με ξυλοδαρμούς και εκτελέσεις από τραμπούκους των εταιριών, αστυνομικούς, ακόμα και τον στρατό. Βλέποντας την πολιτεία να παίρνει το μέρος των εργοδοτών κάποιοι αποφάσισαν να απαντήσουν με δυναμίτη. Μια βόμβα στην αυλή του Κυβερνήτη του Άινταχο το 1905 ήταν αντίποινα για την φυλάκιση χίλιων εργατών για μήνες χωρίς δίκη. Εικοσιένα άτομα σκοτώθηκαν όταν ακραίοι συνδικαλιστές ανατίναξαν το κτίριο των Τάιμς του Λος Άντζελες το 1910. Σχετικά λίγοι εργάτες έλαβαν μέρος σε τέτοιες ακρότητες, όμως εκατομμύρια στράφηκαν σε ακροαριστερούς οργανισμούς που υπόσχονταν να καταστρέψουν το σύστημα.

Έτσι αναπτύχθηκε ένας υπόκοσμος ριζοσπαστών όπου μικρές ομάδες αναρχικών σχεδίαζαν δολοφονίες και βομβιστικές επιθέσεις. Όταν η Αμερική μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατά τ’ άλλα προοδευτική διακυβέρνηση Ουίλσον παραμέρισε το Σύνταγμα φυλακίζοντας αντιφρονούντες. Στις 2 Ιουνίου 1919, βομβιστική επίθεση στο σπίτι του γενικού εισαγγελέα έδωσε το έναυσμα για τις πρώτες αντικομμουνιστικές διώξεις. Στο χειρότερο ίσως συμβάν, ένας αναρχικός ονόματι Αντρέα Σαλσέδο βρέθηκε νεκρός με τα εσώρουχα του στο Παρκ Ρόου της Νέας Υόρκης, έξω από το κτίριο όπου τον κρατούσε κρυφά το FBI.

Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι ο Σαλσέδο αυτοκτόνησε. Η επίθεση στην Γουόλ Στρητ ήρθε τέσσερις μήνες μετά. Τα λιγοστά στοιχεία ενοχοποιούσαν σύντροφους του Σαλσέδο, μέλη μιας βίαιης ομάδας αναρχικών. Το έγκλημα δεν λύθηκε ποτέ αλλά η αποτυχία της έρευνας και η συστηματική καταπάτηση των πολιτικών ελευθεριών των υπόπτων οδήγησαν σε εκστρατεία εξυγίανσης του FBI, η οποία παραδόξως οδήγησε στην άνοδο του Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, χειρότερου εχθρού των πολιτικών ελευθεριών στην ιστορία της χώρας.

Οι βομβιστικές επιθέσεις μειώθηκαν σταδιακά, όμως η οργανωμένη βία στον πόλεμο μεταξύ εργατών και πολιτείας συνεχίστηκε. Και όμως, γράφει η Γκέιτζ, ακόμα και σήμερα «αντιλαμβανόμαστε την πολιτική βία σαν ασυνήθιστο φαινόμενο στην ιστορία μας, και όχι σαν ακόμα ένα τρόπο με τον οποίο πολλοί Αμερικάνοι εξέφραζαν τις πολιτικές τους απόψεις».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.