Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Iσλαμικός εξτρεμισμός και διαφθορά



Στις 22 Μαρτίου, οι ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας περικύκλωσαν μια πολυκατοικία στην πρωτεύουσα του Νταγκεστάν, Μαχακτσκάλα, και πυροβόλησαν θανάσιμα τον Τσετσένο μαχητή Σαλαμπέκ Αχμάντοφ, αφού ο τελευταίος άνοιξε πρώτος πυρ στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύλληψη. Τρεις ημέρες μετά, οι Αρχές διακήρυξαν μεγάλη νίκη στη μάχη κατά των ισλαμιστών μαχητών του Βορείου Καυκάσου, αφού εκτέλεσαν σε παρόμοια έφοδο, στην πρωτεύουσα της Καμπαρντίνο-Μπαλκαρίας, Ναντσίφ, τον ηγέτη των εξτρεμιστών Ανζόρ Αστεμίροφ, υπεύθυνο για την κατάληψη της ίδιας πόλης τον Οκτώβριο του 2005. Τουλάχιστον εκατό άτομα είχαν σκοτωθεί σε εκείνη την επίθεση. Στις 24 Μαρτίου, ο Γιούνους-Μπεκ Γεβκούροφ, πρόεδρος της επίσης εύφλεκτης και γειτονικής της Τσετσενίας επαρχίας της Ινγκουσετίας, κατήγγειλε τη διαφθορά του δικαστικού συστήματος, διότι, όπως είπε, «οι πάντες μπορούν να εξασφαλίσουν οποιαδήποτε ετυμηγορία σε οποιαδήποτε τιμή... Για παράδειγμα, μετανάστες από την Τσετσενία έχουν κερδίσει καθεστώς προσφύγων, αλλά αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στους ληστές, οι οποίοι αγοράζουν την ελευθερία τους».


Αυτή είναι η εικόνα του Βορείου Καυκάσου. Δολοφονίες, βιασμοί, εκτελέσεις, διαφθορά, μετακινήσεις πληθυσμών. Οι χθεσινές επιθέσεις στη Μόσχα ήλθαν να θυμίσουν ότι ο Καύκασος εξακολουθεί να προκαλεί πονοκεφάλους στο Κρεμλίνο, παρά την επιτυχή αλλά και αμφιλεγόμενη πολιτική Πούτιν στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Η σχετική σταθερότητα της Τσετσενίας, μετά τους δύο πολέμους με τις ρωσικές αρχές (1994-1996 και 1999-2000), ήταν αποτέλεσμα της απόφασης της Μόσχας να υποστηρίξει μία από τις παρατάξεις της επαρχίας και να αποφύγει να επιβάλει απευθείας τον έλεγχό της.

Ο πρώτος πόλεμος είχε καταλήξει σε εξευτελιστική ήττα της Μόσχας και στην απόκτηση από τους Τσετσένους ντε φάκτο αυτονομίας, ενώ ο δεύτερος, κατά τα πρώτα στάδια αναρρίχησης του Πούτιν στην εξουσία, ανέτρεψε τα δεδομένα. Η Τσετσενία σήμερα κυβερνάται από τον διαβόητο Ραμζάν Καντίροφ, διάδοχο του πατέρα του, Αχμέντ Καντίροφ, ο οποίος δολοφονήθηκε το 2004. Επί Ραμζάν, η Τσετσενία απολαμβάνει εντυπωσιακή σταθερότητα σε σύγκριση με τα χρόνια του πολέμου, μόνο που ο πρόεδρός της κατηγορείται από ανθρωπιστικές οργανώσεις για εγκληματική εξουσία, δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων και ευρείας κλίμακας διαφθορά.

Ινγκουσετία, Νταγκεστάν

Οι δύο πιο κοντινές επαρχίες της Τσετσενίας, η Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν, υφίστανται τώρα το μεγαλύτερο βάρος των προβλημάτων που άλλοτε σήκωναν οι Τσετσένοι. Πολλοί από τους τελευταίους άλλωστε έγιναν εσωτερικοί μετανάστες κατά τη διάρκεια των πολέμων. Οι επιπτώσεις της μετάθεσης του τσετσενικού προβλήματος είναι αισθητές και στη Βόρεια Οσετία και στην Καμπαρντίνο-Μπαλκαρία και την Καρατσάγεβο-Τσερκεσία, όπου δρουν εξτρεμιστικές ομάδες, ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι απλώς μια ιδέα και οι Ρώσοι αξιωματούχοι παραμένουν, σύμφωνα με καταγγελίες, οι πρώτοι που τα καταπατούν.

Οι περισσότερες από τις εξτρεμιστικές ομάδες στις εν λόγω επαρχίες αποτελούνται από νέους μουσουλμάνους, οι οποίοι ανήκουν σε ξενόφερτα κινήματα σαλαφιστών, αν και τηρούν τις παραδοσιακές βίαιες μεθόδους της περιοχής. Προσδοκία τους δεν είναι τόσο η ανεξαρτησία -όπως ήταν των Τσετσένων τη δεκαετία του ’90- όσο η επιβολή του ισλαμικού νόμου σαρία σε ολόκληρο τον Βόρειο Καύκασο. Τα αποσχιστικά κινήματα έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί επί Γέλτσιν δεν αποτελούν πια πρόκληση για τη Μόσχα όσο ο ισλαμικός εξτρεμισμός και οι διαβρωτικές επιπτώσεις της διαφθοράς.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.