Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Όταν οι πληροφορίες της CIA δεν επαρκούν




Tου David Ignatius - Aρθρογράφου της Washington Post

Ο τίτλος στην πρώτη σελίδα θα μπορούσε να ανήκει στο συνωμοσιολογικό πακιστανικό Τύπο: «Ιδιωτικές εταιρείες αναλαμβάνουν τον εντοπισμό και την εξόντωση εξτρεμιστών». Το θέμα δημοσιεύθηκε, όμως, στους «Times» της Νέας Υόρκης την περασμένη Δευτέρα, υπογραμμίζοντας τα μεγάλα προβλήματα που δημιουργούνται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ στρατιωτικών και κατασκοπευτικών δραστηριοτήτων. Καίριο στοιχείο για την κατανόηση της μυστικής αυτής επιχείρησης είναι τα παράπονα του αμερικανικού στρατού για την ποιότητα των πληροφοριών που προσφέρει η CIA στο Αφγανιστάν. Τα παράπονα αυτά εκφράσθηκαν δημόσια τον Ιανουάριο, σε έκθεση του ανώτατου αξιωματούχου της στρατιωτικής αντικατασκοπείας στην Καμπούλ, αντιστρατήγου Μάικλ Φλιν.


Παρότι η υπόθεση είναι περίπλοκη, προσφέρει απλά και χρήσιμα διδάγματα: Κάτω από την επικεφαλίδα «επιχειρήσεις πληροφοριών» ή «προστασία δυνάμεων», ο στρατός εξαπέλυσε επιχειρήσεις αντικατασκοπείας, που εάν διεξάγονταν από τη CIA θα απαιτούσαν προεδρική έγκριση και κοινοποίηση στο Κογκρέσο. Με τη χρήση «ιδιωτών υπεργολάβων», που δραστηριοποιούνται έξω από κάθε κρατικό έλεγχο σε Αφγανιστάν και Πακιστάν, ο στρατός εξασφάλισε πιο αξιόπιστες και χρήσιμες πληροφορίες από εκείνες που του παρείχε η CIA. Η αναπαράσταση της υπόθεσης από συζητήσεις με στρατιωτικές πηγές και με αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών θέτει δύο σημαντικά ερωτήματα: Τι είδους νέοι στρατιωτικοί κανονισμοί θα ήταν αναγκαίοι ώστε οι «επιχειρήσεις πληροφοριών» να ελέγχονται καλύτερα; Και πώς θα μπορούσε η CIA να βελτιώσει τις μεθόδους συλλογής πληροφοριών, ώστε να μη χρειάζεται πλέον η συνδρομή ιδιωτών;

Οι «ιδιωτικοποιημένες» μυστικές επιχειρήσεις, τις οποίες περιγράφουν οι Times, άρχισαν το 2008 χάρη σε πρωτοβουλία της Στρατηγικής Διοίκησης του Πενταγώνου (Stratcom), αρμόδιας για τις επιχειρήσεις πληροφοριών. Πολιτικός υπάλληλος της Stratcom ονόματι Μάικλ Φέρλονγκ χρηματοδότησε πρώην δημοσιογράφους με σκοπό να καταγράψουν την «πραγματικότητα στο έδαφος», με προϋπολογισμό 22 εκατ. δολαρίων. Δεύτερη επιχείρηση συλλογής πληροφοριών από ιδιωτική εταιρεία εγκαινιάσθηκε τον Νοέμβριο του 2008, όταν η εταιρεία της Βοστώνης American International Security Corp. (AISC) προσελήφθη από τους «Times» της Νέας Υόρκης για να απελευθερώσει τον απεσταλμένο της Ντέιβιντ Ρόντε από τα χέρια απαγωγέων Ταλιμπάν. Η εταιρεία στράφηκε στον Ντουέιν Κλάριτζ, πρώην πράκτορα της CIA υπεύθυνο του αντιτρομοκρατικού κέντρου της υπηρεσίας από την ίδρυσή του το 1986 και σημαντικό «παίκτη» στην υπόθεση Ιράν-Κόντρας. Ο Κλάριτζ άρχισε έτσι να οικοδομεί δίκτυο πληροφοριοδοτών με στόχο τον εντοπισμό του Ρόντε.

Αν και ο Ρόντε δραπέτευσε το 2009, το δίκτυο του Κλάριτζ συνέχισε να λειτουργεί, ενώ διαθέτει σήμερα 10 πράκτορες από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Νότια Αφρική και άλλες χώρες. Ο καθένας από τους πράκτορες αυτούς «διαχειρίζεται» 20 «κύριους πληροφοριοδότες» που με τη σειρά τους βρίσκονται σε επαφή με 40 πηγές σε Αφγανιστάν και Πακιστάν.

Ο Κλάριτζ διατήρησε τις επαφές του με τη Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ (SOCOM) στην Τάμπα της Φλόριντα, φροντίζοντας το ιδιωτικό του δίκτυο πρακτόρων να μην παρεμβαίνει στις δραστηριότητες αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Φέρεται μάλιστα να ενημέρωσε τον ναύαρχο Ερικ Ολσον, επικεφαλής της SOCOM και τον αντιστράτηγο Ντέιβιντ Φρίντοβιτς, διευθυντή του κέντρου ειδικών αποστολών. Οι επαφές του Κλάριτζ με τον στρατό εντάθηκαν τον περασμένο Ιούλιο, αφού προσέφερε ακριβείς πληροφορίες για τον στρατιώτη Μπάου Μπέργκνταλ, που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Ταλιμπάν.

Οι δύο «ιδιωτικοποιημένες» επιχειρήσεις πληροφοριών συγχωνεύθηκαν στα μέσα του 2009, μετά τη συνάντηση που είχε ο Φέρλονγκ με έναν από τους πράκτορες του Κλάριτζ στο Ντουμπάι. Τον Οκτώβριο, ο στρατός απένειμε συμβόλαιο αξίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων στον Κλάριτζ και την AISC. Στο μεταξύ, η CIA άρχισε να εκνευρίζεται με τις αυτόνομες δραστηριότητες του Κλάριτζ. Ο νέος σταθμάρχης στην Καμπούλ διαμαρτυρήθηκε επίσημα το περασμένο καλοκαίρι, οδηγώντας στην εκπόνηση νέων κανόνων από το νομικό τμήμα της υπηρεσίας. Η αποστολή του Κλάριτζ περιγράφηκε ως «προστασία δυνάμεων», κοινή δραστηριότητα σε πολεμικές ζώνες.

Παρά τους ευφημισμούς που χρησιμοποίησε ο Κλάριτζ στις εκθέσεις του (οι πηγές ονομάσθηκαν «συνεργάτες» και οι δραστηριότητές του «εμπορική συλλογή πληροφοριών») το νομικό αδιέξοδο μεταξύ στρατιωτικών επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 10 του Στρατιωτικού Κώδικα και μυστικών επιχειρήσεων της CIA, που υπόκεινται στο άρθρο 50 του Κώδικα, παρέμεινε άλυτο. Η γκρίζα αυτή ζώνη οδήγησε τον ναύαρχο Ντένις Μπλερ, επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, να δηλώσει ότι η χώρα χρειάζεται νέο «Αρθρο 60», που θα συνδυάζει τα δύο προηγούμενα άρθρα του Στρατιωτικού Κώδικα σε ένα σαφές πλαίσιο, ανοιχτό στον κρατικό έλεγχο.

Η υπόθεση των μυστικών υπεργολάβων των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να δώσει αφορμή για έναρξη σοβαρής συζήτησης γύρω από τη σύνταξη ενός τέτοιου «Αρθρου 60», αλλά και γύρω από τους κανόνες του στρατού για τις επιχειρήσεις πληροφοριών. Στο μεταξύ, το ιδιωτικό δίκτυο του Κλάριτζ συνεχίζει να προσφέρει νέα στοιχεία. Η τελευταία του έκθεση από την επαρχία Πάκτια κοινοποιήθηκε τη Δευτέρα, ημέρα που οι New York Times δημοσίευσαν το πρωτοσέλιδο άρθρο για τις δραστηριότητές του.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.